ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΟΣ ν. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΤΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 1199/2025, 2/6/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΟΣ ν. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΤΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 1199/2025, 2/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                                                      Υπόθεση Αρ. 1199/2025 

 

                                                  2 Ιουνίου, 2026

 

                                             [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΟΣ

                                                                                                              Αιτητής,

                             v.

 

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΤΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Καθ' ων η Αίτηση

 

 

 

Δ. Παπαδόπουλος με Κ. Χαραλάμπους, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για τον Αιτητή.

Γ. Κολοκασίδης με Μ. Χριστοδούλου (κα), για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρο για τους Καθ' ων η Αίτηση.

  ___________________

 

                                                

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Με την παρούσα ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 27/10/2025, ο Αιτητής αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος δια του οποίου, μεταξύ άλλων, να αναστέλλεται η ακροαματική διαδικασία και/ή ακρόαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Καθ’ ων η Αίτηση για επιβολή ποινής στην Πειθαρχική Υπόθεση που αφορά τον Αιτητή μετά την Απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου ημερομηνίας 02/10/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στις 8/10/2025 στους δικηγόρους του Αιτητή με ηλεκτρονικό μήνυμα, και με την οποία οι Καθ' ων Αίτηση καταδίκασαν ή/και βρήκαν ένοχο τον Αιτητή σε σειρά από Πειθαρχικά Αδικήματα.

 

Με την επίδικη ενδιάμεση αίτηση, ο Αιτητής ζητά τα εξής:

«Α. Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η

περαιτέρω ακροαματική διαδικασία του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Καθ’ ων η

Αίτηση στην Πειθαρχική Υπόθεση Αρ. ΠΣ 2015.011 (η Πειθαρχική Διαδικασία) μετά

την έκδοση της Απόφασης καταδίκης του Αιτητή ημερομηνίας 2/10/2025, μέχρι την

πλήρη εκδίκαση της ως άνω προσφυγής και/ή μέχρι αποπεράτωσης αυτής και/ή

μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

Β. Αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα με το Αιτητικό Α πιο πάνω, Προσωρινό διάταγμα

του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ακρόαση για την επιβολή

ποινής στην πιο πάνω Πειθαρχική Διαδικασία, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της

παρούσας προσφυγής και/ή μέχρι αποπεράτωσης αυτής και/ή μέχρι νεότερης

διαταγής του Δικαστηρίου.

Γ. Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι

Καθ’ ων η Αίτηση να προχωρήσουν ή/και να επιβάλουν οιανδήποτε ποινή στον

Αιτητή ή/και οποιανδήποτε ποινή σε σχέση με την Πειθαρχική Διαδικασία πριν την

πλήρη εκδίκαση της παρούσης προσφυγής και/ή μέχρι αποπεράτωσης αυτής και/ή

μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

Δ. Οιανδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο.»

 

 

Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 13, 17, 18 και 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, στα άρθρα 15, 28, 30, 35 και 146 του Συντάγματος, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς του 2023 Μέρη 22, 23.1, 23.3, 23.4, 23.6, 23.8(2), 23.9, 25.1, 25.2, 25.3, 25.6, 25.7, 25 (9)(ι), 32.14, 32.15, στα άρθρα 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960), στο άρθρο 11 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου 33/64, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 (Ν.131(Ι)/2015), στο άρθρο 11 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, στο Νόμο περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου 1989 (Ν158(1)/99), στο Νόμο περί Επιστημονικών Τεχνικών Επιμελητήριων Κύπρου 1990 (224/90), στους περί Επιστημονικών Επιμελητήριων Κύπρου Κανονισμούς του 2012 (Κ.Δ.Π. 255/2012), και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι εκτενή και στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην απλή αναφορά των ουσιαστικότερων, τα οποία, ως προκύπτει από τις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την επίδικη αίτηση όσο και την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και τα αντίστοιχα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, δεν τυγχάνουν αμφισβήτησης, και έχουν ως εξής.

1.   O Αιτητής είναι μέλος του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητήριου Κύπρου κατέχοντας άδεια Πολιτικού Μηχανικού.

2.   Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Αιτητής ενεργούσε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εργοληπτικής εταιρείας Nemesis Constructing Public Company η οποία ήταν από τις εργοληπτικές ή/και κατασκευαστικές εταιρείες που σύναψαν συμφωνία με το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου (Σ.Α.ΠΑ.) αναλαμβάνοντας την εκτέλεση έργων στα πλαίσια της B' φάσης του αποχετευτικού συστήματος Πάφου. Την συμφωνία υπέγραψε ο Αιτητής για την Nemesis και οι κ. Ευτύχιος Μαληκκίδης ως Γενικός Διευθυντής του Διοικητικού Συμβουλίου του Σ.Α.ΠΑ. και Σάββας Βέργας τότε Δήμαρχος Πάφου.

3.   Περί το 2014 ανοίχθηκε ποινική έρευνα για γεγονότα που αφορούσαν χρηματισμό και εκβιασμούς αναφορικά με το ως άνω έργο, όπου ο Αιτητής κλήθηκε να δώσει κατάθεση ως Μάρτυρας Κατηγορίας, ενώ καταχωρήθηκε, μεταξύ άλλων, η ποινική υπόθεση 12057/2014, ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου εναντίον, μεταξύ άλλων, των κ.κ. Βέργα και Μαληκκίδη, όπου οι εν λόγω κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν τις κατηγορίες.

4.   Περί την 3/8/2015, το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση (ΠΣ) εξήγγειλε αυτεπάγγελτη έρευνα εναντίον του Αιτητή, για τα περιστατικά της υπόθεσης διορίζοντας Εισηγητή και ενημερώνοντας τον Αιτητή προς τούτο με επιστολή ημερομηνίας 10/8/2015.

5.   Μετά από σειρά ενεργειών του ΠΣ, συμπεριλαμβανομένων της απόφασης να διορίσει εκ νέου Εισηγητή για συνέχιση της έρευνας, εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων εκ μέρους των δικηγόρων του Αιτητή, αλλά και καταχώρηση από τον Αιτητή της προσφυγής αρ.114/2025 στο Διοικητικό Δικαστήριο η οποία αποσύρθηκε στις 24/10/2025, το ΠΣ κοινοποίησε την υπό κρίση καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 2/10/2025 στις 8/10/2025.

 

Ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης όπως και της επίδικης αίτησης την οποία υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ιδίου έκτασης 26 σελίδων με 44 σχετικά τεκμήρια, επικαλούμενος τόσο ότι η προσβαλλόμενη συνιστά έκδηλα παράνομη πράξη, όσο και ότι συνεπάγεται ανεπανόρθωτη ζημία.

 

Κατά την ημέρα οπότε το Δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης, δηλαδή στις 30.10.2025, αφού μελέτησε τα σχετικά τεκμήρια και άκουσε την αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε μονομερώς στην έκδοση του Διατάγματος καταγράφοντας τα εξής:

«Δικαστήριο: Έχω ακούσει με πολύ προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του αιτητή έχουν προβάλει στο Δικαστήριο τόσο για το ζήτημα έκδηλης παρανομίας όσο και ανεπανόρθωτης βλάβης την οποία θα υποστεί o αιτητής αν δεν ανασταλεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατ’ επέκταση η επιβολή ποινής σε αυτόν στις 19.11.25, οπότε είναι ορισμένη η πειθαρχική διαδικασία μια αγορεύσεις με σκοπό τον μετριασμό της ποινής. Έχουν τεθεί, μονομερώς πάντοτε, αλλά με υποστήριξη από την ένορκη δήλωση του αιτητή, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος σε σειρά από γεγονότα τα οποία συνηγορούν στην έκδοση ακόμα και μονομερώς προσωρινού διατάγματος ως το Α, Β και Γ της αίτησης ημερ. 27.10.25. Ειδικότερα, σημειώνω την αναφορά στην περίοδο 10 ετών που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η πειθαρχική διαδικασία όπου φαίνεται να υπήρξε μόνο μόλις ένας μάρτυρας και ειδικότερα, ως προς το θέμα της ανεπανόρθωτής βλάβης οι αναφορές στις ποινές που μπορεί να επιβάλει το πειθαρχικό όργανο, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος Πολιτικού Μηχανικού αλλά και διαγραφή από το Μητρώο του ΕΤΕΚ ως το Άρθρο 23 του Νόμου. Τούτο σε συνάρτηση με την αναφορά στη παράγραφο 118 της ένορκης δήλωσης ότι, ο αιτητής τον τρέχον χρόνο καταθέτει ως Εμπειρογνώμονας για αγωγές και διαιτησίες υπό την ιδιότητα του ως Πολιτικού Μηχανικού γεγονός το οποίο θα επηρεάσει την επιβολή στο μεταξύ ποινής από τους Καθ’ ων η αίτηση. Λέγοντας τούτα, εκδίδω Προσωρινό Διάταγμα ως το Α, B και Γ της αίτησης ημερ. 27.10.2025, το οποίο ορίζω επιστρεπτέο σε μια εβδομάδα, ήτοι, στις 6.11.2025 η ώρα 12:30.

κ. Παπαδόπουλος: Ακριβώς επί όλων αυτών των αγωγών και διαιτησιών που επικαλείται η ένορκη δήλωση του πελάτη μου, παρακαλώ όπως έχω την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσω και να επιδώσω μαζί με την αίτηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση που είναι πιο επεξηγηματική της παραγράφου 118.».

 

 

Ακολούθησε στις 27.10.2025, όπως και σε επόμενη δικάσιμο, εισήγηση του Δικαστηρίου να αποφευχθεί η εκδίκαση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης, να αποδεχθούν οι Καθ' ων η Αίτηση να μην προχωρήσουν στην επιβολή ποινής μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και να δοθούν σύντομα χρονοδιαγράμματα για καταχώρηση των δικογράφων των πλευρών με σκοπό την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η εισήγηση αυτή του Δικαστηρίου δεν συνάντησε τη σύμφωνο γνώμη των Καθ' ων η Αίτηση.

 

Στη συνέχεια, η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησε στις 27.12.2025  Ένσταση η οποία υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Διευθυντή του Ε.Τ.Ε.Κ., μέσω της οποίας υποβάλλονται συνολικά 24 λόγοι ένστασης προς απόρριψη της παρούσας αίτησης ως ακολούθως:

«1.    Η Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται της απαραίτητης πραγματικής και/ή νομικής βάσης και/ή υπόβαθρου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

2.      H Αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η προσκομισθείσα από των Αιτητή μαρτυρία και/ή τα αναφερόμενα στην Ένορκη Δήλωση γεγονότα δεν είναι αρκετά και/ή ουδεμία εκ των προβλεπόμενων προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού και/ή ενδιάμεσου διατάγματος και/ή θεραπείας, στοιχειοθετούν.

3.      H Αίτηση είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση της ισχύουσας Νομοθεσίας και/ή Νομολογίας και/ή της πρακτικής ταυ Δικαστηρίου.

4.      Οι Αιτητής προβάλλουν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και/ή οι ισχυρισμοί τούς σε καμία περίπτωση δεν δύναται να στοιχειοθετήσουν οποιαδήποτε έκδηλη παρανομία εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση ή επέλευση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον Αιτητή.

5.      Οι ισχυρισμοί επί των οποίων ο Αιτητής εδράζει τα αιτήματά του είναι ανυπόστατοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Αιτητή, ο οποίος τεχνηέντως και προσχηματικά προσπαθεί να εμποδίσει τους Καθ' ων η αίτηση από την άσκηση των καθηκόντων τους και δημιουργώντας παράλληλα αχρείαστα έξοδα.

6.      Ουδεμία και/ή επαρκής ανεπανόρθωτη ζημιά εν τη έννοια του Νόμου και/ή της νομολογίας προκύπτει και/ή επαπειλείται.

7.      O Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια.

8.      O Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη ως όφειλε.

9.      Αυτό που ζητείται με τα ζητούμενα διατάγματα είναι παράνομο και/ή δεν συνάδει και/ή αντίκειται και/ή καταλύει τις αρχές τις δικαιοσύνης.

10.    Κατά το στάδιο έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος δεν υφίστατο ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και δεν έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να υποστηρίζουν και να δικαιολογούν το κατεπείγοντα χαρακτήρα της Αίτησης.

11.    Κανένα δικαίωμα και/ή συμφέρον του Αιτητή δεν θα επηρεαστεί και ουδεμία ζημιά Θα υποστεί αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και/ή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι δίκαιη και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις.

12.    Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

13.    Οι Θεραπείες που επιδιώκονται σύμφωνα με την παρούσα ενδιάμεση Αίτηση είναι καταπιεστικές και/ή δυσανάλογες και/ή καταχρηστικές.

14.    Δεν προσβλήθηκε η ορθή διοικητική πράξη και/ή παρούσα Αίτηση είναι πρόωρη και/ή υπάρχει διπλότητα διαδικασίας.

15.    Είναι πρόωρη η εξέταση του ζητήματος της έκδηλης παρανομίας που εγείρεται στην παρούσα Αίτηση.

16.    H Ένορκη Δήλωση του κου Κυριάκου Χρυσοχόου που συνοδεύει και υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση του Αιτητή είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή περιλαμβάνει αβάσιμους και αναληθείς ισχυρισμούς και/ή δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα και/ή λόγους για τους οποίους Θα ήταν δίκαιον και πρόσφορου να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

17.    Τα διατάγματα, αν εκδοθούν, θα εκδοθούν επί ματαίω. 

18.    Για όλους τους πια πάνω λόγους και/ή ανεξάρτητα από αυτούς, η παρούσα διαδικασία εγείρεται καταχρηστικό και/ή επιδιώκει αλλότριο σκοπό και/ή ο Αιτητής δια αυτής επιδιώκει να παρακάμψει την πειθαρχική διαδικασία των Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμούς του 2412.

19.    Δια της Αίτησης και/ή της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει αυτή και/ή τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα υπόθεση, δεν δεικνύουν πως σε περίπτωση επιτυχίας της Προσφυγής των Αιτητών, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

20.    Ενδεχόμενη ζημιά του Αιτητή εάν επιτύχει η Προσφυγή του είναι χρηματική και/ή αποτιμηταία και/ή επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή εφόσον οι Καθ ων η Αίτηση είναι φερέγγυοι και έχουν την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση πού θα εκδοθεί εναντίον τους.

21.    Κατά το στάδιο έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος δεν υφίστατο ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και δεν έχουν προσκομίσει στοιχεία που να υποστηρίζουν και να δικαιολογούν το κατεπείγον της Αίτησης.

22.    Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, ως αυτές αναφέρονται στον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού ταυ Ανώτατού Συνταγματικού Δικαστηρίου ως ετροποποίηθη.

23.    Τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος.

24.    Για όλους τους πιο πάνω λόγους ή/και ανεξάρτητα από αυτούς, η παρούσα διαδικασία εγείρεται καταχρηστικά ή/και επιδιώκει αλλότριο σκοπό.»

 

Επί της ουσίας της αίτησης, είναι η θέση των δικηγόρων του αιτητή ότι είναι αναγκαία η αναστολή των αποτελεσμάτων της απόφασης του ΕΤΕΚ μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου, επειδή εντοπίζεται έκδηλη παρανομία λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης που παρουσιάστηκε κατά την πειθαρχική διαδικασία, αλλά και επειδή η εκτέλεση της απόφασης θα συνεπάγεται ανεπανόρθωτη ζημιά, κυρίως λόγω της διαπόμπευσης που ισχυρίζεται ότι θα επέλθει στο πρόσωπο του αιτητή, όσο και του γεγονότος ότι δεν θα μπορέσει να αποτελεί μάρτυρα ή αξιόπιστο μάρτυρα υπό την καθαρά επιστημονική του ιδιότητα ως Πολιτικός Μηχανικός σε σειρά από Αγωγές, αλλά και Διαιτησίες που εκκρεμούν. Όπως εκτενώς, με αναφορά σε σχετική νομολογία, καταγράφεται στη γραπτή τους αγόρευση, τόσο το συμφέρον της δικαιοσύνης όσο και το δημόσιο συμφέρον επιτάσσουν όπως το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα αναστολής ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης οριστικοποιηθεί.

 

Αντίθετα, οι δικηγόροι του ΕΤΕΚ υποστηρίζουν ότι, η όποια καθυστέρηση που ισχυρίζεται η πλευρά του Αιτητή ότι παρουσιάστηκε κατά την πειθαρχική διαδικασία σε καμία περίπτωση δεν συνιστά έκδηλα παράνομη πράξη και σε κάθε περίπτωση ο χρόνος που χρειάστηκε είναι τεκμηριωμένος, ενώ ακόμα, ουδεμία ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημιά έχει υποστεί ο Αιτητής εξαιτίας της πειθαρχικής διαδικασίας των Καθ' ων η Αίτηση ούτε και θα υποστεί από την επιβολή σε αυτόν ποινής δυνάμει της προσβαλλόμενης απόφασης ημερομηνίας 02/10/2025.

 

Προχωρώντας στη συνέχεια στην εξέταση, διαδοχικά, και των δύο προϋποθέσεων τις οποίες επικαλούνται οι δικηγόροι του αιτητή, καταγράφω τα εξής.

 

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την χορήγηση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αποτελούν πλέον παγιωμένη νομολογιακή αρχή. Σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία, οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: α) η έκδηλη παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης, και β) η ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκύψει για τον αιτητή από την μη έκδοση του διατάγματος, εφόσον δεν δημιουργούνται ανυπέρβλητα εμπόδια στη διοίκηση.

 

Στην υπόθεση Ιωάννης Αντωνίου ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, (2001) 3 (Α) Α.Α.Δ. 164, ο Νικήτας, Δ. (όπως ήταν τότε) στη σελ. 167 ανάφερε τα ακόλουθα: «Ο καν. 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 είναι η δικονομική βάση για την παροχή προσωρινής προστασίας στις διοικητικές υποθέσεις. Αποτέλεσε δε και σ' αυτή την περίπτωση το νομικό έρεισμα της αίτησης. Είναι κοινός τόπος, αλλά πρέπει να υπογραμμισθεί, ότι η εξουσία αυτή του δικαστηρίου είναι διακριτικού χαρακτήρα και ότι ασκείται με φειδώ. Για να πετύχει ένα τέτοιο διάβημα χρειάζεται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: (1) έκδηλη παρανομία της πράξης, και (2) ανεπανόρθωτη ζημία, που μπορεί να προκαλέσει στο διοικούμενο η άμεση εφαρμογή της (βλ. για εκτενή ανάλυση την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση 141/89 Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας ημερ. 29/5/90 και Λοϊζίδη ν. Υπουργού Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ. 233). Δεν είναι όμως απαραίτητο να συντρέχουν και οι δύο παραπάνω όροι προτού το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα.» 

 

Επειδή το προσωρινό διάταγμα θεωρείται ότι προσφέρει θεραπεία κατ' εξαίρεση, υπό την έννοια ότι, κατά τη έκδοση του, δεν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει απαραιτήτως, πριν από την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει, είτε έκδηλη παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης, είτε σοβαρή πιθανότητα να υποστεί ο αιτητής ανεπανόρθωτη ζημία και/ή ότι δεν πλήττεται το δημόσιο συμφέρον με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.

 

Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος, αναφορικά με την έκδηλη παρανομία, η παρανομία πρέπει να προβάλλει από μόνη της, ως «έκδηλη, διαβόητη και σκανδαλώδης» και πρέπει αυτή να είναι έκδηλη, υπό την έννοια ότι είναι αυταπόδεικτη και οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων. Η παρανομία είναι έκδηλη, όταν είναι απροκάλυπτη ή αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. Έκδηλη παρανομία είναι εκείνη που ανακύπτει από το υλικό που παραμένει αντικειμενικά αναντίλεκτο και μη υποκείμενο σε στάθμιση και έκφραση κρίσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, έκδηλη παρανομία, συνεπάγεται καθαρή παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται από το Νόμο ή αδιαμφισβήτητη περιφρόνηση των θεμελιωδών αρχών του διοικητικού δικαίου.

 

Σχολιάζοντας τους λόγους τους οποίους προβάλει ο αιτητής για επιτυχία της αίτησης του ως προς την ύπαρξη έκδηλης παρανομίας, ως καταγράφονται ανωτέρω, σε αντιδιαστολή με τις θέσεις του ΕΤΕΚ επί τούτου, διαπιστώνω ότι τα επιχειρήματα ως προς το καταπόσον ήταν ή όχι εύλογος ο χρόνος ο οποίος χρειάστηκε ώστε να ολοκληρωθεί η επίδικη πειθαρχική διαδικασία των Καθ’ων η αίτηση απαιτεί διερεύνηση των γεγονότων και ουσιαστική εξέταση των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης ούτως ώστε να διευκρινιστούν τα πραγματικά γεγονότα τα οποία τυγχάνουν επίκλησης εκατέρωθεν, αφού δεν εντοπίζω οφθαλμοφανή παρανομία, αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, η οποία να κρίνεται ως «έκδηλη».

 

Οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την διαπίστωση έκδηλης παρανομίας είναι πολύ καλά γνωστές. Ενδεικτικά, μέσω της Απόφασης του Εφετείου ημερομηνίας 18 Ιουλίου 2024, στις Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2024 & 14/2024 i-Justice, ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ν. ΚΥΠΡΟΥ ΝEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD κ.α., τονίστηκαν τα ακόλουθα :

«Είναι, καταρχάς, ορθόν ότι διάγνωση έκδηλης παρανομίας συνεπάγεται, κατά τη νομολογία, την κρίση επί της κυρίως προσφυγής επί της ουσίας της. Ως αναφέρθηκε, χαρακτηριστικά, στην Λοϊζίδης v. Υπουργού Εξωτερικών, (1995) 3 Α.Α.Δ. 233:

«Επί έκδηλης παρανομίας προσωρινό διάταγμα εκδίδεται όποιες και αν είναι οι επιπτώσεις και μάλιστα κατά κανόνα η ιδία η προσφυγή διεκπεραιώνεται επί της ουσίας: (βλ. Sofocleous ν. Republic (1971) 3 C.L.R. 345 και Frangos and Others v. Republic (ανωτέρω).» .

 Η έκδηλη παρανομία αντιδιαστέλλεται από την (απλή) παρανομία (βλ. Κροκίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857) και είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη χωρίς χρεία διερεύνησης γεγονότων ή αντιφατικών δεδομένων (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020 Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, απόφαση ημερ. 28.1.2022). Το δε πρόδηλα βάσιμο ενός προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης σημαίνει κάτι περισσότερο από τη σοβαρή πιθανολόγηση της βασιμότητας (βλ. Β.Α. Γκέρτσος και Π.Η. Τσόγκας, Η προσωρινή Δικαστική Προστασία στη Διοικητική Δίκη (2013) σελ. 234).

Για να τίθεται, με άλλα λόγια, θέμα έκδηλης παρανομίας, θα πρέπει η παραβίαση να είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων, η δε παρανομία θα πρέπει να αναδύεται αυτόματα ή, αν δε συμβαίνει τούτο, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να είναι αναγκαία η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων (βλ. Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992), 4 Α.Α.Δ. 3959, Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω),  Economides v. Republic, (1982) CLR 837 και Frangos & Others v. Republic (1982), 3 CLR 53). Στην Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.ά., (2013) 3 Α.Α.Δ. 387 επεξηγήθηκε:

«Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, παρανομία για να θεωρηθεί έκδηλη θα πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, με άλλα λόγια, χειροπιαστή παρανομία που να αναγνωρίζεται από την εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης. [ΒλΜοyο (πιο πάνω), Frangos a.ο. v. The Minister of Interior a.o. (1982) 3 C.L.R. 53, Economides v. Republic (1982) 3 C.L.R. 837, Κροκίδου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)]. Με τον όρο υποδηλώνεται η περίπτωση που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων.» .

 

Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση μιας προσφυγής ασκείται με φειδώ και μόνον όταν στοιχειοθετηθεί ότι υπάρχει είτε έκδηλη παρανομία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης είτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αιτητή, από τη μη έκδοση του διατάγματος (βλ. MOHAMMED NAZRUZ ISLAM v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5917/2013, ημερ. 31.10.2013 και Singh v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 875/2012, ημερ. 12.7.2012). Στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, (2007) 3 Α.Α.Δ 32, λέχθηκαν συναφώς τα εξής:

«Η εξαιρετική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως είναι πάγια νομολογημένο, αναλαμβάνεται μόνο εφόσον διαπιστώνεται πως η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση είναι έκδηλα παράνομη ή εφόσον, στο πλαίσιο του συνόλου των δεδομένων, δικαιολογείται να εκδοθεί ενόψει επαπειλούμενης, εξαιτίας της, ανεπανόρθωτης βλάβης».

 

Προηγουμένως, στην Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203, λέχθηκαν τα ακόλουθα (η έμφαση έχει προστεθεί):

«Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές η έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πεδίο δικαιοδοσίας που πραγματευόμεθα αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δεν προβλέπεται άμεσα από το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας που παρέχεται ως εξουσία συμφυής προς το αντικείμενο της διαδικασίας προς διασφάλιση κατά πρώτο λόγο της νομιμότητας, που αποτελεί το κριτήριο που θέτει το ίδιο το Άρθρο 146 για τη θεώρηση του επίδικου θέματος της προσφυγής. Παρέχεται εξουσία αναστολής εφόσον η πράξη ή απόφαση καταφαίνεται ως έκδηλα παράνομη.  Κατά δεύτερο λόγο μπορεί να ανασταλεί η απόφαση προς διαφύλαξη της δραστικότητας της δικαιοδοσίας οποτεδήποτε καταφαίνεται ότι η εφαρμογή της απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον αιτητή δηλαδή ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί σε περίπτωση που η πράξη κριθεί ακυρωτέα.

 Η άσκηση δικαιοδοσίας για την παροχή προσωρινής θεραπείας στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας θεσμοποιείται από τον Καν. 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962.».

 

Όπως έχω επισημάνει ανωτέρω, στη βάση του ενώπιον μου υπάρχοντος υλικού και όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω τα γεγονότα, ο ισχυρισμός περί παρανομίας της διοίκησης στην παρούσα περίπτωση, θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί μόνο μετά από ενδελεχή διερεύνηση των εγγράφων των διοικητικών φακέλων της πειθαρχικής διαδικασίας, κάτι που εν προκειμένω είναι ανεπίτρεπτο από τη νομολογία μας, στο παρόν στάδιο (Γεωργίου ν. Δημοκρατίας  (1991) 4 Α.Α.Δ. 3056 και Πρόδρομος Α. Σέργη v. Δημοκρατίας, Υποθ.  Αρ. 98/14, ημερ. 5.3.2014). Αποτελεί διαχρονική γραμμή της ημεδαπής νομολογίας ότι τα νομικά ζητήματα, που συνιστούν την ουσία μιας υπόθεσης, πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη αυτής. Επίλυσή τους στο στάδιο της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή και ανεπίτρεπτη επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα  θέματα, που θα εξεταστούν από τον δικάζοντα Δικαστή (Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας (1982) 3 Α.Α.Δ. 837, Michael John Καλακουτής v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1141/2010, ημερ. 20.4.2011 και Betfair lnternational Plc ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 494/2013, ημερομηνίας 24.4.2013).

 

Συνεπώς, κρίνω ότι, το προσωρινό διάταγμα δεν μπορεί να καταστεί οριστικό στη βάση της επίκλησης έκδηλης παρανομίας, διαπίστωση η οποία θα έκρινε ουσιαστικά και την ουσία της υπόθεσης.

 

Ο άλλος σοβαρός λόγος που επιτρέπει την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι η σοβαρή πιθανότητα πρόκλησης στον αιτητή ανεπανόρθωτης ζημίας εάν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί. Στη βάση αυτή μάλιστα και επί του κατεπείγοντος δεδομένης της απόφασης να του επιβληθεί ποινή μετά την καταδίκη του στα πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία αντιμετώπισε και τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.

 

Όπως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 30.10.2025, το παρόν Δικαστήριο, κατά κύριο λόγο, στηρίχθηκε στην αναφορά του αιτητή στη παράγραφο 118 της ένορκης του δήλωσης ότι, τον τρέχον χρόνο καταθέτει ως Εμπειρογνώμονας για αγωγές και διαιτησίες υπό την ιδιότητα του ως Πολιτικού Μηχανικού γεγονός το οποίο θα επηρεάσει την επιβολή στο μεταξύ ποινής από τους Καθ’ ων η αίτηση, θέση επί της οποίας οι δικηγόροι τους επιφυλάχθηκαν να καταθέσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση που είναι πιο επεξηγηματική. Το ακριβές περιεχόμενο της συγκεκριμένης παραγράφου έχει ως εξής:

«118. Είμαι μάρτυρας υπό την καθαρά επιστημονική μου ιδιότητα ως Πολιτικός Μηχανικός σε σειρά από Αγωγές, αλλά και Διαιτησίες που εκκρεμούν. Σε περίπτωση που ανασταλεί ή αφαιρεθεί (διαγραφεί) η άδεια μου, τότε με ποια ιδιότητα θα δίνω μαρτυρία και ποιαν αξιοπιστία θα έχω, όταν δεν θα κατέχω άδεια Πολιτικού Μηχανικού κατά την εξέταση μου ως Μάρτυρα; Όλες οι πιο πάνω αγωγές και διαιτησίες για τις οποίες καταθέτω ως εμπειρογνώμονας αφορούν δεκάδες εκατομμύρια. Οποιαδήποτε εκ των υστέρων δικαίωση μου δεν θα έχει καμιά σημασία, διότι στο μεταξύ θα εκδοθούν αποφάσεις από τα Διαιτητικά και Πολιτικά Δικαστήρια και θα έχει ήδη κριθεί η αξιοπιστία μου από αυτά, με επηρεαζόμενη κρίση από την -κατά την άποψη μου- έκδηλα παράνομη καταδίκη και επιβολή άδικης ποινής.»

 

Εξετάζοντας ακριβώς αυτή την συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 31.10.2025 που είναι επεξηγηματική της παραγράφου 118 στην αρχική ένορκη δήλωση ημερ. 24.10.2025 και αφορά όλες τις πολιτικές αγωγές και τις διαιτησίες όπου ο ενόρκως δηλών – Αιτητής δηλώνει ότι είναι σημαντικός και κύριος μάρτυρας υπό την ιδιότητα του ως Πολιτικός Μηχανικός, διαπιστώνω ότι, η ισχυριζόμενη μαρτυρία του αφορά, δικαστικές διαδικασίες και Διαιτησίες, όπου Ενάγοντες ή Απαιτητές είναι εταιρείες του Ομίλου εταιρειών του ίδιου του Αιτητή και οι οποίες στρέφονται κατά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ζητώντας επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος των αντίστοιχων εταιρειών και κοινοπραξιών συμφερόντων του ιδίου. Ουδεμία «ανεπανόρθωτη και μη αποτιμητέα σε χρήματα» βλάβη αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή.

 

Όπως υποδεικνύει και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ΕΤΕΚ, η πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης δεν πρέπει να παραμείνει σε επίπεδο ισχυρισμών, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία, ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, o αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία (Κροκίδου ν. Δημοκρατίας (1990) 3 (Γ) A.A.Δ. 1857). Ταυτόχρονα κρίνω εύστοχη την επίκληση της απόφασης στην υπόθεση Κοινοπραξία Poseidon Grand Marina of K. Paphos κ.α. v. Cybarco PLC (2009) 3 Α.A.Δ. 513 λέχθηκε ότι «εφ’ όσον η ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, έστω και δύσκολα, δεν μπορεί και είναι ανεπανόρθωτη όσο μεγάλη και αν είναι», όπως και στην Απόφαση (πλειοψηφίας) της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.12.2013 στην Προσφυγή Αρ. 608/2013, FBME ΒΑΝΚ LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ.

 

Επιπρόσθετα, θα συμφωνήσω και με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι, ο Αιτητής, προβάλλει αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς περί τεράστιου πλήγματος στη φήμη του και απώλεια πελατών εξαιτίας της πειθαρχικής δίωξης εναντίον του, χωρίς ουσιαστική τεκμηρίωση. Με βάση τη νομολογία των Δικαστηρίων μας, τέτοιοι ισχυρισμοί σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Sofocleous v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 343 τονίστηκε ότι είναι καθήκον του  αιτητή να περιλαμβάνει στην αίτησή του κατά τρόπο σαφή και λεπτομερή το σύνολο των στοιχείων που συνιστούν την ανεπανόρθωτα ζημιά. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι ασαφείς ισχυρισμοί για τη ζημιά καθιστούν δύσκολη την αξιολόγησή της και γι’ αυτό και μόνο τον λόγο απαίτηση νια προσωρινό διάταγμα μπορεί να απορριφθεί.

 

Εν προκειμένω, δεν θα συμφωνήσω με τον αιτητή ότι, η ζημιά που υφίσταται και θα υποστεί ο ίδιος, εάν δεν ικανοποιηθεί το αίτημά του, είναι ανεπανόρθωτη και μη αποτιμητέα σε χρήματα, εφόσον καταστρέφεται το κύρος, η προσωπική και επαγγελματική φήμη και διασύρεται το όνομα αυτού και των εταιρειών του. Σημειώνω δε ότι, μπορεί να χορηγηθεί προσωρινό διάταγμα όταν υπάρχει σαφής απόδειξη ανεπανόρθωτης ζημίας, η οποία πρέπει να εξειδικεύεται στα δικόγραφα με σαφή τρόπο. (Βλ. Rodat v Republic (1988) 3 CLR 937 και Βασίλειος Σκουρής "Η δικαστική αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων", Τρίτη Έκδοση, σελ. 62). Το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημίας είναι ευθύνη του αιτητή. Παρόλο ότι το δικονομικό σύστημα που ακολουθείται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία είναι το ανακριτικό, το βάρος της απόδειξης των λόγων της αναστολής το έχει ο διάδικος που επιθυμεί την προσωρινή προστασία. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την ύπαρξη λόγων αναστολής η αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη (Μαρκουλίδου κ.α. ν. Δημοκρατία κ.α. (1989) 3 Α.Α.Δ. 3413, στη σελ. 3423).

 

Στην Sofocleous v The Republic (1971) 3 ΟΈ.Ρ. 345 λέχθηκαν τα πιο κάτω στο ίδιο θέμα: «. . .It is a well established principle of administrative law that the damage alleged to result from the imminent execution of the administrative act complained of must be specified in the application in a concrete way. Vague allegations about it are not capable of its proper appreciation and for this reason alone the application for a provisional order can be dismissed. This principle has been accepted in a number of decisions of the Committee of Stays of the Greek Council of State and I need only mention one, mainly Ε.Α. 13.»

 

Σχετικές επί του θέματος είναι και οι αποφάσεις, Κροκίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Υπ. 741/89, ημερ. 29.5.90, Βασιλείου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπ. 593/98, ημερ. 31.7.98, Λοϊζίδης ν. Υπουργός Εξωτερικών, (1995) 3 Α.Α.Δ. 233, Σιοπαχάς ν. Θ.Ο.Κ. 68/98, ημερ. 5.2.98.

 

Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή επί των οποίων βασίστηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα κρίνοντας πως, καταρχήν στοιχειοθετείται ανεπανόρθωτη ζημιά, σημειώνω ότι, η συμπληρωματική Ε/Δ του αιτητή δεν υποστηρίζει ικανοποιητικά το περιεχόμενο της αρχικής Ε/Δ του σε σχέση με την παράγραφο 118 επί της οποίας στηρίχθηκε το Δικαστήριο για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Αντίθετα, ξεκαθαρίζεται ότι η όποια συνέπεια ήθελε προκύψει λόγω της οποιασδήποτε επιβολής πειθαρχικής ποινής στον Αιτητή στην αξιοπιστία του ίδιου ως εμπειρογνώμονα – κύριου μάρτυρα, ως ισχυρίζεται, δεν δημιουργεί ανεπανόρθωτη βλάβη, αλλά πιθανή βλάβη των εταιρειών συμφερόντων του αιτητή, η οποία πιθανή βλάβη σε κάθε περίπτωση αποτιμάται σε χρήμα. Παρατηρώντας αυτά, επισημαίνω ότι, είναι ο ίδιος ο αιτητής που έχει το βάρος απόδειξης να στοιχειοθετήσει τους εν λόγω ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας αίτησης, κάτι το οποίο απέτυχε να πράξει.  

 

Βάσει της νομολογίας των Δικαστηρίων μας, χρειάζεται απαραιτήτως, η προσαγωγή μαρτυρίας με την οποία να αποδεικνύεται ότι η ζημία που θα υποστεί ο ίδιος ο αιτητής και όχι νομικά πρόσωπα συμφερόντων του όπως στη παρούσα υπόθεση, δε θα μπορεί να αποκατασταθεί με οποιανδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να παραχωρηθούν με την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Η νομολογία, επιτάσσει όπως η ζημία θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά και με σαφήνεια και οι κίνδυνοι πρόκλησης ζημίας πρέπει να στοιχειοθετούνται με κατάλληλη μαρτυρία, ενώ το βάρος απόδειξης κείται επί των ώμων του αιτητή (Colocassides & Associates and others ν. The Republic(1985) 3 C.L.R. 1780 και Mοyο and another ν. The Republic (1988) 3 C.L.R. 1203, 1209). Συγκεκριμένα, σε τέτοιες περιπτώσεις, η πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης δεν πρέπει να παραμείνει σε επίπεδο ισχυρισμών, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία, ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία (MOHAMMED NAZRUZ ISLAM ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5917/2013, ημερ. 31.10.2013 και Singh ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 875/2012, ημερ12.7.2012).

 

Στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, και με βάση την πάγια νομολογία που αφορά σε αιτήσεις ως η παρούσα, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της Διοίκησης ασκείται με εξαιρετική φειδώ, δεν διαπιστώνω ότι οι λόγοι που προβάλλονται από τον αιτητή είναι τέτοιας σημαντικής φύσεως που να δικαιολογούν την αναστολή της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι και την έκδοση της οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε, έχοντας ως βάση τα όσα έχουν παρατεθεί με βάση την αρχική και την μεταγενέστερη ένορκη του δήλωση, ο αιτητής έχει τεκμηριώσει ότι επηρεάζεται με ανεπανόρθωτο τρόπο ούτως ώστε να διατηρηθεί σε ισχύ το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα.

 

Ολοκληρώνοντας, καταλήγω ότι, δεν έχει στοιχειοθετηθεί, ως επιτάσσει η νομολογία, οιοσδήποτε λόγος επιτυχίας της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να αποτυγχάνει και να απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ’ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, τα οποία θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας.

 

Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 30.10.2025 ακυρώνεται.

 

Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες στις 23.06.2026 ώρα 8:45 π.μ..

 

 

Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο