ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 1248/2017
16 Ιουνίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 121-146 του Συντάγματος
DARYL & MIKE DEVELOPERS
Αιτήτρια
και
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Εφόρου Φορολογίας
Καθ’ ων η Αίτηση
.........
Νίκος Γεωργίου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτήτρια
Παύλος Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Κατόπιν επιτυχίας του λόγου έφεσης περί εφαρμογής του δόγματος του de facto οργάνου στη μεταξύ των εδώ διαδίκων ΕΔΔ 130/21 Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Εφόρου Φορολογίας ν. DARYL & MIKE DEVELOPERS ημερ. 02.03.2026 (εφεξής η «Απόφαση»), η υπό κρίση προσφυγή επεστράφη για εξέταση από το παρόν του εναπομείναντος λόγου ακύρωσης κατά πόσο η προσβαλλόμενη είναι προϊόν παράνομων προπαρασκευαστικών πράξεων ή διαδικασιών ή το προϊόν λήψης υπόψη αποδεικτικού υλικού το οποίο είχε εξασφαλισθεί κατά αντισυνταγματικό και παράνομο τρόπο. Η προπαρασκευαστική πράξη/διαδικασία με την οποία λήφθηκε το κατ’ ισχυρισμό αντισυνταγματικώς/παρανόμως συλλεγέν υλικό ήταν το ένταλμα έρευνας ημερ. 18.07.2013 (εφεξής το «Ένταλμα Έρευνας»).
Παρά το ότι, στην Απόφαση, ο πιο πάνω λόγος ακύρωσης δεν κατέστη επίδικος δεδομένου ότι δεν είχε αποφασιστεί πρωτοδίκως, εντούτοις το ίδιο το Ένταλμα Έρευνας απασχόλησε την Απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου με τα ευρήματά του εν προκειμένω να είναι τα ακόλουθα (υπογράμμιση και έμφαση του παρόντος):
«Στην προκείμενη περίπτωση η πράξη που ακυρώθηκε με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Status (ανωτέρω), η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, αποτελεί διαφορετική διοικητική πράξη από την επίδικη στην παρούσα. Αποτέλεσμα τούτου είναι να μην υπάρχει εξαφάνιση της επίδικης διοικητικής πράξης και ούτε προκύπτει τέτοιο, με τον τρόπο που εισηγείται ο συνήγορος της Εφεσίβλητης, δεδικασμένο. Τονίζουμε ότι το ένταλμα έρευνας παρέμεινε αλώβητο. Δεν έχει ακυρωθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης απορρίπτεται».
Είναι κοινή αντίληψη του παρόντος και των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών, οι οποίοι κλήθηκαν να τοποθετηθούν κατά τις διευκρινίσεις, ότι η Απόφαση και δη το ως άνω απόσπασμά της καλύπτει και το Ένταλμα Έρευνας και δεσμεύει το παρόν ως εκ τούτου εφόσον τούτο ως η «προπαρασκευαστική πράξη/διαδικασία, με την οποία λήφθηκε το κατ’ ισχυρισμό αντισυνταγματικώς/ παρανόμως συλλεγέν υλικό», δεν αμφισβητήθηκε ούτε ακυρώθηκε δικαστικώς, δε μπορεί να γίνει παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της παρούσας.
Κατά τα λοιπά και σε κάθε περίπτωση, με βρίσκει σύμφωνο και υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας, το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου (Φ. Κωμοδρόμος, ΠΔΔ) στην Πρ. Αρ. 1250/2017 JH VIEWS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ημερ. 29.01.2026 και την εκεί αναφερόμενη νομολογία (Υποθ. Αρ. 1319/2010 MAHARRY ENTERPRISES LTD ν. Δημοκρατίας ημερ. 14.03.2014) άλλωστε τα επίδικα και επιχειρήματα είναι πανομοιότυπα με τα εδώ εγερθέντα στις αγορεύσεις των μερών, εφόσον εκείνη η προσφυγή αφορούσε μια εκ των λοιπών εταιρειών, για την οποία λήφθηκαν πληροφορίες/έγγραφα στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας. Εκεί λοιπόν αναφέρθηκε:
«Ως εκ των ανωτέρω, παρέμεινε προς εκδίκαση ο έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθεί η πλευρά της αιτήτριας και ο οποίος έγκειται στον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση είναι το προϊόν παράνομων προπαρασκευαστικών πράξεων και/ή διαδικασιών: κατά τη σχετική εισήγηση, η εν λόγω απόφαση διαμορφώθηκε στη βάση αποδεικτικού υλικού, το οποίο εξασφαλίστηκε κατά παράνομο και αντισυνταγματικό τρόπο και/ή στη βάση δικαστικού εντάλματος έρευνας που έπασχε και/ή ήταν παράνομο και/ή γενικό και/ή που δεν εκτελέστηκε ορθά. Πιο συγκεκριμένα, όπως εξειδικεύεται δια της απαντητικής γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της αιτήτριας, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι το προϊόν λήψης υπόψη αποδεικτικού υλικού, το οποίο είχε εξασφαλιστεί παράνομα και/ή κατά αντισυνταγματικό τρόπο. Ειδικότερα δε, υποβλήθηκε η θέση ότι το σχετικό αποδεικτικό υλικό είχε εξασφαλιστεί ύστερα από ένταλμα έρευνας το οποίο είχε εξουσιοδοτήσει την έρευνα της κατοικίας του διευθυντή της εταιρείας Sarina Estates Ltd, μιας εκ των προαναφερθεισών συνδεδεμένων εταιρειών, αλλά δεν είχε εξουσιοδοτήσει την έρευνα στο διαμέρισμα, όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες. Συνεπώς, σύμφωνα πάντα με την πλευρά της αιτήτριας, για τη διαμόρφωση της προσβαλλόμενης απόφασης λήφθηκαν υπόψη στοιχεία τα οποία είχαν εξασφαλιστεί κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος, το δε εκδοθέν ένταλμα έρευνας δεν είχε εξουσιοδοτήσει την διεξαγωγή έρευνας στο διαμέρισμα, παρά μόνον στην κατοικία του προαναφερθέντος προσώπου. Η ίδια δε η Διοίκηση εν προκειμένω, επέλεξε να ζητήσει την έκδοση εντάλματος έρευνας και για την κατοικία και για το διαμέρισμα, με αποτέλεσμα να μη δύναται εκ των υστέρων να προβάλλει ότι ο Νόμος δεν απαιτεί την ύπαρξη τέτοιου εντάλματος για είσοδο στο διαμέρισμα: αντίθετα, κατά τον κ. Καλλή, δεσμεύονται οι καθ' ων η αίτηση από αυτά τα οποία οι ίδιοι είχαν ζητήσει, κατ' εφαρμογή της οικειοθελούς τήρησης τύπων, μη επιβαλλόμενων υπό του νόμου.
Εν κατακλείδι, η πλευρά της αιτήτριας εισηγείται ότι αυτό που τυγχάνει εξεταστέο στην υπό κρίση περίπτωση, δεν είναι η νομιμότητα του εντάλματος έρευνας, «αλλά το κατά πόσο το υλικό που παραλαμβάνεται ως αποτέλεσμα μιας αντισυνταγματικής και παράνομης εισόδου και έρευνας μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διοικητικής πράξης».
Εκ διαμέτρου αντίθετες επί των πιο πάνω, υπήρξαν οι θέσεις των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση.
Έχοντας εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επί του υπό συζήτηση ζητήματος, διαπιστώνω τα εξής:
Εν πρώτοις, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχει έρεισμα ο ισχυρισμός περί παραβίασης του Άρθρου 16 του Συντάγματος, ο οποίος και απορρίπτεται. Στο εν λόγω Άρθρο, κατοχυρώνεται η προστασία της κατοικίας και μόνον. Εν προκειμένω, δε χωρεί αμφιβολία ότι με το υπό αναφορά εκδοθέν δικαστικό ένταλμα έρευνας, είχε εξουσιοδοτήσει ο Έφορος και/ή οι Λειτουργοί της Υπηρεσίας ΦΠΑ να εισέλθουν για σκοπούς έρευνας στην κατοικία του Διευθυντή της εταιρείας Sarina Estates Ltd. Δεν εμπίπτει, όμως, στην εμβέλεια του Άρθρου 16 η προστασία του υποστατικού και συγκεκριμένα του διαμερίσματος, όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες και στο οποίο επίσης διενεργήθηκε έρευνα.
Περαιτέρω, δε χωρεί αμφιβολία ότι οι καθ' ων η αίτηση, πράγματι, όπως προκύπτει και από την σχετική ένορκη δήλωση της Λειτουργού ΦΠΑ που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε το υπό αναφορά ένταλμα, ζήτησαν από το Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος έρευνας τόσο για την κατοικία του Διευθυντή της εταιρείας Sarina Estates Ltd, όσο και για το διαμέρισμα όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε τις εμπορικές της δραστηριότητες. Ωστόσο, το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα έρευνας μόνο αναφορικά με την προαναφερθείσα κατοικία, όχι όμως για το διαμέρισμα. Με αυτά ως δεδομένα, εύλογα τίθεται το ερώτημα κατά πόσον νομιμοποιούνταν οι καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στη διενέργεια έρευνας στο διαμέρισμα της προαναφερθείσας εταιρείας. Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα καθορίζει και την τύχη του ισχυρισμού της πλευράς της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση είναι το προϊόν και/ή διαμορφώθηκε στη βάση στοιχείων, τα οποία εξασφαλίστηκαν παράνομα και/ή χωρίς την απαιτούμενη, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, εξουσιοδότηση. (…).
Στο άρθρο 43 του Νόμου προβλέπεται ότι «Οποιαδήποτε θέματα αφορούν την είσπραξη και διαχείριση του Φ.Π.Α. καθώς επίσης την εκπλήρωση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ρυθμίζονται µε βάση τις διατάξεις του Δέκατου Παραρτήµατος τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 3Α(6).».
Στο Δέκατο Παράρτημα του Νόμου, στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω διάταξη, ρυθμίζονται ζητήματα διαχείρισης και είσπραξης Φ.Π.Α.. Άμεσα σχετικές με το υπό εξέταση ζήτημα είναι οι διατάξεις της παραγράφου 8 του εν λόγω Παραρτήματος, οι οποίες, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, προβλέπουν τα εξής:
«8-(1) Για τους σκοπούς άσκησης οποιωνδήποτε εξουσιών που παρέχονται δυνάµει του παρόντος Νόµου, εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο δύναται σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο να εισέρχεται σε υποστατικά, ή τόπο, εξαιρουµένων των κατοικιών, που χρησιµοποιούνται σε σχέση µε την άσκηση επιχείρησης.
(2) Όταν εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι υποστατικά ή τόπος χρησιμοποιούνται σε σχέση µε φορολογητέες παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών, δύναται σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο να εισέρχεται και να επιθεωρεί τα εν λόγω υποστατικά ή τον τόπο, εξαιρουµένων των κατοικιών και να επιθεωρεί οποιαδήποτε αγαθά και έγγραφα που ευρίσκονται σε αυτά.
(3) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη εξουσία που παρέχεται από τον παρόντα Νόµο, εάν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή πρόκειται να διαπραχθεί αδίκηµα σχετικό µε το Φ.Π.Α. σε οποιαδήποτε υποστατικά ή τόπο ή ότι θα ανευρεθεί εκεί απόδειξη διάπραξης τέτοιου αδικήµατος, τότε οποιοδήποτε εξουσιοδοτηµένο πρόσωπο δύναται να εισέλθει στα εν λόγω υποστατικά ή τον τόπο εξαιρουµένων των κατοικιών, και να τα ερευνήσει.
(4) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων της υποπαραγράφου (3) οποιασδήποτε άλλης εξουσίας που παρέχεται από τον παρόντα Νόµο, όταν δικαστής ικανοποιείται µε γραπτή ένορκη δήλωση εξουσιοδοτηµένου προσώπου ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή πρόκειται να διαπραχθεί αδίκηµα σχετικό µε το Φ.Π.Α. σε οποιαδήποτε υποστατικά ή τόπο ή ότι θα ανευρεθεί εκεί απόδειξη διάπραξης τέτοιου αδικήµατος, τότε ο δικαστής δύναται να εκδώσει ένταλµα το οποίο να εξουσιοδοτεί το πρόσωπο αυτό ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που κατονοµάζεται στο ένταλµα να εισέλθει και να ερευνήσει τα υποστατικά ή τον τόπο που κατονοµάζεται στο ένταλµα έρευνας.
[.]
(6) Οποιοδήποτε πρόσωπο που εισέρχεται σε υποστατικά ή τόπο δυνάµει των υποπαραγράφων (3) και (4) δύναται -
(α) να κατάσχει και να µετακινήσει οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα αντικείµενα που βρίσκονται στα υποστατικά ή τον τόπο για τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι δυνατό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά στοιχεία για τους σκοπούς οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας· και
(β) να ερευνήσει ή να µεριµνήσει την έρευνα οποιουδήποτε προσώπου που βρίσκεται στα υποστατικά ή τον τόπο για τα οποία έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε τέτοια έγγραφα ή άλλα αντικείµενα:».
Από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι σαφές, κατά την άποψή μου, ότι ο Νόμος παρέχει στους καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα στον Έφορο και/ή σε εξουσιοδοτημένους Λειτουργούς της Υπηρεσίας ΦΠΑ, την εξουσία διενέργειας ελέγχου σε υποστατικά, εξαιρουμένων των κατοικιών, η οποία θεμελιώνεται, το πρώτον, στις προεκτεθείσες υποπαραγράφους (1) και (2), ενώ στη συνέχεια (βλ. υποπαραγράφους (3) και (4) αντίστοιχα), ο νομοθέτης διακρίνει μεταξύ επιθεωρήσεων σε υποστατικά επιχειρήσεων μόνο, εξαιρούμενων των κατοικιών, αφενός, και των περιπτώσεων εισόδου και διευρυμένων ελέγχων (περιλαμβανομένων και κατοικιών) μετά από δικαστική εντολή, αφετέρου. Όπως ευκρινώς προκύπτει από τα προβλεπόμενα στις υποπαραγράφους (1), (2) και (3), δεν απαιτείται η έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας για είσοδο και επιθεώρηση σε υποστατικό που χρησιμοποιείται σε σχέση με την άσκηση επιχείρησης, ως ήταν εν προκειμένω το διαμέρισμα της προαναφερθείσας εταιρείας. Αντίθετα, από την πιο πάνω εξουσία εισόδου και έρευνας ρητά εξαιρείται η περίπτωση εισόδου και έρευνας σε κατοικία, για την οποία, όπως ρητά προβλέπεται στην υποπαράγραφο (4), απαιτείται η έκδοση δικαστικού εντάλματος έρευνας. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε την έκδοση ενός τέτοιου εντάλματος και για τις περιπτώσεις των υποστατικών που χρησιμοποιούνται σε σχέση με την άσκηση επιχείρησης, ρητά θα το προέβλεπε και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα προέβαινε στην, δια της προαναφερθείσας εξαιρέσεως, ρητή διάκριση μεταξύ υποστατικών και κατοικιών. Ούτε και προκύπτει ζήτημα σύγκρουσης των προβλεπόμενων στην υποπαράγραφο (4) με τα όσα προβλέπονται στις υποπαραγράφους (1), (2) και (3), αλλά μάλλον πρόκειται για περίπτωση που το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω υποπαραγράφων συμπληρώνεται, χωρίς να αναιρείται ή/και επηρεάζεται, από αυτό της υποπαραγράφου (4). Υπέρ αυτής της ερμηνευτικής προσέγγισης συνηγορεί και το ίδιο το λεκτικό της εν λόγω υποπαραγράφου, το οποίο αρχίζει με την επισήμανση ότι τα όσα εκεί προβλέπονται, είναι «Χωρίς επηρεασµό των διατάξεων της υποπαραγράφου (3) οποιασδήποτε άλλης εξουσίας που παρέχεται από τον παρόντα Νόµο» (η έμφαση έχει προστεθεί).
Ενόψει των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται παρανομία στη δράση των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι εν προκειμένω έδρασαν και/ή διενήργησαν τον έλεγχο και/ή την επιθεώρησή τους στο διαμέρισμα της αιτήτριας, εντός των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος.
Περαιτέρω, υπέρ της πιο πάνω προσέγγισης συνηγορεί και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην MAHARRY ENTERPRISES LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1319/2010, ημερ. 14.3.2014, ECLI:CY:AD:2014:D191, υπόθεση που επίσης αφορούσε απόφαση επιβολής Φ.Π.Α. και στην οποία εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, ήτοι ισχυρισμός περί παράνομης εισόδου των λειτουργών του Φ.Π.Α χωρίς εξουσιοδότηση και παράνομης κατάσχεσης τεκμηρίων λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων της παρ. 8(3) του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου και κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος. Στην εν λόγω απόφασή του, η οποία, τονίζεται, δεν εφεσιβλήθηκε, το Δικαστήριο είπε και τα εξής:
«Οι εξουσίες ελέγχου των καθ΄ ων η αίτηση θεμελιώνονται, κατ' αρχήν, στις υποπαραγράφους 1 και 2 της παραγράφου 8 του Δέκατου Παραρτήματος. Με τις υποπαραγράφους 3 και 4 διαβαθμίζονται κλιμακωτά οι εξουσίες ελέγχου, ο νομοθέτης διακρίνοντας μεταξύ επιθεωρήσεων σε υποστατικά επιχειρήσεων μόνο, εξαιρούμενων των κατοικιών, στην παρ. 8(3) και των περιπτώσεων εισόδου και διευρυμένων ελέγχων (συμπεριλαμβανομένων και κατοικιών) μετά από δικαστική εντολή όπως ορίζει η παρ. 8(4). Συνεπώς δεν έχουν το ίδιο πεδίο εφαρμογής οι παρ. 8(3) και 8(4), αλλά η παρ. 8(4) συμπληρώνει χωρίς να αναιρεί το πεδίο εφαρμογής της παρ. 8(3). Οι καθ' ων η αίτηση, κατά τον έλεγχο των υποστατικών των αιτητών, έδρασαν νόμιμα σύμφωνα και με την αρχή υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπεισέρχεται θέμα αιτιολόγησης της δράσης τους ή της μη επιλογής εξασφάλισης δικαστικού εντάλματος (παρ. 8(4)), εφόσον κάτι τέτοιο δεν είναι νομοθετικά επιτακτικό στις περιπτώσεις υποστατικών ή τόπου που δεν περιλαμβάνουν κατοικία.
Οι αιτητές θέτουν περαιτέρω θέμα παράνομης εισόδου των λειτουργών του Φ.Π.Α χωρίς εξουσιοδότηση και παράνομης κατάσχεσης τεκμηρίων λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων της παρ. 8(3) του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου. Επίσης υποστηρίζουν ότι η έρευνα και κατάσχεση των τεκμηρίων, είναι αναιτιολόγητη και προσκρούει στα άρθρα 15 και 23 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
Η δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι οι συγκεκριμένοι λειτουργοί στους οποίους αναφέρθηκε ονομαστικά, ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένοι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 του Νόμου, επισυνάπτοντας αντίγραφα σχετικών εξουσιοδοτήσεων ημερ. 14.4.2005 και 3.1.2007 στην γραπτή της αγόρευση.
Το άρθρο 4 εδάφιο (2) του Νόμου καθορίζει:
«(2) Οποιαδήποτε πράξη ή οτιδήποτε είναι υπόχρεος ή εντεταλμένος να πράξει ο Έφορος δυνάμει οποιουδήποτε νόμου, μπορεί να διενεργηθεί από οποιοδήποτε λειτουργό ή άλλο πρόσωπο που ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης του Εφόρου και οποιαδήποτε δήλωση υπογραμμένη από τον Έφορο που πιστοποιεί ότι πρόσωπο ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης του είναι δεκτή ως απόδειξη σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία.»
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Επί του προκειμένου, με βρίσκουν σύμφωνη τα όσα λέχθηκαν σχετικά στην Caf Citypath Entertainment Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 874/2004, ημερομηνίας 1.2.2006, στην οποία προβλήθηκε ο ίδιος ισχυρισμός:
«Ο Νόμος επιτρέπει σε λειτουργό να ενεργεί εκ μέρους του Εφόρου χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε εξουσιοδότηση. Η εξουσιοδότηση παρέχεται ρητά από το Νόμο. Οι λέξεις «δυνάμει εξουσιοδότησης του Εφόρου» αφορούν τις λέξεις «άλλο πρόσωπο» και όχι τον «λειτουργό». Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη δεύτερη πρόταση του εδαφίου (2) που αναφέρεται σε «πρόσωπο» που «ενεργεί δυνάμει εξουσιοδότησης», και δεν αναφέρεται σε λειτουργό.»
Ως προς τα όρια εξουσιοδότησης των εν λόγω λειτουργών, δεν προκύπτει ούτε από την ένσταση ούτε από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου να προέβησαν σε πράξεις κατά την διερεύνηση των υποστατικών των αιτητών που να υπερέβαιναν τα όρια που ο ίδιος ο Νόμος ορίζει. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί.».
Παρομοίως, και υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι και εν προκειμένω, σύννομα και εντός της εξουσίας που τούς παρέχει ο Νόμος, οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν και διενήργησαν έρευνα στο διαμέρισμα της εταιρείας Sarina Estates Ltd, όπου η εν λόγω εταιρεία ασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα, συλλέγοντας διάφορα τεκμήρια (λογαριασμούς, οικονομικές καταστάσεις, τιμολόγια) που αφορούσαν στον έλεγχο της αιτήτριας, στο πλαίσιο διαμόρφωσης της επίδικης κρίσης τους. Δεδομένης δε της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, δυνάμει του οποίου παρεχόταν στους καθ' ων η αίτηση η δυνατότητα διενέργειας έρευνας στο εν λόγω υποστατικό και δυνάμει του οποίου ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση, το γεγονός ότι οι τελευταίοι είχαν ζητήσει την έκδοση εντάλματος έρευνας και για το διαμέρισμα, ενώ το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα έρευνας μόνο για την κατοικία, δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της δράσης της Διοίκησης και ούτε καθιστά παράνομη τη διενέργεια έρευνας στο διαμέρισμα της εταιρείας. Τα όσα αναφέρει η πλευρά της αιτήτριας περί οικειοθελούς τήρησης τύπων που δεν επιβάλλονται από το νόμο (λόγω της συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση να προβούν σε αίτημα έκδοσης εντάλματος έρευνας και όσον αφορά το διαμέρισμα), δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, εφόσον προδήλως εδώ δεν τίθεται ζήτημα τήρησης τύπων: η έκδοση εντάλματος έρευνας και για το διαμέρισμα, την οποία, ενδεχομένως και εσφαλμένα, οι καθ' ων η αίτηση είχαν ζητήσει από το Δικαστήριο, δεν συνιστά τύπο τον οποίο όφειλαν οι καθ' ων η αίτηση να τηρήσουν, πόσω δε μάλλον από τη στιγμή που ένταλμα έρευνας για το εν λόγω διαμέρισμα δεν εκδόθηκε.
Ως εκ των πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης και ως αβάσιμος απορρίπτεται».
Ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό περί παραβίασης του Άρθρου 16 του Συντάγματος συμπληρώνω ότι, εφόσον η όλη ενέργεια των Καθ’ ων η αίτηση ερείδεται σε νομοθετικές διατάξεις [παράγραφος 8 Δέκατου Παραρτήματος του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000)], οι οποίες δεν βάλλονται οι ίδιες ως αντισυνταγματικές, δε θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει ούτε από αυτή τη σκοπιά να επιτύχει ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει την εν λόγω συνταγματική διάταξη (σχετική η πρόσφατη απόφαση του παρόντος στην Πρ. Αρ. 1407/2019 Ζωπιάτης κ.α. ν. Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου ημερ. 30.04.2026).
Δεδομένων των πιο πάνω, και ο εναπομείνας (πρώτος) λόγος ακύρωσης δε μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Κατά συνέπεια και η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη επικυρώνεται με 1.500 ευρώ έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο