ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 1272/19, 26/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση αρ. 1272/19, 26/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1272/19

26 Ιουνίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 1Α, 23, 28, 30, 35 και 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ

Αιτητής,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Καθ’ ου η αίτηση.

------------

Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για τον αιτητή.

Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:   Ο αιτητής, γεννηθείς το 1956, υπέβαλε στις 29.10.2018 αίτηση για θεσμοθετημένη σύνταξη, δηλώνοντας ότι επιθυμεί τη λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης από την ηλικία των 63 ετών και σημειώνοντας στο σχετικό έντυπο ότι αποδέχεται την αναλογιστή μείωση αυτής εφ’ όρου ζωής, σε ποσοστό 12%, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35Α του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.59(I)/2010, εφεξής ο «Νόμος»).

 

Με επιστολή του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 04.06.2019, πληροφορήθηκε ότι η αίτησή του εγκρίθηκε και ότι δικαιούται σε θεσμοθετημένη σύνταξη από τις 28.01.2019, το ποσό της οποίας ανέρχεται σε €1007,61 μηνιαίως, με αναλογιστική μείωση 12%.

 

Στις 23.08.2019 ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή, αμφισβητώντας την ανωτέρω απόφαση.  Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του, επισημαίνοντας αφενός ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σύνταξη είναι ιδιοκτησιακό δικαίωμα το οποίο τυγχάνει συνταγματικής προστασίας και αφετέρου ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 και ικανοποιούσε τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, εισηγείται ότι το άρθρο 35Α του Νόμου παραβιάζει κεκτημένα δικαιώματά του καθώς και τα Άρθρα 23 και 35 του Συντάγματος, το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τις αρχές της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της φυσικής δικαιοσύνης.  Περαιτέρω, είναι η θέση του πως η μείωση της θεσμοθετημένης σύνταξής του έγινε χωρίς να ακουστεί, αυθαίρετα και αντισυνταγματικά και χωρίς να αιτιολογείται στον Νόμο η ανάγκη της επίδικης μείωσης εφ’ όρου ζωής.  Σημειώνεται ότι ο εγερθείς στην γραπτή αγόρευση του αιτητή ισχυρισμός για μη παρουσίαση απόφασης αρμοδίου οργάνου, αποσύρθηκε κατά την ακρόαση.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος του καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, εγείροντας προδικαστικώς ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής.  Εισηγείται, συγκεκριμένα, ότι ο αιτητής δεν έχει έννομο συμφέρον να εγείρει την παρούσα προσφυγή καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ευεργετική για αυτόν, εφόσον έκανε αποδεκτό το αίτημά του για παραχώρηση θεσμοθετημένης σύνταξης από την ηλικία των 63 ετών, μειωμένη εφ’ όρου ζωής κατά 12%.  Επιπλέον, κατά την εισήγηση, με την αίτησή του ο αιτητής αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα την προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου ανεπίτρεπτα εκ των υστέρων την αποδοκιμάζει με την παρούσα προσφυγή.  

 

Επί της ουσίας η κα Ιακωβίδου υποβάλλει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 35Α του Νόμου υιοθετήθηκαν ως μνημονιακό μέτρο το 2012, μεταξύ άλλων μέτρων που είχαν σκοπό τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.  Επιπλέον, κατά την εισήγηση, οι εν λόγω πρόνοιες ενθαρρύνουν τη συνέχιση του εργασιακού βίου μετά το 63ο έτος της ηλικίας, γεγονός που συνεισφέρει τα μέγιστα στην αύξηση της επάρκειας των συντάξεων.  Το δε ποσοστό του 12% αντιστοιχεί στο αναλογιστικό κόστος της εφ’ όρου ζωής καταβολής της θεσμοθετημένης σύνταξης από την κανονική ηλικία συνταξιοδότησης που είναι το 65ο έτος αντί από το 63 οπότε και καταβάλλεται πρόσθετη σύνταξη 2 ετών από ότι στο κανονικό όριο ηλικίας.  Όπως περαιτέρω εισηγείται η ευπαίδευτη δικηγόρος, το άρθρο 35Α δεν κατάργησε το δικαίωμα σε σύνταξη από την ηλικία των 63 ετών αλλά το διατήρησε.  Εφόσον δε η συντάξιμη ηλικία είναι το 65ο έτος, δεν θα μπορούσε κάποιος να λαμβάνει τη σύνταξη που δικαιούται κατά τη συντάξιμη ηλικία 2 χρόνια ενωρίτερα χωρίς τις ανάλογες μειώσεις.  Επισημαίνει επιπλέον η κα Ιακωβίδου πως δεν είναι υποχρεωτικό κάποιος να αφυπηρετήσει στο 63ο έτος της ηλικίας του εφόσον δικαιούται να λαμβάνει σύνταξη και να συνεχίσει παράλληλα να εργάζεται μέχρι τη συντάξιμη ηλικία των 65 ετών, που είναι η ηλικία αφυπηρέτησης κατά την οποία παύει να υφίσταται υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

 

Ως ζήτημα που άπτεται του παραδεκτού της παρούσας προσφυγής, προέχει η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων καθότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία εκτός εάν συντρέχουν οι όροι του Άρθρου 146 του Συντάγματος, περιλαμβανομένου του εννόμου συμφέροντος του αιτητή.

 

Προς απόρριψη των εισηγήσεων της κας Ιακωβίδου, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του αιτητή επισημαίνουν καταρχάς ότι ο καθ’ ου η αίτηση, στην επιστολή ημερομηνίας 04.06.2019, με την οποία του κοινοποιήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τον πληροφόρησαν για το δικαίωμά του σε περίπτωση διαφωνίας να καταχωρίσει ιεραρχική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Νόμου ή προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.  Ως εκ τούτου, κατά την εισήγηση, ο καθ’ ου η αίτηση δεν μπορεί να αποδοκιμάζει τη δική του υπόδειξη, η οποία αφορούσε στο νόμιμο ή όχι του υπολογισμού της μείωσης της σύνταξης του αιτητή.  Επιπρόσθετα, παραπέμποντας σε μέρος μόνο (οφείλω να επισημάνω) των κριθέντων στην απόφαση Παπαγιώργης ν ΑΗΚ (1996) 3 ΑΑΔ 563, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του αιτητή υποβάλλουν ότι δεν χωρεί παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα, ως είναι το δικαίωμα λήψης σύνταξης.

 

Με κάθε σεβασμό οι θέσεις του αιτητή δεν με βρίσκουν σύμφωνη.

 

Ειδικότερα, το γεγονός ότι με την επιστολή ημερομηνίας 04.06.2019 ο αιτητής ενημερώθηκε και για τα μέσα θεραπείας συμφώνως του άρθρου 83 του Νόμου ή του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ουδεμία σημασία έχει σε σχέση με το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος και συνακόλουθα του παραδεκτού της παρούσας προσφυγής.  Υπενθυμίζεται πως, σύμφωνα με τη νομολογία, ζητήματα δημόσιας τάξης, όπως είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος, μπορούν να εξετασθούν και αυτεπαγγέλτως (ex proprio motu) (Κουρτελλάρης ν Ρ.Ι.Κ. (2001) 3 Α.Α.Δ. 468, Παμπόρη ν Δημοκρατίας ΕΔΔ αρ. 133/18, ημερ. 19.06.2024).

 

Ακολούθως, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο σύνολο των κριθέντων στην απόφαση Παπαγιώργης, ανωτέρω.  Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, πράγματι, εξέτασε το ζήτημα κατά πόσον είναι επιτρεπτή παραίτηση ή εγκατάλειψη, ρητή ή σιωπηρή, από δημόσιο δικαίωμα.  Κρίθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Δεν έχει αμφισβητηθεί ενώπιόν μας, ότι το δικαίωμα των υπαλλήλων επί του μισθού και τα εκ του νόμου σε αυτούς αναγνωριζόμενα, είναι δημόσιο. Κατά κανόνα δεν είναι δυνατή παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα. Τις αρχές που διέπουν το θέμα της παραίτησης από δημόσια δικαιώματα πραγματεύονται Ελληνικά συγγράμματα Διοικητικού Δικαίου. Στο σύγγραμμα "Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο" του Κυριακόπουλου, Β' Γενικό Μέρος, Έκδοση 4η στη σελίδα 289 αναφέρονται τα εξής μεταξύ άλλων:

"γ. Παραίτησις από δημοσίου δικαιώματος δεν είναι δυνατή και ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγεται, εφ' όσον τούτο δεν αναγνωρίζηται μόνον προς ικανοποίησιν ατομικού συμφέροντος αλλά και χάριν του γενικού συμφέροντος. Δημόσια δικαιώματα, συνιστάμενα ουχί χάριν των δημοσίων υπαλλήλων αλλά χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι κατ' εξοχή τα εκ του νόμου εις αυτούς αναγνωριζόμενα και εκ της δημοσιοϋπαλληλικής αυτών ιδιότητος απορρέοντα, και τα οποία, διά τούτο, είναι ανεπίδεκτα παραιτήσεως. Ούτω, γενική παραίτησις από δικαιώματος προς λήψιν μισθού ή συντάξεως ή προαγωγής εις ανώτερον βαθμόν του δημοσίου υπαλλήλου, ή βοηθήματος ασφαλείας του εργάτου κ.ο.κ. είναι ανίσχυρος."

Και στη σελίδα 291 του ίδιου πιο πάνω συγγράμματος αναφέρονται:

"4. Παραίτησις από δημοσίου δικαιώματος χωρεί, κατά κανόνα, δια ρητής δηλώσεως βουλήσεως εκ μέρους του δικαιούχου πολίτου και δέον κατ' αρχήν να είναι έγγραφος. Εν τούτοις, είναι δυνατή και σιωπηρά παραίτησις, λ.χ. διά παραμελήσεως της ασκήσεως ωρισμένου δικαιώματος. Εν αμφιβολία όμως τεκμαίρεται έλλειψις παραιτήσεως. ούτως, η υπό του παρανόμως απολυθέντος δημοσίου υπαλλήλου είσπραξις της συντάξεως, δεν επιτρέπεται να θεωρηθή ως παραίτησις από της αξιώσεως επί την προς τον μισθόν διαφοράν. Εάν δε η γενομένη ρητή παραίτησις είναι έγκυρος και εγένετο αρμοδίως αποδεκτή, ο παραιτηθείς δεσμεύεται ανάκλησις δεν επιτρέπεται."

Είναι καθιερωμένη αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι κατά κανόνα δεν επιτρέπεται ρητή ή σιωπηρή παραίτηση ή εγκατάλειψη δημοσίου δικαιώματος. Είναι δυνατή όμως ρητή ή σιωπηρά παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Οι αρχές που διέπουν την παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα αναφέρονται με σαφήνεια από την ελληνική βιβλιογραφία καθώς και την ελληνική νομολογία επί του θέματος, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απεδέχθη σε πολλές αποφάσεις του.  Το επίδικο θέμα άπτεται του εννόμου συμφέροντος του αιτητή και κατά συνέπεια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης.

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος έχει δεχθεί, ότι χωρεί παραίτηση ή εγκατάλειψη δημοσίου δικαιώματος με συνέπεια την εξάλειψη του εννόμου συμφέροντος του αιτητή. (Βλέπε: Myrianthis v. The Republic (1977) 3 C.L.R. 165, Andreas Hadjiconstantinou v. Republic (1980) 3 C.L.R. 184).  Δε χωρεί όμως παραίτηση ρητή ή σιωπηρά σε θέματα θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικαιώματα τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα. (Βλέπε: Μέλπω Γρηγορίου v. Δήμου Λευκωσίας, Προσφυγή Αρ. 541/86, ημερ. 12.9.1991).

 

Τις ανωτέρω αρχές επανέλαβε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφαση Ανδρέας Μιχαήλ κ.ά. ν Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, ΕΔΔ αρ 82/2018 σχετική με 83/2018, ημερ. 11/1/2024, επικυρώνοντας ως ορθή την πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου και την παραπομπή στην Παπαγιώργης.

 

Επισημαίνοντας ότι ο αιτητής εν προκειμένω δεν αμφισβητεί το ύψος της σύνταξής του στη βάση των υπολογισμών του καθ’ ου η αίτηση αλλά τη συνταγματικότητα και τις πρόνοιες του άρθρου 35Α, αποδέχομαι τη θέση του καθ’ ου η αίτηση πως ο αιτητής αιτήθηκε τη λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης από την ηλικία των 63 ετών, αποδεχόμενος με την αίτησή του, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, την αναλογιστή μείωση αυτής εφ’ όρου ζωής, σε ποσοστό 12%, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35Α του Νόμου.

 

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 35 και 35Α του Νόμου:

« “συντάξιμη ηλικία” σημαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε (65) ετών.

[…]

35.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, εάν –

(α) συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία και ταυτόχρονα ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, ή

(β) συμπλήρωσε την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών, ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και, ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων της βασικής ασφάλισής του δεν υπολείπεται του 70% του αριθμού των ετών που εμπίπτουν στην περίοδο αναφοράς, η οποία ισχύει στην περίπτωσή του, ή

[…]

(2) Η θεσμοθετημένη σύνταξη καταβάλλεται εφ’ όρου ζωής, από την ημέρα που ο ασφαλισμένος ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του εδαφίου (1).

 

35Α. Το ύψος της θεσμοθετημένης σύνταξης, που καταβάλλεται σε πρόσωπο το οποίο αποκτά δικαίωμα σε θεσμοθετημένη σύνταξη δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 35 όπως αυτό υπολογίζεται με βάση τις πρόνοιες του Μέρους IV του Τέταρτου Πίνακα, μειώνεται εφ' όρου ζωής, νοουμένου ότι αυτό υποβάλλει αίτηση στον καθορισμένο από τον Διευθυντή τύπο για έναρξη της καταβολής της σύνταξής του πριν τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας, όταν ο ουσιώδης χρόνος του εμπίπτει στην περίοδο από την -

 

(α) 1η Ιανουαρίου 2013 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της πληρωμής της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα τριών ετών (63) και έξι (6) μηνών,

 

(β) 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της πληρωμής της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα τεσσάρων (64) ετών,

(γ) 1η Ιανουαρίου 2015 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της πληρωμής της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα τεσσάρων (64) ετών και (6) μηνών, και

(δ) 1η Ιανουαρίου 2016 και μετά, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών:

Νοείται ότι οι μειώσεις ισχύουν και όσον αφορά το ύψους των θεσμοθετημένων συντάξεων και χηρείας που προνοούνται στην παράγραφο (5) του Μέρους IV του Τέταρτου Πίνακα.».

 

Στη βάση των ανωτέρω προνοιών καταλήγω ότι ο αιτητής εν προκειμένω δεν παραιτήθηκε γενικώς από το δικαίωμά του για λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης, ώστε να διακηρυχθεί το ανίσχυρο μίας τέτοιας παραίτησης.  Αποδέχθηκε αναλογιστική μείωση της σύνταξής του σύμφωνα με τον Νόμο, αιτούμενος την καταβολή αυτής από την ηλικία των 63 ετών.

 

Σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία, η αποδοχή με ελεύθερη βούληση διοικητικής απόφασης στερεί τον διοικούμενο του απαραίτητου εννόμου συμφέροντος για προσφυγή, εκτός όπου επηρεάζονται θεμελιώδη δικαιώματα.  Περαιτέρω, το στοιχείο της παράλληλης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας προς τον σκοπό προσπορισμού μεγαλύτερου οφέλους παρεμβάλλει εμπόδιο στις διεκδικήσεις εφόσον η προσφυγή και οι λόγοι ακυρότητας πρέπει να προβάλλονται μετ' εννόμου συμφέροντος για να είναι αποδεκτοί (Παρασκευή Κύρου ν Πανεπιστημίου Κύπρου (2017) 3 ΑΑΔ 217, Περσεφόνη Κρασίδου ν Δημοκρατίας (2017) 3 ΑΑΔ 571, Μαρία Παπαλουκά ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 196/2020, ημερ. 29.05.2025).

Η ανεπιφύλακτη αίτηση του αιτητή για λήψη θεσμοθετημένης σύνταξης ενωρίτερα, ήτοι στο 63ο έτος της ηλικίας του, με την προβλεπόμενη εκ του Νόμου αναλογιστική μείωση, συνιστά συμμετοχή στη διαδικασία έκδοσης της πράξης, συμπεριφορά που αναμφίβολα υποδηλώνει την αποδοχή της. Η εκ των υστέρων μεταβολή της στάσης του σε ό,τι αφορά την επίδικη μείωση, προσκρούει στο δόγμα της ανεπίτρεπτης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας εφόσον ο αιτητής αποδοκιμάζει ουσιαστικά την πράξη την οποία προηγουμένως, υποβάλλοντας ανεπιφύλακτα την αίτησή του, είχε επιδοκιμάσει (Κρασίδου, ανωτέρω).

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Υπέρ του καθ’ ου η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800.

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο