ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΚΩΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Υπόθεση αρ. 1352/2019, 30/6/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΚΩΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Υπόθεση αρ. 1352/2019, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

                                         Υπόθεση αρ. 1352/2019

 

                               30 Ιουνίου 2026

                            [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                 ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΚΩΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

Αιτητή,

                                        και

                         ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Καθ’ ων η αίτηση

__________________________________

Ν. Μάντης, για Mantis & Athinodorou LLC, δικηγόροι για τον αιτητή.

Π. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

                         Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.:  Με την υπό κρίση Προσφυγή, ο αιτητής επιζητεί την ακόλουθη θεραπεία:

 

 «Δήλωση του Δικαστηρίου πως η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση που πάρθηκε και/ή έγινε στις 21/5/19 (και δημοσιεύτηκε στις 12/7/19), ήτοι το διάταγμα ανάκλησης, Διοικητική Πράξη 357 (Το διάταγμα ανάκλησης και σχετική δημοσίευση επισυνάπτεται ως παράρτημα Α) και με το οποίο ανακαλεί τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης αρ.82 που δημοσιεύτηκε στο Μέρος ΙΙ του τρίτου Παραρτήματος της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας με αριθμό 4402 και ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 2011 (γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης και σχετική δημοσίευση επισυνάπτεται ως παράρτημα Β) και το διάταγμα απαλλοτρίωσης αρ.60 που δημοσιεύτηκε  στο Μέρος ΙΙ του τρίτου παραρτήματος της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας με αριθμό 4465 ημερομηνίας 27 Ιανουαρίου 2012. (διάταγμα απαλλοτρίωσης και σχετική δημοσίευση επισυνάπτεται ως παράρτημα Γ) είναι παράνομη, άκυρη και ουσιαστικά αβάσιμη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα.»

 

Το ιστορικό της υπόθεσης, ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, έχει ως ακολούθως:

 

Ο αιτητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου με αριθμό 62, Φ/Σχ. 51/27 Ε1, Τμήμα 3, το οποίο ευρίσκεται στο Δήμο Γεροσκήπου συνολικής έκτασης 9057 τ.μ.

Κατόπιν σχετικής αιτήσεως του αιτητή εκδόθηκε στις 17.10.2000 πολεοδομική άδεια (ΠΑΦ/0510/2000) για την ανάπτυξη του τεμαχίου του και δη για την εκζητούμενη ανέγερση τριών μικρών γηπέδων ποδοσφαίρου και κτιρίου διευκολύνσεων.

 

Με την άδεια επιβλήθηκε αριθμός όρων. Ήταν δε, μεταξύ άλλων, ρητός όρος χορήγησης της σχετικής άδειας όπως συγκεκριμένη έκταση του τεμαχίου παραχωρηθεί και εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος.

 

Ακολουθήσε η δημοσίευση Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης αρ.82 ημερομηνίας 4.2.2011 και στη συνέχεια το Διάταγμα Επίταξης ίδιας ημερομηνίας καθώς και το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης αρ.60 ημερομηνίας 27.1.2012 δια του οποίου απαλλοτριώθηκε μέρος του πιο πάνω τεμαχίου έκτασης 1172τ.μ. για την κατασκευή δρόμου πρωταρχικής σημασίας προς το Αεροδρόμιο Πάφου και συγκεκριμένα από τη συμβολή με τις Λεωφόρους Αγίων Αναργύρων και το Νότιο Παρακαμπτήριο Πάφου μέχρι τον ποταμό Έζουσας και τον Παλιό Δρόμο Πάφου- Λεμεσού.

 

Κατόπιν ελέγχου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου  διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής και πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω γνωστοποίησης και του διατάγματος απαλλοτρίωσης, είχε ήδη εξασφαλίσει την πολεοδομική άδεια ΠΑΦ/0510/2000 για την ανάπτυξη του συγκεκριμένου τεμαχίου του, κατά τρόπο ώστε -και στη βάση των όρων της εν λόγω πολεοδομικής άδειας- το τμήμα του τεμαχίου που επηρεαζόταν από την κατασκευή του δρόμου πρωταρχικής σημασίας προς το Αεροδρόμιο Πάφου να έπρεπε εν πάση περιπτώσει να παραχωρηθεί στο δημόσιο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις περιλαμβάνονταν σε επιστολή ημερομηνίας 9.2.2012 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού προς το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως δια της οποίας ζητείτο όπως δοθούν οδηγίες για τη μερική ανάκληση απαλλοτρίωσης για το μέρος του τεμαχίου του αιτητή (καθώς και άλλων τεμαχίων άλλων ιδιοκτητών) για τα οποία, ως ρητώς σημειώνετο, συνέπιπτε ο όρος για παραχώρηση στο δημόσιο-ρυμοτομία με την απαλλοτρίωση. Περαιτέρω στην εν λόγω επιστολή καταγράφετο ότι από επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε είχε διαπιστωθεί ότι η άδεια είχε ήδη υλοποιηθεί.

 

Η απαλλοτριούσα αρχή προσέφερε, στις 27.3.2012, ως ονομαστική αποζημίωση το πόσο των €5,00 καθότι ως επεξηγείτο στην προσφορά ολόκληρη η συγκεκριμένη έκταση των 1172 τ.μ που απαλλοτριώθηκε από το τεμάχιο του αιτητή είχε παραχωρηθεί στο δημόσιο ως όρος με την ΠΑΦ/0510/2000. Ως δε προκύπτει από το ενώπιον μου υλικό ο αιτητής δεν αποδέχθηκε την εν λόγω αποζημίωση και καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την Παραπομπή αρ.03/2013 με σκοπό την απόδοση δίκαιης αποζημίωσης. Συνιστά αναντίλεκτο γεγονός το οποίο διαπιστώνεται ευθέως από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης αλλά είναι και εκατέρωθεν παραδεκτό από τους συνηγόρους των πλευρών ότι ουδέποτε καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης για την εν λόγω απαλλοτρίωση.

 

Ακολούθως με επιστολή του Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ημερομηνίας 14.3.2014 δόθηκαν οδηγίες για προώθηση της διαδικασίας μερικής ανάκλησης της απαλλοτρίωσης ήτοι «του μέρους των τεμαχίων για τα οποία συμπίπτει η ρυμοτομία, η οποία τέθηκε με όρo στις Άδειες που έχουν υλοποιηθεί για παραχώρηση, με την Απαλλοτρίωση».

 

Στις 12.7.2019 δημοσιεύθηκε διάταγμα ανάκλησης του διατάγματος απαλλοτρίωσης σύμφωνα με το άρθρο 7(1) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου Ν.15/1962 αναφορικά με το μέρος του τεμαχίου του αιτητή ήτοι τη συγκεκριμένη έκταση των 1172 τ.μ,  το οποίο υπόκειτο συμφώνως με τα όσα αναφέροντο στο Διάταγμα σε ρυμοτομία.

 

Η νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης συνιστά και το αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής.  

 

Με τη γραπτή της αγόρευση η πλευρά του αιτητή προβάλλει προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ένα και μοναδικό ζήτημα ήτοι ότι υπό πλάνη και υπό ελλιπή έρευνα δεν διερευνήθηκε ποτέ και δεν λήφθηκε υπόψη ότι η πολεοδομική άδεια ΠΑΦ/0510/2000 δεν είχε ανανεωθεί καθώς και ότι ουδέποτε εκδόθηκε άδεια οικοδομής αλλά ούτε και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Ειδικότερα διατείνεται ο αιτητής ότι «O όρος δηλαδή που μπήκε για παραχώρηση δρόμου που επικαλούνται οι αρχές έχει λήξει καθότι δεν ανανεώθηκε η πολεοδομική άδεια ούτε εκδόθηκε άδεια οικοδομής. Επίσης πρέπει τα έργα να υλοποιηθούν και μετά να εξασφαλιστεί Πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.» Είναι δε η θέση του αιτητή ότι αφ΄ης στιγμής τα πιο πάνω ουδέποτε έλαβαν χώρα δεν υφίστατο, ως υπό πλάνη θεωρήθηκε, ρυμοτομία.

 

Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση αντικρούοντας τη θέση του αιτητή υποστήριξε τη νομιμότητα του επίδικου διατάγματος ανάκλησης. Η κα Χαραλάμπους με παραπομπή σε συναφή νομολογία υπέβαλε ότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν επιβεβλημένη η έκδοση του διατάγματος ανάκλησης ενόψει του γεγονότος ότι η παραχωρηθείσα έκταση αποτελούσε μέρος του τεμαχίου το οποίο συνέπιπτε με ρυμοτομία, η οποία τέθηκε με όρο σε πολεοδομική άδεια και η οποία είχε υλοποιηθεί.  Τονίζει δε ότι ο αιτητής δεν αμφισβητεί την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, η οποία ως σημειώνει έφερε το τεκμήριο της νομιμότητας και δια της οποίας ο αιτητής είχε συναινέσει στο να δοθεί ρυμοτομία, ως οι όροι 503 και 504 της εν λόγω άδειας, στο δημόσιο. Με παραπομπή στα ενώπιον του οργάνου δεδομένα ως αυτά προέκυψαν μετά την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης και ως αυτά περιλήφθηκαν στην επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 9.2.2012 η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση υποβάλει ότι υπήρξε ζήτημα πραγματικής μεταβολής των ενώπιον της Διοίκησης γεγονότων επί των οποίων στηρίχθηκε η έκδοση της γνωστοποίησης και του διατάγματος απαλλοτρίωσης, ώστε η ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης να ήταν καθόλα επιτρεπτή και νόμιμη.

 

Πρόσθετα η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση επεσήμανε ότι ο αιτητής με τη γραπτή του αγόρευση εγείρει και προωθεί μόνο ένα ζήτημα ήτοι ότι το επίδικο διάταγμα ανάκλησης εκδόθηκε πεπλανημένα και υπό ελλιπή έρευνα ένεκα του ότι  η πολεοδομική άδεια στην οποία επιβλήθηκε όρος ρυμοτομίας είχε λήξει, παραλείποντας όμως να αναπτύξει οποιονδήποτε άλλο λόγο ακύρωσης από αυτούς που περιλαμβάνονται στην Προσφυγή του και οι οποίοι, ως προκύπτει, εγκαταλείφθηκαν και επομένως δεν δύνανται να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.

 

Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ότι η προδικαστική ένσταση που είχε εγερθεί με την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση και η οποία όμως δεν είχε αναπτυχθεί με τη γραπτή τους αγόρευση αποσύρθηκε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων.

 

Ο αιτητής με την απαντητική του αγόρευση ενέμεινε στα όσα ανέφερε με τη γραπτή του αγόρευση σημειώνοντας ότι ο μη εκ μέρους του σχολιασμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη των θέσεων του.

 

Οφείλει να αποσαφηνιστεί εξαρχής ότι η πιο πάνω θέση του αιτητή παραβλέπει ότι για να μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει σε εξέταση ζητημάτων, τα οποία ο αιτητής μάλιστα επιθυμεί να καταστήσει ως επίδικα και για τα οποία ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης τους,  προαπαιτείται να έχει ενώπιον του συγκεκριμένη επιχειρηματολογία ή έστω στοιχειώδη ανάπτυξη των λόγων ακύρωσης. Αυτό που εν προκειμένω παρατηρείται είναι ότι ο αιτητής δεν έχει αναπτύξει και δεν έχει εξειδικεύσει με τη γραπτή του αγόρευση τίποτα άλλο πλην του ισχυρισμού του, ως αυτός έχει καταγραφεί ανωτέρω. Με δεδομένο ότι οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης που περιλήφθηκαν στην Προσφυγή ουδόλως προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν -πόσο δε μάλλον τεκμηριώθηκαν-με τη γραπτή αγόρευση του αιτητή, δεν μπορούν παρά να λογίζονται ως εγκαταλείφθεντες (Ιάκωβος Κιρακοσιάν v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ. 1324/21, ημερομηνίας 2/4/26) και συνεπώς δεν δύνανται να εξεταστούν από το Δικαστήριο.

 

Επί τη βάσει των ανωτέρω, προχωρώ επομένως να εξετάσω το ένα και μοναδικό ζήτημα που εγείρεται εκ μέρους του αιτητή υπό το φως της νομολογίας που διέπει το ζήτημα και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης και του ενώπιον μου υλικού δεικνύει, ως ήδη αναφέρθηκε, ότι στις 17.10.2000 χορηγήθηκε στον αιτητή πολεοδομική άδεια (ΠΑΦ/0510/2000) για την ανάπτυξη του τεμαχίου του και δη για την ανέγερση τριών μικρών γηπέδων ποδοσφαίρου και κτιρίου διευκολύνσεων. Αποτελεί πραγματικό και αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η άδεια αυτή συνοδεύετο υπό συγκεκριμένους όρους, οι οποίοι, κατά πάγια νομολογία αλλά ως προνοείται και στο άρθρο 25(2) του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 Ν.90/72, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της χορηγηθείσας άδειας (Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου Λτδ ν. Δήμου Λάρνακας (2000) 3 Α.Α.Δ. 345) και οι οποίοι επηρέαζαν μέρους του τεμαχίου. Ειδικότερα και μεταξύ άλλων δια των όρων (503) (504) (505) (506) προνοείτο ρητώς η παραχώρηση και η εγγραφή συγκεκριμένου τμήματος του τεμαχίου ως δημόσιου χώρου πρασίνου/δημόσιας πλατείας, η παραχώρηση και η εγγραφή συγκεκριμένου μέρους ως δημόσιου δρόμου καθώς και η κατασκευή πεζοδρομίου κατά μήκος των περιγραφόμενων οδικών συνόρων. Οι δε όροι αυτοί διασυνδέονταν με άλλους όρους (βλ. ενδεικτικά όρο 508).

 

Συνιστά επίσης αναντίλεκτο γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης ότι ο αιτητής αποδέχθηκε τους όρους της πολεοδομικής άδειας τη νομιμότητα της οποίας ουδέποτε αμφισβήτησε. Επομένως ο αιτητής ήταν πλήρως δεσμευμένος με τους όρους της άδειας, η εκπλήρωση των οποίων ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίηση της άδειας. Ένας δε εξ αυτών, ως εδώ ενδιαφέρει, ήταν και η παραχώρηση μέρους του τεμαχίου στο δημόσιο ως δημοσίου δρόμου. Τούτο δε, επί της ουσίας δεν συνιστούσε τίποτα άλλο από τη συμπερίληψη ρυμοτομίας ως όρου στην πολεοδομική άδεια.

 

Είναι δε εκατέρωθεν παραδεκτό ότι η σχετική άδεια και οι όροι που αυτή εμπεριείχε υλοποιήθηκε με την πλευρά του αιτητή μάλιστα να υποβάλει στην απαντητική του αγόρευση αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ότι ο δρόμος κατασκευάσθηκε από το ίδιο το δημόσιο και όχι από τον αιτητή. Άλλωστε η υλοποίηση της άδειας, η οποία περιλάμβανε τόσο την ανέγερση των γηπέδων και την παραχώρηση στο δημόσιο του μέρους που οι σχετικοί όροι επέβαλαν, επιβεβαιώνεται ευθέως και από την ίδια την επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 9.2.2012 στην οποία καταγράφεται ότι και κατόπιν επιτόπιου ελέγχου διαπιστώθηκε η υλοποίηση της υπό αναφορά πολεοδομικής άδειας.

 

Στην προκειμένη περίπτωση αυτό που εντοπίζεται είναι ότι με το Διάταγμα απαλλοτρίωσης αρ.60 ημερομηνίας 27.1.2012 η διοίκηση προέβη, στην ουσία, σε απαλλοτρίωση του επηρεαζόμενου μέρους του τεμαχίου -και συγκεκριμένα έκτασης 1172 τ.μ- για το οποίο όμως προϋπήρχε δέσμευση παροχής του προς το δημόσιο με βάση συγκεκριμένο όρο που είχε τεθεί στην πολεοδομική άδεια και το οποίο πράγματι δόθηκε στο δημόσιο.

Αυτό δε το δεδομένο, το οποίο προφανώς διέλαθε της προσοχής της απαλλοτριούσας αρχής κατά την έκδοση της γνωστοποίησης και του διατάγματος απαλλοτρίωσης, ανακαλύφθηκε εκ των υστέρων και σε μεταγενέστερο, ως δεικνύει το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, χρόνο από τη διοίκηση ήτοι όταν περιήλθαν εις γνώση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου οι εκδοθείσες πολεοδομικές άδειες/άδειες οικοδομής που αφορούσαν τεμάχια τα οποία επηρεάζονταν από το έργο κατασκευής του δρόμου πρωταρχικής σημασίας προς το αεροδρόμιο Πάφου. Είναι τότε που στην ουσία ως καταγράφεται στην εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 9.2.2012 προς το Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως που ανακαλύφθηκε ότι συνέπιπτε, σε μέρη συγκεκριμένων επηρεαζόμενων τεμαχίων, η ρυμοτομία με την απαλλοτρίωση και ότι και όλες οι άδειες είχαν υλοποιηθεί.

 

Είναι δε φανερό ότι η αλλαγή των περιστάσεων που διαπίστωσε η διοίκηση λόγω των γεγονοτων που, εν τω μεταξύ, αποκαλύφθηκαν καθιστούσε την απαλλοτρίωση άνευ αντικειμένου εφόσον προϋπήρχε ήδη η παροχή του τμήματος ως μέρους του όρου της πολεοδομικής άδειας, γεγονός που επέβαλε την ανάκληση της. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει στη διοίκηση σύμφυτο δικαίωμα για ανάκληση διοικητικών πράξεων το οποίο μάλιστα προσλαμβάνει μορφή καθήκοντος για επανεκτίμηση της ληφθείσας απόφασης, εφόσον προκύπτουν νέα γεγονότα που διασαλεύουν το θεμέλιο της απόφασης (Νικόλα v Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 48/15, ημερομηνίας 1/12/21), ECLI:CY:AD:2021:C536 Σύλβια Παναγιώτη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 149).  Η πιο πάνω νομολογιακή αρχή επαναλήφθηκε προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπόθεση Ξενή Φλουρή Ξένη v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.138/21, ημερομηνίας 12/1/26) όπου λέχθηκε ότι: «είναι ορθή η επισήμανση πως εκ της νομολογίας υφίσταται σύμφυτο δικαίωμα για ανάκληση διοικητικών πράξεων στα πλαίσια καθήκοντος επανεξέτασης εκ μέρους της διοίκησης για ληφθείσα απόφαση, σε περίπτωση που προκύπτουν νέα γεγονότα που διασαλεύουν το θεμέλιο της απαλλοτρίωσης.»

 

Με δεδομένο ότι ουδέποτε καταβλήθηκε- και παρά την καταχώρηση εκ μέρους του αιτητή Παραπομπής στο Επαρχιακό Δικαστήριο- αποζημίωση πριν από την ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, ώστε, εν προκειμένω, να υφίσταται συμμόρφωση με τη μοναδική προϋπόθεση που τάσσει το άρθρο 7(1)[1] του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου Ν.15/1962 (Παράσχου κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α., ΕΔΔ Αρ. 27/18, ημερ. 25.1.2024 Δήμος Πάφου) v. Νεοφύτου κ.α. (2011) 3 ΑΑΔ 836) κρίνω ότι η διοίκηση δεν είχε άλλη επιλογή από το να ανακαλέσει το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Τούτο δε αφού κατά το χρόνο της ανάκλησης ήτο πλέον αποκρυσταλλωμένο δεδομένο ότι μέρος του συγκεκριμένου τεμαχίου είχε ήδη παραχωρηθεί από τον αιτητή λόγω επιβληθέντος όρου ρυμοτομίας στην ήδη-και προ της ανάκλησης- υλοποιηθείσα πολεοδομική άδεια και συνεπώς δεν ήταν δυνατό το επηρεαζόμενο μέρος να συνέχιζε να αποτελεί ταυτόχρονα και αντικείμενο απαλλοτρίωσης (Σύλβια Παναγιώτη Χαραλάμπους(ανωτέρω).

 

Καθόλα ορθά, λοιπόν, δια του επίδικου Διατάγματος ανάκλησης ανακλήθηκε η  απαλλοτρίωση του μέρους του τεμαχίου (ήτοι της έκτασης των 1172 τ.μ.) για το οποίο είχαν προηγηθεί η γνωστοποίηση και το διάταγμα απαλλοτρίωσης, το οποίο σύμφωνα και με τα ενώπιον μου δεδομένα, αντιστοιχεί (βλ. ερυθρά 9-15 Τεκμηρίου 1) στο μέρος εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για την υλοποίηση του προαναφερθέντος έργου, ήτοι της κατασκευής του πρωταρχικής σημασίας δρόμου προς το αεροδρόμιο Πάφου.

 

Στην υπόθεση Σύλβια Παναγιώτη Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 149) η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόμνησε σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Η νομολογία έχει αναγνωρίσει στη διοίκηση σύμφυτο δικαίωμα για ανάκληση διοικητικών πράξεων. Εφ΄ όσον μάλιστα προκύπτουν νέα γεγονότα που διασαλεύουν το θεμέλιο της απόφασης το δικαίωμα αυτό κρίθηκε ότι προσλαμβάνει τη μορφή καθήκοντος για επανεξέταση ληφθείσας απόφασης (Αυγουστή κ.ά. ν. Υπουργού Εσωτερικών (1993) 3 Α.Α.Δ. 496).

 

Οι εφεσείουσες με δική τους απόφαση παραχώρησαν στο Δήμο Πάφου το συγκεκριμένο μέρος συναινώντας στον όρο που τους τέθηκε για την έκδοση άδειας οικοδομής. Η συναίνεση για την παραχώρηση του συγκεκριμένου τεμαχίου δόθηκε ενώ η ιδιοκτησία του ήταν ακόμα εγγεγραμμένη επ’ ονόματι των εφεσειουσών, μια και η διαδικασία καταβολής της σχετικής αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μέχρι τότε οι εφεσείουσες δεν είχαν καν προσφύγει στο δικαστήριο με καταχώρηση παραπομπής προς υπολογισμό των αποζημιώσεων που δυνατόν να δικαιούνταν, παρά το ότι η απαλλοτρίωση είχε πραγματοποιηθεί χρόνια προηγουμένως και η απαλλοτριούσα αρχή, με βάση διάταγμα επίταξης, είχε λάβει κατοχή και προχώρησε στην κατασκευή του έργου. Παραπομπές καταχώρησαν μόλις στις 6.12.1991, μήνες δηλαδή μετά και την έκδοση της άδειας οικοδομής.

Κάτω από τις περιστάσεις κρίνουμε ότι η διαδικασία που ακολούθησαν οι καθ’ ων η αίτηση ήταν και η μόνη ορθή, αφού το συγκεκριμένο τεμάχιο είχε ήδη παραχωρηθεί από τις εφεσείουσες στο Δήμο Πάφου λόγω δεσμευτικής ρυμοτομίας και συνεπώς δεν μπορούσε να συνέχιζε να αποτελεί και αντικείμενο απαλλοτρίωσης».

 

Στην υπόθεση Μάτσιας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 327/2010, ημερομηνίας 27.9.2011) το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στο δικαστικό λόγο της Σύλβια Παναγιώτη Χαραλάμπους (ανωτέρω) υπόμνησε σε περίπτωση με αντίστοιχα δεδομένα και τα ακόλουθα:  

«Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, δικαίωμα υπέρ των αιτητών δεν είχε δημιουργηθεί για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν. Δεν καταβλήθηκε αποζημίωση και επομένως ήταν δυνατή η ανάκληση. Μετέπειτα, υπήρχε δέσμευση παροχής του μέρους του επηρεαζομένου τεμαχίου το οποίο και χρησιμοποιήθηκε από το δημόσιο Αυτό το δεδομένο ανεκαλύφθη από τη διοίκηση όταν προχωρούσε η διαδικασία για υπολογισμό της αποζημίωσής.[..]

 

Η δέσμευση και η παραχώρηση του μέρους του ακινήτου στο δημόσιο επήλθε από πολεοδομικό όρο και η εκ των υστέρων γενόμενη απαλλοτρίωση υπερκάλυψε το ίδιο τμήμα κατά αχρείαστο τρόπο. Η ανάκληση καθίστατο αναγκαία εφόσον όντως ο σκοπός δημοσίας ωφελείας είχε στην ουσία ήδη επιτευχθεί.»

 

Η δε θέση του αιτητή ότι η ισχύς της πολεοδομικής άδειας η οποία είχε διάρκεια τριών ετών είχε λήξει και/ή δεν ανανεώθηκε και επομένως και ο όρος που τίθετο σ΄αυτήν για παραχώρηση μέρους του τεμαχίου ως δημοσίου δρόμου είχε λήξει, ουδόλως μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αφού ουδόλως μπορεί να αναιρέσει το γεγονός της δέσμευσης που έτυχε μέρος του τεμαχίου για παραχώρηση του στο δημόσιο λόγω του συγκεκριμένου όρου της χορηγηθείσας Πολεοδομικής Άδειας, η οποία και τούτο είναι το καθοριστικό υλοποιήθηκε στην ολότητα της (Παντελή και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.6/17, ημερομηνίας  31/8/20).

 

Ούτε και όμως δύναται ο αιτητής να παραπονείται στα πλαίσια της παρούσας Προσφυγής ότι η διοίκηση δεν προέβη σε έρευνα πριν την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης αφού δεν συνιστά αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής η νομιμότητα του διατάγματος απαλλοτρίωσης, την οποία άλλωστε ο αιτητής ουδέποτε προσέβαλε.

 

Ούτε και όμως μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του αιτητή ότι επειδή δεν είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής και δη πιστοποιητικό τελικής έγκρισης πεπλανημένα θεωρήθηκε ότι υφίστατο ρυμοτομία. Τούτο διότι το γεγονός της μη έκδοσης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης μετά την υλοποίηση της πολεοδομικής άδειας είναι επί της ουσίας άνευ σημασίας αφού το μέρος του επηρεαζόμενου από τη ρυμοτομία ακινήτου, ως αυτή επιβλήθηκε με όρο επί της χορηγηθειας πολεοδομικής άδειας, δεν ανήκει πλέον στον ιδιοκτήτη. Ως δε λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μακροσέλλης v. Δημοκρατίας (2017) 1 Α Α.Α.Δ 431) στην οποία παραπέμπει η κα Χαραλάμπους,  η υποχρέωση του ιδιοκτήτη για παραχώρηση του επηρεαζόμενου από τη ρυμοτομία μέρους στο δημόσιο, υλοποιείται αυτόματα από το Νόμο (by operation of law).

 

Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γενικός Εισαγγελέας  της Δημοκρατίας v. Κουλλουππά (Πολιτική Έφεση Αρ. 4/2014, ημερομηνίας 12.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:A58) ο δικαστικός λόγος της υιοθετήθηκε προσφάτως και στην Ελένη Χαραλάμπους κ.α  v. Αντώνης Ασκάνης Λ.ΤΔ (Πολιτική Έφεση Αρ. 369/19, ημερομηνίας 24.10.2025) τα οποία και παραθέτω:

 

«Εντοπίζεται επίσης στην Μακροσέλλη ότι το γεγονός της μη έκδοσης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης μετά την υλοποίηση των αδειών οικοδομής και πολεοδομίας και τη διαμόρφωση του μέρους των τεμαχίων που επηρεάστηκε από τη ρυμοτομία, είναι άνευ σημασίας καθότι η υποχρέωση του ιδιοκτήτη για παραχώρηση του επηρεαζόμενου από τη ρυμοτομία μέρους στο δημόσιο, υλοποιείται αυτόματα από το Νόμο (by operation of law). Ως εκ τούτου, η διαφοροποίηση στο σχετικό κτηματολογικό μητρώο προκύπτει να είναι τυπικής και μόνο σημασίας, αφού το μέρος του επηρεαζόμενου από τη ρυμοτομία ακινήτου δεν ανήκει πλέον στον ιδιοκτήτη. Με σχετική αναφορά στα λεχθέντα στη Σεργίδης (ανωτέρω), επιβεβαιώθηκε ότι το άρθρο 13 του Κεφαλαίου 96 έχει αυτόματη εφαρμογή στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης της επηρεαζόμενης γης ζητά άδεια για ανάπτυξη της γης του και ότι η χορήγηση της άδειας ενεργοποιεί τη διαδικασία, με την επηρεαζόμενη ιδιοκτησία να καθίσταται τμήμα της δημόσιας οδού. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι επιτρεπτή και νόμιμη ακόμη και η ανάκληση της απαλλοτρίωσης στην περίπτωση κατά την οποία η Δημοκρατία διαπιστώσει την ύπαρξη προηγηθείσας δεσμευτικής ρυμοτομίας. Όπως κρίθηκε στην απόφαση xxx Χαραλάμπους (ανωτέρω) από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον το απαλλοτριωθέν τεμάχιο παραχωρήθηκε στα πλαίσια δεσμευτικής ρυμοτομίας και το νομικό καθεστώς του μεταβλήθηκε με τη βούληση των εφεσειουσών-ιδιοκτητριών, η Δημοκρατία δεν ήταν νοητό να συνεχίσει τη διαδικασία απαλλοτρίωσης τεμαχίου το οποίο δεν ανήκε πλέον στις εφεσείουσες, αλλά είχε παραχωρηθεί με δική τους συναίνεση στο Δήμο Πάφου».

 

Περαιτέρω δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ανεπίτρεπτα ο αιτητής παραπονείται ότι δεν εκδόθηκε άδεια οικοδομής και ότι εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να υφίσταται ρυμοτομία, όταν μάλιστα ήταν ο ίδιος ο αιτητής που χρησιμοποίησε την πολεοδομική άδεια και προχώρησε, χωρίς να εκδοθεί ποτέ άδεια οικοδομής, στην ανάπτυξη που προβλεπόταν. Μια τέτοια στάση φέρνει στο προσκήνιο το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας (Οικονομίδης κ.α  και Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ 368) Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 884).

 

Τέλος επισημαίνω- και μάλλον εκ του περισσού- ότι η αναφορά του αιτητή που προβάλλεται για πρώτη φορά στην απαντητική γραπτή του αγόρευση ήτοι ότι ο δρόμος κατασκευάσθηκε από τη Δημοκρατία και επομένως ότι η άδεια δεν υλοποιήθηκε αφενός παραβλέπει το πραγματικό γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το οποίο η πλευρά του αιτητή παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ότι η πολεοδομική άδεια έχει υλοποιηθεί, αφετέρου δε ότι οι όροι της πολεοδομικής άδειας δεν επέβαλαν την κατασκευή του δημόσιου δρόμου από τον αιτητή αλλά την παραχώρηση και εγγραφή συγκεκριμένης έκτασης του τεμαχίου του ως δημόσιου δρόμου.

Αυτό που καθίσταται εν τέλει σαφές είναι ότι το όποιο δικαίωμα του αιτητή είχε ήδη επηρεαστεί από τη ρυμοτομία στην οποία είχε συναινέσει να τεθεί ως όρος στην πολεοδομική άδεια, άδεια η οποία εκδόθηκε προς όφελος του και  η οποία υλοποιήθηκε με συνέπεια την παραχώρηση στο δημόσιο του μέρους του τεμαχίου που οι σχετικοί όροι επέβαλαν.

 

Συνακόλουθα και επί τη βάσει των ανωτέρω καταλήγω ότι η επίδικη απόφαση ανάκλησης είναι καθόλα νόμιμη και ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης που προωθήθηκε είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.700 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

                                              Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 



[1]«7.-(1) Καθ' οιονδήποτε χρόνον μετά την δημοσίευσιν γνωστοποιήσεως απαλλοτριώσεως και προ της πληρωμής ή καταθέσεως της απαζημιώσεως ως προβλέπεται εν τω παρόντι Νόμω, η απαλλοτριούσα αρχή δύναται διά διατάγματος δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, v' ανακαλέση την τοιαύτην γνωστοποίησιν και παν δημοσιευθέν σχετικόν διάταγμα, είτε γενικώς είτε ειδικώς˙ αναφορικώς προς την εν τούτω αναφερομένην ιδιοκτησίαν ή μέρος ιδιoκτησίας˙ επί τούτω η επομένη της τοιαύτης γνωστοποιήσεως ή διατάγματος απαλλοτριώσεως διαδικασία ατονεί, και η απαλλοτρίωσις λογίζεται ως εγκαταλειφθείσα είτε γενικώς είτε αναλόγως της περιπτώσεως, αναφορικώς προς την τοιαύτην ειδικήν ιδιοκτησίαν ή μέρος ιδιοκτησίας.»

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο