ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΜΑΘΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1406/2023, 16/6/2026
print
Τίτλος:
ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΜΑΘΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1406/2023, 16/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υπόθεση Αρ. 1406/2023)

 

 16 Ιουνίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

             ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΜΑΘΟΥΣ                                                                                                              Αιτήτρια

                                                 ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2. ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

                                 

Καθ’ ων  η Αίτηση

Χ. Σιακαλλή (κα), για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. για Αιτήτρια

Σ. Χαραλάμπους (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 28.7.2023 και σύμφωνα με την οποία οι καθ’ ων η αίτηση διέγραψαν την αιτήτρια από το μητρώο εγγραφής σωματείων, καθότι διαπιστώθηκε ότι «αυτή δεν αποτελεί σωματείο, αλλά ιδιωτική αθλητική σχολή για το άθλημα της ολυμπιακής γυμναστικής».

 

Η αιτήτρια ενεγράφη στο Μητρώο Εφόρου Σωματείων και Ιδρυμάτων («το Μητρώο») στις 30.10.1979, δυνάμει του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του 1972 (Ν. 57/1972) και των περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Κανονισμών του 1973.

 

Στα πλαίσια εξέτασης του φακέλου για επικαιροποίηση του καταστατικού και λειτουργίας της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση, δι’ επιστολής τους, ημερομηνίας 27.2.2020, ζήτησαν από την αιτήτρια  περαιτέρω στοιχεία και δη (α) πιστοποιητικό καταλληλότητας από τον ΚΟΑ για τις εγκαταστάσεις και τους χώρους που χρησιμοποιούσε για την άθληση των μελών του Σωματείου (β) Κατάλογο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου και βεβαίωση ότι αυτοί δεν αμοίβονται από το Σωματείο, (γ) τα ονόματα των προπονητών και κατά πόσον αυτοί αμοίβονται, (δ) οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2019, 2018, 2017 και (ε) κατάλογο μελών του Σωματείου.

 

Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του Εφόρου Σωματείων και Ιδρυμάτων και άλλων συναφών Θεμάτων («ο Έφορος») και της αιτήτριας, η οποία υπέβαλε στον Έφορο κάποια από τα ζητηθέντα στοιχεία.

 

Εν συνεχεία, ο Έφορος, με επιστολή του προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 31.5.2022, ζητούσε από αυτήν όπως εντός ενός μηνός υποβάλει πρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά, μεταξύ άλλων, και με το κατά πόσον η αιτήτρια, ως σωματείο, προσφέρει υπηρεσίες αθλητικής σχολής και/ή εκμάθησης οποιουδήποτε αθλήματος. Αναλυτική αναφορά επ’ αυτού γίνεται κατωτέρω.

 

Μετά την απάντηση της αιτήτριας στα ερωτήματα που περιέχονταν στην πιο πάνω επιστολή, γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια η επίδικη απόφαση δι’ επιστολής του Εφόρου ημερομηνίας 28.7.2023. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, η αιτήτρια διαγράφηκε από το μητρώο δυνάμει των διατάξεων του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου (Ν. 104(Ι)/2017), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).

 

Η αιτήτρια αντέδρασε και καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στις 25.8.2023.

 

Στην εμπροσθοφυλακή της επιχειρηματολογίας της αιτήτριας, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο, οι καθ’ ων η αίτηση έκριναν και/ή θεώρησαν ότι η αιτήτρια έχει φύση και λειτουργία διαφορετική από αυτήν σωματείου, λόγω της αθλητικής σχολής και ότι, συνακόλουθα, η διαγραφή της γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 51 του Νόμου. Κατά τη σχετική εισήγηση, οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη και/ή παραγνώρισαν τις πρόνοιες του περί Κυπριακού Αθλητισμού Νόμου (Ν. 41/1969), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο περί ΚΟΑ Νόμος»), και τον εκεί περιεχόμενο ορισμό του όρου «αθλητική σχολή» και εσφαλμένα έκριναν ότι το Σωματείο εμπίπτει στην έννοια της αθλητικής σχολής, ως αυτή ερμηνεύεται από τον περί ΚΟΑ Νόμο και τους περί Ιδιωτικών Σχολών Γυμναστικής Κανονισμούς του 1995 (Κ.Δ.Π. 38/95), στο εξής «οι Κανονισμοί». Ως υποβάλλει η κα Σιακαλλή, η έννοια της αθλητικής σχολής διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του αθλητικού σωματείου, δεδομένου ότι η αθλητική ασχολή, σε αντίθεση με το σωματείο, ασχολείται μόνο με την εκμάθηση του αθλήματος και δεν μπορεί ούτε να είναι μέλος ομοσπονδίας, ούτε να διαξάγει ή να συμμετέχει σε αγώνες της εθνικής ομοσπονδίας ή διεθνώς. Εν προκειμένω, η αιτήτρια διεξάγει και συμμετέχει σε αγώνες και είναι μέλος της Ομοσπονδίας.

 

Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης έγκειται στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, καθότι λήφθηκε καθ’ υπέρβαση του εξουσιοδοτικού νόμου. Κατά το σχετικό ισχυρισμό, οι καθ’ ων η αίτηση ουδεμία εξουσία έχουν σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για διαγραφή της αιτήτριας από το Μητρώο. Η μόνη δε εξουσία που παρέχεται για διαγραφή σωματείων, προβλέπεται στο άρθρο 56 του Νόμου, η δε αιτήτρια προέβη σε όλες τις απαραίτητες αναπροσαρμογές του Καταστατικού της, τις οποίες και υπέβαλε εμπρόθεσμα προς τους καθ’ ων η αίτηση. Ωστόσο, συνεχίζει η αιτήτρια, οι καθ’ ων η αίτηση δεν ακολούθησαν την προβλεπόμενη εκ του Νόμου διαδικασία αναφορικά με το άρθρο 56, ενώ σε σχέση με το άρθρο 51, η αιτήτρια υποβάλλει ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν παρέχει εξουσία διαγραφής. Ούτε και θα μπορούσε η περίπτωση της αιτήτριας να ρυθμιστεί από άλλο νόμο, εφόσον αυτή δεν αποτελεί ιδιωτική σχολή εκμάθησης αθλήματος, αλλά σωματείο.

 

Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος για την αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε υπό καθεστώς πραγματικής και νομικής πλάνης, καθότι, σύμφωνα με το καταστατικό της αιτήτριας, τα έσοδα του σωματείου  διατίθενται αποκλειστικά για την εκπλήρωση των σκοπών του σωματείου και κανένα ποσό δεν επιστρέφεται σε μέλος του σωματείου. Αυτή δε η πρόνοια, συνεχίζει η κα Σιακαλλή, συνάδει με την αναφορά στο νόμο ότι «μη κερδοσκοπικό», σε σχέση με σωματείο ή ίδρυμα, σημαίνει σωματείο ή ίδρυμα που δεν διανέμει οποιαδήποτε κέρδη, τα οποία δυνατόν να προκύψουν από τις δραστηριότητές του, στα μέλη, στους ιδρυτές, στη διοίκηση ή στους αξιωματούχους του, αλλά τα επενδύει ή τα χρησιμοποιεί για τη συνέχιση και επίτευξη των σκοπών του και είναι αντίθετη με την αυθαίρετη θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι ασκούνται εμπορικές δραστηριότητες.

 

Τέλος, εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως ελλιπώς και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος για των καθ’ ων η αίτηση, αντικρούοντας όλους τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη, λήφθηκε δε αυτή ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ’ ορθήν ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής.

 

Στον πυρήνα της σχετικής επιχειρηματολογίας, βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι κατ’ ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου, λήφθηκε η επίδικη απόφαση. Ως προβάλλει η κα Χαραλάμπους, από το ίδιο το γράμμα του Νόμου απονέμεται στον Έφορο η αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, να αρνηθεί την εγγραφή σωματείου, να προβεί σε τέτοια εγγραφή, αλλά και να τηρεί και να επικαιροποιεί το σχετικό Μητρώο, περιλαμβανομένης της διαγραφής από αυτό, οποιασδήποτε οντότητας που δεν ρυθμίζεται από τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας αυτής.

 

Στην επίδικη απόφαση, ημερομηνίας 28.7.2023 (παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης), αναφέρεται ότι, από τον έλεγχο του καταστατικού, αλλά και της πραγματικής λειτουργίας της αιτήτριας, διαπιστώθηκε ότι αυτή δεν αποτελεί σωματείο, αλλά ιδιωτική αθλητική σχολή για το άθλημα της ολυμπιακής γυμναστικής. Αναφέρεται επίσης ότι, από τα στοιχεία που είχε υποβάλει η αιτήτρια ως απάντηση στην προηγηθείσα επιστολή των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 31.5.2022, με την οποία είχε τεθεί το ερώτημα αν η αιτήτρια λειτουργούσε ως σχολή, προέκυπτε ότι η κύρια δραστηριότητα της αιτήτριας είναι η λειτουργία «ακαδημίας», δηλαδή σχολής και, επομένως, ότι ο σκοπός της είναι κερδοσκοπικός. Αυτό, κατά τον Έφορο, προέκυπτε από τους οικονομικούς λογαριασμούς της αιτήτριας για τα έτη 2022 και 2021, από τον αριθμό των δηλωθέντων αθλητών, σύμφωνα με προσκομισθέντα κατάλογο, από την ιστοσελίδα της αιτήτριας στην εφαρμογή facebook, καθώς και από επιστολή της ημερομηνίας 4.2.2020, με την οποία η αιτήτρια είχε δηλώσει ότι δέκα (10) εκπαιδευτές αμείβονταν από την αιτήτρια. Επιπρόσθετα, στην επίδικη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά σε διατάξεις των Κανονισμών του 1995 (Κ.Δ.Π. 38/95), καθώς και του περί ΚΟΑ Νόμου, ενώ η απόφαση διαγραφής της αιτήτριας από το μητρώο στηρίζεται στο άρθρο 56 του Νόμου. Στην επίδικη απόφασή του, ο Έφορος καταλήγει, λέγοντας ότι «σύμφωνα με το άρθρο 56 του Ν 104(Ι)/2017 για να επικαιροποιηθεί η εγγραφή σωματείου που ενεγράφηκε με βάση τους καταργηθέντες Νόμους, θα πρέπει να αποδείξει ότι το καταστατικό αλλά και η λειτουργία του συνάδουν με τις πρόνοιες του Ν 104(Ι)/2017. Από όλα τα στοιχεία που έχουμε ενώπιον μας προκύπτει ότι το σωματείο είναι κερδοσκοπικό, λειτουργεί σχολή και επομένως δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Ν 104(Ι)/2017» (βλ. παρ. 5 της επίδικης επιστολής ημερομηνίας 28.7.2023).

 

Προς πλήρη κατανόηση των επίδικων ζητημάτων, είναι σημαντικό να λεχθούν τα ακόλουθα, σε σχέση με το ιστορικό της υπόθεσης και τη διαμόρφωση του νομοθετικού/κανονιστικού πλαισίου που διέπει την υπό κρίση περίπτωση:

 

Στις 14.7.2017, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ο Νόμος, ο οποίος κατήργησε τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972 (Ν. 57/1972). Σύμφωνα με το άρθρο 56(1) του Νόμου, τα σωματεία που ιδρύθηκαν και εγγράφηκαν με βάση το Νόμο 57/1972, θεωρείται ότι εγκρίθηκαν με βάση τις διατάξεις του Νόμου, εφόσον προβούν στις αναγκαίες αναπροσαρμογές και τροποποιήσεις του Καταστατικού, προκειμένου η λειτουργία τους να συνάδει με το Νόμο. Προς τούτο, δόθηκε προθεσμία από τον νομοθέτη για να προβούν τα σωματεία σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες.

 

Η αιτήτρια, για σκοπούς συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Νόμου, αρχικά με επιστολή της ημερομηνίας 2.9.2019, απέστειλε προς τους καθ’ ων η αίτηση (α) πιστό αντίγραφο τροποποιημένου Καταστατικού της, (β) παρουσιολόγιο Γενικής-Καταστατικής συνέλευσης ημερομηνίας 14.4.2019, (γ) πρακτικό Γενικής-Καταστατικής συνέλευσης ημερομηνίας 14.4.2019 και (δ) Πίνακα στοιχείων επικοινωνίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

 

Ακολούθησε η προαναφερθείσα επιστολή των καθ’ ων η αίτηση προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 27.2.2020, με την οποία ζητήθηκαν περαιτέρω στοιχεία και στη συνέχεια, με νέα επιστολή του προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 5.7.2021, ο Έφορος ενημέρωσε αυτήν για την τροποποίηση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου και ζήτησε την υποβολή στοιχείων πραγματικών δικαιούχων.

 

Περαιτέρω, με νέα επιστολή του προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 31.5.2022, ο Έφορος ενημέρωσε την αιτήτρια ότι περιήλθε στην αντίληψή του ότι το σωματείο παρέχει υπηρεσίες εκμάθησης ή/και εκπαίδευσης του αθλήματος της Ολυμπιακής Γυμναστικής, Τραμπολινο, Αερόβιας Γυμναστικής κ.α.. Με την ίδια επιστολή, ο Έφορος ζήτησε πληροφορίες, σχετικά με (α) το κατά πόσον το σωματείο (ήτοι η αιτήτρια) λειτουργεί ως σχολή εκμάθησης και/ή εκπαίδευσης οποιουδήποτε αθλήματος, (β) το χρηματικό ποσό που πληρώνουν οι μαθητές ως συνδρομή και τον αριθμό των εγγεγραμμένων μαθητών, (γ) τη διεύθυνση των αθλητικών εγκαταστάσεων και πληροφορίες ως προς αυτές, (δ) το κατά πόσον το σωματείο προσφέρει υπηρεσίες εκμάθησης και/ή εκπαίδευσης σε ανήλικους και/ή σε πρόσωπα που δεν είναι μέλη του σωματείου, (ε) σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών αθλητικής σχολής σε ανήλικους, όπως προσκομιστούν πιστοποιητικά λευκού ποινικού μητρώου για όλα τα μέλη της διοίκησης του Σωματείου καθώς και των προσώπων που εργοδοτεί το Σωματείο, (στ) σε περίπτωση που το Σωματείο προσφέρει υπηρεσίες εκμάθησης μόνο στα μέλη του, ποιο είναι το ποσό της συνδρομής, (ζ) εάν το Σωματείο κατέχει ή κατείχε άδεια λειτουργίας αθλητικής σχολής από τον ΚΟΑ, (η) κατά πόσον οι εκπαιδευτές ή γυμναστές είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο γυμναστών/εκπαιδευτών που τηρεί ο ΚΟΑ, (θ) κατά πόσον το σωματείο έχει λάβει πιστοποιητικό αθλητικής αναγνώρισης από τον ΚΟΑ, (ι) κατά πόσον το Σωματείο εργοδοτεί ή αγοράζει υπηρεσίες από οποιαδήποτε πρόσωπα, (ια) την αποστολή των λογαριασμών του Σωματείου για τα προηγούμενα έτη, (ιβ) ενημέρωση σε σχέση με τις δραστηριότητες και δράσεις του Σωματείου τα τελευταία δύο χρόνια (ιγ) στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων του Σωματείου και (ιδ) τις υποχρεωτικές γνωστοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου.

 

Εις απάντηση, η αιτήτρια υπέβαλε συγκεκριμένα στοιχεία (κατάλογο αθλητών Σωματείου, κατάλογο προπονητών Σωματείου, πρακτικά εκλογής εφορευτικής επιτροπής, πρακτικά ετήσιας γενικής συνέλευσης, κατάλογο μελών του διοικητικού συμβουλίου και κατάλογο μελών του Σωματείου). Περαιτέρω, η αιτήτρια απέστειλε τις Οικονομικές Καταστάσεις των ετών 2020, 2021 και 2022.

Τελικά, ο Έφορος, με την επίδικη επιστολή του ημερομηνίας 28.7.2023, ενημέρωσε την αιτήτρια ότι με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία, αυτή δεν αποτελεί σωματείο, αλλά σχολή και ότι η λειτουργία της δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου. Ειδικότερα, στην επιστολή αναφέρεται ότι από τον έλεγχο του καταστατικού, αλλά και της πραγματικής λειτουργίας της αιτήτριας, έχει διαπιστωθεί ότι αυτή αποτελεί ιδιωτική αθλητική σχολή για το άθλημα της ολυμπιακής γυμναστικής, της οποίας η κύρια δραστηριότητα είναι η λειτουργία «ακαδημίας», δηλαδή σχολής και, επομένως, ο σκοπός της είναι κερδοσκοπικός. Συγκεκριμένα στην επίδικη επιστολή αναγράφεται ότι, η λειτουργία της σχολής διαπιστώνεται (i) από τους οικονομικούς λογαριασμούς του 2022 και από το σύνολο εσόδων ύψους €54.520, ποσό εκ €42.810 παρουσιάζεται ως έσοδα της ακαδημίας ενώ ως έσοδα του σωματείου παρουσιάζεται ποσό εκ €11.440, (ii) από τους οικονομικούς λογαριασμούς του 2021, παρουσιάζεται, ως έσοδα από τους αθλητές στην ακαδημία, ποσό ύψους €16.210, ενώ το σωματείο έλαβε ως χορηγία από τον ΚΟΑ το ποσό των €11.012, (iii) στον κατάλογο δηλώθηκαν 72 αθλητές (iv) από την ανοικτή ιστοσελίδα της αιτήτριας στην εφαρμογή facebook, παρουσιάζονται οι δραστηριότητες της ακαδημίας· και (v) στην επιστολή της, ημερομηνίας 4.2.2020, η αιτήτρια δήλωσε 10 εκπαιδευτές που αμοίβονται από αυτήν.

 

Ο Έφορος, ως επίσης προκύπτει από την επίδικη απόφαση, παρέπεμψε στη νομοθεσία που καθορίζει ότι όποιος λειτουργεί αθλητική σχολή οφείλει να αδειοδοτείται από τον ΚΟΑ και προέβη στην διαγραφή της αιτήτριας στη βάση του άρθρου 56 του  Νόμου, κατόπιν της διαπίστωσής του ότι το σωματείο είναι κερδοσκοπικό, αφού λειτουργεί σχολή και, συνεπώς, δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου. Στην ίδια επιστολή, γίνεται αναφορά στο άρθρο 4 του Νόμου 57/1972, σύμφωνα με το οποίο η λειτουργία αθλητικής σχολής χωρίς την σχετική άδεια θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία καθότι προσφέρονται υπηρεσίες αθλητικής σχολής και εκμάθηση αθλήματος ακόμα και σε παιδιά χωρίς να έχει ελεχθεί η καταλληλότητα των κτηριακών, ηλεκτρολογικών και άλλων εγκαταστάσεων της σχολής και η ασφάλεια του χώρου όπου προσφέρονται οι σχετικές υπηρεσίες. Επιπλέον αναφέρεται στην απόφαση ότι η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, ήτοι η λειτουργία σχολής από σωματείο, παρεμποδίζει ή στρεβλώνει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, εφόσον μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, αφού τα σωματεία σε σχέση με τις εταιρείες/επιχειρήσεις, λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον, απαλλαγμένο από διάφορες φορολογίες και υποχρεώσεις.

 

Επιπρόσθετα, ο Έπαρχος, παρέπεμψε τόσο στο άρθρο 51 όσο και στο άρθρο 56 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο, για να επικαιροποιηθεί η εγγραφή σωματείου που ενεγράφη με βάση τους καταργηθέντες νόμους, θα πρέπει το σωματείο να αποδείξει ότι το καταστατικό, αλλά και η λειτουργία του συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου.

 

Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, στη βάση και του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, κρίνω ότι ουδείς εκ των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται, στοιχειοθετείται.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου και τον εκεί περιεχόμενο ορισμό του όρου, «σωματείο» σημαίνει «οργανωμένη ένωση αποτελούμενη από τουλάχιστον είκοσι πρόσωπα, με σκοπό την επίτευξη μη κερδοσκοπικού σκοπού και δεν περιλαμβάνει πολιτικά κόμματα ή συνδικαλιστικές οργανώσεις», ενώ ««μη κερδοσκοπικό», σε σχέση με σωματείο ή ίδρυμα, σημαίνει σωματείο ή ίδρυμα το οποίο δεν διανέμει οποιαδήποτε κέρδη, τα οποία δυνατόν να προκύψουν από τις δραστηριότητές του, στα μέλη, στους ιδρυτές, στη διοίκηση ή στους αξιωματούχους του, αλλά τα επενδύει ή τα χρησιμοποιεί για τη συνέχιση και επίτευξη των σκοπών του».

 

Η προεκτεθείσα ερμηνεία του όρου «μη κερδοσκοπικό» συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): στην  υπόθεση C‑488/18, Finanzamt Kaufbeuren mit Außenstelle Füssen κατά Golfclub Schloss Igling eV, ημερ. 10.12.2020, το Δικαστήριο τόνισε ότι ως οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα μπορεί να χαρακτηριστεί μόνον ο οργανισμός, του οποίου τα περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται διαρκώς για την επίτευξη του σκοπού του και δεν είναι δυνατόν να μεταβιβασθούν στα μέλη του μετά τη λύση του εν λόγω οργανισμού. Η δε έλλειψη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ενός οργανισμού προϋποθέτει ότι ο οργανισμός αυτός πρέπει, καθ’ όλη τη διάρκεια της υπάρξεώς του, ακόμη και κατά τη λύση του, να μην αποφέρει κέρδη στα μέλη του (βλ. και Λευτέρη Π. Σεραφείμ, Σύγγραμμα «Συνδικαλιστικό και Σωματειακό Δίκαιο» (16η έκδοση), σελ.104 επ., όπου αναφέρεται ότι στο σωματείο δεν είναι επιτρεπτή η κερδοσκοπία, ούτε η άμεση ή έμμεση διανομή κερδών). Συνεπώς, είναι σαφές ότι σε ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο, δεν επιτρέπεται η άμεση ή έμμεση επιδίωξη κέρδους.

 

Σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, προκειμένου να χαρακτηριστεί μία νομική οντότητα ως κερδοσκοπική ή μη κερδοσκοπική, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο κύριος ή ένας εκ των κύριων σκοπών ή δραστηριοτήτων της είναι η απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων. Προκειμένου μια ένωση προσώπων να μπορεί να χαρακτηριστεί ότι δεν επιδίδεται σε κερδοσκοπική δραστηριότητα, και επομένως ότι αποτελεί σωματείο, θα πρέπει οι δραστηριότητές της να μην αποτελούν επιχειρηματική δραστηριότητα και να μην στοχεύουν στην απόκτηση κέρδους ή οφέλους στα μέλη της, αλλά στην προαγωγή των σκοπών του καταστατικού της. Εάν κατά την εκτέλεση κάποιων δραστηριοτήτων προκύψει κέρδος, αυτό δεν θα πρέπει να απονέμεται στα μέλη του σωματείου, σε οποιοδήποτε χρόνο, ακόμα και μετά την διάλυση του σωματείου, αλλά να παραμένει σε αυτό προκειμένου να διατεθεί για την επίτευξη των σκοπών του. Θα συμφωνήσω, συναφώς, με την εισήγηση της συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση ότι, σημαντικοί δείκτες για να αποφανθεί κάποιος ότι υπάρχει εκτροπή ενός σωματείου προς την κερδοσκοπία, είναι η έννοια της συστηματικότητας στην επιδίωξη οικονομικού οφέλους, η έκταση και τήρηση των αναλογιών (π.χ. μεταξύ ποσοστού εσόδων και/ή εξόδων από την εμπορική δραστηριότητα, σε σχέση με το σύνολο), καθώς και η φύση των υπηρεσιών και τα στοιχεία που συγκροτούν την εμπορική πράξη.

 

Εν προκειμένω, η διαπίστωση ότι η αιτήτρια προβαίνει σε δραστηριότητες κερδοσκοπικής φύσεως, δια της εκμάθησης του αθλήματος της ολυμπιακής γυμναστικής, στηρίχθηκε στις οικονομικές καταστάσεις που αυτή είχε υποβάλει στους καθ’ ων η αίτηση, από τις οποίες προέκυπτε ότι τα περισσότερα έσοδά της, αποτελούν τα έσοδα της ακαδημίας, ήτοι έσοδα τα οποία προέρχονται από χρήματα που λαμβάνονται για την εκμάθηση του αθλήματος, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων του σωματείου αφορά στους μισθούς του προσωπικού, αφού φαίνεται να αμοίβονταν δέκα (10) προπονητές, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν υποβληθεί. Περαιτέρω, η πιο πάνω διαπίστωση στηρίχθηκε και στον μεγάλο αριθμό των αθλητών που είχε δηλωθεί από την αιτήτρια, ενώ υπέρ της ύπαρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας με σκοπό το κέρδος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η αιτήτρια εργοδοτεί προσωπικό προκειμένου να παρέχει υπηρεσίες για τις οποίες καταβάλλεται αντίτιμο.

 

Από την άλλη, η ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών σχολών εκμάθησης αθλήματος διέπεται από ειδικότερη νομοθεσία και δη από τον περί ΚΟΑ Νόμο και τους Κανονισμούς. Αθλητικό σωματείο, σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό (άρθρο 2) του περί ΚΟΑ Νόμου, είναι «οιονδήποτε νομίμως συσταθέν σωματείο ή οργάνωση στη Δημοκρατία επί τω τέλει προαγωγής της εξωσχολικής σωματικής αγωγής και του αθλητισμού της Κύπρου γενικότερα και περιλαμβάνει τους γυμναστικούς συλλόγους». Το αθλητικό σωματείο δεν έχει ως σκοπό το κέρδος, αλλά την προαγωγή συγκεκριμένου αθλήματος και/ή την προώθηση έργων και δραστηριοτήτων για βελτίωση και ανάπτυξη συγκεκριμένου αθλήματος και/ή την άσκηση αθλητών, προκειμένου αυτοί να λάβουν μέρος σε αγώνες. Προκειμένου δε ένα σωματείο να λάβει αθλητικής αναγνώρισης και να αποτελεί αθλητικό σωματείο, θα πρέπει πρώτα να έχει νόμιμα συσταθεί στην Δημοκρατία σύμφωνα με το Νόμο και να πληροί όλες τις προϋποθέσεις που τίθενται σε αυτόν και επιπροσθέτως να πληροί τις προϋποθέσεις του περί ΚΟΑ Νόμου και των περί Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού (Γενικές Διατάξεις και Πειθαρχία) Κανονισμών του 1970 έως 1996.

 

Περαιτέρω, ο περί ΚΟΑ Νόμος διαχωρίζει μεταξύ ιδιωτικής αθλητικής σχολής, που λειτουργεί ως κερδοσκοπικός οργανισμός, και αθλητικού σωματείου που λειτουργεί ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός, και προνοεί ότι μέλη των Ομοσπονδιών μπορούν να είναι μόνο τα σωματεία. Είναι, συναφώς, ορθή η επισήμανση ότι εφόσον ο νομοθέτης επιθυμούσε τη συμμετοχή και των ιδιωτικών σχολών στις Ομοσπονδίες, ρητά θα το προνοούσε.

 

Εν προκειμένω, εφόσον διαφαίνεται ως κύριος σκοπός της αιτήτριας η λειτουργία σχολής εκμάθησης αθλήματος επ’ αμοιβή, η δραστηριότητά της εντάσσεται στο πλαίσιο ελέγχου που προνοούν οι Κανονισμοί και εκφεύγει της εμβέλειας του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου. Από τις οικονομικές καταστάσεις της αιτήτριας, προκύπτει ότι το κύριο μέρος των εσόδων της αποτελούν έσοδα της ακαδημίας και το κύριο έξοδο αυτής είναι η αμοιβή του προπονητή. Συνεπώς, προκύπτει ότι η αιτήτρια παρέχει υπηρεσίες εκμάθησης και αυτό την εντάσσει στο πεδίο εφαρμογής του περί ΚΟΑ Νόμου, δεδομένου ότι σχολή που έχει σκοπό την εκμάθηση αθλήματος και λαμβάνει αμοιβή από πρόσωπα που δεν είναι μέλη της, για την παροχή αυτής της υπηρεσίας, έχει κερδοσκοπικό σκοπό και δεν μπορεί να ρυθμίζεται από τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο.

 

Η δε ερμηνεία που δίδεται στη σελίδα 2 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της αιτήτριας, σύμφωνα με την οποία «στην ερμηνεία της Κ.Δ.Π. 38/95 εμπίπτουν οι σχολές που μοναδικό σκοπό έχουν την υπηρεσία της γυμναστικής ή την εκμάθηση συγκεκριμένου αθλήματος», απολήγει σε ανεπίτρεπτη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των Κανονισμών, έξω από την γραμματική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων. Όπως έχει προαναφερθεί, από τις οικονομικές καταστάσεις που προσκόμισε η αιτήτρια, προέκυπτε ότι ο κύριος σκοπός της είναι η παροχή υπηρεσιών εκμάθησης.

 

Περαιτέρω, δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός ότι ουδεμία εξουσία παρέχεται από το Νόμο στους καθ’ ων η αίτηση να προβούν στη διαγραφή της αιτήτριας από το Μητρώο.

 

Στο πλαίσιο αυτού του εγειρόμενου λόγου ακύρωσης, η πλευρά της αιτήτριας διατείνεται ότι η μόνη εξουσία που παρέχεται για διαγραφή σωματείων, προβλέπεται στο άρθρο 56 του Νόμου, και ότι η αιτήτρια έχει προβεί στις απαραίτητες αναπροσαρμογές του Καταστατικού της, τις οποίες υπέβαλε προς τους καθ’ ων η αίτηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω η αιτήτρια ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν ακολούθησαν την προβλεπόμενη εκ του Νόμου διαδικασία αναφορικά με το άρθρο 56, ενώ αναφέρεται και στα περί διάλυσης Σωματείου που προβλέπονται στο άρθρο 24 του Νόμου. Περαιτέρω, η αιτήτρια προβάλλει ότι το άρθρο 51 δεν παρέχει εξουσία διαγραφής, καθώς «Εκείνο το οποίο διαλαμβάνεται είναι ότι οι διατάξεις του Νόμου δεν εφαρμόζονται ή δεν επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο σωματεία τα οποία ρυθμίζονται ειδικά από άλλο ειδικότερο νόμο», ενώ η περίπτωση της αιτήτριας δεν μπορεί να ρυθμιστεί από άλλον, ειδικότερο νόμο. Περαιτέρω, ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Νόμου τυγχάνουν εφαρμογής, καθότι δεν υπάρχει τίποτα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση που να αποδεικνύει ότι, λόγω της δραστηριότητας που ασκει η αιτήτρια, τίθεται σε κίνδυνο η δημόσια υγεία, ενώ ακόμα και αν συμβαίνει αυτό, οι καθ’ ων η αίτηση δύνανται να διαλύσουν το Σωματείο και όχι να το διαγράψουν. Τέλος, εγείρεται και ο ισχυρισμός ότι οι καθ’ ων η αίτηση ουδεμία εξουσία έχουν να διαγράψουν την αιτήτρια για θέματα που αφορούν σε παραβίαση των διατάξεων των Κανονισμών.

 

Εξ’ αρχής τονίζεται ότι η επίδικη απόφαση διαγραφής στηρίχθηκε στο άρθρο 56 του Νόμου και όχι στο άρθρο 51. Ο Νόμος παρέχει στον Έφορο τον αρχικό ρόλο ελέγχου του καταστατικού και απόρριψης ή αποδοχής αυτού, αλλά και έναν συνεχή εποπτικό ρόλο της ίδρυσης και λειτουργίας σωματείων, προκειμένου η λειτουργία αυτή να συνάδει με τους σκοπούς του Νόμου και των Καταστατικών. Εντός αυτού του πλαισίου και δεδομένου του εποπτικού ρόλου του Εφόρου, εξετάστηκε από αυτόν και η επικαιροποίηση του Καταστατικού της αιτήτριας. Το οποίο, στη βάση των ενώπιον μου τεθέντων, δεν προκύπτει να επικαιροποιήθηκε, ούτε και να εστάλη προς αυτήν ενημέρωση ότι το Καταστατικό της και ο τρόπος λειτουργίας της συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου. Η δε διαδικασία έγκρισης του επικαιροποιημένου Καταστατικού αποτελεί υποχρέωση του Εφόρου και είναι ουσιαστικής φύσεως και/ή σημασίας, καθόσον ελέγχεται κατά πόσον οι πρόνοιες του Καταστατικού και η λειτουργία του Σωματείου συνάδουν με το Νόμο.

 

Η τελική διαμόρφωση του άρθρου 56 του Νόμου, είχε ως στόχο να παρέχει μια τελική προθεσμία στις οντότητες που δεν είχαν ανταποκριθεί στις προηγούμενες προθεσμίες ή στις κατ’ ιδίαν επιστολές των Εφόρων, και δεν είχαν υποβάλει για έλεγχο επικαιροποιημένο Καταστατικό. Σύμφωνα με το άρθρο 56 -

 

«56.-(1) Σωματεία, ιδρύματα και λέσχες που ιδρύθηκαν και ενεγράφησαν με βάση τους καταργηθέντες με τον παρόντα Νόμο Νόμους, θεωρείται ότι εγκρίθηκαν με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι θα προβούν στις αναγκαίες αναπροσαρμογές και τροποποιήσεις του καταστατικού τους στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (3) του άρθρου 55 προθεσμία:

 

Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων των άρθρων 24 και 41, ο Έφορος, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για Άλλα Συναφή Θέματα (Τροποποιητικού) Νόμου 2020, γνωστοποιεί την πρόθεσή του για έναρξη διαδικασίας διάλυσης αναφορικά με καθορισμένα σε σχετική γνωστοποίηση σωματεία, ιδρύματα και λέσχες, η οποία δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών και η ημερομηνία της δημοσίευσης ή της ανάρτησης θεωρείται ότι είναι η ημερομηνία επίδοσης γνωστοποίησης έναρξης διαδικασίας διάλυσης προς το ασκούν τη διοίκηση του σωματείου, ιδρύματος ή λέσχης όργανο, ανάλογα με την περίπτωση:

Νοείται περαιτέρω ότι, η γνωστοποίηση της πρόθεσης διάλυσης περιλαμβάνει σε αναλυτικούς πίνακες τον αριθμό εγγραφής, την επωνυμία και την έδρα του σωματείου, του ιδρύματος ή της λέσχης, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνεται δε μέριμνα, ώστε αυτή να διενεργείται ταυτόχρονα για όλα τα σωματεία, ιδρύματα και λέσχες:

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, τα σωματεία, τα ιδρύματα ή οι λέσχες που περιλαμβάνονται στην ως άνω γνωστοποίηση δύνανται εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της γνωστοποίησης να υποβάλουν αίτημα ακύρωσης της συμπερίληψής τους στους πίνακες της γνωστοποίησης,  υποβάλλοντας όλα τα σχετικά προς υποστήριξη του αιτήματός τους στοιχεία στον Έφορο, μετά δε την παρέλευση της περιόδου των δύο (2) μηνών ο Έφορος δημοσιεύει  νέα γνωστοποίηση, στην οποία προ-σαρτώνται οι τελικοί πίνακες με τις επωνυμίες των υπό διάλυση σωματείων, ιδρυμάτων και λεσχών που δεν έχουν μεριμνήσει να υποβάλουν θεμελιωμένο αίτημα ακύρωσης της συμπερίληψής τους στη γνωστοποίηση».

 

Όπως ορθώς αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των καθ’ ων η αίτηση, η πιο πάνω διάταξη, ως αυτή διαμορφώθηκε με την τροποποίηση του 2020, είχε ως στόχο να παράσχει μια τελική προθεσμία στις οντότητες που δεν είχαν ανταποκριθεί στις προηγούμενες προθεσμίες και δεν είχαν υποβάλει για έλεγχο επικαιροποιημένο καταστατικό. Στο γράμμα των επιφυλάξεων του, ρητώς προνοείται ότι στις ανακοινώσεις των καταλόγων σε δύο εφημερίδες, θα ενέπιπταν μόνο όσα σωματεία δεν ανταποκριθηκαν καθόλου με αποστολή σχετικού αιτήματος επικαιροποίησης. Η γνωστοποίηση λειτουργούσε εν πολλοίς ως επίδοση γνωστοποίησης έναρξης διάλυσης στα σωματεία που δεν είχαν υποβάλει θεμελιωμένα αίτημα για ακύρωση συμπερίληψης τους στον πίνακα. Ταυτόχρονα, όμως, η μη συμπερίληψη της αιτήτριας στους καταλόγους δεν συνεπαγόταν αυτόματα και την ένταξη της στο Μητρώο, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να ελεχθεί ότι το καταστατικό της συνάδει με τις πρόνοιες της οικείας νομοθεσίας.

 

Η περίπτωση της αιτήτριας δεν ενέπιπτε στις επιφυλάξεις του άρθρου 56, αλλά εντός των προνοιών της βασικής διάταξης και δη αυτήν του εδαφίου (1), εφόσον το γεγονός ότι αυτή απέστειλε αίτημα για επικαιροποίηση του Καταστατικού και η μη συμπερίληψής της στις γνωστοποιήσεις, δεν συνεπαγόταν αυτόματα και ένταξή της στο Μητρώο, δεδομένου ότι το κατά πόσον το Καταστατικό της συνάδει με τις πρόνοιες της οικείας νομοθεσίας, έπρεπε να ελεχθεί από το αρμόδιο όργανο, ήτοι τον Έφορο, ο οποίος έχει εκ του Νόμου την εξουσία να αρνηθεί την εγγραφή Σωματείου, να προβεί σε τέτοια εγγραφή, να τηρεί το Μητρώο και να επικαιροποιεί το Μητρώο, ήτοι να διαγράφει από αυτό οποιαδήποτε οντότητα δεν ρυθμίζεται από τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο.

 

Η κρίση των καθ’ ων η αίτηση περί της φύσης λειτουργίας της αιτήτριας ως σχολής με σκοπό το κέρδος, είναι ορθή και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Δεν διαπιστώνεται πλάνη ούτε κενό έρευνας. Συναφώς, θα πρέπει να υπομνησθεί αυτό που έχει πολλάκις νομολογηθεί, ότι δηλαδή η μορφή της έρευνας είναι άμεσα συνυφασμένη με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Κυριάκος Φυρίλλα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 40/17, ημερ. 1.11.2023, Χριστάκης Κωνσταντινίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 93/2016, ημερ. 11.9.2023, Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α. (1996) 3 Α.Α.Δ 503, Ράφτη ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, 366). Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων, τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 189).

 

Εξίσου δε σημαντικό είναι να υπομνησθεί ότι η κρίση της Διοίκησης σε ζητήματα τεχνικής φύσης ή σε θέματα που απαιτούν τεχνικές γνώσεις, όπως είναι κάποια από τα θέματα που εξέτασαν εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση, είναι γενικά ανέλεγκτη και εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του Δικαστηρίου (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017, Κυριάκου Ανδρέα Κκαḯλα ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης, Α.Ε. 268/2012, ημερ. 1.11.2018, WTE WASSERTECHNIK GMBH ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 118/2011, ημερ. 23.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:C38, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959, σελ. 227). Όπως τονίστηκε και στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ. 21.12.2016, η ουσιαστική κρίση της Διοίκησης σε τεχνικά θέματα και θέματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις, γίνεται καταρχήν αποδεκτή, εκτός αν αποδειχθεί πλάνη περί τα πράγματα ή κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας. Η αυτή προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία CYBARCO LTD-A.ARISTOTELOUS CONSTRUCTIONS LTD, Ε.Δ.Δ. 19/17, ημερ. 31.10.2023, αλλά και στην Χρίστος Πρωτοπαπάς ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 39/17, ημερ. 17.10.2023, όπου επισημάνθηκε ότι δεν ελέγχονται από το ακυρωτικό Δικαστήριο θέματα τεχνικής φύσεως και ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εξαντλείται στην εξέταση τυχόν πλάνης περί τα πράγματα, κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας, καθώς και έλλειψης αιτιολογίας (βλ. και Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016, Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147 και Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543).

 

Επιπρόσθετα δε, και στη βάση των αμέσως πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε ο ισχυρισμός περί εμφιλοχωρήσασας πλάνης στην κρίση των καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα, οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς εφάρμοσαν τις διατάξεις του Νόμου και κατέληξαν στην επίδικη απόφαση. Είναι αρκετό στο σημείο αυτό να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999), αλλά και κατά τη νομολογία, δεν υπάρχει πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει, αξιολογεί και εκτιμά στοιχεία και γεγονότα που παρουσιάζονται μπροστά της για κρίση (Δημοκρατία κ.α. ν. Χρυσοστόμου Καλού, (1992) 3 A.A.Δ. 242), ακόμα και αν αυτά είναι αντιφατικά μεταξύ τους και προτιμά ορισμένα από αυτά, εφόσον η επιλογή στην οποία κατέληξε ήταν λογικά επιτρεπτή (Νιόβη Παπαιωάνου κ.α. (Αρ. 2) ν. Δημοκρατία (1991) 3 A.A.Δ. 713, 724, Παναγιώτα Αβάνη ν. P.I.K. (1994) 4 A.A.Δ. 687). Το δε βάρος απόδειξης της ύπαρξης πλάνης, δεδομένης και της ύπαρξης του τεκμηρίου της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης και της ορθής εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που έχουν οδηγήσει στη λήψη της απόφασης, φέρει ο διάδικος που προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό (Μολέσκη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 118/2014, ημερ. 2.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:C190). Εν προκειμένω, δεν στοιχειοθετήθηκε από την πλευρά της αιτήτριας ο ισχυρισμός περί εμφιλοχώρησης πλάνης στην επίδικη κρίση και το σχετικό βάρος δεν έχει αποσειστεί.

 

Τέλος, ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνονται αβάσιμοι και οι ισχυρισμοί περί έλλειψης επαρκούς και/ή της δέουσας αιτιολογίας. Στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση της κ. Σιακαλλή ότι η αιτήτρια, με βάση τις οικονομικές της καταστάσεις,  δεν ασκεί κερδοσκοπική δραστηριότητα. Επιπρόσθετα, από την δοθείσα αιτιολογία της επίδικης απόφασης, ως αυτή εκτίθεται στην επιστολή ημερομηνίας 28.7.2023, αλλά και στο επισυνημμένο σε αυτήν «Παράρτημα-Αιτιολογία απόρριψης» (Παράρτημα 3 στο δικόγραφο της ένστασης), προκύπτει με επαρκή σαφήνεια το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη  για τη διαμόρφωση της τελικής κρίσης των καθ' ων η αίτηση, με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να κρίνεται ως επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270), εφόσον εκτίθενται σε αυτήν οι νομικοί και πραγματικοί λόγοι και αποκαλύπτεται το σκεπτικό, επί των οποίων στηρίχθηκε η τελική κρίση της Διοίκησης (L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A121, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023).

 

Ως εκ των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται και ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί αναιτιολόγητης και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένης απόφασης.

 

Τέλος, στη βάση των πιο πάνω, και δη της διαπίστωσης περί ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των εφαρμοστέων διατάξεων εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.

 

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο