ΑΝΝΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1408/2025, 17/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΝΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1408/2025, 17/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1408/2025 (iJ))

17 Ιουνίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΑΝΝΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Αιτήτρια,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Καθ’ ης η αίτηση.

……………………………

Νίκη Κλεάνθους, για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

Δένα Μαρία Εργατούδη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, μαζί με Μαρία Κοτσώνη, Δικηγόρο της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή της, η αιτήτρια αξιώνει από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:-

«Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 2025, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια αυθημερόν (Επισυνημμένο 1) σύμφωνα [sic] την οποία αποφασίστηκε η διαθεσιμότητα της Αιτήτριας από 5 Δεκεμβρίου 2025 μέχρι την ολοκλήρωση της εναντίον της ποινικής υπόθεσης με την αποκοπή των 2/3 των απολαβών της, κατά τη διάρκεια της περιόδου διαθεσιμότητας της, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή γενόμενη καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας».

 

  Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στα γεγονότα της αίτησης ακυρώσεως και της Ένστασης, η αιτήτρια διορίστηκε στη μόνιμη θέση Διευθυντή Φυλακών από 4.4.2016, κατόπιν απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας («ΕΔΥ»), ως η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 15.4.2016.

  Στη συνέχεια, κατόπιν συστάσεως της τότε αρμόδιας αρχής, η ΕΔΥ αποφάσισε την απόσπασή της στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο, για εκτέλεση ειδικών καθηκόντων, από 3.8.2023, για περίοδο τριών χρόνων, απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 16.6.2023. Ακολούθως, η ΕΔΥ αποφάσισε τον αναπληρωματικό διορισμό της στη θέση Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Άμυνας, για την περίοδο από 1.11.2024 μέχρι την κανονική πλήρωση της εν λόγω θέσης, απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 15.11.2024.

 

  Στις 25.6.2025, η ΕΔΥ αποφάσισε τον τερματισμό του αναπληρωματικού διορισμού της στη θέση Γενικού Διευθυντή στο Υπουργείο Άμυνας, διοικητική απόφαση που όπως αναφέρεται στην αίτηση ακυρώσεως, προσεβλήθη με την προσφυγή με αρ. 780/2025, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.

 

  Λόγω του ότι, εναντίον της αιτήτριας διατάχθηκε η διερεύνηση ποινικής υπόθεσης, η ΕΔΥ, με επιστολή ημερομηνίας 4.7.2025, γνωστοποίησε στην αιτήτρια την απόφασή της να την θέσει σε διαθεσιμότητα από την ίδια μέρα, για περίοδο τριών μηνών, ήτοι έως 3.10.2025, εκτός εάν η αστυνομική έρευνα ολοκληρωνόταν ενωρίτερα. Εναντίον της νομιμότητας την εν λόγω διοικητικής απόφασης, εκκρεμεί η προσφυγή με αρ. 781/2025. Παράταση της διαθεσιμότητας, αποφασίστηκε από την ΕΔΥ για περαιτέρω περίοδο δύο μηνών, ήτοι μέχρι την 3.12.2025, διοικητική απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής με αρ. 1135/2025, η εκδίκαση της οποίας επίσης εκκρεμεί.

 

  Ακολούθως, λόγω άσκησης, εν τέλει, ποινικής δίωξης εναντίον της, η ΕΔΥ με επιστολή της ημερομηνίας 19.11.2025, την ενημέρωσε για την πρόθεσή της να τεθεί σε διαθεσιμότητα, σε σχέση με την οποία υπέβαλε τις παραστάσεις της και με απόφαση της ΕΔΥ ημερομηνίας 25.11.2025, τέθηκε σε διαθεσιμότητα από τις 25.11.2025 – 30.11.2025.

 

  Αναφέρεται, πρόσθετα, πως η ΕΔΥ με επιστολή της ημερομηνίας 29.10.2025, ενημέρωσε την αιτήτρια ότι αποφάσισε να της προσφέρει προαγωγή στη θέση Γενικού Διευθυντή, Υπουργικό Συμβούλιο, από την 1.12.2025,. Η αιτήτρια αποδέχτηκε την προαγωγή της στην εν λόγω θέση, με επιστολή ημερομηνίας 3.11.2025, προαγωγή που επιβεβαιώθηκε από την ΕΔΥ, με επιστολή ημερομηνίας 17.11.2025. Η απόφαση της ΕΔΥ για προαγωγή της αιτήτριας στη θέση Γενικού Διευθυντή, Υπουργικό Συμβούλιο, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 5.12.2025.

 

  Παράλληλα, η ΕΔΥ, γνωστοποίησε στην αιτήτρια και την επιστολή ημερομηνίας 24.11.2025, με την οποία την πληροφορούσε πως, ενόψει της προαγωγής της από 1.12.2025, η απόσπασή της στην Προεδρία και Προεδρικό Μέγαρο, για εκτέλεση ειδικών καθηκόντων, τερματίζεται από 1.12.2025.

 

  Η Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, γνωστοποίησε προς τον Πρόεδρο της ΕΔΥ, εμπιστευτική και επείγουσα επιστολή ημερομηνίας 28.11.2025, σε σχέση με την αιτήτρια, με την οποία, κατόπιν οδηγιών του Υπουργικού Συμβουλίου, διαβιβάστηκε Προσχέδιο της Απόφασης που ελήφθη κατά τη συνεδρία του, ημερομηνίας 27.11.2025. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, διαβιβάστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο πρόταση, με την οποία ζητείται από την ΕΔΥ, όπως δυνάμει του άρθρου 85(2) του Ν. 1/90, θέσει την αιτήτρια σε διαθεσιμότητα:-

«[…] μετά τις 30.11.2025, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και μέχρι την τελική συμπλήρωση της υπόθεσης. Η Απόφαση του Υ.Σ. βασίζεται στο ότι από την 1.12.2025 αρμόδια Αρχή για την κα Αριστοτέλους είναι το Υ.Σ. και λήφθηκε αφού το Συμβούλιο έλαβε ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία διώκεται ποινικώς, τα οποία φαίνεται να αφορούν ενέργειες που έγιναν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων της ως Διευθύντρια του Τμήματος Φυλακών, καθώς και το σοβαρό ενδεχόμενο να τρωθεί το κύρος και η εικόνα της Δημόσιας Υπηρεσίας, λόγω της κατοχής από την ίδια, από την 1.12.2025, της ιεραρχικά ανώτατης θέσης στη Δημόσια Υπηρεσία, ήτοι αυτής του Γενικού Διευθυντή, Υπουργικό Συμβούλιο […]».

 

  Κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 1.12.2025, η ΕΔΥ εξέτασε το ζήτημα της διαθεσιμότητας της αιτήτριας. Όπως αναφέρθηκε:-

«Ενώπιον της Επιτροπής, σήμερα 01.12.2025, κατατέθηκε επιστολή της Γραμματέως του Υπουργικού Συμβουλίου με ημερομηνία 28.11.2025, με την οποία πληροφόρησε ότι, αφού έλαβε σχετική εξουσιοδότηση από το Υπουργικό Συμβούλιο, ζήτησε όπως, για λόγους δημοσίου συμφέροντος και μέχρι την τελική συμπλήρωση της εναντίον της ποινικής υπόθεσης, η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννα τεθεί σε διαθεσιμότητα δυνάμει του άρθρου 85(2) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως το 2024.  

Στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αναφέρεται ότι η επιστολή βασιζόταν στο ότι από την 01.12.2025 αρμόδια αρχή για την ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννα θα ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο και λήφθηκε αφού το Συμβούλιο έλαβε ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία διώκεται ποινικά, τα οποία φαινόταν να αφορούσαν ενέργειες που έγιναν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων της ως Διευθύντριας του Τμήματος Φυλακών, καθώς και το σοβαρό ενδεχόμενο να τρωθεί το κύρος και η εικόνα της Δημόσιας Υπηρεσίας, λόγω της κατοχής από την ίδια, από την 01.12.2025 της ιεραρχικά ανώτερης θέσης στη Δημόσια Υπηρεσίας, ήτοι αυτής της Γενικής Διευθύντριας, Υπουργικό Συμβούλιο.

Αναφέρθηκε επίσης ότι, για την απόφασή του, το Υπουργικό Συμβούλιο, έλαβε ιδιαίτερα υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής του Βοηθού Αρχηγού Πρόληψης και Καταπολέμησης Εγκλήματος, Αρχηγείο Αστυνομίας, προς το Υπουργικό Συμβούλιο […] και ημερ. 26.11.2025, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, σχετικά με το γεγονός ότι η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννα, Διευθύντρια Φυλακών, η οποία προάχθηκε από την ΕΔΥ στη μόνιμη θέση Γενικής Διευθύντριας, Υπουργικό Συμβούλιο, υπόκειτο σε ποινική δίωξη που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο και αφορούσε τα ακόλουθα ποινικά αδικήματα: […]»[1].

 

  Στην εν λόγω συνεδρία, η ΕΔΥ αποφάσισε όπως ενημερώσει την αιτήτρια για την πρόθεσή της να εξετάσει θέμα διαθεσιμότητας της, μέχρι την ολοκλήρωση της εναντίον της ποινικής υπόθεσης και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 85(1) και 85(1Α) του Ν. 1/90, αποφάσισε όπως της δοθεί η ευκαιρία να υποβάλει γραπτώς τις παραστάσεις της, εντός τεσσάρων ημερών.

 

  Η αιτήτρια υπέβαλε τις παραστάσεις της, μέσω των δικηγόρων της, με επιστολή ημερομηνίας 5.12.2025, εγείροντας ζήτημα αναρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά την 27.11.2025 που το τελευταίο συνεδρίασε, διότι μέχρι τις 30.11.2025, αρμόδια αρχή ήταν η Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πέραν τούτου, υπεβλήθη η θέση πως η καταχώριση και μόνον ποινικής εναντίον της υπόθεσης, δεν συνιστά λόγο να τεθεί σε διαθεσιμότητα, ιδιαίτερα και λόγω του ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ουδέποτε της ανέθεσε καθήκοντα, όπως έπραξε με τους υπόλοιπους νεοδιορισθέντες Γενικούς Διευθυντές από την 1.12.2025, ενώ αναφέρθηκε και στην κατ΄ισχυρισμόν παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας της πελάτιδάς του, τη διαπόμπευση και στην παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.

 

  Καταληκτική επί του θέματος, ήταν η συνεδρία της ΕΔΥ ημερομηνίας 5.12.2025, στην οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω:-

«Ενώπιον της Επιτροπής τέθηκε επιστολή του Δικηγόρου Χρίστου Μ. Τριανταφυλλίδη Δ.Ε.Π.Ε., ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου 2025, εκ μέρους της πελάτιδάς του ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννας, με την οποία υπέβαλε τις παραστάσεις της αναφορικά με την πρόθεση της Επιτροπής να τη θέσει σε διαθεσιμότητα, από 05.12.2025 μέχρι και την ολοκλήρωση της εναντίον της ποινικής υπόθεσης.

Ειδικότερα, ο Δικηγόρος της Αριστοτέλους ισχυρίζεται ότι η εισήγηση του Υπουργικού Συμβουλίου και κατ' επέκταση η απόφαση της Επιτροπής που στηρίχθηκε σ’ αυτή, είναι παράνομη, καθότι το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τον ουσιώδη χρόνο για τον οποίο ζητείται η διαθεσιμότητα, δεν ήταν η αρμόδια αρχή, αφού ο διορισμός της ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννας άρχιζε από την 01.12.2025.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας, όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην οικουμενική διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθότι το γεγονός και μόνο της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εναντίον της δεν συνιστά λόγο διαθεσιμότητας. Η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με το Δικηγόρο της ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννας, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς στην εισήγηση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το άρθρο 85(2) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων, το οποίο παρέχει διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή σε περίπτωση ποινικής δίωξης υπαλλήλου, αν το δημόσιο συμφέρον το απαιτεί, να θέσει τον υπάλληλο σε διαθεσιμότητα μέχρι την τελική αποπεράτωση της υπόθεσης, έρχεται σε σύγκρουση και/ή παραβιάζει το σχετικό άρθρο του Συντάγματος και δεν τεκμηριώνεται ειδικός, πραγματικός και συγκεκριμένος κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον.

Στη συνέχεια, στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι η «εικόνα της Δημόσιας Υπηρεσίας» δεν αποτελεί αυτοτελή νόμιμο λόγο διαθεσιμότητας, ιδίως όταν η αρμόδια αρχή δεν ανέθεσε οποιαδήποτε καθήκοντα, με αποτέλεσμα να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απόφαση για διαθεσιμότητα είναι προειλημμένη και η Επιτροπή καλείται να επικυρώσει ήδη ειλημμένη απόφαση. Τέλος, ο Δικηγόρος υποστηρίζει ότι ως προς τα αρνητικά δημοσιεύματα στα μέσα η πελάτιδά του δεν φέρει ευθύνη, αλλά τρίτοι, που εσκεμμένα, διοχετεύουν επιλεκτικές/σκόπιμες πληροφορίες σε βάρος της, ώστε να μην μπορεί να της καταλογιστεί ότι πλήττει η ίδια την εικόνα της Δημόσιας Υπηρεσίας.

Η Επιτροπή αφού μελέτησε τις παραστάσεις του δικηγόρου της ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννας σημειώνει ότι η διαθεσιμότητα της ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννας ζητείται από την 01.12.2025. Η Επιτροπή, σε σχέση με το θέμα αρμοδιότητας του Υπουργικού Συμβουλίου, επισημαίνει ότι το ζήτημα τέθηκε ενώπιον της την 01.12.2025, ημερομηνία από την οποία το Υπουργικό Συμβούλιο είναι προϊστάμενη αρμόδια αρχή για τους Γενικούς Διευθυντές, και αφορά ενέργεια για περίοδο κατά την οποία το Υπουργικό Συμβούλιο είναι αρμόδια αρχή.

Η Επιτροπή περαιτέρω, επισημαίνει ότι, στο παρόν στάδιο, δεν κρίνεται η ένοχή της υπαλλήλου, αλλά κατά πόσον εξυπηρετείται ή όχι το δημόσιο συμφέρον με την απόφαση για διαθεσιμότητά της, σεβόμενη πλήρως το τεκμήριο της αθωότητας, όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας,

Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη την πρόταση της αρμόδιας αρχής, τη φύση και σοβαρότητα των κατηγοριών για τα οποία καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον της υπαλλήλου, το γεγονός ότι οι κατηγορίες φαίνεται να αφορούν ενέργειες και δραστηριότητες που έγιναν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης καθηκόντων της ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννας ως Διευθύντριας Φυλακών, και συνεπώς ότι τα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν από μια υψηλόβαθμη υπάλληλο που είναι ταγμένη να προστατεύσει τους Θεσμούς, θεωρεί ότι δικαιολογείται η απόφασή της να την θέσει σε διαθεσιμότητα, λόγω του ενδεχόμενου να τρωθεί το κύρος και η εικόνα της Υπηρεσίας, στην οποία από 01.12.2025 κατέχει θέση Γενικής Διευθύντριας, Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά και της Δημόσιας Υπηρεσίας γενικότερα, από την παραμονή και/ή επιστροφή της στα καθήκοντά πριν την ολοκλήρωση της εναντίον της ποινικής υπόθεσης, Η θέση αυτής της Επιτροπής υποστηρίζεται από την απόφαση στην Υπόθεση Αρ. 1744/2022 Μ. Π. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ (26/02/2023), καθώς και από την παγιωθείσα νομολογία, με την οποία αποκρυσταλλώθηκε πως η προστασία του κύρους της υπηρεσίας αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος και συνεπώς ικανό λόγο για να τεθεί υπάλληλος σε διαθεσιμότητα.

Με βάση τα πιο πάνω, η Επιτροπή κρίνει ότι η αρμόδια αρχή έχει διασαφηνίσει και συγκεκριμενοποιήσει επαρκώς τους λόγους δημοσίου συμφέροντος επί των οποίων βασίζεται η πρότασή της για να τεθεί σε διαθεσιμότητα η εν λόγω υπάλληλος.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της εισήγησης του Υπουργικού Συμβουλίου, και αφού έλαβε και τις απόψεις/παραστάσεις που υπέβαλε μέσω του δικηγόρου της η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννα, τις οποίες μελέτησε διεξοδικά, αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 85(2) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων, να θέσει σε διαθεσιμότητα την ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννα, από σήμερα, 05.12.2025 μέχρι την ολοκλήρωση της εναντίον της ποινικής υπόθεσης.

Περαιτέρω, η Επιτροπή, αποφάσισε όπως κατά τη διάρκεια της περιόδου διαθεσιμότητάς της, λαμβάνει τα 2/3 των απολαβών της θέσης της ενόσω τελεί υπό διαθεσιμότητα. Η απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται στο ότι η ανάλογη απόφαση είχε ληφθεί από την Επιτροπή στα πλαίσια της απόφασης της για τη διαθεσιμότητα της κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας της ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ Άννας ύστερα από αίτημα της αρμόδιας αρχής με βάση τα στοιχεία που είχε θέσει υπόψη της Επιτροπής».

 

  Η νομιμότητα της εν λόγω διοικητικής αποφάσεως, αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

 

  Πρώτος λόγος που προωθήθηκε και αναπτύχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της αιτήτριας, άπτεται της θέσης πως η προπαρασκευαστική πράξη της πρότασης που υπεβλήθη, υπήρξε πάσχουσα, λόγω του ότι αυτή δεν υπεβλήθη από την αρμόδια αρχή, που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά την 28.11.2025, η Προεδρία της Δημοκρατίας και το Προεδρικό Μέγαρο και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο.

 

  Αναπτύσσοντας την εισήγηση, υποστηρίχθηκε πως οι διατάξεις του άρθρου 85(1Α) και (2) του Ν. 1/90, ενεργοποιούνται εφόσον υποβληθεί εισήγηση από την αρμόδια αρχή. Κατά την 27.11.2025, ημερομηνία συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά την οποία συνεδρία αποφασίστηκε η υποβολή πρότασης για τη διαθεσιμότητα της αιτήτριας, το Υπουργικό Συμβούλιο ήταν αναρμόδιο, αφού η δημοσίευση της απόφασης προαγωγής της αιτήτριας στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, έλαβε χώρα στις 5.12.2025 και τότε και μόνον, αρμόδια αρχή ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο. Σύμφωνα με την εισήγηση, κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασης προς την ΕΔΥ, κατά την 27.11.2025, αρμόδιο, δεν ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά μέχρι και την 30.11.2025, που τερματιζόταν η απόσπασή της, αρμόδια αρχή ήταν η Προεδρία και το Προεδρικό. Συνεπώς, σύμφωνα με τις εισηγήσεις, το Υπουργικό Συμβούλιο ήταν αναρμόδιο να υποβάλει εισήγηση για τη διαθεσιμότητα της αιτήτριας, ασχέτως εάν αυτή την εισήγηση την εξέτασε η ΕΔΥ κατά την 1.12.2025. Σημασία έχει ο χρόνος που αυτή υπεβλήθη.

 

  Ο δεύτερος λόγος ακύρωσης, κατά την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας, άπτεται της θέσης πως η απόφαση της ΕΔΥ δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, το οποίο δεν έχει εξειδικευθεί, ενώ δεν αποκαλύπτονται ούτε τα δεδομένα βάσει των οποίων η διαθεσιμότητα της αιτήτριας θα εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον. Σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αιτήτριας, υπήρξε αόριστη επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας που απαιτεί συγκεκριμενοποίηση, βάσει των περιστατικών της υπόθεσης, συσχετίζοντας τον ισχυρισμό με την μη τοποθέτησή της σε συγκεκριμένο Υπουργείο, μετά την προαγωγή του από την 1.12.2025, γεγονός που δεν προσέδιδε εικόνα σε σχέση με ποιας υπηρεσίας το κύρος θα επηρέαζε.

 

  Τέλος, εγέρθηκε κι ο ισχυρισμός περί ελλιπούς αιτιολογίας της επίδικης διοικητικής απόφασης να τεθεί η αιτήτρια σε διαθεσιμότητα, αφού υπήρξε γενική και αόριστη επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, χωρίς να προηγηθεί εξειδίκευση με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.

 

  Κάθετα αντίθετη υπήρξε η προσέγγιση των ευπαιδεύτων συνηγόρων που εμφανίστηκαν για την Δημοκρατία.

 

  Τονίστηκε εκ μέρους τους η αναφορά που γίνεται στα διαβαθμισμένα πρακτικά συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, συνεδρία ημερομηνίας 27.11.2025, όπου ρητά αναφέρεται πως το Υπουργικό Συμβούλιο συνιστά αρμόδια αρχή για την αιτήτρια, από την 1.12.2025. Υποστηρίχθηκε πως, το γεγονός ότι η συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου έλαβε χώρα στις 27.11.2025, δεν επηρεάζει το θέμα της αρμοδιότητάς του, αφού αυτό αποτελούσε ένα από τα δεδομένα που ελήφθησαν υπόψη, υποβάλλοντας πως θέμα αναρμοδιότητας κατά την υποβολή της πρότασης, θα υπήρχε μόνον εάν η πρόταση αφορούσε χρονική περίοδο κατά την οποία η αιτήτρια δεν ήταν Γενική Διευθύντρια. Η εν λόγω εισήγηση, εδράζεται επί του γεγονότος ότι υπήρξε εκ μέρους της αιτήτριας αποδοχή του διορισμού της στη θέση της Γενικής Διευθύντριας, από την 3.11.2025 και συνεπώς, ήταν γνωστό ότι από την 1.12.2025 θα ξεκινούσε ο διορισμός της και αυτό, έδιδε το δικαίωμα στο Υπουργικό Συμβούλιο να αποφασίσει, σε συνεδρία ημερομηνίας 27.11.2025, να υποβάλει εισήγηση, όπως τεθεί η αιτήτρια σε διαθεσιμότητα. Εξάλλου, όπως υποστηρίχθηκε, η επιστολή του Υπουργικού Συμβουλίου, τέθηκε υπόψη της ΕΔΥ την 1.12.2025.

 

  Αποτέλεσε, επίσης, θέση της Δημοκρατίας πως η πράξη διορισμού της αιτήτριας στη θέση Γενικού Διευθυντή, άρχισε να παράγει έννομα αποτελέσματα από την ημερομηνία της αποδοχής της, ήτοι από την 3.11.2025, αφού από τότε που εξωτερικεύθηκε, έπαυσε να αποτελεί internum της διοίκησης, κατ΄επίκληση της Τριμιθιώτης ν. Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης (2003) 3 Α.Α.Δ. 422.

 

  Επιπροσθέτως, προωθήθηκε από τις ευπαίδευτες δικηγόρους της Δημοκρατίας, ότι η υποβολή πρότασης από το Υπουργικό Συμβούλιο, συνιστούσε προπαρασκευαστική πράξη, που εκδόθηκε σε συνάρτηση με την εκτελεστή διοικητική απόφαση, ήτοι την απόφαση της ΕΔΥ να τεθεί σε διαθεσιμότητα η αιτήτρια, που είναι αυτή που παράγει έννομα αποτελέσματα.

 

  Ανεξαρτήτως των θέσεων τους, όπως αυτές εκφράστηκαν πιο πάνω και άνευ βλάβης, υποστηρίχθηκε πως, το γεγονός ότι το Υπουργικό Συμβούλιο συνεδρίασε την 27.11.2025, αυτό ενδεχομένως να  συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια που δεν οδηγεί την τελική απόφαση της ΕΔΥ σε ακυρότητα και που δεν μπορεί να επιδράσει στο κύρος και τη νομιμότητα της τελικής απόφασης.

  Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες εισηγήσεις της αιτήτριας, με αναφορά σε σχετική νομολογία, τονίστηκε πως η διαθεσιμότητα, συνιστά ένα ανεξάρτητο διοικητικό μέτρο, το οποίο λαμβάνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και δεν συνιστά μία τιμωρητική ενέργεια, ενώ υπεβλήθη η εισήγηση υπήρξε συγκεκριμενοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, τονίζοντας πως δεν έχει καμία σημασία η μη τοποθέτηση της αιτήτριας σε Υπουργείο, αφού τα καθήκοντα κι οι ευθύνες της θέσης στην οποία προήχθη από την 1.12.2025, καθορίζονται στο σχετικό Σχέδιο Υπηρεσίας της εν λόγω θέσης. Υποστηρίχθηκε τέλος, πως η επίδικη απόφαση της ΕΔΥ, υπήρξε πλήρως και δεόντως αιτιολογημένη.

 

  Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τα ενώπιον μου εγειρόμενα ζητήματα. Πρώτιστο ζήτημα που θα πρέπει να τύχει εξέτασης, αποτελεί το κατά πόσον, το Υπουργικό Συμβούλιο συνιστούσε την αρμόδια αρχή προκειμένου να μπορεί να υποβάλει, αρμοδίως, πρόταση προς την ΕΔΥ για διαθεσιμότητα της αιτήτριας, κατά τον δεδομένο χρόνο.

 

  Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για τη δυνατότητα της ΕΔΥ να θέσει σε διαθεσιμότητα υπάλληλο, προσδιορίζονται στο άρθρο 85 του Ν. 1/90. Σύμφωνα με το εδάφιο (2) αυτού, εάν μετά το τέλος της έρευνας αποφασιστεί η ποινική ή η πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου, η ΕΔΥ μπορεί, εάν το δημόσιο συμφέρον το απαιτεί, να θέσει σε διαθεσιμότητα τον υπάλληλο, μέχρι την συμπλήρωση της υπόθεσης, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του εδαφίου (1Α) αυτού. Δηλαδή, τον ενημερώνει για την πρόθεσή της αυτή και ταυτόχρονα, τον καλεί, εφόσον επιθυμεί, να υποβάλει γραπτές παραστάσεις εντός τεσσάρων εργάσιμων ημερών και αφού τις μελετήσει, αποφασίζει ευθέως αμέσως.

 

  Για τη λήψη αυτών των πειθαρχικών μέτρων, η ΕΔΥ ενεργεί ύστερα από γραπτή πρόταση της αρμόδιας αρχής. Συμφώνως των ερμηνευτικών διατάξεων του άρθρου 2 του Νόμου:-

 «αρμόδια αρχή» σημαίνει

(α) Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για το δημόσιο υπάλληλο ο οποίος ασκεί τις εξουσίες και αρμοδιότητες του Προϊσταμένου Τμήματος για τους υπαλλήλους της Προεδρίας και για τους υπαλλήλους της Προεδρίας, αλλά για τους υπαλλήλους αυτούς ενεργεί συνήθως μέσω του εν λόγω υπαλλήλου∙

[…]

(δ) Το Υπουργικό Συμβούλιο για το Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας, το Βοηθό Γενικού Λογιστή, τους Γενικούς Διευθυντές των Υπουργείων, το Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης, Υπουργείο Οικονομικών και το Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου και για τους υπαλλήλους της Γραμματείας του, αλλά για τους υπαλλήλους αυτούς ενεργεί συνήθως μέσω του Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου∙»

 

   Προκύπτει, εκ των ανωτέρω, ως απαιτούμενη εκ του Νόμου, η υποβολή γραπτής πρότασης από την αρμόδια αρχή, προκειμένου υπάλληλος να τεθεί σε διαθεσιμότητα από το αρμόδιο όργανο, ήτοι την ΕΔΥ.

 

  Η υποβολή, επομένως, πρότασης από την αρμόδια αρχή, αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη, προβλεπόμενη από το Νόμο κατά τρόπο που η μη τήρησή του, συνιστά «παράβασις ουσιώδους τύπου διατεταγμένου περί την ενέργειαν της πράξεως», χωρίς την τήρηση του οποίου η έκδοση της πράξεως δεν μπορεί να γίνει νομίμως (Π.Δ. Δαγτόγλου Σύγγραμμα «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» έκτη Έκδοση, παρ.583 επ., σελ. 503 επ., Κούτσιου v. Δημοκρατίας (2001) 3(Β) Α.Α.Δ. 987).

 

  Στο σύγγραμμα του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» έβδομη έκδοση, 1996, σελ. 141 και επ., παράγραφοι 134 και επ., καταγράφεται η έννοια και οι διακρίσεις της αρμοδιότητας ενός διοικητικού οργάνου, ως άμεση απόρροια της αρχής της νομιμότητας, αρμοδιότητα που μπορεί να διακριθεί σε αποφασιστική, όπως εν προκειμένω της ΕΔΥ και σε γνωμοδοτική ή συμβουλευτική. Η γνωμοδότηση, μπορεί να διακριθεί σε απλή, όταν το όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα δεν δεσμεύεται από αυτήν, αλλά μπορεί να αποφασίσει και διαφορετικά, αλλά δίδοντας ειδική αιτιολογία, και σε σύμφωνη, όταν το αποφασίζον όργανο δεσμεύεται, υπό την έννοια ότι μπορεί να εκδώσει, ή να μην εκδώσει, την πράξη, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια.

 

  Λόγος γίνεται, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα και για την «πρόταση»[2], που έχει την ίδια φύση με την σύμφωνη γνώμη, η οποία όμως διαφέρει από αυτήν, διότι υποβάλλεται με πρωτοβουλία του γνωμοδοτικού οργάνου, ενώ η γνώμη διατυπώνεται ύστερα από ερώτημα του οργάνου που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα. Όπως αναφέρεται, το αποφασίζον όργανο, δεν μπορεί να εκδώσει τη διοικητική πράξη, εάν δεν υποβληθεί η πρόταση, ενώ μπορεί, είτε να την αποκρούσει, ή να την δεχτεί, όχι όμως και να την τροποποιήσει. Αναφέρεται δε, πως η υποβολή της πρότασης, αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη της τελικής απόφασης του αποφασίζοντος οργάνου.

 

  Στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 104, αναφέρεται πως «Και αι μη φέρουσαι εκτελεστό χαρακτήρα γνωμοδοτήσεις, έτι και οι υπό τον τύπο της «απλής» γνωμοδοτήσεως εκδιδόμεναι, ως επίσης εκείναι, ως η λήψις είναι κατά νόμον δυνητική, έχουσιν σημασία, δεδομένου ότι η ενδεχομένη παρανομία τούτων συμπαρασύρει εις ακυρότητα την επ΄αυτών στηριχθείσαν εκτελεστήν πράξιν 232 (58)».

 

  Στην Κούτσιου (ανωτέρω), καίτοι αυτή αφορούσε σε μετάθεση υπαλλήλου, για την οποία, όπως και εν προκειμένω, απαιτείτο υποβολή πρότασης από την αρμόδια αρχή, κρίθηκε πως δεν υπήρχε πουθενά καταγεγραμμένη η απόφαση της αρμόδιας αρχής, που ήταν ο Υπουργός και όχι ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου. Ειδικότερα, λέχθηκαν τα εξής:-

«Η υποβολή πρότασης από την αρμόδια αρχή, για μετάθεση υπαλλήλου, αποτελεί προπαρασκευαστική ενέργεια και επειδή προβλέπεται από το Νόμο αποτελεί «τύπο τεταγμένο περί την έκδοσιν της διοικητικής πράξεως». Βλ. Παπαχατζή, πιο πάνω, σελ. 616: «Ορισμένες προπαρασκευαστικές ενέργειες ή προπαρασκευαστικές ‘μη εκτελεστές’ ως επί το πλείστον πράξεις είναι απαραίτητο κατά τον νόμο να προηγηθούν υποχρεωτικά κι ύστερα να ακολουθήσει η έκδοση της νομικής διοικητικής πράξεως, είτε ‘ειδική’ ειναι αυτή η τελευταία είτε είναι κανονιστική. Σε τέτοια περίπτωση αποτελούν οι προπαρασκευαστικές πράξεις ‘τύπους τεταγμένους περί την έκδοσιν της διοικητικής πράξεως’. Χωρίς δηλαδή την τήρηση τους δεν μπορεί η έκδοση αυτή να γίνει νομίμως».

 Η απόφαση για μετάθεση υπαλλήλου ανήκει μεν στην Ε.Δ.Υ. αλλά αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη με την πρόταση. Η Ε.Δ.Υ. διαθέτει διακριτική ευχέρεια είτε να εκδώσει απόφαση για μετάθεση σύμφωνα με την πρόταση της αρμόδιας αρχής είτε να μην εκδώσει καθόλου απόφαση. Βλ. Παπαχατζή, πιο πάνω, σελ. 620: «Παρόμοια με την προηγούμενη είναι και η περίπτωση όπου ο νόμος χρησιμοποιεί τη λεκτική έκφραση ‘δια πράξεως του Α, μετά πρότασιν του Β’. Όταν υπάρχει τέτοια φραστική του νόμου διατύπωση, ο Α έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα. Η έκταση της τελευταίας αυτής συνίσταται και εδώ σε διακριτική ευχέρεια – δίλημμα. Είτε θέλει εκδοθεί η κυρία πράξη σύμφωνη, ως προς το ουσιαστικό της περιεχόμενο, με τη διαβιβασθείσα ‘πρόταση’ είτε δεν θέλει καθόλου εκδοθεί. Τρίτη λύση δεν χωρεί κατά τον νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση η πρωτοβουλία ανήκει συνήθως στον προτείνοντα Β – και σ’ αυτό το σημείο είναι που διαφέρει η ‘πρόταση’ από τη ‘σύμφωνη γνώμη’ – αλλά η αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει όπως είπαμε στον Α. Η παράλειψη του Α, η ολότελη σιωπή του, η αποχή δηλαδή του παραλήπτη της προτάσεως από το να δώσει συνέχεια στο ζήτημα, δεν χρειάζεται καν αιτιολογία». Βλ. και Α.Ι. Τάχου «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο», τέταρτη έκδοση, 1993, σελ. 398.

Η διατύπωση της πρότασης μπορεί να εκδηλώνεται είτε με πρωτοβουλία του οργάνου που προτείνει είτε με πρωτοβουλία του οργάνου που αποφασίζει (βλ. Α.Ι. Τάχου, πιο πάνω, σελ. 398). Στην κρινόμενη περίπτωση ο νόμος εναποθέτει την πρωτοβουλία για υποβολή της πρότασης στην αρμόδια αρχή.

Όλα τα πιο πάνω για να καταδειχθεί η σημασία της πρότασης της αρμόδιας αρχής.

[…]

Όπως έχουμε υποδείξει πιο πάνω η πρόταση αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη, που προβλέπεται από το Νόμο και αποτελεί «τύπο τεταγμένο περί την έκδοσιν της διοικητικής πράξεως» χωρίς την τήρηση του οποίου «η έκδοση της πράξεως δεν μπορεί να γίνει νομίμως». Πρόσθετα η «ακύρωση της πράξεως μπορεί να βασισθεί στην αναρμοδιότητα όχι μόνο του οργάνου που την εξέδωσε, αλλά και των οργάνων των οποίων η κατά το Νόμο απαιτούμενη γνωμοδότηση προηγήθηκε της προσβαλλόμενης πράξεως» (Π.Δ. Δαγτόγλου «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 2α εκ., παρα. 581).

 Ακολουθεί πως η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράβασης του πιο πάνω τύπου και λόγω αναρμοδιότητας».

 

  Επανερχόμενη στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, αποτελεί γεγονός πως η υποβολή της πρότασης για να τεθεί η αιτήτρια σε διαθεσιμότητα, έλαβε χώρα στις 28.11.2025, όταν και απεστάλη αυτή προς την ΕΔΥ, από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως διαφαίνεται από το Παράρτημα 1 της Ένστασης. Το γεγονός ότι η ΕΔΥ επιλήφθηκε του ζητήματος κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 1.12.2025, δεν αναιρεί το γεγονός πως το Υπουργικό Συμβούλιο συνεδρίασε στις 27.11.2025 και αποφάσισε να κοινοποιήσει την εν λόγω απόφαση προς την ΕΔΥ, δια της επιστολής ημερομηνίας 28.11.2025.

 

  Κατά την ημερομηνία συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, 27.11.2025 και κατάρτισης της πρότασης  στις 28.11.2025, η αιτήτρια τελούσε σε απόσπαση στην Προεδρία, επομένως, είχε κατά κλάδον αρμοδιότητα η Προεδρία της Δημοκρατίας και το Προεδρικό Μέγαρο.

 

  Οι εισηγήσεις της Δημοκρατίας πως η αιτήτρια είχε αποδεχτεί την προαγωγή της στη θέση της Γενικής Διευθύντριας, από 3.11.2025, ημερομηνία από την οποία άρχισε η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, εφόσον εξωτερικεύθηκε, δεν με βρίσκει σύμφωνη.

  Κατά τη νομολογία, η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 37(5) του Ν. 1/90, επίκληση του οποίου γίνεται από την αιτήτρια, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της πράξης (Δημοκρατία ν. Πιπερίδη κ.ά. (1995) 3 Α.Α.Δ. 21), το γεγονός της αποδοχής της θέσης, κατά την 3.11.2025, δημιουργούσε, σε κάποιο βαθμό, μεταβολή της υπηρεσιακής της κατάστασης, όμως η ημερομηνία που θα αναλάμβανε τη θέση του Γενικού Διευθυντή κι η άσκηση των νέων της καθηκόντων, προσδιορίζονταν χρονικά από 1.12.2025.

 

  Επομένως, δεν μπορούσε να μεταφερθεί αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου, πριν την ημερομηνία ανάληψης της εν λόγω θέσεως.

 

  Η υποβολή πρότασης, βάσει του Νόμου, για να τεθεί ένας υπάλληλος σε διαθεσιμότητα, δεν αποτελεί μία πράξη που μπορεί να υποβληθεί από οποιοδήποτε διοικητικό όργανο, το οποίο θα είναι αρμόδιο στο μέλλον. Ο Νόμος απαιτεί την υποβολή πρότασης από την αρμόδια αρχή, δηλαδή από την υπηρεσία στην οποία εργάζεται ο υπάλληλος, αρμοδιότητα που κρίνεται κατά τον χρόνο έκδοσης της πρότασης και όχι κατά τον χρόνο που η ΕΔΥ θα εξετάσει αυτήν.

 

  Όπως αναφέρει και ο Π.Δ. Δαγτόγλου στο Σύγγραμμα «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» έκτη Έκδοση, παρ. 579, σελ. 499:-

«Αναρμοδιότητα υπάρχει, αν η αρχή που εξέδωσε την πράξη δεν ήταν κατά τον χρόνο της εκδόσεως αρμόδια καθ’ ύλην, κατά τόπον ή κατά χρόνον»[3].

 

  Την 28.11.2025 που υπεβλήθη η πρόταση από το Υπουργικό Συμβούλιο, η αιτήτρια εξακολουθούσε να υπηρετεί στην Προεδρία και δεν είχε ακόμα αναλάβει καθήκοντα Γενικού Διευθυντή.

 

  Επομένως, κατ΄εφαρμογή των αρχών της αρμοδιότητας, που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, αρμόδια αρχή, για να εισηγηθεί την διαθεσιμότητα της αιτήτριας, ήταν η Προεδρία της Δημοκρατίας και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο.

 

  Δηλαδή, έστω και εάν από την 1.12.2025 η αιτήτρια θα υπαγόταν στο Υπουργικό Συμβούλιο, εντούτοις, αυτό θα καθίστατο αρμόδιο, λίγες μέρες αργότερα. Αυτό όμως, δεν του έδιδε αρμοδιότητα να ενεργήσει, προκαταρκτικά, κατά την 28.11.2025. Η αρμοδιότητα δεν ασκείται, ούτε αναδρομικά, ούτε και βάσει μελλοντικών μεταβολών στην υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, αλλά στη βάση των δεδομένων κατά τον χρόνο που αυτή εκδίδεται.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως αναρμόδια, το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά την 28.11.2025, υπέβαλε πρόταση προς την ΕΔΥ για να τεθεί σε διαθεσιμότητα η αιτήτρια, σφάλμα το οποίο κρίνεται ως ουσιώδες, αφού αφορά σε αναρμοδιότητα διοικητικού οργάνου, το οποίο κατονομάζεται και ορίζεται ρητώς από το άρθρο 2 του Ν. 1/90 κι η παράβαση θεωρείται ουσιώδης.

 

  Ο Νόμος, δεν συνδέει την αρμοδιότητα με την θέση στην οποία πρόκειται να υπηρετήσει ο υπάλληλος, κατά τον χρόνο έναρξης της διαθεσιμότητας, αλλά ο Νόμος συνδέει την αρμοδιότητα με την υπηρεσία στην οποία ο υπάλληλος υπάγεται, κατά τον χρόνο της έκδοσής της.

 

  Στις 28.11.2025, ημερομηνία που καταρτίστηκε η πρόταση, η αιτήτρια ανήκε στην Προεδρία και η πρόταση έπρεπε να προέλθει από αυτήν. Το γεγονός ότι από την 1.12.2025 που συνεδρίασε η ΕΔΥ, η αιτήτρια είχε πλέον αναλάβει την νέα θέση της Γενικής Διευθύντριας, δεν θεραπεύει την αναρμοδιότητα της προπαρασκευαστικής αυτής πράξης, η οποία οδηγεί σε ακυρότητα και την τελική και προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση της ΕΔΥ, ημερομηνίας 5.12.2025.

 

  Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η υποβολή πρότασης από την αρμόδια, κατά Νόμο, αρχή, συνιστά ουσιώδη νομοθετικό τύπο για την κατάρτιση της διοικητικής πράξης, παρέκκλιση από τον οποίο, καθιστά την πράξη άκυρη.   

  Με γνώμονα όλα τα ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει. Η  προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.

 

  Επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση €1.900 πλέον Φ.Π.Α.

 

                       

 

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.

[2] Ομοίως και στην 15η έκδοση του εν λόγω συγγράμματος, σελ. 133, παράγραφος 137.

[3] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο