ECE NUR ULUDAG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 1782/2023, 26/6/2026
print
Τίτλος:
ECE NUR ULUDAG ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 1782/2023, 26/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1782/2023 (iJ))

26 Ιουνίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                                        ECE NUR ULUDAG,

Αιτήτρια,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Ανδρέας Δημητρίου, προσωπικά και για Κρίτων Α. Παπαλοϊζου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

Ραφαέλλα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή  της, η αιτήτρια ζητά ακύρωση της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 20.9.2023, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 7.4.2022, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, δυνάμει εγγραφής.

 

  Η αιτήτρια είναι υπήκοος Τουρκίας. Στις 7.4.2022 υπέβαλε αίτηση για να εγγραφεί ως Κύπρια πολίτιδα, λόγω τέλεσης γάμου με πολίτη της Δημοκρατίας, αίτηση η οποία απεστάλη στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, μέσω του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, με διπλωματικό σάκο. Το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με επιστολή ημερομηνίας 29.9.2022, ζήτησε από τον Διοικητή της ΚΥΠ ενημέρωση για το κατά πόσον η Υπηρεσία έχει οποιεσδήποτε πληροφορίες για παράνομη είσοδο ή παραμονή της αιτήτριας στη Δημοκρατία.

 

  Εντός του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε στη διαδικασία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, στη σελίδωση 40, περιέχεται απάντηση της ΚΥΠ, ημερομηνίας 24.5.2023, βάσει της οποίας ενημερώνεται το Τμήμα, πως η αιτήτρια εισήλθε παράνομα στην Κύπρο, ως η σχετική αναφορά που υπάρχει στον σχετικό διοικητικό φάκελο με αρ. 5.12.004/21«Α».

 

  Στις 29.5.2023, Λειτουργός του Τμήματος ετοίμασε σχετικό σημείωμα, το οποίο υπέβαλε προς τον Υπουργό Εσωτερικών,  μέσω της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με εισήγηση την απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως, στη βάση της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του σχετικού Νόμου.

 

  Στο εν λόγω σημείωμα, αναφέρεται πως η αιτήτρια δεν πληροί τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται από το Νόμο και πως εντοπίζονται στο φάκελο στοιχεία που συνηγορούν στη μη έγκριση της αίτησης, λόγω της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία. Πέραν των πιο πάνω, στο σημείωμα γίνεται αναφορά και στις προσωπικές περιστάσεις της ίδιας, ήτοι πως διαμένει μαζί με τον σύζυγό της από την τέλεση του γάμου τους, από τον οποίο γάμο, απέκτησαν ένα τέκνο.

 

  Ο Υπουργός Εσωτερικών συμφώνησε με την υποβληθείσα εισήγηση και στις 21.6.2023, αποφάσισε την απόρριψη της αιτήσεως. Η απορριπτική απόφαση περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 21.8.2023, η οποία απευθύνεται προς τον Γενικό Πρόξενο της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, η οποία κοινοποιήθηκε προς την αιτήτρια, με επιστολή ημερομηνίας 20.9.2023, από το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης.

 

  Η νομιμότητα της απορριπτικής αυτής διοικητικής αποφάσεως, συνιστά το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

  Πιο κάτω παραθέτω το περιεχόμενο της απορριπτικής απόφασης ημερομηνίας 20.9.2023, όπως αυτό γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια: -

Regarding your application for Cypriot Citizenship, I would like to inform you that it was rejected, because of illegal entries (through the occupied area) Law 141(1)2002.

You can, however within 75 days (from 21/08/2023) that it is until 3th of November 2023, appeal against the decision in Court only in Cyprus”.

 

  Στη γραπτή του αγόρευση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας προβάλλει πέντε λόγους ακύρωσης. Ο πρώτος αφορά ισχυρισμό περί έκδοσης της επίδικης απόφασης από αναρμόδιο όργανο, αφού κατά τις εισηγήσεις, η εν λόγω απόφαση δεν εκδόθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών, ούτε και ο τελευταίος έχει εκχωρήσει τις εξουσίες του σε οποιοδήποτε άλλο όργανο.

 

  Δεύτερος λόγος ακύρωσης που προωθείται, αφορά την θέση της αιτήτριας πως δεν έχει τηρηθεί άρτιο πρακτικό, καθότι η έκθεση που ετέθη υπόψιν του Υπουργού Εσωτερικών, φέρει χειρόγραφες σημειώσεις, χωρίς να τίθεται επ’ αυτών οποιαδήποτε μονογραφή ή ημερομηνία.

 

  Κατά τρίτον, υποστηρίζει η αιτήτρια πως η απορριπτική απόφαση εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα, αφού δεν δίδεται καμία πληροφορία από που καταδεικνύεται η παράνομη της είσοδος στη Δημοκρατία, σε ποιες ημερομηνίες αυτή αφορά, ούτε και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που να προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο. Ο τέταρτος και πέμπτος λόγος ακύρωσης, σχετίζεται με ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα και παράβασης της καλής πίστης, αλλά και ελλιπούς αιτιολογίας.

 

  Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας με αναφορά στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002, καθώς και στη νομολογία του Δικαστηρίου, υπέδειξε πως ισχύει απόλυτη απαγόρευση για εγγραφή, προσώπου το οποίο είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία, καθ΄ οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, υποστηρίζοντας πλήρως τη νομιμότητα της επίδικης διοικητικής απόφασης και απορρίπτοντας όλες τις θέσεις της αιτήτριας.

 

  Είναι καλά γνωστές οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για τη δυνατότητα του Υπουργού Εσωτερικών να εγγράψει, ως πολίτη της Δημοκρατίας, οποιοδήποτε πρόσωπο, νομοθετικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στις πρόνοιες του άρθρου 110 του Ν. 141(Ι)/2002, τις οποίες και παραθέτω:-

 «110.—(1) […]

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για

την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι—

 

(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·

(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων·

(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και

(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:

Νοείται ότι […]

Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:

 

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: […]»[1]

 

  Στην προκείμενη περίπτωση, η απορριπτική κατάληξη του Υπουργού Εσωτερικών, στηρίχθηκε στη μη πλήρωση της δεύτερης επιφύλαξης της παραγράφου (2) του άρθρου 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, αφού διαπιστώθηκε πως η αιτήτρια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία.

 

 Εξετάζοντας τον εγειρόμενο ισχυρισμό περί έκδοσης της επίδικης απόφασης από αναρμόδιο όργανο, καταλήγω πως αυτός θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη. Από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου και κυρίως από τις σελιδώσεις 44-41, προκύπτει πως ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών εξέτασε και απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση, συμφωνώντας με την απορριπτική εισήγηση που του υπέβαλε η αρμόδια λειτουργός, μέσω του σημειώματός της ημερομηνίας 29.5.2023, σημείωμα που τέθηκε υπόψιν του Υπουργού, μαζί με τον σχετικό φάκελο της αιτήτριας (σελίδωση 44 Τεκμηρίου 1). Επί αυτού, τέθηκε η σημείωση «Συμφωνώ», υπογραφή, σφραγίδα και ημερομηνία.

 

  Εξ’ αυτών και μόνον, διαπιστώνω πως δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο νομιμότητας, ως προς την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, που ήταν ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος δεν έχει εκχωρήσει σε οποιονδήποτε άλλο λειτουργό τις εξουσίες του, αλλά αντιθέτως, έχει ασκήσει την αποφασιστική του αρμοδιότητα, εκφράζοντας τις θέσεις του, επί των όσων του παρουσιάστηκαν από την λειτουργό που εξέτασε την υποβληθείσα αίτηση.

 

 

 Πρέπει, επιπροσθέτως, να γίνει αναφορά και στις διατάξεις του άρθρου 17(8) του Ν. 158(Ι)/99, όπου αναφέρονται τα εξής:-

«(8) ∆ε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.»

 

 Στη βάση των πιο πάνω, ο ισχυρισμός περί έκδοσης της επίδικης απόφασης από αναρμόδιο όργανο, απορρίπτεται, ως αβάσιμος.

 

  Ομοίως, απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών. Το σημείωμα το οποίο περιέχεται εντός του Τεκμηρίου 1, στις σελιδώσεις 42-41, που τέθηκε ενώπιον του Υπουργού, συνιστά καθόλα άρτιο και πλήρες πρακτικό, ενώ σε αυτό, τα όσα καταγράφονται χειρόγραφα, φέρουν την υπογραφή της λειτουργού που το συνέταξε, ήτοι της κας Μ.Κ. λειτουργού του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.

  Δεν συμφωνώ ούτε με την εισήγηση της αιτήτριας πως δεν προηγήθηκε της απόρριψης, η δέουσα έρευνα.

 

  Όπως προκύπτει από τον σχετικό διοικητικό φάκελο και ιδίως από την σελίδωση 40 αυτού, αυτή την πληροφόρηση έλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών κατόπιν ενημέρωσης που έλαβε από την ΚΥΠ, ημερομηνίας 24.5.2023, στην οποία αποτάθηκε το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για λήψη πληροφοριών που αφορούν το πρόσωπο της αιτήτριας.

 

  Προβάλλεται η θέση πως δεν γίνεται αναφορά στις ημερομηνίες που υπήρξε παράνομη είσοδος στην Δημοκρατία. Το βάρος όμως απόδειξης της μη ύπαρξης παράνομης εισόδου της αιτήτριας στη Δημοκρατία, βαρύνει τους ώμους της ίδιας, κυρίως λαμβανομένου υπόψη πως οι εν λόγω πληροφορίες προέρχονται από την επίσημη Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών, στην οποία και αποτάθηκε αρμοδίως το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, προκειμένου να εξετάσει την πλήρωση προϋπόθεσης που τίθεται εκ του ίδιου του Νόμου, υπηρεσία που είναι υπεύθυνη, μεταξύ άλλων, για την συλλογή και ανάλυση πληροφοριών.

 

  Συνεπώς, το γεγονός της ύπαρξης παράνομης εισόδου της αιτήτριας στη Δημοκρατία, δεν παρέχει διακριτική ευχέρεια στον Υπουργό Εσωτερικών ως προς την εξέταση της αίτησης, παρά μόνον δέσμια αρμοδιότητα για την απόρριψή της (υπόθ. αρ. 1418/2019 Kabbani ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 31.10.2022).

 

  Δεν συμφωνώ ούτε και με τους ισχυρισμούς που προωθήθηκαν, πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν προβεί σε δέουσα έρευνα επί των πραγματικών δεδομένων της αιτήτριας. Στο σημείωμα που υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών, καταγράφηκαν όλες οι προσωπικές περιστάσεις της, καθώς επίσης και το γεγονός πως, ενόψει της παράνομης εισόδου της στη Δημοκρατία, η αιτήτρια δεν πληροί τα τυπικά προσόντα που εκ του Νόμου απαιτούνται για την εγγραφή της ως Κύπρια πολίτιδα.  

  Απορρίπτεται και η θέση της αιτήτριας πως η επίδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, καθότι στο σώμα της, καταγράφεται πλήρως ο λόγος για τον οποίο η αίτηση απερρίφθη και δίδεται επαρκής αιτιολόγηση, στη βάση της μη πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002.

 

  Η προσέγγιση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με αιτήσεις για απόκτηση της ιδιότητας πολίτη της Δημοκρατίας με εγγραφή, σκιαγραφήθηκε στην Yousife Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18, τα κριθέντα της οποίας υιοθετήθηκαν και στην Δημοκρατία ν. Ζ.Μ. (2011) 3Α Α.Α.Δ. 20.

 

  Όπως λέχθηκε, η πολιτογράφηση, συνιστά μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης.

 

  Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το θέμα της πολιτογράφησης, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας και το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση μιας τέτοιας εξουσίας. Κανένας δεν έχει απόλυτο νομικό δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, παρά μόνον προσδοκία να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, εφ’ όσον, όμως, ικανοποιήσει τον Υπουργό Εσωτερικών ότι συντρέχουν στην περίπτωσή του οι προϋποθέσεις του άρθρου 110(2), κάτι που η αιτήτρια δεν πέτυχε στην παρούσα υπόθεση.

 

  Τα ίδια επαναλήφθηκαν και σχετικά προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ε.Δ.Δ. 124/21 Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.12.2025.

 

  Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω πως η διοίκηση διεξήγαγε δέουσα έρευνα, αφού έλαβε υπόψη της, όλα τα ενώπιον της στοιχεία και ορθά και νόμιμα απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση, εντός των πλαισίων της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης.

 

  Βάσει όλων των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.      

 

 

              Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο