PETER NNANYEREUGO AJUZIEOGU ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 197/2026, 30/6/2026
print
Τίτλος:
PETER NNANYEREUGO AJUZIEOGU ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση αρ. 197/2026, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

Υπόθεση αρ. 197/2026 (Κ)

                                                                                   (i-Justice)         

 

                           30 Ιουνίου 2026

                              [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                  PETER NNANYEREUGO AJUZIEOGU

 

                                                                                                   Αιτητής,

                                       και

        ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

1.ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Ι. Γιάννης για Αλταχέρ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόρος για τον αιτητή.

Γ. Ροδοθέου (κα), δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

                                     Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα Προσφυγή ο αιτητής -και δια των αιτητικών της Προσφυγής υπό παραγράφους (Α) (Β) και (Γ)-στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 16.2.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων, ο αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, ο οποίος εισήλθε, σε άγνωστο χρόνο, στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας μέσω των κατεχόμενων περιοχών.

 

Στις 29.3.2019, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 6.8.2021. Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την Προσφυγή αρ.5537/21 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 27.7.2023.

 

Στις 16.2.2026, ο αιτητής εντοπίστηκε από μέλη της Αστυνομίας και συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Κατά την ίδια ημέρα εκδόθηκαν από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία από τις 27.7.2023, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η Προσφυγή του κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Στις 16.2.2026 με σχετική απόφαση της Διευθύντριας του Τμήματος η ισχύς του διατάγματος απέλασης ανεστάλη με σκοπό να εξεταστεί η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

Σημειώνεται δε ως διαφαίνεται και από τα ερυθρά 41-38 του Τεκμηρίου 1 ότι στις 19.2.2026, ήτοι μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, ζητήθηκαν με επιστολή ίδιας ημερομηνίας οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με την οικογένεια του αιτητή και δη σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον των δυο ανήλικων τέκνων του αιτητή καθώς και την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή αφού η συμβία και  μητέρα των παιδιών του αιτητή στην οποία έχει παραχωρηθεί καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα είναι σύμφωνα με τα όσα ο αιτητής ανέφερε κατά τη σύλληψη του έγκυος. Οφείλει δε να υπομνησθεί ότι οι απόψεις των ΥΚΕ δεν είχαν ληφθεί μέχρι την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης, ως άλλωστε είναι παραδεκτό και από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση.

 

Σημειώνεται ότι κατά το επανάνοιγμα της υπόθεσης στις 7.4.2026, το οποίο διενεργήθηκε με σκοπό να διασαφηνιστεί αν πράγματι υπήρχε, ως εμφαίνετο από σχετικές καταγραφές του κατατεθέντος Τεκμηρίου 2, άλλος φάκελος που να σχετίζεται με τον αιτητή, δηλώθηκε από την πλευρά του αιτητή ότι ο αιτητής είχε στο μεταξύ αφεθεί ελεύθερος. Η κα Ροδοθέου καθηκόντως ζήτησε χρόνο για να διευκρινίσει το εν λόγω ζήτημα και κατά τη δικάσιμο της 23.4.2026 δήλωσε ότι ως η διοίκηση, εν τέλει την πληροφόρησε, το διάταγμα κράτησης είχε ανακληθεί στις 30.3.2026 και ότι ο αιτητής είχε αφεθεί ελεύθερος καθώς και ότι οι απόψεις των ΥΚΕ δεν είχαν ακόμη αποσταλεί.  

 

Το Δικαστήριο αν και κατά την ίδια δικάσιμο έδωσε Οδηγίες όπως αναρτηθεί στο σύστημα i- justice η απόφαση ανάκλησης του διατάγματος κράτησης, η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση στις 28.4.2026, ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε και η απόφαση του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι οι καθ’ ων η αίτηση και παρά τις ειδοποιήσεις της ίδιας δεν της απέστειλαν το ζητούμενο από το Δικαστήριο έγγραφο. Η δε πλευρά του αιτητή δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε δήλωση περί απόσυρσης του αιτητικού (Γ) της Προσφυγής δια του οποίου βάλλεται η νομιμότητα του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 16.2.2026.

 

Καταρχάς και στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, οφείλω να παρατηρήσω ότι αποτελεί πραγματικό γεγονός, το οποίο ουδόλως αμφισβητείται, ότι ο αιτητής από τις 16.2.2026 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα μέχρι και τις 30.3.2026, ημερομηνία κατά την οποία αυτό σύμφωνα και με τη δήλωση της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ανακλήθηκε, παρέμεινε υπό κράτηση. Ως δε λέχθηκε από το Εφετείο στην Ahmed Shbib v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.12/24, ημερομηνίας 15/10/24):

 

«Στην περίπτωση της ανάκλησης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης ο θιγόμενος αλλοδαπός διατηρεί έννομο συμφέρον για προώθηση της υπόθεσης του (πρωτόδικα και κατ’ έφεση) εξαιτίας της κράτησής του (έστω και ολιγοήμερης), διότι μόνο έτσι δύναται να διεκδικήσει αποζημίωση -στη βάση του Άρθρο 146.6 του Συντάγματος- για την (κατ’ ισχυρισμόν παράνομη) αποστέρηση της ελευθερίας του (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 147/2012 Stoyanov ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Δηλαδή, η αποστέρηση της ελευθερίας είναι αυταπόδεικτο ζημιογόνο κατάλοιπο, τουλάχιστον στο απαιτούμενο επίπεδο του εκ πρώτης όψεως για σκοπούς του παραδεκτού της Προσφυγής Αρ. 1578/2023 και κατ’ επέκταση, της παρούσας έφεσης. Εν προκειμένω, η πραγματική κράτηση του Εφεσείοντα βάση του επίδικου διατάγματος κράτησης δεν αμφισβητείται από την Εφεσείουσα, τουναντίον επιβεβαιώνεται εμμέσως από την απελευθέρωση του Εφεσείοντα σε χρόνο (11.6.2024) μεταγενέστερο και αυτής της (εκ της Εφεσίβλητης) ακύρωσης του επίδικου διατάγματος κράτησης.»

 

Στην Stoyanov ν. Δημοκρατίας (Α.Ε. 147/2012, ημερομηνίας 2.7.2018) η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπόμνησε σχετικώς τα ακόλουθα:

«[.] η θεώρηση ότι νομίμως κρίθηκε ο εφεσείων ως απαγορευμένος μετανάστης, δε νομιμοποιεί άνευ ετέρου την κράτηση και απέλασή  του. Απαιτείται η έκδοση νόμιμου διατάγματος κράτησης και απέλασης.  Με δεδομένο ότι ο εφεσείων κρατήθηκε, έστω για μικρό χρονικό διάστημα, κατά παράβαση του δικαιώματος του για ελευθερία, θεωρούμε ότι διατηρεί το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για προώθηση της προσφυγής του παρά την ανάκληση των εν λόγω διαταγμάτων. Μόνο σε περίπτωση ακύρωσης των σχετικών διαταγμάτων από το Δικαστήριο θα μπορέσει να διεκδικήσει αποζημιώσεις για την παραβίαση των δικαιωμάτων του.»

 

Συνεπώς και παρά τη δηλωθείσα από την πλευρά των καθ’ ων η αίτηση ανάκληση του διατάγματος κράτησης, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το πραγματικό γεγονός της κράτησης του αιτητή για ένα και πλέον μήνα στη βάση του εδώ εκδοθέντος και προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης, το οποίο συνιστά, ως λέχθηκε και στην Ahmed Shbib (ανωτέρω) το εκ πρώτης όψεως κατάλοιπό ζημίας που δικαιολογεί την εκδίκαση της παρούσας Προσφυγής και νομιμοποιεί τον αιτητή να αμφισβητεί τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης.

 

Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς του αιτητή, ως αυτοί εγείρονται στη γραπτή του αγόρευση.

 

Επί της ουσίας, η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων συνιστά προϊόν ελλιπούς έρευνας και εσφαλμένης αιτιολογίας καθώς και ότι αυτά εκδοθήκαν υπό καθεστώς πραγματικής πλάνης και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Περαιτέρω δε ισχυρίζεται ο αιτητής ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105 καθώς και την προσωπική και οικογενειακή ζωή του αιτητή κατά παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί δε κύρια και κεντρική θέση του αιτητή, επί της οποίας στηρίζει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, ότι δεν λήφθηκε υπόψη πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή,  η οποία ήταν γνωστή στη διοίκηση και δεν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, οι οποίες επιβάλετο να τηρηθούν ένεκα δε και της ύπαρξης των δυο ανήλικων τέκνων του αιτητή τα οποία όπως και η συμβία του αιτητή και μητέρα των παιδιών του κατέχουν καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα. Τονίζεται δε ότι η προκειμένη περίπτωση συνιστά περίπτωση όπου η επαναπροώθηση του αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε προσβολή του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή εξαιτίας του γεγονότος ότι τα τέκνα και η συμβία του είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους ήτοι τη Νιγηρία.

 

Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση ανταπάντησε με τη γραπτή της αγόρευση στους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων. 

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον μου σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης καθώς και του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι η πλευρά του αιτητή δεν αμφισβητεί -κάτι άλλωστε που προκύπτει και από τα ενώπιον μου έγγραφα– ότι ο αιτητής κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ήτοι στις 16.2.2026, δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής αλλά παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Τούτο δε αφού ήδη από τις 27.7.2023 είχε εκδοθεί επικυρωτική απόφαση από το Δ.Δ.Δ.Π σε σχέση με την Προσφυγή που ο αιτητής άσκησε κατά της νομιμότητας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αιτήσεως του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας.

 

Ως ήδη αναφέρθηκε, αποτέλεσε βασική θέση του αιτητή ότι κατά το χρόνο κήρυξης του αιτητή σε απαγορευμένο μετανάστη και έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ο αιτητής ήταν πατέρας δύο ανήλικων παιδιών τα οποία γεννήθηκαν αντιστοίχως στις 30.9.2021 και στις 25.12.2023 και τα οποία απέκτησε με ομοεθνή συμβία του, η οποία ως ο αιτητής δήλωσε κατά το χρόνο της σύλληψης του ήταν έγκυος. Σύμφωνα δε με τον αιτητή τόσο η μητέρα όσο και τα ανήλικα τέκνα του διατηρούν στη Δημοκρατία αυτοτελή δικαίωμα παραμονής αφού τους χορηγήθηκε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Τα πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων του αιτητή καθώς και τα εκδοθέντα δελτία διαμονής αυτών και της μητέρας τους στα οποία αναγράφονται ως αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες, επισυνάφθηκαν στην Προσφυγή ως Παράρτημα Δ. Το γεγονός αυτό της ύπαρξης της οικογένειας του αιτητή, συνεχίζει η πλευρά του αιτητή, ήταν γνωστό στους καθ’ ων η αίτηση μέσω της επιστολής που αποστάληκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 6.6.2025 από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο της οργάνωσης Cyprus Refugee Council ημερομηνίας 6.6.2025 προς- και μεταξύ άλλων- τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και στο Τμήμα Μετανάστευσης και δια της οποίας η διοίκηση ενημερωνόταν και δη σε χρόνο πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων για την ύπαρξη τόσο των ανήλικων τέκνων του αιτητή και της συμβίας του αιτητή όσο και για το καθεστώς παραμονής τους στη Δημοκρατία καθώς και για τις ιδιαίτερες περιστάσεις που τους περιβάλλουν. Ειδικότερα στην επιστολή αυτή, ως υποδεικνύει ο αιτητής, διενεργείτο αναφορά στον μικρό υιό της οικογένειας ο οποίος πάσχει από λεμφική δυσπλασία κοιλιακού τοιχώματος  και ο οποίος χρειάζεται συνεχή ιατρική φροντίδα. Η επιστολή αυτή η οποία συνιστούσε κατ΄ουσίαν αίτημα για παραχώρηση άδειας διαμονης και εργασίας στον αιτητή για ανθρωπιστικούς λόγους στο πλαίσιο της αρχής της οικογενειακής ενότητας και συνοδευόταν ως σημειώνει η πλευρά του αιτητή από ιατρικά πιστοποιητικά επισυνάφθηκε μαζί με τα παραρτήματα της στην αίτηση ακυρώσεως ως Παράρτημα Ε. Σημειώνει δε η πλευρά του αιτητή ότι η σύζυγος του αιτητή εγκυμονεί το τρίτο τους παιδί γεγονός που ο ίδιος ανέφερε και κατά τη σύλληψη του. Αναφορικά δε με την κατάσταση της υγείας της μητέρας των παιδιών τονίζει ότι πάσχει από δρεπανοκυταρρική αναιμία και παρακολουθείται συνεχώς στην κλινική Θαλασσαιμίας Λευκωσίας. Επί τούτου ο αιτητής επισύναψε στην Προσφυγή του ως Παράρτημα ΣΤ σχετική ιατρική βεβαίωση από την Υπεύθυνη ιατρό Κλινικής Θαλασσαιμίας Λευκωσίας καθώς και πιστοποιητικό του ΟΚΥΠΥ αναφορικά με την τελευταία εξέταση ημερομηνίας 27.1.2026 σε σχέση με την κύηση της συμβίας του. Όλα τα πιο πάνω, εισηγείται ο αιτητής, ουδόλως λήφθηκαν υπόψη και ουδόλως διερευνήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων από τους καθ’ ων η αίτηση.  Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους, ως εισηγείται η πλευρά του αιτητή, που τα επίδικα διάταγμα λήφθηκαν υπό πλάνη και χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα καθώς και κατά παράβαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή εξαιτίας του καθεστώτος που κατέχουν τα τεκνά και η μητέρα τους, της επαναπροώθησης αλλά και των διατάξεων του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ. 105, το οποίο επέβαλε να ζητηθούν πριν από την έκδοση των διαταγμάτων οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ως προς το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών και την οικογενειακή ζωή

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντέτεινε ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη κατά τη λήψη των προσβαλλόμενων αποφάσεων και ότι η έρευνα που διενεργήθηκε ήταν η δέουσα.  Ως προς τη θέση του αιτητή ότι δεν λήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο υπόψη το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων του αιτητή και η οικογενειακή του κατάσταση, η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αναφέρει ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν στις 16.2.2026 και κατά την ίδια ημέρα αναστάληκε το διάταγμα απέλασης εν αναμονή των απόψεων των ΥΚΕ για διερεύνηση της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή. Ως εκ τούτου σχετική επιστολή απεστάλη στις ΥΚΕ στις 19.2.2026. Αναφορικά δε με την επιστολή ημερομηνίας 6.6.2025 υποβάλλεται ότι αυτή ουδέποτε παρελήφθη από τους καθ΄ων η αίτηση δια μέσου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καταλήγοντας ότι «η Καθ΄ης η Αίτηση έλαβε γνώση για την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του Αιτητή, ήτοι ότι τα μέλη της οικογένειας του είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες την μέρα που συλλήφθηκε, ήτοι στις 16/02/2026 ».

 

Καταρχάς και πάρα τη θέση του αιτητή ότι οι καθ΄ων η αίτηση είχαν ενημερωθεί για τις οικογενειακές του περιστάσεις και δη για την ύπαρξη των εξαρτώμενων μελών της οικογένειας του και το καθεστώς παραμονής που διέπει τα τέκνα και τη συμβία του, μέσω της επιστολής εξουσιοδοτημένου δικηγόρου εκ μέρους του Cyprus Refugee Council ημερομηνίας 6.6.2026, εντούτοις η εν λόγω επιστολή δεν εντοπίζεται στα Τεκμήρια 1 και 2. Με δεδομένο ότι δεν επιχειρήθηκε από την πλευρά του αιτητή η προσαγωγή μαρτυρίας προκειμένου να διαφανεί ότι πράγματι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε προς τους καθ΄ων η αίτηση, ως η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 6.6.2026, κατά πάγια νομολογιακή αρχή, τα όσα ο αιτητής ισχυρίζεται σε σχέση με την προγενέστερη γνώση των καθ΄ων η αίτηση κατ΄ επίκληση της ρηθείσας επιστολής δεν μπορούν να αποτελέσουν  μαρτυρία και να αποδείξουν πραγματικά γεγονότα (Αρχή Τηλεπικοινωνίων Κύπρου v Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 36/2021, ημερομηνίας 15/10/24) Θεοφάνους v Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 142/19, ημερομηνίας 25/1/24).

Εντούτοις παρά τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται ευθέως από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης (ερυθρό  65 Τεκμηρίου 1) ότι ο αιτητής κατά το χρόνο σύλληψης του ρητώς ανέφερε στον αστυνομικό της ΥΑΜ το γεγονός την ύπαρξη της εγκυμονούσας συζύγου του, ως ο αιτητής την κατονομάζει.

 

Τα πιο πάνω, δεν θα μπορούσαν να μην ιδωθούν σε συνάρτηση με το καθοριστικό και καθόλα παραδεκτό γεγονός ότι τόσο η συμβία του αιτητή και μητέρα των ανήλικων τέκνων του αιτητή όσο και τα τέκνα αυτού  διατηρούν αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία αφού κατόπιν αιτήσεως της συμβίας του αιτητή έχουν αναγνωριστεί ως πολιτικοί προσφυγές. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται από την ίδια την επιστολή του Τμήματος ημερομηνίας 19.2.26 (ερυθρό 41 Τεκμηρίου 1)δια της οποίας και μετά την έκδοση, πλέον, των προσβαλλόμενων αποφάσεων ζητήθηκε η συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και στην οποία ρητώς καταγράφεται η ύπαρξη των δυο ανήλικων τέκνων του αιτητή καθώς και ότι στη μητέρα αυτών έχει παραχωρηθεί στις 23.9.2024 καθεστώς αναγνωρισμένου πρόσφυγα. Το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός επίσης επιβεβαιώνεται και από τα ερυθρά 103-101 του Τεκμηρίου 1 τα οποία συνιστούν έγγραφα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την εν λόγω αλλοδαπή.

Στη βάση των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν φαίνεται να απασχόλησε πράγματι και να διερευνήθηκε η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και δη η ύπαρξη των ανήλικων τέκνων και της μητέρας των τέκνων του και συμβίας του αιτητή σε συνάρτηση πάντοτε με το καθεστώς παραμονής τους στη Δημοκρατία καθώς και με τα όσα ο αιτητής ανέφερε κατά τη σύλληψη του. Μάλιστα, προς αυτή την κατεύθυνση, παρατηρώ ότι ούτε και στην  επιστολή της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια ημερομηνίας 16.2.2026, όπου εκτίθεται το ιστορικό του αιτητή και υποβάλλεται εισήγηση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν διενεργείται οποιαδήποτε έστω αναφορά στην οικογενειακή κατάσταση του αιτητή. Τούτο όμως και υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω (Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025) Israel Maweja v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ ΑΡ. 14/25, ημερομηνίας 15/9/25) επιβάλετο ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ.105 και δη να λάβει χώρα η εξέταση των εν λόγω δεδομένων, λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων του αιτητή και της οικογενειακής ζωής με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας .

 

Οφείλω δε να επισημάνω ότι διαφορετική θα ήταν η κατάληξη εάν δεν υφίστατο αυτοτελές δικαίωμα παραμονής των μελών της οικογένειας του αιτητή, το οποίο συνιστά γεγονός το οποίο εν προκειμένω είναι παραδεκτό ότι υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων αποφάσεων, ώστε να αποκαλύπτεται εξ αντικειμένου ελλιπής έρευνα και το ενδεχόμενο πλάνης σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα να μην μπορεί να αποκλειστεί.  Είναι δε για τους πιο πάνω λόγους που η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι οι καθ΄ων η αίτηση έλαβαν γνώση για πρώτη φορά για την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση και δη ότι τα μέλη της οικογένειας του αιτητή είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες την ημέρα που ο αιτητής  συλλήφθηκε, ήτοι στις 16.2.2026 ουδόλως θα μπορούσε εν προκειμένω να αναιρέσει την υποχρέωση για ορθή διερεύνηση και ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ.105.

 

Δεν παραβλέπω ότι μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ζητήθηκαν οι απόψεις των καθ΄ ύλην αρμόδιων Υπηρεσιών, τούτο ωστόσο αφορά σε ενέργεια εκτός του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των επίδικων αποφάσεων. Εν πάση περιπτώσει οι απόψεις αυτές, ως ήδη έχει επισημανθεί, δεν είχαν ληφθεί μέχρι την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης.

 

Το άρθρο 18ΟΖ του  Κεφ. 105 προνοεί τα ακόλουθα:

«18ΟΖ. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη –

 

(α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και

 

(β) την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και

 

(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.»

 

Συνεπώς και υπό τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης επιβάλλεται η επανεξέταση προς εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 ΟΖ του Κεφ. 105, αφού δε πρώτα ληφθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.

 

Κατά συνέπεια, η προσφυγή επιτυγχάνει και τα προσβαλλόμενα διατάγματα ακυρώνονται με έξοδα €1400 πλέον ΦΠΑ υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.

 

Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ. 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο