SUHEL DEWAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 346/2026, 9/6/2026
print
Τίτλος:
SUHEL DEWAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 346/2026, 9/6/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

 

(Υπόθεση Αρ. 346/2026)

 

9 Ιουνίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                SUHEL DEWAN                                                                                              Αιτητής

                                                 ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.5.2026 ΓΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

Π. Πιερίδης, για Αιτητή

Ι. Κοτζιάπασιη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε στις 9.4.2026, την προσφυγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, δια της οποίας ζητεί-

«Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή δήλωση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 11/3/26, με την οποία ανακηρύττουν και/ή δηλώνουν τον αιτητή ως απαγορευμένο μετανάστη είναι άκυρη, παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

B. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 11/3/26, για την έκδοση διατάγματος κράτησης εναντίον του Αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

 

Γ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 11/3/26 με την οποία εκδόθηκε διάταγμα απέλασης εναντίον του αιτητή, είναι άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.

 

Δ. Διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή».

 

Εκκρεμούσης της διαδικασίας, και ενώ οι καθ’ ων η αίτηση είχαν καταχωρήσει ένσταση επί της αιτήσεως ακυρώσεως, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, δια της οποίας εξαιτείται-

 

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο δίδεται άδεια για προσαγωγή της μαρτυρίας του αιτητή Suhel Dewan που παρατίθεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Μ. Π. που συνοδεύει την παρούσα αίτηση.

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο δίδεται άδεια για προσαγωγή της έγγραφης μαρτυρίας η οποία παρατίθεται ως Τεκμήρια Α, Β, Γ στην προτιθέμενη ένορκη δήλωση του αιτητή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Μ. Π. που συνοδεύει την παρούσα αίτηση.».

 

Το δε «Τεκμήριο 1», που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, η οποία συνίσταται σε ένορκη δήλωση του ιδίου του αιτητή («η προτεινόμενη ένορκη δήλωση»): στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επισυνάπτονται ως τεκμήρια προς προσαγωγή, τρία έγγραφα (Α, Β και Γ), στα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω.

 

Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μ. Π., σύμβουλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή στην παρούσα διαδικασία, ο οποίος δηλώνει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωσή του, γνωρίζει δε αυτός τα γεγονότα της υπόθεσης από τη μελέτη του σχετικού φακέλου, αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο του αιτητή.

 

Όπως αναφέρει ο ομνύων, καθίσταται αναγκαία η προσαγωγή της σκοπούμενης μαρτυρίας λόγω των όσων αναφέρονται στα επίδικα διατάγματα ως βάση έκδοσής τους, αλλά και επειδή απουσιάζουν από τον διοικητικό φάκελο ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή (ύπαρξη συμβίας και δυο τέκνων), τα οποία ο αιτητής είχε θέσει ενώπιον της Διοίκησης και δη στον Αστυνομικό που προέβη στη σύλληψή του. Συνεπώς, η προσκόμιση της σκοπούμενης μαρτυρίας αφορά σε γεγονότα που είναι σχετικά και προϋπήρχαν της επίδικης απόφασης και είναι αναγκαία προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει ορθά τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης περί εμφιλοχώρησης πλάνης, μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και πάσχουσας και/ή ελλιπούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης. Αντίθετα, σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα, στη βάση του ελλιπούς διοικητικού φακέλου, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι ισχυρισμοί του αιτητή. Επομένως, είναι ορθό και προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης όπως η αίτηση γίνει αποδεκτή και εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

 

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προτεινόμενη ένορκη δήλωση, ο αιτητής ζητεί όπως προσαγάγει ως μαρτυρία μαζί με αυτήν, τα ακόλουθα συνημμένα έγγραφα:

 

1.Τεκμήριο Α: πιστοποιητικό γέννησης της κόρης του αιτητή, ημερομηνίας 14.7.2020 και πιστοποιητικό γέννησης του υιού του αιτητή, ημερομηνίας 31.10.2022, μαζί με δυο σχετικές βεβαιώσεις φοίτησης·

 

2.Τεκμήριο Β: τίτλος ιδιοκτησίας ακίνητης ιδιοκτησίας επ’ ονόματι του αιτητή·

3. Τεκμήριο Γ: Επιστολή της δικηγόρου του αιτητή προς τους καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 26.2.2026, για την εκ νέου έγκριση άδειας διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία και ακύρωση των αρχικώς εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.

 

Οι θέσεις που προβάλλει ο δικηγόρος του αιτητή, συνοψίζονται στον ισχυρισμό ότι, με την επιδιωκόμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, επιδιώκεται η προσκόμιση στοιχειωδών γεγονότων, «που αποδεικνύουν τους λόγους ακύρωσης που επικαλείται, ήτοι μη τήρηση του Κανονισμού 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972), μη ορθή εφαρμογή του 18ΟΗ(5) του Κεφ. 105, παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 18ΟΖ, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής και συνεπώς το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε σε λανθασμένη βάση, χωρίς τη δέουσα έρευνα, έχοντας πλάνη περί τα πράγματα, και ενώ μπορούσαν να επιβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα».

 

Περαιτέρω, κατά τον κ. Πιερίδη, η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία είναι σχετική και περιορίζεται στο θέμα της εγκυρότητας του επίδικου διατάγματος κράτησης, η νομιμότητα του οποίου δεν μπορεί να αποδειχθεί μόνον από την αξιολόγηση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, καθότι αυτός περιέχει αναληθή γεγονότα και/ή δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα. Σε περίπτωση δε που δεν εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο δεν θα γνωρίζει τα αληθή γεγονότα, προκειμένου να διαγνώσει την πλάνη που εμφιλοχώρησε στην κρίση της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, η οποία ενήργησε χωρίς την προηγούμενη δέουσα έρευνα και δη ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή. Περαιτέρω, η επιδιωκόμενη μαρτυρία είναι απαραίτητη για να καταδειχθεί ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν εφάρμοσαν ορθά το άρθρο 18ΟΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105,) αμελώντας να παραχωρήσουν προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης για κατάλληλο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της περίπτωσης.

 

Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η επιδιωκόμενη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν ήταν ενώπιον του αποφασίζοντος οργάνου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε και είναι σχετική ή αποδεικτική οποιουδήποτε γεγονότος κατά τρόπο που να τεκμηριώνει επαρκώς τους δικογραφημένους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης και, επομένως, δεν βοηθά στη διαδικασία για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Αντίθετα, κατά την κα Κοτζιάπασιη, με την σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, επιδιώκεται, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, η διαφοροποίηση και/ή αλλοίωση των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, ο οποίος και συνιστά το μόνο νόμιμο υπόβαθρο της απόφασης αυτής.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Φ. Χ., δικηγόρου στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει  τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από μελέτη του σχετικού φακέλου και από συμβουλή που έλαβε από την δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, ενώ είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Αφού αναφέρεται εν συντομία στο ιστορικό της υπόθεσης, ο ομνύων δηλώνει ότι, με την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκεται ανεπίτρεπτη προσαγωγή μαρτυρίας και/ή η ανεπίτρεπτη διαφοροποίηση και/ή μεταβολή και/ή προσθήκη νέων στοιχείων στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Προβάλλονται, συναφώς, ισχυρισμοί παρόμοιοι με αυτούς που έχουν προεκτεθεί και περιέχονται στην καταχωρηθείσα ένσταση επί της αιτήσεως.

 

Οι πιο πάνω θέσεις αναπτύσσονται, με αναφορά σε σχετική νομολογία, και στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση.

 

Έχω εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, είτε υπέρ είτε κατά της βασιμότητας της υπό εξέταση αίτησης, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη τις επίδικες πράξεις, τους σχετικούς προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται στην προσφυγή, αλλά και τα γεγονότα της περίπτωσης.

 

Υπενθυμίζω, εν πρώτοις, ότι η νομολογία  αντιμετωπίζει τις αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας με εξαιρετική φειδώ, επιβεβαιώνουσα το γνωστό κανόνα ότι το ακυρωτικό Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και ουδέποτε υπεισέρχεται σε διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων ή στην αξιολόγηση των δεδομένων από πλευράς πραγματικών στοιχείων, ούτε  βέβαια προβαίνει σε κρίση επί αντικρουόμενων θέσεων (Κωνσταντίνος Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 529/2009, ημερ. 25.2.2011, Φώτης Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 52/2009, ημερ. 30.12.2010).

 

Πρωταρχικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεδομένου του εξεταστικού χαρακτήρα της ακυρωτικής διαδικασίας, είναι η σχετικότητα της μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία είναι εύλογα σχετική και αποδεικτική οποιουδήποτε επίδικου θέματος (Petrolina Ltd κ.α. v. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Υποθ. Αριθ. 223/2000, ημερ. 4.4.2002, Ζαρβός ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 106, Kyriakides v. Republic, 1 RSCC 66).  Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων μπορεί να τεκμηριώσει ισχυρισμό αναφορικά με οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992, Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Επιπρόσθετα, η έγκριση του αιτήματος για προσαγωγή μαρτυρίας θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (Tasni Enviro Ltd και Telmen Ltd ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 862/2005, ημερ. 26.6.2008).

 

Ταυτόχρονα, έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί το ανεπιθύμητο της διαφοροποίησης, αλλοίωσης ή μεταβολής των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, και το οποίο πηγάζει από τη φύση της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και από τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προσαγωγή μαρτυρίας που διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη, προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης, το οποίο συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασης και, ως εκ τούτου, πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο διοικητικός φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549 και Ράφτη κ.α. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Αν δε τα στοιχεία ενώπιον του διοικητικού οργάνου είναι ασαφή, η αποσαφήνισή τους δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, αλλά στο ίδιο το διοικητικό όργανο, που έχει και την ευθύνη για την αξιολόγησή τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91 ημερ. 24.9.92 και Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 317, 325).

 

Περαιτέρω, έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί ότι «όταν εγείρεται θέμα ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, τα ζητήματα αυτά πρέπει αποκλειστικά να αποφασίζονται με βάση το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων και αποδοχή μαρτυρίας για τα ζητήματα αυτά δυνατό να διαφοροποιήσει, αλλοιώσει ή μεταβάλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη και τέτοια πορεία δεν τυγχάνει της επιδοκιμασίας της νομολογίας» (Δημοκρατία ν. D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, Α.Ε. 125/14, ημερ. 13.7.2015, Μ. Σχίζα ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 691/2002, ημερ. 16.9.2004).

 

Όλες οι πιο πάνω νομολογιακές κατευθυντήριες, είχαν διατυπωθεί προηγουμένως στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 507, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα (βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Antoniou v. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). To θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,

 

"...ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του." (βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 ΑA.Δ. 145,162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Δ.Δ. 335).

 

Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 ΑΑΔ. 549).

 

Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για  την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως (βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)».

 

 

Εν προκειμένω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της επιδιωκόμενης προς προσαγωγή μαρτυρίας, κρίνω, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και δεν μπορεί να επιτραπεί η προσκόμιση της μαρτυρίας που ζητεί ο αιτητής.

 

Εν πρώτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του αιτητή που περιέχεται στην παράγραφο 4 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης και σύμφωνα με τον οποίο ο αιτητής, κατά τη σύλληψή του, στις 22.2.2026, ανέφερε στον αστυφύλακα που τον συνέλαβε ότι είναι πατέρας δυο παιδιών, δείχνοντάς του και τα σχετικά πιστοποιητικά γέννησης. Όπως προκύπτει από την επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (ΥΑΜ), ιδίας ημερομηνίας (παράρτημα 10 στο δικόγραφο της ένστασης), ο αιτητής δεν ανέφερε, κατά το χρόνο σύλληψής του, σε οποιοδήποτε μέλος της ΥΑΜ οτιδήποτε περί της ύπαρξης ανήλικων εξαρτώμενων προσώπων. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου της νομιμότητας που υπάρχει υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, το οποίο και δεν έχει ανατραπεί, αλλά και υπό το φως της σχετικής νομολογίας, σύμφωνα με την οποία πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία, αποτελεί ο διοικητικός φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο, ιδιαίτερα όταν εγείρεται θέμα ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα (Ρούσος, ανωτέρω, Ράφτη, ανωτέρω, D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, ανωτέρω), η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, τόσο τα δυο πιστοποιητικά γέννησης όσο και οι δυο βεβαιώσεις φοίτησης που περιέχονται ως «Τεκμήριο Α» στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, βρίσκονται καταχωρημένα στον διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1» κατά την ακρόαση της αίτησης (σελιδ. αρ. 143-140), ενώ επισυνάπτονται και στην αίτηση ακυρώσεως. Πάντως, δεν μπορώ παρά να τονίσω ότι εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στο πρώτο εκ των εν λόγω δυο πιστοποιητικών, αναφέρεται ως ημερομηνία γέννησης του ανηλίκου τέκνου η 7.7.2020, ενώ, σύμφωνα με τα ενώπιον μου γεγονότα, στη συνέχεια, στις 3.8.2020, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Την ίδια ώρα που η μητέρα των δυο παιδιών, σύμφωνα και με το όνομα που αναγράφεται στα πιστοποιητικά, κατάγεται από το Μπαγκλαντές.

 

Περαιτέρω, στον διοικητικό φάκελο (βλ. σελιδ. αρ. 139), εντοπίζεται και το πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο επιθυμεί να προσκομίσει ως μαρτυρία ο αιτητής («Τεκμήριο Β» στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση). Επιπρόσθετα, το ίδιο πιστοποιητικό επισυνάπτεται και στην αίτηση ακυρώσεως. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, το εν λόγω πιστοποιητικό κρίνεται καθόλα άσχετο με τα επίδικα θέματα της προσφυγής και δεν θα μπορούσε, ούτως ή άλλως, να προσθέσει οτιδήποτε στην επιχειρηματολογία του συνηγόρου του αιτητή ούτε και να ενισχύσει τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται.

 

Τέλος, και η επιστολή ημερομηνίας 26.2.2026 («Τεκμήριο Γ» στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση) βρίσκεται στον διοικητικό φάκελο (σελιδ. αρ. 138-136), αλλά και ως συμημμένο Γ στην αίτηση ακυρώσεως, ενώ, πέραν τούτου, είναι ξεκάθαρο από το υπηρεσιακό σημείωμα ημερομηνίας 30.3.2026 (παράρτημα 12 στο δικόγραφο της ένστασης), το οποίο υποβλήθηκε στην Διευθύντρια του Τμήματος, ότι γίνεται σε αυτό ρητή και συγκεκριμένη αναφορά στην εν λόγω επιστολή, η οποία, συνεπώς, και λήφθηκε υπόψη στη διαμόρφωση της τελικής κρίσης των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή όπως (α) τού επιτραπεί η υποβολή αίτησης για εγγραφή και διαμονή ως πρώην σύζυγου Ευρωπαίας πολίτη, (β) ακυρωθούν τα αρχικώς εκδοθέντα διατάγματα κράτησης και απέλασής του και (γ) εγκριθεί η άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία.

 

Ως εκ των πιο πάνω, η αιτούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η υπό κρίση αίτηση κρίνεται απορριπτέα.

 

Το κατά πόσον οι καθ’ ων η αίτηση ορθά και νόμιμα εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες πράξεις, είναι θέμα που θα κριθεί στο πλαίσιο εξέτασης της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται, με βάση το υλικό του οικείου διοικητικού φακέλου και τα στοιχεία που είχε ενώπιον της η Διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης.

 

Κατά συνέπεια, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της προσφυγής.

 

Η προσφυγή ορίζεται για περαιτέρω οδηγίες στις 11.6.2026 και ώρα 10.00 π.μ..

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο