VIOLETTA VAKHNINA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 432/19, 22/6/2026
print
Τίτλος:
VIOLETTA VAKHNINA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση αρ. 432/19, 22/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 432/19

22 Ιουνίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 146, 28 και 29 του Συντάγματος.

 

Μεταξύ:

VIOLETTA VAKHNINA

Αιτήτρια,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Καθ’ ου η αίτηση.

------------

 

Β. Παντελή (κα), για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για αιτήτρια.

Κ. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία της κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 08.01.2019[1] και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.

 

Η αιτήτρια, υπήκοος Ρωσίας και γεννηθείσα το 1990, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία την 01.06.2002 με τη μητέρα της.  Μέχρι τις 25.09.2009 ανανεωνόταν διαδοχικά η άδεια παραμονής της ως εξαρτώμενη της μητέρας της, η οποίας εργαζόταν στην Κύπρο.  Στις 21.09.2009 αιτήθηκε για άδεια παραμονής ως φοιτήτρια, άδεια η οποία της χορηγήθηκε και ανανεωνόταν διαδοχικά μέχρι τις 30.06.2012.  Στις 26.06.2012 αιτήθηκε και εξασφάλισε άδεια παραμονής ως επισκέπτρια μέχρι τις 30.06.2013.

 

Στις 28.09.2011 η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση , στο πλαίσιο εξέτασης της οποίας λήφθηκαν υπόψη, εκτός από τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, πληροφορίες και απόψεις από τα αρμόδια Τμήματα και Υπηρεσίες και τα όσα η ίδια ανέφερε σε τηλεφωνική συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στις 25.06.2018.  Η λειτουργός που πραγματοποίησε τη συνέντευξη, αφού κατέγραψε τις απαντήσεις της αιτήτριας στις διάφορες ερωτήσεις που τις υποβλήθηκαν, κατέληξε στα ακόλουθα, τα οποία καταγράφονται στο σχετικό Έντυπο Προσωπικής Συνέντευξης:

 

«ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΧΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΑΕΥΣΗΣ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΛΕΓΧΟ ΣΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ARS ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ, ΔΙΑΦΑΝΗΚΕ ΟΤΙ ΑΠΟ ΤΟ 2013 ΖΕΙ ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ (ΕΡ. 309, 279-277). ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΖΕΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ. ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΑΠΟ ΤΑ 12 ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑ, ΔΕ ΜΙΛΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΘΩΣ ΦΟΙΤΟΥΣΕ ΣΕ ΡΩΣΙΚΟ-ΑΓΓΛΙΚΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ΕΡ. 290).  ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ, ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΥ ΕΙΧΑΜΕ ΕΞΕΦΡΑΣΕ ΤΗΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ, ΟΙ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΣΤΑΔΙΟ, ΑΦΟΥ ΜΕΝΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ».

Με επιστολή, ημερομηνίας 08.01.2019, η αιτήτρια πληροφορήθηκε ότι ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε την αίτησή της καθότι κρίθηκε ότι δεν πληροί την προϋπόθεση 1(δ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(I)/2002, εφεξής ο «Νόμος»), εφόσον δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η πρόθεσή της για μόνιμη παραμονή στη Δημοκρατία.

 

Στις 22.03.2019 η αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή.  Οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση, στην οποία επισημαίνουν ότι στο ανωτέρω Έντυπο Προσωπικής Συνέντευξης, εκ παραδρομής, αναφέρθηκε ότι η αιτήτρια είναι κάτοχος άδειας μετανάστευσης.  Τούτο καθότι η αιτήτρια αιτήθηκε μεν στις 12.06.2012 την έκδοση άδειας μετανάστευσης, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε, πλην όμως παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της εν λόγω άδειας. 

 

Ειδικότερα, με επιστολή ημερομηνίας 11.06.2013 (Παράρτημα 5 στην Ένσταση) η αιτήτρια πληροφορήθηκε πως, με βάση τις πρόνοιες των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, εγκρίθηκε η αίτησή της για άδεια μετανάστευσης κατηγορίας ΣΤ.  Κλήθηκε δε όπως προσέλθει στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για να υποβάλει το διαβατήριό της και το νενομισμένο τέλος για την έκδοση της άδειας μετανάστευσης, υποχρέωση με την οποία δεν συμμορφώθηκε.  Με την εν λόγω επιστολή της επισημάνθηκε επιπλέον πως η εγκριθείσα άδεια μετανάστευσης θα ακυρωθεί αυτοδικαίως σε περίπτωση που δεν αποκτήσει μόνιμη διαμονή στην Κύπρο εντός ενός έτους από την ημερομηνία της επιστολής ή σε περίπτωση που αποκτήσει μόνιμη διαμονή σε άλλη χώρα ή παραμείνει εκτός της Δημοκρατίας για περίοδο 2 ετών.

 

Διά της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου της η αιτήτρια προωθεί ως πρώτο λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης για απόρριψη της αίτησής της για πολιτογράφηση τον ισχυρισμό ότι ο καθ’ ου η αίτηση υπερέβη τα όρια της διακριτικής του εξουσίας λαμβάνοντας υπόψη εξωγενή γεγονότα, ήτοι ότι η αιτήτρια, κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησής της, βρισκόταν στη Ρωσία όπου εργαζόταν και διέμενε με τη γιαγιά της, γεγονός το οποίο, κατά την εισήγηση, δεν οφείλεται στην ίδια αλλά στην καθυστέρηση εξέτασης της αίτησής της.  Θεωρεί δε η αιτήτρια πλημμελή την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του καθ’ ου η αίτηση και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ανεπίτρεπτα τέθηκε το βάρος απόδειξης της προϋπόθεσης 1(δ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρο 111 του Νόμου (πρόθεση διαμονής στη Δημοκρατία) σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.  Επισημαίνοντας ότι ο Νόμος δεν καθορίζει ως προϋπόθεση ή υποχρέωση ενός αιτητή τη διαμονή στη Δημοκρατία μέχρι την εξέταση της αίτησής του για πολιτογράφηση, διατείνεται περαιτέρω ότι πεπλανημένα και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης λήφθηκε υπόψη ως παράγοντας απόρριψης της αίτησής της το γεγονός ότι μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της τον Ιούνιο του 2023 αναχώρησε από τη Δημοκρατία και δεν επέστρεψε μέχρι να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση επί της αίτησής της.

 

Για τους ίδιους λόγους η αιτήτρια, με τους λοιπούς λόγους ακύρωσης που προωθεί, θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, έχει ληφθεί υπό ουσιώδη πραγματική και νομική πλάνη, χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και χωρίς επαρκή και σαφή αιτιολογία.  Ο καθ’ ου η αίτηση, κατά τη θέση της, αξιολογώντας την πρόθεσή της για μόνιμη διαμονή στη Δημοκρατία, δεν έλαβε υπόψη ότι η μητέρα της διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία, έχοντας αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος κατόπιν αγοράς ιδιόκτητης κατοικίας, και επιπλέον έχει υποβάλει και η ίδια αίτηση για πολιτογράφηση.  Επιπρόσθετα, δεν λήφθηκε υπόψη ότι η αιτήτρια δεν έχει πλέον δεσμούς με τη χώρα καταγωγής της, αφού ο πατέρας της έχει αποβιώσει και η ίδια από την ηλικία των 12 ετών βρίσκεται στην Κύπρο, όπου και σπούδασε.  Η δε αιτιολογία για την απόρριψη της αίτησής της δεν δικαιολογείτο από το σύνολο των διαθέσιμων για την ίδια προσωπικών δεδομένων.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος του καθ’ ου η αίτηση, παραπέμποντας στην ισχύουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο νομοθεσία, σε σχετική νομολογία ως προς τη φύση της πολιτογράφησης, η οποία άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του Υπουργού για έγκριση μίας αίτησης πολιτογράφησης έστω κι αν ο υπήκοος τρίτης χώρας πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου, αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας όλων των ουσιωδών γεγονότων και καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού.  Επιπλέον ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, με την αιτιολογία να συμπληρώνεται από τον διοικητικό φάκελο.  Η δε αιτήτρια απέτυχε, κατά την εισήγηση, να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης.

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρήματα, επισημαίνεται καταρχάς ότι ούτε το νομικό πλαίσιο που διέπει θέματα πολιτογράφησης, ούτε η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών και το κυριαρχικό δικαίωμα της Δημοκρατίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος αμφισβητούνται.

 

Οι σχετικές αρχές, όπως ερμηνεύθηκαν και αναλύθηκαν από τη νομολογία, συνοψίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφαση Ahmed Ali Nastrat Abdallah v Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 5/21, ημερ. 11.02.2026.  Στην απόφαση επαναλαμβάνεται ότι το άρθρο 111 του Νόμου παρέχει σε αλλοδαπό το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση, αλλά όχι το απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης, εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξη καλής πίστης.  Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι όταν η διακριτική ευχέρεια ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση.  Το δε τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου και η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη Διοίκηση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, που μπορεί να επέμβει μόνο αν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία στο σύνολό τους, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της Διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή τον Νόμο, ή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα.

 

Εν προκειμένω το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του καθ’ ου η αίτηση δεν έχει ανατραπεί.

 

Πλην, όμως, σε συμφωνία με την ευπαίδευτη δικηγόρο της αιτήτριας, διαπιστώνω ουσιώδη πλάνη κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά ρητή μάλιστα παραδοχή στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.  Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο καθ’ ου η αίτηση αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας για τον μοναδικό λόγο ότι δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η πρόθεσή της για μόνιμη παραμονή στη Δημοκρατία.  Η εν λόγω κρίση στηρίχθηκε στο σημείωμα της λειτουργού που πραγματοποίησε τη συνέντευξη στην αιτήτρια, στο οποίο αναφέρεται εσφαλμένα ότι αυτή, παρά το γεγονός ότι κατείχε άδεια μετανάστευσης, εντούτοις από το 2013 ζει και εργάζεται στη Ρωσία.  Ενώπιον, δηλαδή, του Υπουργού τέθηκε ως δεδομένο ένα πεπλανημένο γεγονός, ήτοι ότι η αιτήτρια κατείχε άδεια μετανάστευσης και εντούτοις επέλεξε να φύγει από τη Δημοκρατία, γεγονός το οποίο ουσιωδώς επηρέασε την κρίση περί μη απόδειξης της πρόθεσης για μόνιμη παραμονή στη Δημοκρατία.

 

Δεν παραγνωρίζω τη διευκρίνιση της ευπαίδευτης δικηγόρου του καθ’ ου η αίτηση ότι η αιτήτρια αιτήθηκε μεν στις 12.06.2012 την έκδοση άδειας μετανάστευσης, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε, πλην όμως η ίδια παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της εν λόγω άδειας.  Δεν εναπόκειται, όμως, στο Δικαστήριο να αξιολογήσει την εν λόγω παράλειψη της αιτήτριας και να ασκήσει πρωτογενώς κρίση ως προς το ποια θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, η απόφαση του Υπουργού εάν είχαν τεθεί ενώπιόν του τα ορθά δεδομένα, ήτοι ότι η αιτήτρια δεν ήταν κάτοχος άδειας μετανάστευσης αλλά αναχώρησε από τη Δημοκρατία το 2013, όταν έληξε η άδεια παραμονής της ως επισκέπτρια.

 

Στην απόφαση Cyfield Development Public Limited v Δήμου Λευκωσίας, ΕΔΔ αρ. 115/21, ημερ. 16.06.2026, επισημάνθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Ανάμεσα στους πολλούς λόγους έφεσης προβλήθηκε και ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα και στοιχεία που δεν ήταν ενώπιον των εφεσιβλήτων κατά τον χρόνο της προσβαλλόμενης απόφασης, […] και ότι προέβη σε πρωτογενή κρίση και αξιολόγηση, υποκαθιστώντας τη διοίκηση στο έργο της […]

 

Έχοντας υπόψη τα εκατέρωθεν επιχειρήματα ως προς τα ζητήματα αυτά, διαπιστώνουμε ότι η αντίληψη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε πλάνη και μάλιστα ουσιώδης, εφόσον η Αναθέτουσα Αρχή «έλαβε υπόψη της και/ή στηρίχθηκε σε πραγματικά και/ή υπαρκτά γεγονότα», με τον δέοντα σεβασμό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Σημασία δεν είχε το ποια γεγονότα ήταν υπαρκτά ή όχι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο προς υποστήριξη της επίδικης απόφασης, αλλά το ποια γεγονότα είχε τω όντι κατά νου και πώς τα αξιολόγησε το ίδιο το διοικητικό όργανο κατά τον χρόνο της απόφασης του. Διαφορετικά, σε κάθε τέτοια περίπτωση, τα ορθά ή υπαρκτά στοιχεία θα μπορούσαν να παρουσιάζονται εκ των υστέρων ενώπιον του δικαστηρίου, προς υποστήριξη της νομιμότητας της επίδικης απόφασης, το οποίο θα τα λαμβάνει υπόψη, θα τα αξιολογεί και τοιουτοτρόπως κατ' ανάγκη θα ενεργεί πρωτογενώς ως εάν να ήταν το διοικητικό όργανο. Τέτοια όμως θεώρηση αντίκειται στη θεμελιακή αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία «τα Δικαστήρια δεν υποκαθιστούν τη Διοίκηση στην αναζήτηση και στάθμιση των στοιχείων αυτών (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας [1929-1959], σελ. 185).» (βλ. σχετικά Lord Sheratons Reproductions Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Α.Ε. Αρ. 187/12, ημερ. 28.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:C112).

[…]

Όπως αποφασίστηκε από την Ολομέλεια στην υπόθεση Ιορδάνου ν. ΕΔΥ (1997) 3 ΑΑΔ 250 (απόφαση Κωνσταντινίδη, Δ.) όχι μόνο το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να προβεί σε διαμόρφωση πρωτογενούς δικαστικής κρίσης σε θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου, αλλ' ούτε και είναι επιτρεπτή η πιθανολόγηση ως προς το ποια θα μπορούσε να ήταν η κρίση του οργάνου αν προσέγγιζε το θέμα πάνω στην ορθή πραγματική του βάση, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα όπως αποκαλύπτονται από το διοικητικό φάκελο.».

 

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.  Υπέρ της αιτήτριας επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800, πλέον ΦΠΑ.

 

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.



[1] Σημειώνεται ότι στο αιτητικό της προσφυγής αναγράφεται, προφανώς εκ παραδρομής, ως ημερομηνία της επιστολής η 08.01.2018, αντί του ορθού 08.01.2019, ημερομηνία που φέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επισυνάπτεται ως Επισυνημμένο 4 στην προσφυγή.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο