ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 477/2026 (Κ))
30 Ιουνίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
RAJON ABDUS SOBHAN,
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Παναγιώτης Πιερίδης, για τον αιτητή.
Ραφαέλα Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Στις 12.5.2026, ο αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία προσβάλλει την νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 30.4.2026 με την οποία κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα την εναντίον του έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ίδιας ημερομηνίας.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που παρατίθενται στην Ένσταση, ο αιτητής είναι υπήκοος Μπαγκλαντές. Αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 4.2.2015 προκειμένου να φοιτήσει σε ιδιωτικό κολλέγιο. Προς τούτο, του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής, ως φοιτητής, η οποία είχε ισχύ μέχρι την 31.1.2016. Στις 12.2.2016 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία απερρίφθη στις 19.10.2016. Υπέβαλε στη συνέχεια αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, η οποία επίσης απερρίφθη στις 13.5.2022, ενώ πρώτη και δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε στη συνέχεια, απορρίφθηκαν, με την τελευταία να φέρει ημερομηνία 29.2.2024. Επί των υποβληθέντων αιτήσεων, θα επανέλθω στη συνέχεια, καθότι εγείρεται, εκ μέρους του αιτητή, ζήτημα μη λήψης γνώσης της τελευταίας εκδοθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Παρά τις προαναφερθείσες απορριπτικές αποφάσεις, ο αιτητής εξακολουθούσε να παραμένει στη Δημοκρατία. Στις 25.4.2026 εντοπίστηκε από μέλη της ΥΑΜ Λευκωσίας και μετά από έλεγχο που έγινε στα στοιχεία του, διαπιστώθηκε πως εναντίον του εκκρεμούσαν ανεκτέλεστα εντάλματα και τροχαίες παραβάσεις. Κατόπιν τούτου, συνελήφθη. Στις 29.4.2026, εξασφαλίστηκε από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας αναστολή δίωξης σε ό,τι αφορά τα εντάλματα και τις τροχαίες παραβάσεις και την ίδια μέρα, συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Ο ίδιος ανέφερε πως δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του.
Η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, κήρυξε τον αιτητή ως απαγορευμένο μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105 και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερομηνίας 30.4.2026, βάσει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία από τις 28.4.2024, όταν παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από την Δημοκρατία.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, υποστηρίζει πως προ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, δεν προηγήθηκε η ετοιμασία έκθεσης / εισήγησης από λειτουργό του Τμήματος Μετανάστευσης, που να προκύπτει επεξεργασία της έκθεσης της ΥΑΜ. Πρόσθετα, διατείνεται πως τα επίδικα διατάγματα έχουν εκδοθεί υπό λανθασμένη νομική βάση και υπό πλάνη, καθότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν εφάρμοσαν τις διατάξεις των άρθρων 8(1), 9Δ και 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με τα οποία, ο αιτητής έχει δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και διαμονής στη Δημοκρατία, αφού θεωρείται ως αιτητής ασύλου, για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμεί η επίδοση της απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου που υπέβαλε. Αυτό, διότι ουδέποτε, κατά τις εισηγήσεις, του επιδόθηκε η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου σε σχέση με το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και συνεπώς, τα επίδικα διατάγματα έχουν εκδοθεί βάσει λανθασμένου νομικού υποβάθρου. Διατείνεται πως η χειρόγραφη σημείωση πως η επιστολή που εστάλη στις 20.3.2024, δεν αποτελεί επαρκές αποδεικτικό στοιχείο επίδοσής της.
Κατά δεύτερον, ισχυρίζεται πως κατά τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΗ(1) του Κεφ. 105, η απόφαση επιστροφής εκδίδεται από την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης και αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Όπως υποστηρίζει ο αιτητής, στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχει προηγούμενη απόφαση επιστροφής, ούτε δόθηκε στον αιτητή χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης από τη Δημοκρατία.
Πρόσθετα, προβάλλεται η θέση πως δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κανονισμού 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972 και πως η πρώτη ενημέρωση που είχε σε σχέση με το καθεστώς του, ήταν στις 30.4.2026, με την επίδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
Τέταρτον, αποτέλεσε θέση του, πως η απόφαση απομάκρυνσής του, παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, λόγω του ότι εξακολουθεί να βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση που υπέβαλε για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, υποστήριξε τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτοντας όλους τους ισχυρισμούς του αιτητή. Υπέβαλε πως η έκθεση της ΥΑΜ, αποτελεί μέρος της αιτιολογικής βάσης των επίδικων διοικητικών πράξεων, αφού επί αυτής, παρατίθεται η υπογραφή της Διευθύντριας και συνεπώς, προκύπτει πως μελετήθηκε και εγκρίθηκε. Υποστηρίζει πως η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 20.2.2024 η οποία του κοινοποιήθηκε μέσω της επιστολής ημερομηνίας 20.3.2024, κατέστη εκτελεστή και πως η επιστροφή επιστολής ως αζήτητης, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επιπρόσθετη υποχρέωση στον αποστολέα της, ούτε προσδίδει υπεράσπιση στον παραλήπτη της. Σύμφωνα με τις θέσεις των καθ’ ων η αίτηση, ο αιτητής γνώριζε πως δεν είχε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία και πως κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ήταν παράνομος. Απορρίπτοντας τις θέσεις του σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, υπέδειξε πως ο αιτητής δεν εμπίπτει στην έννοια του αιτούντος διεθνούς προστασίας, αφού είχε ήδη πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας, η οποία εν τέλει απερρίφθη.
Στην απαντητική γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής προσθέτει
πως δεν προκύπτει ο τρόπος υπολογισμού της παράνομης παραμονής του από 28.4.2026 και πως αυτή η ημερομηνία είναι εσφαλμένη, ενώ υπέβαλε πως ουδέποτε έλαβε γνώση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, παραπέμποντας στο track and trace results στην ιστοσελίδα του ταχυδρομείου, για να καταδείξει πως η επιστολή, κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, ακόμα εκκρεμούσε για παράδοση, δεν κοινοποιήθηκε στον αιτητή και ως εκ τούτου, αυτή δεν κατέστη εκτελεστή. Σημειώνεται πως τα πιο πάνω αναφερόμενα, έχουν προσαχθεί ως μαρτυρία στο Δικαστήριο, με την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 15.6.2026.
Έχοντας παραθέσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, κρίνεται απαραίτητη, προς πλήρη αντίληψη των γεγονότων και των επίδικων ζητημάτων, λεπτομερής αναφορά σε όλα τα γεγονότα που περιέχονται στους διοικητικούς φακέλους, και κυρίως, στον φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε στη διαδικασία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, στις 12.2.2016, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Για το ραντεβού που είχε οριστεί προκειμένου να διεξαχθεί η προσωπική συνέντευξη, του είχε αποσταλεί επιστολή ημερομηνίας 13.7.2016, στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής, η οποία επιστράφηκε από το ταχυδρομείο ως αζήτητη. Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα η αίτηση να απορριφθεί ως σιωπηρώς αποσυρθείσα, αποτέλεσμα που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 25.10.2016 που επίσης ταχυδρομήθηκε στην (τότε) δηλωθείσα διεύθυνση, η οποία ομοίως, επιστράφηκε ως αζήτητη από τον αιτητή.
Ακολούθησε δεύτερο διάβημα από τον αιτητή. Το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, ημερομηνίας 19.4.2019. Ο φάκελος επανάνοιξε στις 25.4.2019. Ειδοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 19.1.2022, όπως προσέλθει για προσωπική συνέντευξη, η οποία ορίστηκε για τις 10.3.2022. Ο αιτητής δεν προσήλθε στην προγραμματισμένη συνέντευξη. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε το κλείσιμο του φακέλου του, απόφαση που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 13.5.2022, η οποία του απεεστάλη ταχυδρομικώς, στην δηλωθείσα διεύθυνση, στις 2.6.2022. Στην εν λόγω επιστολή περιλαμβανόταν και απόφαση επιστροφής στη χώρα του, βάσει των διατάξεων των άρθρων 16(Β)(1)(i) και 18(7Β)(α1) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο, παρέχοντάς του και χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση 7 ημερών, ως αυτό είχε αποφασίσει ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στις 29.3.2022.
Ακολούθησε και τρίτο διάβημα εκ μέρους του. Αυτή τη φορά, η υποβολή πρώτης μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ημερομηνίας 15.6.2022, η οποία επίσης απερρίφθη στις 17.8.2023, λόγω του ότι ο αιτητής δεν προσήλθε στο προγραμματισμένο ραντεβού για την προσωπική συνέντευξη που είχε οριστεί για τις 16.8.2023. Στην απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 17.8.2023, δόθηκε νέα προθεσμία 7 ημερών για οικειοθελή αναχώρηση από την Δημοκρατία, ενώ αναστάληκε τόσο η απόφαση επιστροφής, όσο και η οικειοθελής αναχώρηση, είτε μέχρι την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των 15 ημερών για άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΔΔΔΠ, είτε μέχρι την έκδοση πρωτόδικης απόφασης από το ΔΔΔΠ, στην περίπτωση που τέτοια προσφυγή ασκηθεί. Η εν λόγω απόφαση, περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 26.1.2024, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στον αιτητή στη δηλωθείσα διεύθυνση, στις 5.2.2024. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 και αυτή επιστράφηκε από το ταχυδρομείο, ως αζήτητη.
Ακολούθησε το τέταρτο διάβημα του αιτητή. Η υποβολή δεύτερης μεταγενέστερης αίτηση ασύλου, ημερομηνίας 12.2.2024. Αυτή τη φορά, δηλώθηκε από τον αιτητή νέα διεύθυνση διαμονής, η οδός Όθωνος 12, 1016 Λευκωσία, προσκομίζοντας και σχετικά αποδεικτικά διαμονής του στην εν λόγω διεύθυνση. Ο αιτητής ενημερώθηκε για την προγραμματισμένη συνέντευξη που θα ελάμβανε χώρα στις 29.2.2024, κατά την οποία και παρευρέθηκε. Την ίδια μέρα, η υποβληθείσα δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, απερρίφθη, με την απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 29.2.2024.
Όπως αναφέρεται στο σώμα της εν λόγω απόφασης ημερομηνίας 29.2.2024:-
«Κατόπιν εξέτασης της Έκθεσης-Εισήγησης, αποφασίζεται η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και η επιστροφή του αιτητή στο Μπαγκλαντές σύμφωνα με το άρθρο 13(2)(δ) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου 2000. Χορηγείται προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης από τη χώρα εντός επτά (7) ημερών από την επίδοση της απόφασης.
Κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης ή από τότε που τεκμαίρεται ότι ο αιτητής έλαβε γνώση, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος και το άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (73(Ι)/2018).
Η απόφαση επιστροφής και οικειοθελούς αναχώρησης αναστέλλονται είτε μέχρι την πάροδο άπρακτης της προαναφερόμενης προθεσμίας είτε μέχρι την έκδοση πρωτόδικης απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας σε περίπτωση καταχώρισης προσφυγής».
Η εν λόγω απόφαση περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 14.3.2024 που απεστάλη στον αιτητή με ταχυδρομείο στην νέα δηλωθείσα διεύθυνση, Όθωνος 12, 1016 Λευκωσία (ερυθρό 133 Τεκμηρίου 2), η οποία ταχυδρομήθηκε στις 20.3.2024. Σε αυτήν, γίνεται αναφορά στην απορριπτική κατάληξη που είχε και η εν λόγω αίτηση, ενώ του γνωστοποιείται και η τρίτη απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29.2.2024, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρέχοντας του χρόνο 7 ημερών για οικειοθελή αναχώρηση για την χώρα του. Όπως αναφέρεται, τόσο η απορριπτική απόφαση, όσο και η απόφαση επιστροφής, αναστέλλονται μέχρι την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για υποβολή προσφυγής ενώπιον του ΔΔΔΠ ή σε περίπτωση άσκησης τέτοιας προσφυγής, μέχρι την έκδοση απόφασης από το ΔΔΔΠ.
Σημειώνεται πως η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 14.3.2024, όπως προκύπτει από το ερυθρό 140 του Τεκμηρίου 2, επιστράφηκε στην Υπηρεσία Ασύλου, ως αζήτητη (ερυθρά 138-139).
Ο πρώτος ισχυρισμός που προωθείται από τον αιτητή, άπτεται της θέσης πως δεν προηγήθηκε της έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων οποιαδήποτε έκθεση ή επεξεργασία της έκθεσης της ΥΑΜ, ισχυρισμός που απορρίπτεται, λαμβανομένου υπόψη πως η εν λόγω έκθεση της ΥΑΜ, ημερομηνίας 29.4.2026 τέθηκε υπόψη της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης, η οποία ενυπογράφως την μελέτησε, ως διαφαίνεται από τη σελίδωση 68 του Τεκμηρίου 1. Δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη έκθεση από το Τμήμα Μετανάστευσης, αφ΄ ης στιγμής τα σχετικά γεγονότα που αφορούσαν τον αιτητή, περιέχονταν στην επιστολή της αρμόδιας Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, η οποία τέθηκε υπόψη της Διευθύντριας, προ της έκδοσης των επίδικων διοικητικών πράξεων.
Αποτέλεσε βασική θέση του αιτητή πως τα επίδικα διατάγματα έχουν εκδοθεί υπό πλάνη, καθότι ο ίδιος εξακολουθεί να θεωρείται αιτητής ασύλου και να έχει δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και παραμονής στη Δημοκρατία, για όσο χρονικό διάστημα εκκρεμεί η επίδοση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού κατά τις εισηγήσεις του, ουδέποτε ο ίδιος έλαβε γνώση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 14.3.2024.
Θα πρέπει να λεχθεί πως η διεύθυνση Όθωνος 12, 1016 Λευκωσία, στην οποία απεστάλη η επιστολή ημερομηνίας 14.3.2024, είναι η ορθή, όπως παραδέχθηκε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του και προκύπτει επίσης και από τα παραστατικά που ο ίδιος προσκόμισε προς την Υπηρεσία Ασύλου (ερυθρά 83-80 Τεκμηρίου 2) κατά την υποβολή της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης ασύλου ημερομηνίας 12.2.2024.
Συνεπώς, η επιστολή ημερομηνίας 14.3.2024, εστάλη στην ορθή διεύθυνση, με συστημένη επιστολή. Αυτό σημαίνει πως ο παραλήπτης της, λαμβάνει στην δηλωθείσα διεύθυνση ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής, προκειμένου να παρουσιαστεί στο ταχυδρομείο για να την παραλάβει. Στα ερυθρά 139 - 138 του Τεκμηρίου 2, περιέχεται η καρτέλα του ταχυδρομείου μαζί με τον φάκελο, με τα οποία επιστρέφεται η επιστολή ημερομηνίας 14.3.2024, με την ένδειξη «αζήτητο».
Επομένως, η επιστολή ημερομηνίας 14.3.2024, η οποία κατατέθηκε στο ταχυδρομείο στις 20.3.2024, όπως προκύπτει από την σφραγίδα “postal” επί του ερυθρού 133, Τεκμηρίου 2 αποστάληκε στην ορθή δηλωθείσα διεύθυνση προς τον αιτητή, αλλά, δεν αναζητήθηκε από τον ίδιο, ως η καταγράφει η ένδειξη «αζήτητη».
Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένης της ορθότητας της διεύθυνσης, διαπιστώνεται πως ο αιτητής έλαβε την ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής, συνεπώς γνώριζε για την επιστολή και αδιαφόρησε πλήρως για την τύχη της, εκδηλώνοντας, το λιγότερο που θα μπορούσε να λεχθεί, αμέλεια για την παραλαβή της ή και αδιαφορία για την τύχη της, συνθήκες υπό τις οποίες τεκμαίρεται πλήρης γνώση (Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ 481).
Παρά τα πιο πάνω, εντοπίζω, παράλληλα, εντός του Τεκμηρίου 2 στο ερυθρό 132, έντυπο τηλεφωνικής επικοινωνίας που επιχείρησε λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου να εντοπίσει τον αιτητή, σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες, ήτοι στις 4.3.2024, 6.3.2024 και 7.3.2024, κατά τις οποίες δεν υπήρχε οποιαδήποτε ανταπόκριση από το κινητό του τηλέφωνο.
Όπως έχω αναφέρει και στην Zoghib ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1055/2025(Κ), ημερομηνίας 31.10.2025, η οποία κρίθηκε επί όμοιων, με την παρούσα, γεγονότων:-
«Το λιγότερο που πρέπει να αναφερθεί είναι πως θα πρέπει να επιδεικνύεται η ανάλογη επιμέλεια και το ανάλογο ενδιαφέρον από τον εκάστοτε αιτητή ο οποίος αναμένει την έκδοση απόφασης, αλλά και το καθήκον να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των αρμοδίων υπηρεσιών. Δεν μπορεί να είναι ανεκτή συμπεριφορά που ενέχει σκοπό, είτε παράτασης των προθεσμιών, είτε αποφυγή λήψης μίας διοικητικής απόφασης, την οποία πιθανολογεί ως αρνητική ή απορριπτική.
Η ενέργεια της διοίκησης να ταχυδρομήσει την επιστολή στην ορθή διεύθυνση, αποστέλλοντας την, μάλιστα, με συστημένη επιστολή, κρίνεται πως απέσεισε από τους ώμους της το βάρος απόδειξης της αποστολής της και ήταν υποχρέωση του ίδιου του αιτητή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τους λόγους της μη παραλαβής της (Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 και HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(A) C.L.R 52). Τούτο, καίτοι έλαβε ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής και δεν παρουσιάστηκε να την παραλάβει και αφετέρου, ο ίδιος ειδοποιήθηκε από την λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου πως η απόφαση είχε εκδοθεί και εντούτοις, δεν παρουσιάστηκε στο προγραμματισμένο ραντεβού για την, δια ζώσης, λήψη της».
Σχετικά είναι και τα όσα κρίθηκαν στην Ali ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 77/2015, ημερομηνίας 7.4.2015, ECLI:CY:AD:2015:D261, με αναφορά και στα κριθέντα στην Odikadze ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 2052/2006, ημερομηνίας 8.8.2008, όπου κρίθηκε, υπό αυτές τις περιστάσεις, πως οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να ενημερώσουν τον αιτητή για την απόφαση που είχε εκδοθεί επί της αίτησής του και πως από την ημερομηνία της ειδοποίησης της συστημένης ειδοποίησης, μπορούσε να του καταλογιστεί γνώση, ανεξάρτητα από τα εάν ο ίδιος επέλεξε να αδιαφορήσει για την παραλαβή της.
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω πως η διοίκηση εξάντλησε όλες τις ενέργειες στις οποίες όφειλε να προβεί για την γνωστοποίηση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου προς τον αιτητή και η αδιαφορία που επέδειξε, δεν μπορεί να προσμετρήσει υπέρ του, αποδίδοντάς του οποιοδήποτε όφελος.
Ανεξαρτήτως όμως τούτου, η απορριπτική αυτή απόφαση ημερομηνίας 14.3.2024, αποτελούσε το τέταρτο, σε σειρά, διάβημα που έλαβε ο αιτητής και την υποβολή δεύτερης, σε σειρά, μεταγενέστερης αιτήσεως ασύλου. Ουσιαστικά, ο αιτητής διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από τότε που απερρίφθη η αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του, ήτοι από την 13.5.2022, απόφαση την οποία έλαβε ο αιτητής, κατά το ερυθρό 48 του Τεκμηρίου 2 (Ε.Δ.Δ. 8/2022 Madber ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17.11.2022 και Ε.Δ.Δ. 20/2024 Nsah ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 22.10.2024).
Παρά ταύτα όμως, ακόμα και εάν θεωρηθεί πως ο αιτητής δεν είναι παρανόμως παραμένων στο έδαφος της Δημοκρατίας από την πιο πάνω ημερομηνία, κρίνεται πως ορθά θεωρήθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, έστω και από την 28.4.2024, ως η ημερομηνία αυτή αναφέρεται στα επίδικα διατάγματα. Τούτο διότι, η απορριπτική απόφαση επί του τελευταίου διαβήματος που άσκησε ο αιτητής (δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου), απερρίφθη στις 14.3.2024, ταχυδρομήθηκε στην ορθή διεύθυνση στις 20.3.2024, είχε στη διάθεσή του 30 ημέρες για τυχόν υποβολή προσφυγής ενώπιον του ΔΔΔΠ, πλέον 7 ημέρες για οικειοθελή αναχώρηση που του είχε δοθεί με την απόφαση ημερομηνίας 29.2.2024 (ερυθρό 130 Τεκμηρίου 2).
Σε κάθε δηλαδή περίπτωση, κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης των επίδικων διοικητικών πράξεων, ημερομηνίας 30.4.2026, ο αιτητής ήταν παρανόμως διαμένων στο έδαφος της Δημοκρατίας.
Στη βάση όλων των πιο πάνω, απορρίπτονται όλες οι θέσεις του αιτητή πως ο ίδιος εξακολουθεί να θεωρείται αιτητής ασύλου, αφού δεν είχε διευθετήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.
Από τα γεγονότα τα οποία έχω παραθέσει πιο πάνω, καταδεικνύεται συνεχής αμελής συμπεριφορά εκ μέρους του, αφού για τα τέσσερα διαβήματα που έχει υποβάλει, ήτοι αρχική αίτηση ασύλου, αίτηση επανανοίγματος του φακέλου του και δύο μεταγενέστερες αιτήσεις ασύλου, οι τρείς απορριπτικές αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστράφηκαν ως αζήτητες από τον ίδιο, συμπεριφορά που δεν πρέπει να προσμετρήσει υπέρ του.
Ο δεύτερος ισχυρισμός του αιτητή, άπτεται της θέσης πως δεν υπήρξε απόφαση επιστροφής από την Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΗ(1) του Κεφ. 105 και πως δεν του δόθηκε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης από τη Δημοκρατία.
Και αυτές οι θέσεις στερούνται πραγματικού και νομικού υποβάθρου.
Από τα γεγονότα που έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω, διαφαίνεται πως έχουν ήδη εκδοθεί τρεις αποφάσεις επιστροφής. Η πρώτη, ημερομηνίας 29.3.2022 (ερυθρό 44 Τεκμηρίου 2), η οποία του γνωστοποιήθηκε με την απόφαση ημερομηνίας 13.5.2022 που απερρίφθη η αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του (ερυθρό 48 Τεκμηρίου 2), η δεύτερη απόφαση επιστροφής, ημερομηνίας 17.8.2023 (ερυθρό 68 Τεκμηρίου 2), που του γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 26.1.2024 (ερυθρό 69 Τεκμηρίου 2) και η τρίτη απόφαση επιστροφής, ημερομηνίας 29.2.2024 (ερυθρό 130 Τεκμηρίου 2), που του γνωστοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 14.3.2024 (ερυθρό 133 Τεκμηρίου 2), η οποία, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, περιήλθε σε πλήρη γνώση του αιτητή, αποσταλείσα στην ορθή διεύθυνση, την οποία παρέλειψε και αμέλησε να αναζητήσει ο αιτητής.
Οι εν λόγω τρεις αποφάσεις επιστροφής, οι οποίες εκδόθηκαν από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, θεωρούνται ότι ενσωματώνονται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος απέλασης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων αποφάσεων.
Απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι οι καθ΄ων η αίτηση εσφαλμένα δεν εφάρμοσαν τις διατάξεις του Κανονισμού 19 της Κ.Δ.Π. 242/72 περί ειδοποίησής του για την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη. Κατά την νομολογία, ο προαναφερθείς Κανονισμός, δεν συναρτά την νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγούμενη ειδοποίηση περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και η επίδοση τέτοιας προηγούμενης ειδοποίησης, δεν κρίθηκε ως επιτακτική σε σημείο που να επιφέρει ακυρότητα (Islam ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 997/13, ημερομηνίας 9.7.2013).
Τέλος, απορρίπτονται ως αβάσιμοι και οι ισχυρισμοί πως υπήρξε παράβαση της τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης, καθότι η εκτίμηση αυτού του κινδύνου, εξετάστηκε ήδη από την Υπηρεσία Ασύλου τέσσερις φορές και κυρίως, η τελευταία, με την υποβολή της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, η οποία έτυχε απόρριψης στις 14.3.2024, η οποία κρίνεται πως δεν απέχει χρονικά από την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε κατά την έκδοση και της τελευταίας (τρίτης) απόφασης επιστροφής, ημερομηνίας 29.2.2024 (ερυθρό 130 Τεκμηρίου 2).
Στην επίδικη απόφαση ημερομηνίας 30.4.2026, διαφαίνεται με επάρκεια η αιτιολογία της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, ο οποίος παρέλειψε να νομιμοποιήσει την παραμονή του στη Δημοκρατία, παρά την απορριπτική κατάληξη που είχαν τέσσερεις αιτήσεις που υπέβαλε και αντί τούτου, συνέχισε να διαμένει παράνομα, χωρίς να έχει νόμιμο καθεστώς παραμονής. Δεν έχω εντοπίσει τίποτε το μεμπτό στην έκδοση των επίδικων αποφάσεων, η έκδοση των οποίων κρίνεται νόμιμη, αλλά και εύλογη.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή.
Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο