ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 480/19
30 Ιουνίου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛ
Αιτητής,
ΚΑΙ
ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ’ ης η αίτηση.
------------
Μ. Χριστοφή (κα), για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή. Κ. Στιβαρού (κα), για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για την καθ’ ης η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Οι αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση για προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών, Γ.Α. (Ε/Μ 1), Α.Μ. (Ε/Μ 2), Σ.Γ. (Ε/Μ 3) και Α.Σ. (Ε/Μ 4), στη θέση Τεχνίτη Δικτύου, Επιχειρηματική Μονάδα Δικτύων (εφεξής «η επίδικη θέση»), στη θέση και/ή αντί του ιδίου.
Η επίδικη θέση είναι θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής (Κλίμακα Α2-Α5-Α7) και τόσο ο αιτητής, όσο και τα Ε/Μ διεκδίκησαν αυτήν ως θέση προαγωγής, ανταποκρινόμενοι σε σχετική Γνωστοποίηση 4 κενών θέσεων που γνωστοποίησε η καθ’ ης η αίτηση στις 16.07.2018.
Όλοι οι διάδικοι υπηρετούσαν στη θέση Εργάτη/Βοηθού Τεχνίτη Δικτύου (Κλίμακα Α1-Α2), στην αμέσως προηγούμενη δηλαδή της επίδικης θέση, έχοντας διορισθεί στην υπηρεσία της καθ’ ης η αίτηση στην εν λόγω θέση στις ακόλουθες ημερομηνίες:
- ο αιτητής και το Ε/Μ 1 την 01.02.2001
- το Ε/Μ 2 την 01.11.2002
- το Ε/Μ 3 και το Ε/Μ 4 την 01.01.2003
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 15.01.2019, αφού προηγήθηκε η προβλεπόμενη από τη σχετική νομοθεσία διαδικασία.
Συγκεκριμένα, η Μεικτή Συμβουλευτική Επιτροπή Επιλογής για Προαγωγές του Γραφειακού και Τεχνικού Προσωπικού (εφεξής «η Επιτροπή Επιλογής»), κατά τη συνεδρία της στις 26.11.2018, επιλήφθηκε των αιτήσεων των υπαλλήλων που επέδειξαν ενδιαφέρον για προαγωγή στην επίδικη θέση. Κατά την εν λόγω συνεδρία ο Διευθυντής Περιφερειακού Γραφείου Λεμεσού, προϊστάμενος Διευθυντής όλων των διαδίκων, εξέφρασε τις συστάσεις και απόψεις του ως ακολούθως:
Για τον αιτητή: «[…] έχει ευρύτατη πείρα ως Εργάτης/Βοηθός Τεχνίτης Δικτύου στο Τμήμα Κατασκευών της Περιφέρειας. Εργάστηκε σε δίκτυο μέση τάσης μέχρι 11,000 Βολτ. Η απόδοση του είναι εξαιρετική. Κρίνεται κατάλληλος για προαγωγή στην παρούσα θέση».
Για όλα τα Ε/Μ η σύσταση ήταν πανομοιότυπη, με την εξής αναφορά για τον καθένα: «[…] έχει ευρύτατη πείρα ως Εργάτης/Βοηθός Τεχνίτης Δικτύου στο Τμήμα Κατασκευών της Περιφέρειας. Εργάστηκε σε δίκτυο μέσης τάσης μέχρι 11,000 Βολτ και ψηλής τάσης μέχρι 132.000 βολτ. Η απόδοση του είναι εξαιρετική. Κρίνεται κατάλληλος για προαγωγή στην παρούσα θέση».
Ως περαιτέρω καταγράφεται στα πρακτικά, η Επιτροπή Επιλογής, αφού έλαβε υπόψη τα παραδεδεγμένα κριτήρια προαγωγής (πείρα, αξία, ικανότητα, αρχαιότητα, προσόντα των υποψηφίων, επίδοση), τις αξιολογήσεις των προσοντούχων υποψηφίων που αποτάθηκαν για προαγωγή, καθώς και τις συστάσεις και απόψεις των προϊσταμένων Διευθυντών τους, επέλεξε ομόφωνα 6 υποψηφίους για προαγωγή, στους οποίους περιλαμβάνονταν τα Ε/Μ, όχι όμως ο αιτητής.
Η εισήγηση της Επιτροπής Επιλογής υποβλήθηκε στην Συμβουλευτική Υπεπιτροπή της Αρχής για Θέματα Προσωπικού (εφεξής «η Συμβουλευτική Υπεπιτροπή»), η οποία επιλήφθηκε του θέματος κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 12.12.2018, κατά την οποία εξετάστηκαν καταρχάς τα προσόντα των υποψηφίων και η βαθμολογημένη αξία τους για τα έτη 2013-2017, με τον αιτητή και τα Ε/Μ να ισοδυναμούν σε αξία (35Α και 5Β+). Ως προς τα προσόντα, ο αιτητής και το Ε/Μ 2 κατέχουν Απολυτήριο Λυκείου, το Ε/Μ 1 Απολυτήριο Γυμνασίου και τα Ε/Μ 3 και 4 Απολυτήριο Τεχνικής Σχολής. Ακολούθως, κλήθηκε στη συνεδρία ο Γενικός Διευθυντής της Αρχής (εφεξής «ο Διευθυντής») για να υποβάλει τη σύστασή του, η οποία ήταν (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει) η ακόλουθη (ως καταγράφεται στα σχετικά πρακτικά):
«Αξιολογώντας τους υποψήφιος με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία που τους αφορούν όπως εξάγονται από τους προσωπικούς τους φακέλους και τις υπηρεσιακές τους εκθέσεις και τα φύλλα αξιολόγησης, με ιδιαίτερη έμφαση κατά τα έτη 2013-2017, κρίνω ότι όλοι τους, διαθέτουν τα προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα και πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας της κρινόμενης θέσης.
Με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, είμαι της γνώμης ότι οι καταλληλότεροι υποψήφιοι για την κρινόμενη θέση είναι ο [Γ.Α.], [Α.Μ], [Σ.Γ.] και [Α.Σ.] και ως εκ τούτου τους συστήνω για προαγωγή.
Καταλήγοντας στην πιο πάνω σύσταση μου, δεν παρέλειψα να λάβω υπόψη μου το γεγονός ότι ο […] (μη διάδικος στην παρούσα) υπερέχει σε αρχαιότητα στην Αρχή έναντι των συστηθέντων., εντούτοις, η αρχαιότητα του αυτή, αντισταθμίζεται από τη γενική υπεροχή σε αξία των συστηθέντων έναντι του […], όπως αυτή αντικατοπτρίζεται από τις υπηρεσιακές εκθέσεις/φύλλα αξιολόγησης κατά τα έτη 2003-2017.
Συγκρίνοντας τον […] (μη διάδικος στην παρούσα) με τον [Α.Σ.], παρατηρώ ότι η οριακή διαφορά κατά 2 μήνες μόνο υπέρ του […] έναντι του [Α.Σ.], κατά την ημερομηνία πρόσληψής τους στην Αρχή, δεν προσδίδει οποιαδήποτε ιδιαίτερη υπεροχή σε αρχαιότητα και επομένως κρίνονται ως ισοδύναμοι υποψήφιοι.
Αναφέρω επίσης ότι έλαβα υπόψη μου όλα τα πρόσθετα προσόντα που διαθέτουν οι υπό κρίσιν υποψήφιοι, τα οποία αν και δεν προνοούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας εντούτοις τους έδωσα τη δέουσα βαρύτητα».
Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω σύσταση και τα κριτήρια προαγωγής, η Συμβουλευτική Υπεπιτροπή αποφάσισε κατά πλειοψηφία να συστήσει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής την προαγωγή των Ε/Μ, επαναλαμβάνοντας αυτολεξεί την αναφορά και την κατάληξη στη σύσταση του Γενικού Διευθυντή ως προς το κριτήριο της αρχαιότητας των άλλων 2 υποψηφίων (μη διαδίκων εν προκειμένω) έναντι των Ε/Μ και του Ε/Μ 4, αντίστοιχα.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής αποφάσισε την προαγωγή των Ε/Μ στη συνεδρία του ημερομηνίας 15.01.2019, κατά την οποία κλήθηκε για να προβεί στις συστάσεις και απόψεις του ο Γενικός Διευθυντής της Αρχής, ο οποίος υιοθέτησε τη σύστασή του και επανέλαβε τα όσα ήδη εξέφρασε ενώπιον της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα να προσφέρει προαγωγή στα Ε/Μ, λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεδεγμένα κριτήρια προαγωγής στο σύνολό τους, τις κατά πλειοψηφία συστάσεις της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, με την οποία, ως καταγράφεται στα σχετικά πρακτικά, συμφώνησε και υιοθέτησε. Καταλήγοντας δε στην απόφαση υπέρ τη προαγωγής των Ε/Μ, το Διοικητικό Συμβούλιο επίσης επανέλαβε αυτολεξεί τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, ως προς το κριτήριο της αρχαιότητας των άλλων 2 υποψηφίων (μη διαδίκων εν προκειμένω) έναντι των Ε/Μ και του Ε/Μ 4, αντίστοιχα.
Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του ο αιτητής, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει καθότι: (1) η απόφαση της Επιτροπής Επιλογής να μην τον συμπεριλάβει στους 6 επικρατέστερους υποψηφίους είναι αναιτιολόγητη, εσφαλμένη και πεπλανημένη, αφού δεν ανταποκρίνεται στα στοιχεία των φακέλων, (2) η σύσταση του Γενικού Διευθυντή πάσχει, εφόσον αυτή δεν συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων και επιπλέον περιορίζεται στην αναφορά στην υπεροχή σε αρχαιότητα κάποιων μόνο υποψηφίων παραλείποντας οποιανδήποτε αναφορά στην αρχαιότητα του αιτητή, (3) η απόφαση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής είναι αναιτιολόγητη και πεπλανημένη, (4) η τελική απόφαση του Συμβουλίου της Αρχής πάσχει, και (5) η έκδηλη υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα παραγνωρίστηκε.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει τους λόγους ακύρωσης και υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, εισηγούμενη, καταρχάς, ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή ως προς την υπηρεσιακή εικόνα των διαδίκων δεν ανταποκρίνονται στο τι καταγράφεται στα πρακτικά της διαδικασίας και στην πραγματική εικόνα, όπως αυτή εξάγεται από τους φακέλους.
Συγκεκριμένα, η κα Στιβαρού εισηγείται ότι η θέση του αιτητή πως, τόσο ο ίδιος όσο και τα Ε/Μ είχαν πανομοιότυπη σύσταση από τον Διευθυντή τους, είναι λανθασμένη και παραπλανητική εφόσον η σύσταση για τον αιτητή περιορίζεται στην αναφορά ότι εργάστηκε «σε δίκτυο μέση τάσης μέχρι 11,000 Βολτ», ενώ για κάθε ένα από τα Ε/Μ σημειώθηκε ότι εργάστηκε «σε δίκτυο μέσης τάσης μέχρι 11,000 Βολτ και ψηλής τάσης μέχρι 132.000 βολτ.». Συνακόλουθα, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας, στα καθήκοντα της επίδικης θέσης περιλαμβάνεται η κατασκευή, εγκατάσταση, σύνδεση, αποσύνδεση, εκτέλεση δοκιμών, συντήρηση και επιδιόρθωση δικτύων (εναέριων και υπογείων) «όλων των τάσεων» μεταφοράς και διανομής, η ευπαίδευτη δικηγόρος εισηγείται ότι ο αιτητής υστερεί σε πείρα έναντι των Ε/Μ σε ότι αφορά στην εργασία σε δίκτυα ψηλής τάσης. Η εν λόγω υπεροχή των Ε/Μ στο κριτήριο της πείρας, αιτιολογεί την επιλογή τους, με την αιτιολογία, σύμφωνα με την περαιτέρω εισήγηση της κας Στιβαρού, να προκύπτει από το ίδιο το κείμενο των συστάσεων του άμεσα προϊστάμενου Διευθυντή.
Οι ανωτέρω εισηγήσεις, με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Καταρχάς, όπως ορθώς παρατηρούν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του αιτητή, ο Διευθυντής χαρακτήρισε την πείρα τόσο του αιτητή όσο και των Ε/Μ ως «ευρύτατη» και την απόδοσή τους ως «εξαιρετική», ενώ όλοι κρίθηκαν κατάλληλοι για προαγωγή στην επίδικη θέση.
Η εισήγηση περί υπέρτερης πείρας των Ε/Μ σε ότι αφορά στην εργασία σε δίκτυα ψηλής τάσης, εκτός του ότι δεν διαφοροποίησε τη σύσταση του Διευθυντή, προκύπτει ως εκ των υστέρων ανεπίτρεπτη αιτιολογία. Ορθώς δε η πλευρά του αιτητή υπενθυμίζει πως, σύμφωνα με τη νομολογία, τα επιχειρήματα που προβάλλονται από δικηγόρο του διοικητικού οργάνου στη διάρκεια διαδικασίας προσφυγής δεν μπορούν να πληρώσουν το κενό της έλλειψης αιτιολογίας, η οποία πρέπει να δίδεται στον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της απόφασης (JMC Polytrade v. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 294, Μαρούλλα Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 565).
Εν πάση δε περιπτώσει, σε σχέση με την εργασία σε δίκτυα ψηλής τάσης ως κριτήριο συγκριτικής υπεροχής στην πείρα, επισημαίνεται ότι στην απόφαση Νικολάου κ.ά. ν ΑΗΚ (2011) 3 ΑΑΔ 159, κρίθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:
«Σχετικά με το πιο πάνω θέμα, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι η σύσταση του Γενικού Διευθυντή είχε ως βάση την υπεροχή του ενδ. μέρους σε αρχαιότητα κατά 17 μήνες έναντι των εφεσειόντων γεγονός το οποίο νόμιμα βάρυνε στην κρίση του, έστω και αν η πείρα των εφεσειόντων και του ενδ. μέρους με αναφορά στο ύψος του φορτίου στις εναέριες κατασκευές συγκρινόταν ευνοϊκότερα υπέρ των εφεσειόντων.
Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι μεταξύ εφεσείοντων και ενδ. μέρους δεν υπήρχαν άλλες διαφορές εκτός από την πείρα με σημείο αναφοράς το ύψος του φορτίου που συγκρινόταν ευνοϊκότερα υπέρ των εφεσειόντων και την αρχαιότητα κατά 17 μήνες που συγκρινόταν ευνοϊκότερα υπέρ του ενδ. μέρους.
Ο άμεσα προϊστάμενος, χαρακτήρισε την πείρα τόσο των εφεσειόντων όσο και του ενδ. μέρους στις εναέριες κατασκευές ως «ευρύτατη» διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι η πείρα των εφεσειόντων στο συγκεκριμένο τομέα είναι μέχρι 132.000 βολτς ενώ του ενδ. μέρους μέχρι 11.000 βολτς.
Η σημασία που αποδίδεται στις συστάσεις του Διευθυντή έγκειται στο ότι με αυτές παρέχεται χρήσιμη καθοδήγηση στο αποφασίζον όργανο, προερχόμενη από λειτουργό ο οποίος είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τις αρετές που χρειάζονται για την επιτυχή εκτέλεση των καθηκόντων συγκεκριμένης θέσης και είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που το διοικητικό δίκαιο δέχεται ότι σ' αυτές τις συστάσεις πρέπει να δίδεται η δέουσα βαρύτητα.
Έχουμε την άποψη ότι το κύριο στοιχείο της σύστασης σχετικά με αυτή τη πτυχή είναι ότι οι τρεις υποψήφιοι είχαν «ευρύτατη» πείρα στις εναέριες κατασκευές. Το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης δεν προβλέπει διαβαθμίσεις της πείρας ανάλογα με το ύψος του φορτίου. Μια τέτοια διαβάθμιση θα μπορούσε ενδεχομένως να προσμετρήσει υπέρ των εφεσειόντων αν δεν υπήρχαν άλλες διαφορές μεταξύ τους και του ενδ. μέρους σε μετρήσιμα στοιχεία. Εδώ όμως το ενδ. μέρος σαφώς υπερέχει στο κριτήριο της αρχαιότητας το οποίο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της χαμηλής κλίμακας της θέσης. Και εφόσον οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν πουθενά έκδηλη υπεροχή έναντι του ενδ. μέρους ορθά απορρίφθηκε η προσφυγή τους.».
Συνακόλουθα αποδέχομαι τη θέση του αιτητή ότι η απόφαση της Επιτροπής Επιλογής να μην τον συμπεριλάβει στους 6 επικρατέστερους υποψηφίους είναι αναιτιολόγητη, εφόσον δεν προκύπτει από τα όσα η Επιτροπή κατέγραψε στην συμβουλευτική της έκθεση, ποια είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία που προσμέτρησαν υπέρ των 6 υποψηφίων, των οποίων την επιλογή προέκρινε, με την αναφορά της Επιτροπής σε λήψη υπόψη των παραδεδεγμένων κριτηρίων προαγωγής, των αξιολογήσεων των υποψηφίων και των συστάσεων και απόψεων των προϊσταμένων Διευθυντών τους, να κρίνεται ως γενική και αόριστη. Τούτο, μάλιστα, ως ορθώς υποβάλλει ο αιτητής, κατά παράβαση των προνοιών των περί της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1986 (Κ.Δ.Π. 291/86), που απαιτούν το αιτιολογημένο της συμβουλευτικής έκθεσης της Επιτροπής Επιλογής (Δεύτερος Πίνακας, παράγραφος 14).
Ούτε η αιτιολογία μπορεί εν προκειμένω να συμπληρωθεί από τους φακέλους, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη της ισοδυναμίας των διαδίκων σε αξία και της υπεροχής του αιτητή σε αρχαιότητα έναντι των Ε/Μ 2-4.
Σε σχέση με το Ε/Μ 1, δεν παραβλέπω την επισήμανση της ευπαίδευτης δικηγόρου της καθ’ ης η αίτηση ότι ο εν λόγω επιλεγείς υπερέχει του αιτητή σε ηλικιακή αρχαιότητα, υπεροχή την οποία και ο αιτητής αναγνώρισε στην απαντητική αγόρευση. Πλην, όμως, επαναλαμβάνοντας την ισοδυναμία των δύο σε βαθμολογημένη αξία για τα έτη που λήφθηκαν υπόψη (2013-2017) και σημειώνοντας τη θέση του αιτητή ότι ο ίδιος κατέχει Απολυτήριο Λυκείου, ενώ το Ε/Μ 1 Απολυτήριο Γυμνασίου, δεν μπορεί να κριθεί πρωτογενώς από το Δικαστήριο τι θα επενεργούσε υπέρ εκάστου υποψηφίου υπό τις περιστάσεις. Τούτο δε λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ο Γενικός Διευθυντής στη σύστασή του, την οποία υιοθέτησε τόσο η Συμβουλευτική Υπεπιτροπή όσο και το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής, συγκρίνοντας το Ε/Μ 4 με άλλο υποψήφιο, χαρακτήρισε την υπεροχή του τελευταίου κατά 2 μήνες στην ημερομηνία πρόσληψης ως οριακή και ότι ως τέτοια δεν προσδίδει οποιαδήποτε υπεροχή, με τους εν λόγω 2 υποψηφίους να κρίνονται ως ισοδύναμοι.
Υπενθυμίζονται τα ακόλουθα κριθέντα στην απόφαση Ηλιόπουλος ν ΑΗΚ, (2000) 3 ΑΑΔ 438:
«Είναι στοιχειώδες πως η αιτιολογία μπορεί, σ' αυτές τις περιπτώσεις, να συμπληρώνεται από το περιεχόμενο των φακέλων. Επίσης πως δεν αναμένεται, κατά την αιτιολόγηση, να μεταφέρεται στο πρακτικό το περιεχόμενο των φακέλων. Αναμένεται όμως να εξάγεται νόημα που να δικαιολογείται να αποδοθεί στο αποφασίζον όργανο. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η μελέτη των στοιχείων και η διαμόρφωση κρίσης αναφορικά με το τι θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ ή εναντίον της όποιας προσέγγισης. Το Δικαστήριο δεν επιτελεί τέτοιο πρωτογενούς φύσης, έργο. Όπως έχει τονιστεί, είναι νοητή η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το περιεχόμενο των φακέλων αν προκύπτει από αυτό, τι ακριβώς είχε υπόψη το αποφασίζον όργανο όταν έπαιρνε την απόφαση. Στην απόφαση της Ολομέλειας στην Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, το θέσαμε ως εξής:
Εν προκειμένω, η παράλειψη εξειδίκευσης αφήνει σοβαρά ερωτηματικά ως προς το τι μέτρησε υπέρ του ενός και τι υπέρ του άλλου. Και πρέπει να τονίσουμε εδώ πως η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση. (Βλ. Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 185). Επίσης δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου "για να κρίνει αν η απόφαση του διοικητικού οργάνου ήταν, παρά την αόριστη ή ελλιπή αιτιολογία λογικά εφικτή". (Βλ. την απόφαση της Ολομέλειας Ι.Γ. Μακρή Κτηματική Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 56)."».
Περαιτέρω, βάσει της συγκριτικής εικόνας των υποψηφίων, ο αιτητής έχει δίκαιο να διαμαρτύρεται για την παραγνώριση της δικής του υπέρτερης αρχαιότητας έναντι των Ε/Μ 2-4. Η εν λόγω αρχαιότητα, η οποία βάσει του Κανονισμού 23(2) της Κ.Δ.Π. 291/86 περιλαμβάνεται στα παραδεδεγμένα κριτήρια προαγωγής, παραγνωρίστηκε αρχικώς από την Επιτροπή Επιλογής και ακολούθως από τον Γενικό Διευθυντή, ο οποίος δεν αναφέρθηκε σε αυτήν και δεν την συνεκτίμησε, μαζί με τα υπόλοιπα κριτήρια, αλλά περιορίστηκε στη σύγκριση των Ε/Μ με άλλους 2 υποψηφίους.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 23 της Κ.Δ.Π. 291/86 η σύσταση δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη. Πλην, όμως, κάθε σύσταση ελέγχεται δικαστικά όσον αφορά την αντιστοιχία της με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (Δάμαλου-Χατζηγεωργίου κ.ά. ν ΑΤΗΚ, Αναθ. Εφ. αρ. 93/2014 και 104/2014, ημερ. 01.02.2022). Η δε βαρύτητα, η οποία αποδίδεται στη σύσταση, εξαρτάται από το κατά πόσον αυτή συνάδει με το περιεχόμενο των φακέλων (Κωνσταντίνου ν. ΑΗΚ (2005) 3 Α.Α.Δ. 250).
Εν προκειμένω η υπέρ των Ε/Μ 2-4 σύσταση δεν αντιστοιχεί με τα στοιχεία του φακέλου και τη συγκριτική εικόνα των διαδίκων, η δε υπέρ του Ε/Μ 1 σύσταση δεν είναι αιτιολοιγημένη. Την εν λόγω δε πάσχουσα σύσταση υιοθέτησαν αυτολεξεί η Συμβουλευτική Υπεπιτροπή και το Διοικητικό Συμβούλιου της Αρχής, χωρίς όμως οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση, πέραν της γενικής αναφοράς ότι αξιολογήθηκαν όλα τα στοιχεία των υποψηφίων που είχαν τεθεί ενώπιόν τους. Με δεδομένη δε την υπεροχή του αιτητή έναντι των Ε/Μ 2-4 σε αρχαιότητα, η οποία έχει τη σημασία της μεταξύ ισοδύναμων κατά τα άλλα υποψηφίων, και την υπεροχή του Ε/Μ 1 έναντι του αιτητή μόνο σε ηλικιακή αρχαιότητα, δεν έχει αιτιολογηθεί η κρίση ότι τα Ε/Μ ήταν καταλληλότερα για προαγωγή και ποια συγκεκριμένα κριτήρια προαγωγής προσμέτρησαν υπέρ τους.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.
Υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ’ ης η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.900, πλέον ΦΠΑ.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο