ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 551/2019
29 Ιουνίου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 1Α, 25, 28, 29, 30, 35, 144, 146, 150 και 172 του Συντάγματος
Μεταξύ:
|
1. |
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ |
|
2. |
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ |
|
3. |
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΤΣΑΛΗΣ |
|
4. |
ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΠΑΔΟΥΡΗΣ |
Αιτητές,
ΚΑΙ
ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ’ ης η αίτηση.
------------
Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για αιτητές.
Κ. Στιβαρού (κα), για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για καθ’ ης η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:
«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συνεχιζόμενη παράλειψη της Καθ’ ης η Αίτηση να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση ημερομηνίας 29.08.2018 που πέτυχαν οι Αιτητές στην προσφυγή 427/2014 και να επανεξετάσει αρμοδίως το από μακρού υποβληθέν αίτημα των Αιτητών ημερομηνίας 4/12/2013 για προαγωγή τους αναδρομικά από 1/8/13 στην Κλίμακα Α13 είναι άκυρη παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και πως ότι παραλήφθηκε να διαταχθεί να γίνει.».
Σημειώνεται ότι με την προσφυγή τους οι αιτητές αξίωναν και δεύτερη θεραπεία, η οποία αποσύρθηκε κατά την ακρόαση.
Τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα καταγράφονται στην εν λόγω απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (εφεξής το «Δικαστήριο»), Αντωνίου κ.ά. ν ΑΗΚ, Υπόθ. αρ. 427/2014, ημερ. 29.08.2018 (εφεξής η «ακυρωτική απόφαση»), ως ακολούθως:
«Οι αιτητές, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατείχαν τη θέση Μηχανικού Δικτύου, Κλίμακες Α9-Α11/Α12+2 στην καθ' ης η αίτηση. Η υπηρεσία τους διέπεται από πρόνοια συλλογικής σύμβασης για την περίοδο 1.1.2001 έως 31.12.2003 (εφεξής η «συλλογική σύμβαση»), η οποία περιλαμβανόταν στον εκάστοτε τακτικό προϋπολογισμό της καθ' ης η αίτηση και η οποία καθορίζει ότι, οι κάτοχοι θέσης Μηχανικού κατά την 31.1.2003, θα ανελίσσονται μέχρι την Κλίμακα Α13 πάνω σε προσωπική βάση, αφού συμπληρώσουν 11 χρόνια υπηρεσίας (δηλαδή μέχρι την 1.8.2013).
Επειδή όλοι οι αιτητές διορίστηκαν πριν από την 31.1.2003 και επειδή η ημερομηνία τοποθέτησης τους στην Κλίμακα Α13 ενέπιπτε στην περίοδο εφαρμογής του περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2011, Ν. 192(Ι)/2011 (εφεξής ο «Νόμος»), δεν τοποθετήθηκαν στην Κλίμακα Α13.
Συγκεκριμένα, μετά την ψήφιση του Νόμου, η καθ' ης η αίτηση, ενεργώντας δια του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της (εφεξής ο «Διευθυντής») αποτάθηκε, με επιστολή της ημερομηνίας 10.1.2012, στον Οικονομικό Διευθυντή της Διεύθυνσης Προϋπολογισμού και Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, για συμβουλή αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής του Νόμου σε συγκεκριμένα θέματα, μεταξύ άλλων και στο θέμα της μισθολογικής τοποθέτησης/ανέλιξης Μηχανικών/Λογιστών ή Λειτουργών στην Κλίμακα Α13, στη βάση της προαναφερθείσας πρόνοιας της συλλογικής σύμβασης. Επίσης, με επόμενη επιστολή της ημερομηνίας 25.1.2012 προς τον προαναφερθέντα αποδέκτη, η καθ' ης η αίτηση ζήτησε περαιτέρω επεξηγήσεις για το θέμα της παγοποίησης των προσαυξήσεων και τιμαριθμικών αυξήσεων, δυνάμει του Νόμου. Το Υπουργείο Οικονομικών, δια του Διευθυντή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, με επιστολή-απάντηση του προς τις άνω επιστολές, ημερομηνίας 9.4.2012 προς το Γενικό Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε και στον Διευθυντή, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η προαγωγή των αιτητών αφορούσε προσωπικές ρυθμίσεις για μισθοδοτική ανέλιξη σε κλίμακα που υπερβαίνει την εγκεκριμένη μισθοδοτική κλίμακα της θέσης και δεν αποτελεί προαγωγή, η δε διετία 2012-2013 δεν λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς υπολογισμού της ετήσιας προσαύξησης που παραχωρείται στο προσωπικό και, κατά συνέπεια, για μισθολογική ανέλιξη.
Ακολούθως, η συντεχνία επιστημονικού προσωπικού της καθ' ης η αίτηση (εφεξής η «ΣΕΠΑΗΚ»), στην οποία είναι εγγεγραμμένοι όλοι οι εδώ αιτητές, ζήτησε, μεταξύ άλλων, με επιστολή της ημερομηνίας 4.10.2012 προς τον Αναπληρωτή Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού, την επιβεβαίωση, ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζεται η συμφωνηθείσα ρύθμιση για τη διαδικασία προαγωγής (και) των Μηχανικών στην Κλίμακα Α13 μετά από 11 χρόνια υπηρεσίας στην καθ' ης η αίτηση, καθότι, σύμφωνα με την εν λόγω συντεχνία, η εν λόγω διαδικασία ουδόλως επηρεάζεται από το Νόμο. Η ΣΕΠΑΗΚ, στα πλαίσια και υπομνήματος της προς την Γενική Διεύθυνση της καθ' ης η αίτηση τον Οκτώβριο του 2012, έθεσε, μεταξύ άλλων και το ζήτημα των προαγωγών των αιτητών στην Κλίμακα Α13, επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι, η εν λόγω προαγωγή δεν επηρεάζεται από το Νόμο και ζητώντας άμεσα την εφαρμογή των συμφωνηθέντων.
Ο Γενικός Διευθυντής της καθ' ης η αίτηση, σε γραπτή απάντηση του ημερομηνίας 13.11.2012 προς την εν λόγω συντεχνία, σε σχέση με το προαναφερθέν υπόμνημα και τη συζήτηση που ακολούθησε, αναφέρθηκε και στο θέμα της προαγωγής των αιτητών στη Κλίμακα Α13, με παραπομπή, μεταξύ άλλων αναφορών, στην απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών επί του θέματος, δηλαδή τη θέση του, ότι οι συγκεκριμένες περιπτώσεις αφορούν σε προσωπική ρύθμιση για μισθοδοτική ανέλιξη και ότι δεν αποτελούν προαγωγή και ότι η διετία 2012-2013 δεν λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς υπολογισμού της ετήσιας προσαύξησης που παραχωρείται στο προσωπικό και, κατά συνέπεια, για μισθολογική ανέλιξη.
Στις 21.12.2012, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο τροποποιητικός του Νόμου, Ν. 185(Ι)/12 και ακολούθησε σχετική εγκύκλιος του Υπουργείου Οικονομικών ημερομηνίας 4.1.2013.
Με νέα επιστολή της ΣΕΠΑΗΚ ημερομηνίας 14.2.2013 (ληφθείσα στις 18.2.2018) προς τον Διευθυντή, καθώς και με κοινή επιστολή της συντεχνίας ΕΠΟΠΑΗ με την συντεχνία ΣΗΔΗΚΕΚ ημερομηνίας 15.2.2013 προς τον Διευθυντή, ζητήθηκε εκ νέου από την καθ' ης η αίτηση, η εφαρμογή, με βάση τη συλλογική σύμβαση (ανωτέρω), της διαδικασίας προαγωγής στην Κλίμακα Α13 των Μηχανικών, Λογιστών και Λειτουργών. Ο Διευθυντής της καθ' ης η αίτηση, απάντησε στην προαναφερόμενη επιστολή της ΣΕΠΑΗΚ, με επιστολή του ημερομηνίας 12.3.2013, αναφέροντας ότι αν και θεωρεί, ότι έπραξε ότι όφειλε να κάνει, αποτεινόμενος για διευκρινήσεις/απαντήσεις στο Υπουργείο Οικονομικών και ότι κατανοεί πλήρως τα επιχειρήματα στην επιστολή της εν λόγω συντεχνίας, προτίθεται να ζητήσει από το Γενικό Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση να θέσει το όλο θέμα ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση, σε μια προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος. Έχοντας υπόψη την προαναφερόμενη επιστολή του Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση, οι αιτητές, με κοινή επιστολή τους ημερομηνίας 4.12.2013 προς τον Γενικό Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση, κοινοποιηθείσα και στον Διευθυντή, ζήτησαν να ενημερωθούν, κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση θα προχωρήσει στην προαγωγή τους στην Κλίμακα Α13 και τους αναθέσει αναβαθμισμένα καθήκοντα από την 1.1.2014, ζητώντας απάντηση το αργότερο μέχρι τις 31.12.2013.
Ο Διευθυντής, με επιστολή του ημερομηνίας 30.12.2013 προς τον πρόεδρο της ΣΕΠΑΗΚ, προς απάντηση της προαναφερόμενης επιστολής των αιτητών και με αναφορά στην επιστολή της ημερομηνίας 12.3.2013, πληροφόρησε τους αιτητές, μέσω του προέδρου της συντεχνίας τους:
- ότι δεν υπήρξε διαφοροποίηση του Νόμου και του τροποποιητικού νόμου αυτού,
- για τη θέση του Υπουργείου Οικονομικών, ότι η περίπτωση αφορά σε προσωπική ρύθμιση για μισθοδοτική ανέλιξη σε κλίμακα που υπερβαίνει την εγκεκριμένη μισθοδοτική κλίμακα της θέσης και δεν αποτελεί προαγωγή και
- ότι ο Νόμος απαγορεύει την παραχώρηση προσαυξήσεων μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2016.
Η παρούσα προσφυγή ασκήθηκε στις 11.4.2014.
Σημειώνεται, ότι η προαναφερόμενη πρόνοια της συλλογικής σύμβασης η οποία καθόριζε, ότι οι κάτοχοι θέσης (και) Μηχανικού κατά την 31.1.2003, θα ανελίσσονται μέχρι την Κλίμακα Α13 πάνω σε προσωπική βάση, αφού συμπληρώσουν 11 χρόνια υπηρεσίας, περιλήφθηκε και στον τακτικό προϋπολογισμό της καθ' ης η αίτηση για το έτος 2013, θεσπισμένος με τον Ν. 26(ΙΙ)/2013 στις 30.4.2013.».
Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την αιτούμενη με την προσφυγή 427/2014 θεραπεία (Α) για διακήρυξη ως άκυρης και παράνομης της παράλειψης της καθ’ ης η αίτηση να εξετάσει κατά το Άρθρο 29 του Συντάγματος και τα άρθρα 33-36 του Ν.158(Ι)/99 το υποβληθέν αίτημα των αιτητών, ημερομηνίας 04.12.2013, για προαγωγή τους στην κλίμακα Α13 και την ανάθεση σε αυτούς αναβαθμισμένων καθηκόντων, απέρριψε σχετικές προδικαστικές ενστάσεις που εγέρθηκαν από την καθ’ ης η αίτηση και κατέληξε στα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Καταρχήν, η θέση της καθ' ης η αίτηση, ως προς την θεραπεία Α, ότι αυτή δεν στρέφεται εναντίον παράλειψης εν τη εννοία του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, διότι η καθ' ης η αίτηση δεν είχε καν την δυνατότητα, λόγω δέσμιας αρμοδιότητας, πηγάζουσας από τον Νόμο και/ή τις τροποποιήσεις αυτού, να ικανοποιήσει το αίτημα των αιτητών, δεν ευσταθεί. Το ζήτημα ύπαρξης δέσμιας (εκ του Νόμου, στην παρούσα περίπτωση) αρμοδιότητας ή διακριτικής ευχέρειας δεν συσχετίζεται σε καμία περίπτωση με το ζήτημα της εκτελεστότητας μιας διοικητικής απόφασης, ούτε, κατ' αντανάκλαση, με την παράλειψη υποχρέωσης έκδοσης τέτοιας εκτελεστής απόφασης από (αρμόδια) διοικητική αρχή, αν, βέβαια, τέτοια υποχρέωση ήθελε κριθεί ότι υφίσταται. […]
[…]
Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, ότι δεν υφίσταται παράλειψη της καθ' ης η αίτηση να απαντήσει επί του αιτήματος των αιτητών, διότι το άρθρο 9 του Νόμου, μεταβίβασε την αποφασιστική αρμοδιότητα λήψης απόφασης τέτοιων αιτημάτων, ως το επίδικο, στον Υπουργό Οικονομικών. Το εν λόγω άρθρο, καταρχήν, αναφέρει, κατά λέξη, τα εξής:
«9. Ο Υπουργός Οικονομικών έχει εξουσία να αποφασίζει για την άρση ανωμαλιών και την επίλυση προβλημάτων που δυνατό να προκύψουν από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου.»
Κατά την κρίση μου, είναι σαφές από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, ότι το εν λόγω άρθρο δεν ορίζει, ότι η εφαρμογή του Νόμου μετατίθεται στον Υπουργό Οικονομικών. Αυτό που ανατίθεται σε αυτόν, είναι η αποφασιστική αρμοδιότητα «άρσης ανωμαλιών» και η «επίλυση προβλημάτων» «..από την εφαρμογή..» του Νόμου, η δε εφαρμογή του (ή μη) δια λήψεως σχετικής αποφάσεως, αυτονόητα, παραμένει, τουλάχιστον αρχικά, στο κατά περίπτωση, αρμόδιο όργανο. Στην περίπτωση, αρμόδια για λήψη απόφασης επί αιτημάτων υπαλλήλων της, βασιζομένων επί ισχυριζόμενης υποχρέωσης εφαρμογής προνοιών του περί προϋπολογισμού της καθ' ης η αίτηση νόμου (εδώ, για το έτος 2013, του Νόμου 21(Ι)/2013) είναι και παραμένει, αναμφισβήτητα, η καθ' ης η αίτηση, συμπεριλαμβανομένης και της, έστω δέσμιας, δια του Νόμου ή/και σχετικής εγκυκλίου του Υπουργού Οικονομικών, πιθανής κρίσης της, κατά πόσο η σχετική πρόνοια του προϋπολογισμού (Νόμος 21(Ι)/2013) δύναται να τύχει εφαρμογής ή έχει υπερκεραστεί από το Νόμο, τον οποίο τυχόν ήθελε κρίνει ορθό και νόμιμο, στην περίπτωση, να εφαρμόσει. Το γεγονός, ότι ο Υπουργός Οικονομικών, είτε δια επιστολών του είτε δια εγκυκλίους του τοποθετήθηκε, πριν την λήψη οποιασδήποτε σχετικής απόφασης από την καθ' ης η αίτηση, πως ο Νόμος ερμηνεύεται ή κατά πόσο ο Νόμος εφαρμόζεται στην περίπτωση του αιτήματος των αιτητών (ή παρόμοιων αιτημάτων άλλων), δεν καθιστά, κατά την άποψη μου, τέτοια τοποθέτηση του ως εκτελεστή διοικητική πράξη, στην περίπτωση, απορριπτικής του αιτήματος των αιτητών.
Η πιο πάνω κρίση μου, οδηγεί αναγκαστικά ήδη και στην απόρριψη της τρίτης προδικαστικής ένστασης της καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία Α της προσφυγής, αφού η παρούσα προσφυγή στρέφεται σαφώς εναντίον ισχυριζόμενης παράλειψης της καθ' ης η αίτηση, ως αρμόδιας προς έκδοση απόφασης σχετικής επί του αιτήματος των αιτητών αρχής, και όχι οποιωνδήποτε άλλων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών ή άλλων οργάνων.
[…]
Η παράλειψη, την οποία οι αιτητές προσβάλλουν με την θεραπεία Α της προσφυγής τους, συνίσταται στη μη λήψη απόφασης επί του αιτήματος τους, από την καθ' ης η αίτηση και τίποτε διαφορετικό ή περισσότερο. Αυτό δε, με την έννοια, ότι δεν απαντήθηκε αίτημα τους, κατά παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος, με το οποίο ζητούσαν, ουσιαστικά, την έκδοση συγκεκριμένης εκτελεστής διοικητικής πράξης, εν τη εννοία του άρθρου 146 του Συντάγματος, δηλαδή για προαγωγή τους στην κλίμακα Α13 και την ανάθεση σ' αυτούς αναβαθμισμένων καθηκόντων. Σύμφωνα με τη νομολογία, η υποχρέωση της διοίκησης ν' απαντά σε υποβληθέν αίτημα ή παράπονο εντός της προθεσμίας που επιτάσσει το Άρθρο 29.2 του Συντάγματος, είναι δεδομένη. Αποτελεί δικαίωμα του υποκείμενου δικαίου ν' απευθύνεται στην αρμόδια αρχή και υποχρέωση της τελευταίας να εξετάζει το αίτημα και να απαντά χωρίς καθυστέρηση. […]
[…]
Η πιο πάνω κρίση μου, οδηγεί, νομοτελειακά και στην απόρριψη της δεύτερης προδικαστικής ένστασης, αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία Α της παρούσας προσφυγής, αφού, ως εξήγησα, αντικείμενο της θεραπείας Α της παρούσας προσφυγής αποτελεί η ισχυριζόμενη παράλειψη λήψης απόφασης επί του αιτήματος των αιτητών από την καθ' ης η αίτηση και τίποτε άλλο.
Όσον αφορά την τέταρτη προδικαστική ένσταση της καθ' ης η αίτηση, αναφορικά με τη θεραπεία Α της προσφυγής (ανωτέρω), συγκεκριμένα ότι «Σε κάθε περίπτωση και στην έκταση που το αίτημα των αιτητών ημερομηνίας 4.12.2013 απαντήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 30.12.2013, η οποία προσβάλλεται με τη θεραπεία Β της προσφυγής ως απόφαση απορριπτική του αιτήματος των αιτητών, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 29 του Συντάγματος και συνεπώς οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας προσφυγής σ' αυτή τη νομική βάση και/ή στη βάση του άρθρου 36 του Ν.158(Ι)/1999», η απάντηση του εν λόγω ερωτήματος, προϋποθέτει εξέταση της νομικής φύσεως της επιστολής του Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 30.12.2013, η οποία προσβάλλεται στην αιτούμενη θεραπεία Β της προσφυγής και, συγκεκριμένα, απάντηση του ερωτήματος, αν αυτή συνιστά εκτελεστή απόφαση, έστω αναρμοδίως ληφθείσα, του αιτήματος των αιτητών. Κατά την κρίση μου, η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή (ανωτέρω στην παρούσα), δεν συνιστά απόρριψη του αιτήματος των αιτητών, αλλά σαφέστατα είναι αμιγώς πληροφοριακού περιεχομένου. […] Η πιο πάνω κρίση μου, σφραγίζει την τύχη και της τέταρτης προδικαστικής ένστασης, αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία Α, η οποία (ένσταση) και απορρίπτεται, αλλά ταυτόχρονα οδηγεί και στην κρίση, ότι απαραδέκτως προσβάλλεται, με το αιτητικό Β της παρούσας προσφυγής, η επιστολή του Διευθυντή, αφού αυτή δεν συνιστά εκτελεστή πράξη. Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή, ως προς το αιτητικό Β αυτής, απορρίπτεται ως μη παραδεκτή.
Επανερχόμενος στο αιτητικό Α της παρούσας προσφυγής, έχω ήδη ανωτέρω αναφέρει, ότι με αυτό οι αιτητές παραπονούνται, ότι δεν απαντήθηκε συγκεκριμένο αίτημα τους από την καθ' ης η αίτηση. Έχω, επίσης, ανωτέρω ήδη κρίνει, ότι αρμόδια για λήψη απόφασης επί του συγκεκριμένου υποβληθέντος αιτήματος των αιτητών-υπαλλήλων της, είναι η καθ' ης η αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση ενεργεί, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία και τους κανονισμούς που διέπουν την λειτουργία της για τέτοιες περιπτώσεις, δια των αρμοδίων οργάνων αυτής (βλ. άρθρα 3 και 5 του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου (Κεφ. 171) αλλά και άρθρο 8Α του Κεφ. 171 και τους περί Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμούς του 1986, ως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα). Έχω, επίσης, κρίνει, ότι με το εν λόγω αίτημα τους, οι αιτητές ζήτησαν, ουσιαστικά, την έκδοση συγκεκριμένης εκτελεστής διοικητικής πράξης, εν τη εννοία του άρθρου 146 του Συντάγματος. Με δεδομένο, ότι δεν προκύπτει από το ενώπιον μου υλικό η καθ' ης η αίτηση να απάντησε, είτε απορριπτικά είτε θετικά (η επιστολή του Διευθυντή ημερομηνίας 30.12.2013 ήταν πληροφοριακής φύσεως, βλ. ανωτέρω) στο αίτημα των αιτητών, κρίνω, ότι υφίσταται, κατά παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος, συνεχιζόμενη παράλειψη οφειλόμενης απάντησης της καθ' ης η αίτηση στο αίτημα των αιτητών, ως αυτό τέθηκε με την επιστολή τους ημερομηνίας 4.12.2013 προς τον Γενικό Διευθυντή της καθ' ης η αίτηση και, συνεπώς, η προσφυγή, ως προς την αιτούμενη θεραπεία Α αυτής, επιτυγχάνει. Κατ' εφαρμογή της παραγράφου 4(γ) του άρθρου 146 του Συντάγματος, η προαναφερθείσα παράλειψη κηρύσσεται άκυρη και παν το παραλειφθέν δέον όπως εκτελεσθεί.»
Παρά τις ανωτέρω διαπιστώσεις και την κατάληξη του Δικαστηρίου, η καθ’ ης η αίτηση δεν απάντησε στο αίτημα των αιτητών, οι οποίοι καταχώρισαν στις 16.04.2019 την παρούσα προσφυγή, αφού προηγουμένως είχαν αποστείλει, μέσω των δικηγόρων τους, επιστολές με ημερομηνίες 30.08.2018 και 10.01.2019, με τις οποίες ζητούσαν συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση και επανεξέταση του αιτήματός τους. Επισημαίνεται δε πως, μέχρι και την ημερομηνία επιφύλαξης της απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα προσφυγή, η καθ’ ης η αίτηση, όπως αναγνωρίστηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο της κατά την ακρόαση, δεν είχε συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση και δεν επανεξέτασε το αίτημα των αιτητών.
Η καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε Ένσταση στην προσφυγή, με την οποία δηλώνει, μεν, την πρόθεσή της για συμμόρφωση, πλην όμως επικαλείται διάφορους λόγους για τους οποίους δεν έχει ακόμη συμμορφωθεί.
Συγκεκριμένα, το γεγονός, καταρχάς, ότι το ζήτημα της ερμηνείας του Ν.192(Ι)/2011 εκκρεμούσε (κατά τον χρόνο καταχώρισης της Ένστασης) προς επίλυση και στο πλαίσιο άλλη προσφυγής, της υπ’ αρ. 1528/2014, την οποία άλλοι υπάλληλοι της Αρχής είχαν καταχωρίσει εναντίον του Υπουργού Οικονομικών. Κατά δεύτερον, το γεγονός ότι οι Συντεχνίες των υπαλλήλων της Αρχής υπέβαλαν εισήγηση αναφορικά με την χειρισμό του θέματος. Τρίτον, τον διορισμό στις 31.01.2019 νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής, την παραίτηση της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου στις 03.07.2019 και τον διορισμό νέου Προέδρου, Αντιπροέδρου και ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου στις 25.07.2019. Τέλος, την καταχώριση από την Κυπριακή Δημοκρατία έφεσης εναντίον απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, με την οποία ο επίδικος νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός.
Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων τους οι αιτητές επισημαίνουν, καταρχάς, ότι η ακυρωτική απόφαση αφορούσε ακριβώς την παράλειψη του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ’ ης η αίτηση να εξετάσει και να αποφασίσει αρμοδίως το αίτημά τους ημερομηνίας 04.12.2013. Τούτο, μάλιστα, παρά το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα Παράρτημα 2 στην Ένσταση στην παρούσα προσφυγή, οι δικηγόροι της Αρχής είχαν γνωματεύσει από τις 27.09.2018 ότι η Αρχή έχει υποχρέωση να εξετάσει το αίτημα των αιτητών προς άρση της διαπιστωθείσας παράλειψης. Τα όσα δε εγείρονται στην Ένσταση προς επίκληση πραγματικής και/ή νομικής αδυναμίας επανεξέτασης, συνιστούν, κατά την εισήγηση, εκ των υστέρων ανεπίτρεπτη αιτιολογία.
Ακολούθως, οι αιτητές εισηγούνται ότι η παράλειψη επανεξέτασης συνιστά παραβίαση του δικαστικού δεδικασμένου και παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ήτοι συμμόρφωσης με την ακυρωτική απόφαση. Επισημαίνοντας δε ότι εν προκειμένω δεν καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της ακυρωτικής απόφασης, παραπέμπουν σε σχετική νομολογία ως προς την υποχρέωση της Διοίκησης, συμφώνως του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, για ενεργό συμμόρφωση μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης. Επιπρόσθετα, οι αιτητές υποβάλλουν ότι η επίδικη παράλειψη παραβιάζει την έννοια του κράτους δικαίου και τις αρχές της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τις Αρχές και της ίσης μεταχείρισης.
Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση, στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, εισηγήθηκε ότι, στη βάση της ορθής ερμηνείας του τροποποιηθέντος Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ενεργούς συμμόρφωσης σε περίπτωση εκκρεμότητας Έφεσης κατά ακυρωτικής απόφασης. Κατ’ επέκταση, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση, ούτε εν προκειμένω τίθεται ζήτημα υποχρέωσης σε ενεργό συμμόρφωση καθότι, σε σχέση με την επίδικη νομοθεσία (Ν.192(Ι)/2011), εκκρεμούσε κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας προσφυγής η εκδίκαση έφεσης εναντίον απόφασης της Ολομέλειας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Κούνδουρου κ.ά. ν Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 611/2012 κ.ά., ημερ. 29.03.2019), με την οποία ο νόμος κρίθηκε ως αντισυνταγματικός. Η εν λόγω εισήγηση, αποσύρθηκε από την κα Στιβαρού κατά την ακρόαση, στη βάση των κριθέντων από την τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της ορθής ερμηνείας του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος στην απόφαση Νίκου Βαλανίδη ν Πανεπιστημίου Κύπρου, Υπόθ. αρ. 990/2018, ημερ. 15.07.2022.
Διαζευκτικά, η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση, υποστήριξε ότι η πραγματική και/ή νομική αδυναμία προς συμμόρφωση στοιχειοθετείται εν προκειμένω, αφενός, από το γεγονός της εκκρεμότητας (κατά τον χρόνο καταχώρισης της γραπτής αγόρευσης της καθ’ ης η αίτηση) της προσφυγής υπ’ αρ. 1528/14 και, αφετέρου, από το γεγονός ότι οι αιτητές και/ή οι Συντεχνίες που τους εκπροσωπούν, υπέβαλαν παράλληλη εισήγηση για επίλυση ευρύτερων συναφών απαιτήσεων.
Έχοντας παραθέσει ανωτέρω τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην ακυρωτική απόφαση, σε συμφωνία με τους αιτητές, καταλήγω ότι η καθ’ ης η αίτηση, παρά την αναγνώριση στο πλαίσιο της παρούσας, της υποχρέωσής να επανεξετάσει την υπόθεση των αιτητών, εντούτοις δεν έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα στις απαιτούμενες ενέργειες για συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, παραβιάζοντας έτσι τόσο τη ρητή συνταγματική επιταγή όσο και τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
Επισημαίνεται πως το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος[1] επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση της διοίκησης σε κάθε απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση ακυρωτικής απόφασης η διοίκηση υποχρεούται συγκεκριμένα να ενεργήσει ώστε να διορθωθεί η πλημμέλεια που διαπιστώθηκε, ο δε μηχανισμός/τρόπος συμμόρφωσης δυνατόν να διαφέρει κατά περίπτωση (Κοινοπραξία ADT – ΩΜΕΓΑ ΑΤΕ κ.ά ν Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 42/2015, ημερ. 12.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:C4).
Στην απόφαση ΚΟΤ ν. Χριστοφίδου (2016) 3 ΑΑΔ 308, στην οποία οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αιτητών, μεταξύ άλλων, παραπέμπουν, διακηρύχθηκε πως παράλειψη συμμόρφωσης με ακυρωτική απόφαση κατά παράβαση του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το εν λόγω Άρθρο, υποκείμενη σε αναθεώρηση και ακύρωση βάσει του Άρθρου 146. Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα ακόλουθα:
«Κατ' ακολουθία του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης, υποχρεούται «εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην». Προς τον σκοπό αυτό επανεξετάζει το εγερθέν ζήτημα με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο που λήφθηκε η ακυρωθείσα από το Δικαστήριο απόφαση (Republic v. Nissiotou (1985) 3 C.L.R. 1335, Kyriacou v. Minister of Interior (1988) 3 C.L.R. 643). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Μαυρομάτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ.2) (1990) 3 Α.Α.Δ. 3943, το καθήκον της Διοίκησης προς συμμόρφωση προσδιορίζεται από το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος κατά τρόπο επιτακτικό και οριοθετείται ως καθήκον που επιβάλλει την εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης και την αποκατάσταση της τάξης πραγμάτων που ίσχυε πριν την έκδοσή της. Υπό το πρίσμα των αρχών αυτών, έχει επίσης νομολογηθεί ότι η παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της πράξης, συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το πιο πάνω Άρθρο του Συντάγματος, υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος (Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα 0(1992) 1 Α.Α.Δ. 697).
[…]
Σύμφωνα με τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929-1959, σελίδα 281:
«Η Διοίκησις υποχρεούται, απαγγελθείσης υπό του Σ.Ε. της ακυρώσεως πράξεώς τινός, να συμμορφωθή προς το περιεχόμενον της αποφάσεως αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων, διά θετικής ενεργείας ή ν΄απόσχη από πάσης ενεργείας αντιτιθεμένης προς τα υπό του Σ.Ε. κριθέντα.»
Όπως επιβεβαιώνεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση Επαμεινώνδα κ.α. ν. Δήμου Λεμεσού κ.ά. (2016) 3 Α.Α.Δ. 203:
«Η «ενεργός συμμόρφωση», που προνοείται στο εδάφιο 5 του Άρθρου 146 του Συντάγματος παραπέμπει στην υποχρέωση της διοίκησης να επανεξετάζει υπό το φως του ακυρωτικού αποτελέσματος.»».
Στη δε απόφαση Δημοκρατία ν Daryl & Mike Developers, ΕΔΔ αρ. 130/21, ημερ. 02.03.2026, επαναλήφθηκε - με παραπομπή σε προηγούμενη πάγια νομολογία - πως στην Κύπρο, στον τομέα του διοικητικού δικαίου, το δεδικασμένο δεν αποτελεί, όπως στην Αγγλία, μόνο δόγμα δικαίου ή, όπως στην Ελλάδα, θέμα αρχής που εν τέλει έτυχε νομοθετικής ρύθμισης, αλλά έχει συνταγματική ισχύ δυνάμει του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος.
Εν προκειμένω οι όποιες συζητήσεις με τις Συντεχνίες των υπαλλήλων της Αρχής προς τον σκοπό επίλυσης ευρύτερων ζητημάτων ή η αλλαγή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής, δεν στοιχειοθετούν νόμιμο λόγο για την παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση και, κατ’ επέκταση, με τη ρητή συνταγματική επιταγή.
Σημειώνεται επιπλέον ότι, στην προσφυγή άλλων υπαλλήλων της Αρχής, την οποία επικαλέστηκε η καθ’ ης η αίτηση στην Ένσταση, εκδόθηκε προ πολλού απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (Κοτζιάπασιη Γαβριηλίδου κ.ά. ν Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 1528/2014, ημερ. 05.04.2022). Κρίθηκε, συγκεκριμένα, πως στο πλαίσιο των προνοιών του άρθρου 9 του Ν.192(Ι)/2011 ο Υπουργός Οικονομικών δεν έχει εξουσία να αποφασίσει ή να επιλύσει τη διαφορά των (εκεί) αιτητών με την ΑΗΚ. Έγινε δε σχετική παραπομπή και στα κριθέντα στην εδώ επίδικη ακυρωτική απόφαση.
Συνακόλουθα, επαναλαμβάνοντας τη διαπίστωση του Δικαστηρίου στην ακυρωτική απόφαση ότι η παράλειψη, την οποία οι αιτητές αμφισβήτησαν με την προσφυγή τους, συνίστατο στη μη λήψη απόφασης επί του αιτήματος τους από την καθ' ης η αίτηση, διαπιστώνω εν προκειμένω τόσο συνεχιζόμενη παράλειψη εξέτασης του αιτήματος των αιτητών, όσο και παράλειψη της Αρχής να συμμορφωθεί με το δεδικασμένο και το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος.
Συνακόλουθα, η προσφυγή επιτυγχάνει.
Η παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση κηρύσσεται άκυρη, βάσει του Άρθρου 146.4 του Συντάγματος. Παν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθεί.
Υπέρ των αιτητών και εναντίον της καθ’ ης η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.900, πλέον ΦΠΑ.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] 5. H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης, η οποία εκδίδεται στο πλαίσιο της παραχωρουμένης στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή στο Διοικητικό Εφετείο δικαιοδοσίας, δυνάμει της παραγράφου 1, δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο