ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 562/2022)
8 Ιουνίου 2026
[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]
ΕΛΕΝΗ ΜΟΥΝΤΗ-ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Αιτήτρια
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ης η Αίτηση
…………………………
Χ. Χριστάκη για Χριστάκης Θ. Χριστάκη Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Π. Βασιλείου για Γενικό Εισαγγελέα, για την καθ’ ης η αίτηση.
Τα ενδιαφερόμενα μέρη Π. Δημοσθένους-Δάρρα, Μ. Χατζηπροδρόμου και Φ. Χατζηφάνη εμφανίζονται προσωπικά.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια με την υπό κρίση προσφυγή ζητά την ακύρωση της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 21.1.2022 με την οποία διορίστηκαν αναδρομικά από 17.10.2016 στη μόνιμη θέση νομικού λειτουργού, Δικαστική Υπηρεσία κατόπιν διαδικασίας επανεξέτασης τα ενδιαφερόμενα μέρη Π. Δημοσθένους – Δάρρα, Μ. Χατζηπροδρόμου και Φ. Χατζηφάνη αντί της αιτήτριας.
Το Διοικητικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Υπόθεσης Αρ. 21/2017 Μούντη-Κοντοπούλου ν. Δημοκρατίας, 30.4.2020 ακύρωσε την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 28.9.2016 να διορίσει από 17.10.2016 τα τρία ενδιαφερόμενα μέρη πλέον ακόμα ένα πρόσωπο στην επίδικη θέση. Κατά της απόφασης, ασκήθηκε η έφεση Ε.Δ.Δ. 81/2020 κ.α. Χατζηπροδρόμου κ.α. ν. Μούντη-Κοντοπούλου ν. Δημοκρατίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 14.9.2021 ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση περί πάσχουσας σύστασης της συμβουλευτικής επιτροπής αλλά την επικύρωσε σε σχέση με την πάσχουσα σύνθεση της καθ’ ης η αίτηση λόγω της μη καταγραφής στα πρακτικά περί αποχώρησης της αρχιπρωτοκολλητή πριν τη λήψη της απόφασης και κατ’ επέκταση, λόγω μη τήρησης άρτιων πρακτικών. Η καθ’ ης η αίτηση στις 11.10.2021 προχώρησε σε διαδικασία επανεξέτασης και αποφάσισε τον αναδρομικό διορισμό των τριών ενδιαφερομένων μερών.
Η αιτήτρια εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το δεδικασμένο και τις αρχές της επανεξέτασης, η επέμβαση στο πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 28.9.2016 έγινε παράνομα, παράνομη επίσης είναι η μη διενέργεια νέων συνεντεύξεων και η υιοθέτηση εντυπώσεων της καθ’ ης η αίτηση υπό διαφορετική σύνθεση και επιπρόσθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.
Εφόσον ασκήθηκε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, το δεδικασμένο δημιουργείται με βάση την απόφαση στην έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στη Χατζηπροδρόμου κ.α. αποφάσισε τα εξής:
«Στις 15.9.2010, συγκροτήθηκε εκ νέου Συμβουλευτική Επιτροπή, αποτελούμενη από την τότε Αρχιπρωτοκολλητή, κα A. Αντωνίου, ως Πρόεδρο, και τις κ.κ. Ε. Χριστοδούλου, τότε Βοηθό Αρχιπρωτοκολλητή, Κ. Απληκιώτου, Κ. Οικονόμου και Μ. Κωνσταντίνου, ως μέλη.
[.]
Λόγω όμως της έκδοσης στις 4.11.2011 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ειρήνη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 745) με την οποία ακυρώθηκε ο διορισμός της κας Α. Αντωνίου στη θέση Αρχιπρωτοκολλητή, οι συνεντεύξεις μετατέθηκαν και πραγματοποιήθηκαν στις 21 και 22.12.2011 ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η σύνθεση της οποίας είχε πλέον καταστεί τριμελής, έχουσα ως νέο πρόεδρο την Αρχιπρωτοκολλητή κα Ε. Χριστοδούλου και μέλη την κα Κ. Οικονόμου και Μ. Κωνσταντίνου (η κα Κ. Απληκιώτου είχε αφυπηρετήσει).
Με επιστολή της ημερομηνίας 14.4.2016, η Αρχιπρωτοκολλητής κα Χριστοδούλου υπέβαλε στην Ε.Δ.Υ. την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία τόσο η αιτήτρια όσο και τα Ε.Μ. περιλαμβάνονταν στον σχετικό προκαταρκτικό κατάλογο και εν συνεχεία, η Ε.Δ.Υ., στη συνεδρία της ημερομηνίας 9.6.2016, αφού μελέτησε την εν λόγω έκθεση, υιοθέτησε τα πορίσματα της Συμβουλευτικής. Περαιτέρω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον της στοιχείων, προέβη στον καταρτισμό του τελικού καταλόγου, στον οποίο περιλαμβάνονταν 14 υποψήφιοι, μεταξύ αυτών και η αιτήτρια και τα τρία Ε.Μ.. Η Ε.Δ.Υ. αποφάσισε επίσης να καλέσει σε προφορική συνέντευξη τους υπό αναφορά 14 υποψηφίους και στη συνεδρία να κληθεί να παραστεί και η Αρχιπρωτοκολλητής.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό, κατά τη διάρκεια των προφορικών συνεντεύξεων ενώπιον της Ε.Δ.Υ., που έλαβαν χώρα στις 27 και 28.9.2016, παρίστατο και η κα Χριστοδούλου, με σκοπό, ως ρητά αναφέρεται, να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση. Μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης, ως επίσης αναφέρεται στο πρακτικό, η Αρχιπρωτοκολλητής, «με αποκλειστικό σκοπό να υποβοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση», αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων και, ακολούθως, η Ε.Δ.Υ., στη βάση του συνόλου των ενώπιον της στοιχείων, έκρινε ότι τα τρία Ε.Μ. υπερείχαν των λοιπών υποψηφίων, τις επέλεξε ως τις πλέον κατάλληλες και αποφάσισε να τους προσφέρει διορισμό στην επίδικη θέση από 17.10.2016.
Θεωρούμε σκόπιμο, να προβούμε στην εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης, η κρίση επί του οποίου, εάν γίνει αποδεκτός, θα είναι καθοριστική για την τύχη της έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης πλήττεται ως εσφαλμένο το εύρημα του Δικαστηρίου περί κακής συγκρότησης της σύνθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
[.]
Έχουμε εξετάσει το θέμα υπό το πρίσμα των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων, της νομολογίας και των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων και στοιχείων.
Η ουσία του υπό κρίση ζητήματος, αφορά κυρίως τις επιπτώσεις που η ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επέφερε στις πράξεις και ενέργειες, τις οποίες η Αρχιπρωτοκολλητής εκτέλεσε/επιτέλεσε υπό την ανωτέρω ιδιότητα και το έγκυρο ή όχι αυτών.
Ορθά, επισημαίνουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε το άρθρο 57 του Ν. 158(Ι)/1999 καθώς και νομολογία, μεταξύ των οποίων, την απόφαση ΑΝΤΕΝΝΑ TV LIMITED ν. Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 37, όπου τονίστηκε πως «Η ακυρωτική δικαστική απόφαση εξαλείφει ex tunc την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση και επαναφέρει τα πράγματα στο πραγματικό και νομικό καθεστώς του χρόνου της διοικητικής πράξης που ακυρώθηκε.»
Το δε άρθρο 57 του Ν. 158(Ι)/1999 θέτει την υποχρέωση στη Διοίκηση «να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της πράξης που ακυρώθηκε.»
Όμως: Η επαναφορά των πραγμάτων/καταστάσεων, στην αρχική τους θέση, αφορά το πρόσωπο του οποίου ο διορισμός ή η προαγωγή ακυρώθηκε και τα δικαιώματα ή οφέλη που είχε ή απώλεσε εν όψει της θέσης του και έχοντα σχέση με συνυπολογισμό ετών υπηρεσίας για προαγωγή, σύνταξη κλπ. Δεν παραπέμπει και δεν αναφέρεται στις πράξεις και ενέργειες τις οποίες, νόμιμα το πρόσωπο αυτό επιτέλεσε κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών τις οποίες η θέση την οποία κατείχε είτε του επέτρεπε, είτε του επέβαλλε να ασκήσει.
Η συγκρότηση ενός οργάνου θεωρείται ως πάσχουσα ή κακή, όταν αυτό έχει συγκροτηθεί ή διοριστεί κατά τρόπο παράνομο ή από μη θεσμικό όργανο, ούτως ώστε να μην έχει νόμιμη υπόσταση. Αυτό ήταν το νόημα και η πεμπτουσία των αποφάσεων Ναύτη κ.α. ν. ΡΙΚ (1999) 3 ΑΑΔ 50, Κυπριανίδης ν. ΚΟΤ (1993) 4 ΑΑΔ 2486, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.α. (1991) 3 ΑΑΔ 159, τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε και στις οποίες ο συνήγορος της εφεσίβλητης βασίζεται.
[.]
Είχε προαχθεί στη θέση αυτή από την ΕΔΥ, μια νόμιμα θεσμοθετημένη και συνταγματική επιτροπή δυνάμει «κανόνα δικαίου» και δεν κατείχε τη θέση ούτε με νόσφιση εξουσίας ούτε με αντιποίηση αρχής. Η ακύρωση του διορισμού της δεν αφορούσε παράβαση οποιασδήποτε συνταγματικής διάταξης ούτε αυτός κρίθηκε ανυπόστατος, παρά μόνο αποφασίστηκε ότι πεπλανημένα η ΕΔΥ αποτίμησε το στοιχείο της πείρας και την εν γένει αξία της ανθυποψηφίας της κατά το διορισμό της.
Οι πράξεις και ενέργειες της Α. Αντωνίου, ενόσω αυτή κατείχε τη θέση της Αρχιπρωτοκολλητή, ενείχαν το στοιχείο της νομιμότητας και δεσμευτικότητας (εκτός βέβαια αν έπασχαν από άλλο λόγο ακυρότητας). Αντίθετη άποψη και υιοθέτηση της εισήγησης του συνηγόρου εφεσίβλητης θα επέφερε πλήγμα και ρήγμα στην ασφάλεια δικαίου, στη συνέχεια των διοικητικών πράξεων και θα έπληττε την εμπιστοσύνη του πολίτου προς τη Διοίκηση.
Κρίνουμε πως στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζονται όσα λέχθηκαν στην Χατζηγεωργίου ν. Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Α.Ε. 37/2014, ημερ. 6.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:C336, η οποία υιοθέτησε την Γρουτίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, Α.Ε. 220/12, ημερ. 18.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:C379.
[.]
Το γεγονός ότι η πενταμελής Συμβουλευτική Επιτροπή κατέστη εν τέλει τριμελής, αυτό δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του οργάνου, καθώς όπως προβλέπει το άρθρο 32(8) «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 20 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, η νομιμότητα της συγκρότησης οποιασδήποτε Συμβουλευτικής Επιτροπής και η εγκυρότητα οποιασδήποτε πράξης ή εργασίας δεν επηρεάζονται λόγω θανάτου, παραίτησης, αφυπηρέτησης, απουσίας ή άλλου κωλύματος μέλους της, σε οποιοδήποτε στάδιο της ενώπιόν της διαδικασίας,.»
Το εδάφιο 5 (και όχι 4) του άρθρου προβλέπει πως τρία από τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής συνιστούν απαρτία. Υπήρχε δε εύλογος και νόμιμος λόγος μείωσης των μελών, καθόσον η Απληκιώτου αφυπηρέτησε την 1.2.2011, η δε Α. Αντωνίου κωλύετο πλέον να συμμετέχει αφού κατ' επιταγή του εδαφίου (3) του ιδίου άρθρου «Τα μέλη των Συμβουλευτικών Επιτροπών σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να κατέχουν θέση ή τάξη ιεραρχικά ανώτερη από τη θέση που θα πληρωθεί». Μετά την ακύρωση του διορισμού της στη θέση Αρχιπρωτοκολλητή, Δικαστική Υπηρεσία, επανήλθε στη θέση Πρωτοκολλητή Α, η μισθοδοτική κλίμακα της οποίας είναι Α 11+2, ενώ η μισθοδοτική κλίμακα της υπό πλήρωση θέσης ήταν Α9-Α11-Α12. Συνεπώς δεν μπορούσε πλέον να συμμετέχει (Πρακτικό ΕΔΥ ημερ. 9.11.2011).
Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση του συνηγόρου της εφεσίβλητης δεν ευσταθεί και οι λόγοι έφεσης 1 και 2 επιτυγχάνουν.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η κρίση του Δικαστηρίου με την οποία έκρινε ότι η Αρχιπρωτοκολλητής δεν αποχώρησε από τη συνεδρία της ΕΔΥ «πριν από τη συζήτηση και λήψη της επίδικης απόφασης».
[.]
Οι συνήγοροι των εφεσειόντων αποδίδουν τη μη καταγραφή της αποχώρησης της Αρχιπρωτοκολλητού σε τυπογραφικό λάθος και/ή παραδρομή και υποδεικνύουν ότι εάν είχε παραμείνει, αυτό θα καταγράφετο στα πρακτικά. Υποδεικνύουν δε, πως στο πρακτικό (τεκμ. 10 της ένστασης) αναφέρεται ότι η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση υπό το φως των σχετικών κρίσεων της Αρχιπρωτοκολλητού και αναφέρονται ως παριστάμενα, μόνο τα μέλη της ΕΔΥ.
[.]
Έχουμε ανατρέξει στο σχετικό πρακτικό ημερ. 28/9/2016. Με όλη την εκτίμηση προς τους συνηγόρους των εφεσειουσών, το περιεχόμενο του δεν αποδίδει την εικόνα που εισηγούνται. Καταγράφει μεν, μετά τον τίτλο «Απόσπασμα πρακτικού από τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με ημερ. 28.9.16» τα παρόντα μέλη της Επιτροπής, αλλά δεν συνάγεται από την καταγραφή αυτή, ότι μόνο εκείνα τα μέλη ήσαν παρόντα. Σε δύο παραγράφους, στο κείμενο των πρακτικών, γίνεται ρητή αναφορά στην παρουσία και στις ενέργειες της Αρχιπρωτοκολλητού. Δικαιολογώντας μάλιστα την παρουσία της και προσδιορίζοντας το ρόλο της «… προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση».
Στο ίδιο πρακτικό καταγράφεται η αξιολόγηση των υποψηφίων, στην οποία η Αρχιπρωτοκολλητής προέβηκε και καταλήγει η ΕΔΥ με τη δική της αξιολόγηση και την απόφαση του διορισμού των ΕΜ/εφεσειουσών. Η φράση η οποία σε κάποιο σημείο του κειμένου καταγράφεται αμέσως μετά την αξιολόγηση της Αρχιπρωτοκολλητού, δηλαδή «Στη συνέχεια η Επιτροπή, υπό το φως και των σχετικών κρίσεων της Αρχιπρωτοκολλητού προέβη στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων …» δεν υποδηλοί αυτό το οποίο εισηγούνται οι συνήγοροι. Ότι δηλαδή η Αρχιπρωτοκολλητής αποχώρησε και συνέχισε η Επιτροπή. Η φράση «Στη συνέχεια ...» συνέδεε τη μια ενέργεια με την άλλη, συνδέοντας το κείμενο ως ενότητα. Ούτε μπορεί να εκληφθεί ότι αποχώρησε η Αρχιπρωτοκολλητής γιατί αυτή είναι η πρακτική που ακολουθείται.
Ουσιαστικά το Δικαστήριο εκαλείτο να εξάξει συμπέρασμα για ένα γεγονός του οποίου η επέλευση έπρεπε να βασίζεται σε ασφαλή στοιχεία, για να υπάρχει συμμόρφωση με το Νόμο και όχι σε εικασίες ούτε να συνάγεται από τα συμφραζόμενα.
Τα πρακτικά μιας συνεδρίας αντανακλούν τα διαδραματισθέντα. Δεδομένου πως η νομοθετική διάταξη απαιτεί τη μη παρουσία προσώπου τρίτου προς το συλλογικό όργανο, η αποχώρηση αυτού έπρεπε ρητά να καταγράφεται αφ' ενός για να είναι η συνεδρία σύννομη και αφ' ετέρου ο διοικούμενος να έχει μια πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα της συνεδρίας η οποία «έκρινε τη τύχη του», αναφορικά με την επαγγελματική του σταδιοδρομία.
Κρίνουμε συνεπώς πως από όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθά αποφάσισε πως δεν προκύπτει από τα πρακτικά να είχε αποχωρήσει η Αρχιπρωτοκολλητής. Ορθά επίσης έκρινε ότι τίθεται θέμα τήρησης άρτιων πρακτικών το οποίο άρρηκτα συνδέεται με τη σύνθεση και λειτουργία του συλλογικού οργάνου (Στυλιανός Αγαθοκλέους ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, Α.Ε. 29/11 ημερ. 21/7/2016).
Η τήρηση άρτιων πρακτικών συνιστά έλεγχο χρηστής διοίκησης και προϋπόθεση για την άσκηση αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων. Χωρίς αυτά, η προσβληθείσα διοικητική απόφαση οδηγείται αναπόφευκτα σε ακύρωση (Χρυσάφη ν. Δημοκρατίας (2005) 3 ΑΑΔ 550, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 417).»
Στο πρακτικό της συνεδρίας της καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 11.10.2021 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Η Επιτροπή, στην προηγούμενή της συνεδρία με ημερομηνία 27.09.2021, θέμα Β.(1)(2) των πρακτικών, αφού ενημερώθηκε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες Αναθεωρητικές Εφέσεις με αρ. 86/20, 81/20 και 92/20 αποδέχτηκε τους δύο λόγους Έφεσης της Δημοκρατίας που αφορούν τη συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ενώ απέρριψε τον τρίτο λόγο που αφορά την τήρηση άρτιων πρακτικών, κρίνοντας ότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά να είχε αποχωρήσει η Αρχιπρωτοκολλητής από την επίδικη συνεδρία της Επιτροπής, αποφάσισε ότι θα προχωρήσει στην επανεξέταση της πλήρωσης τριών θέσεων Νομικού Λειτουργού, Δικαστική Υπηρεσία, που παραμένουν κενές ύστερα από την ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με ημερομηνία 28.09.2016, σ' ό,τι αφορά τον από 17.10.2016 διορισμό των Δάρρα - Δημοσθένους Πηνελόπης, Φραγκοπούλου - Στυλιανού Έλενας και Χατζηπροδρόμου Μαρίλιας στις πιο πάνω θέσεις, αφού πρώτα συμβουλευθεί και τη Νομική Υπηρεσία.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με επιστολή του με αρ. φακ. Γ.Ε./Υποθ./Αριθ. 81/20, 86/20 και 92/20 και ημερ. 23.09.2021, ανέφερε ότι κατά την επανεξέταση της υπόθεσης η Διοίκηση, «συμμορφούμενη με το δικαστικό διατακτικό όπως παρατίθεται στη σελίδα 23 της Απόφασης, θα πρέπει να προβεί σε ορθή τήρηση πρακτικού, αναφέροντας ότι η Αρχιπρωτοκολλητής αποχώρησε από τη συνεδρία, πριν την λήψη της σχετικής απόφασης».
Η Επιτροπή για σκοπούς επανεξέτασης και υπό το φως και της σχετικής γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κάλεσε την Αρχιπρωτοκολλητή, Δικαστική Υπηρεσία, να παραστεί στη συνεδρία.
Η Αρχιπρωτοκολλητής, αφού προσήλθε στη συνεδρία και ενημερώθηκε για την πιο πάνω απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, προέβηκε στην πιο κάτω δήλωση:
«Κατά τη συνεδρία της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με ημερομηνία 28.09.2016 (θέμα Β.(1)(1) των πρακτικών), είχα παραστεί ενώπιον της Επιτροπής κατά την προφορική εξέταση των υποψηφίων και αφού ολοκληρώθηκε η προφορική εξέταση και προχώρησα σε αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων, όπως προβλέπει ο Νόμος, αποχώρησα από τη συνεδρία.»
Στο σημείο αυτό η Αρχιπρωτοκολλητής αποχώρησε από τη συνεδρία.
Στη συνέχεια η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη και την πιο πάνω δήλωση της Αρχιπρωτοκολλητού, αποφάσισε να υιοθετήσει όλα τα ευρήματα και τις αποφάσεις που λήφθηκαν στη συνεδρία της Επιτροπής με ημερομηνία 28.09.2016 (θέμα Β.(1)(1) των πρακτικών).»
Η απόφαση στη Χατζηπροδρόμου κ.α. έκρινε ότι πάσχει η σύνθεση της καθ’ ης η αίτηση επειδή στο πρακτικό του ουσιώδους χρόνου δεν καταγράφηκε εάν αποχώρησε η αρχιπρωτοκολλητής μετά την ολοκλήρωση της προφορικής εξέτασης των υποψηφίων και την έκφραση της δικής της αξιολόγησης και προτού η καθ’ ης η αίτηση προχωρήσει στη δική της αξιολόγηση και λάβει τελική απόφαση. Δηλαδή, στα πλαίσια της διαδικασίας επανεξέτασης η καθ’ ης η αίτηση για να συμμορφωθεί με το δεδικασμένο όφειλε να επαναλάβει τη διαδικασία από το στάδιο στο οποίο ολοκληρώθηκε η προφορική εξέταση των υποψηφίων, εξέφρασε την άποψή της η αρχιπρωτοκολλητής, και αφού αποχωρεί, αρχίζει η αξιολόγηση των υποψηφίων από την καθ’ ης η αίτηση και η λήψη απόφασης. Στη Χατζηπροδρόμου κ.α. δεν ακυρώθηκε η σύνθεση της καθ’ ης η αίτηση κατά τη διάρκεια των προφορικών συνεντεύξεων έτσι ώστε να προκύπτει ζήτημα διενέργειας νέων συνεντεύξεων – ως η εισήγηση της αιτήτριας – αλλά το στάδιο μετά την αξιολόγηση της επίδοσης των υποψηφίων από την αρχιπρωτοκολλητή και πριν την έναρξη της αξιολόγησης των υποψηφίων από την καθ’ ης η αίτηση.
Στη βάση των πιο πάνω, η αρχιπρωτοκολλητής δεν ήταν αναγκαίο να κληθεί στη συνεδρία της καθ’ ης η αίτηση εφόσον το δεδικασμένο δεν επηρέασε τη διαδικασία στην οποία νόμιμα συμμετείχε η αρχιπρωτοκολλητής αλλά το στάδιο μετά τη δική της συμβολή. Εντούτοις, δεν κρίνω ότι επηρεάζεται η νομιμότητα της διαδικασίας με την παρουσία της και την κατά τα άλλα αχρείαστη δήλωση που έγινε εφόσον ρητώς καταγράφεται στο πρακτικό ότι αποχωρεί από τη συνεδρία πριν την έναρξη της αξιολόγησης από την καθ’ ης η αίτηση που αυτό ήταν το δεδικασμένο με στο οποίο οφείλει συμμόρφωση η καθ’ ης η αίτηση. Ούτε θεωρώ ότι με τη δήλωση που έγινε στην εν λόγω συνεδρία γίνεται παράνομη επέμβαση στο πρακτικό της 28.9.2016 ως το θέτει η αιτήτρια. Το ουσιώδες της συμμόρφωσης με το δεδικασμένο είναι η μη παρουσία της αρχιπρωτοκολλητή στη συνεδρία της καθ’ ης η αίτηση η οποία λαμβάνει χώρα εκ νέου στα πλαίσια επανεξέτασης αλλά ανατρέχει στον ουσιώδη χρόνο της αρχικής απόφασης. Το πρακτικό της 28.9.2016 δεν αλλοιώθηκε μέσω της δήλωσης η οποία έγινε το 2021 και που ούτως ή άλλως όπως για τους λόγους που εξηγήθηκαν έγινε εκ του περισσού.
Η αιτήτρια εισηγείται επίσης ότι εσφαλμένα δεν διενεργήθηκαν νέες προφορικές συνεντεύξεις εφόσον η σύνθεση της καθ’ ης η αίτηση ενδιάμεσα, άλλαξε. Η σχετική νομοθετική πρόνοια είναι το Άρθρο 34Α(3) του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου, Ν. 1/1990 (στο εξής ο «Νόμος») που προνοεί ότι:
«(3) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), κατά την επανεξέταση μιας ακυρωθείσας απόφασης θεωρείται μέρος του πραγματικού καθεστώτος και λαμβάνεται υπόψη η κρίση που αποκόμισαν η Επιτροπή και η Συμβουλευτική Επιτροπή κατά την προφορική εξέταση που τυχόν έγινε πριν εκδοθεί η ακυρωθείσα απόφασή τους, ανεξάρτητα αν, στο μεταξύ, έχει αλλάξει η σύνθεσή τους:
Νοείται ότι αν ο λόγος της ακύρωσης αφορά προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας της προφορικής εξέτασης, είτε ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής είτε ενώπιον της Επιτροπής, κατά τρόπο που επηρεάζει την κρίση που αποκόμισαν η Συμβουλευτική Επιτροπή ή η Επιτροπή κατά την προφορική εξέταση, ανάλογα με την περίπτωση, τότε η εν λόγω κρίση δε λαμβάνεται υπόψη.»
Το δεδικασμένο της Χατζηπροδρόμου κ.α. δεν επηρεάζει την κρίση που αποκόμισε η καθ’ ης η αίτηση κατά την προφορική εξέταση αλλά τη σύνθεση ως έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Ο επηρεασμός της σύνθεσης κατά τον τρόπο που προκύπτει στην υπό κρίση υπόθεση που δεν αφορά απουσία μέλους της καθ’ ης η αίτηση που θα έπρεπε να ήταν παρών αλλά παρουσία προσώπου που δεν είναι μέλος της καθ’ ης η αίτηση και ως τέτοιο δεν θα έπρεπε να είναι παρών, δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την κρίση της καθ’ ης η αίτηση επί των προφορικών συνεντεύξεων έτσι ώστε να έπρεπε να επαναληφθεί η διαδικασία στη βάση των προνοιών του Άρθρου 34Α(3) του Νόμου. Όπως αποφασίστηκε στην Ηλία κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 786:
«Οι προσωπικές συνεντεύξεις δεν είχαν ακυρωθεί δικαστικά, αποτελούσαν πλέον δεδικασμένο και ως εκ τούτου οι Εφεσίβλητοι/Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να λάβουν υπόψη τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων παρά το ότι οι συνεντεύξεις διενεργήθηκαν από Συμβούλιο Κρίσεως υπό άλλη σύνθεση. Διαφορετική αντίκριση του ζητήματος, πέραν του ότι θα συνεπάγετο καταπάτηση των αρχών του δεδικασμένου, θα οδηγούσε, όπως άλλωστε είδαμε, σε ατέρμονες διαδικασίες εφόσον, καθώς προκύπτει από το ιστορικό των εδώ υποθέσεων, είναι συχνά που μεταβαλλόταν η σύνθεση του Συμβουλίου Κρίσεως …»
Τέλος, ούτε η εισήγηση της αιτήτριας ότι η αιτιολογία της καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με την αιτήτρια και το ενδιαφερόμενο μέρος Χατζηφάνη πάσχει, μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί, το δεδικασμένο δεν επηρέασε την αξιολόγηση των προφορικών συνεντεύξεων από την καθ’ ης η αίτηση η οποία αποτελούσε πλέον δεδικασμένο χωρίς να έχει υποχρέωση η καθ’ ης η αίτηση κατά τη διαδικασία επανεξέτασης να διορθώσει οτιδήποτε άλλο πέραν της πλημμέλειας που διαπιστώθηκε στη Χατζηπροδρόμου κ.α. (Ναζίρης ν. Ρ.Ι.Κ. (2007) 3 Α.Α.Δ. 38).
Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €2.000 έξοδα υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο