IBRAHIM RAY κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 584/2021, 8/6/2026
print
Τίτλος:
IBRAHIM RAY κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 584/2021, 8/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                              

(Υπόθεση Αρ. 584/2021)

 

 8 Ιουνίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

1.           IBRAHIM RAY

                                     2.      ERMAN DOLMACI                                                                                                                            Αιτητές

                                                  ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ  ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

                                                           Καθ’ ων  η Αίτηση

                                                                                    

Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητές

Ν. Νικολάου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, που περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα») προς τον αιτητή αρ. 1,  ημερομηνίας 29.3.2021, και σύμφωνα με την οποία ακυρώθηκε η άδεια παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία, ως συζύγου Κύπριου πολίτη, ημερομηνίας 1.8.2022, καθότι κρίθηκε ότι αυτός διέμενε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.

 

Αναδρομή στα γεγονότα της υπόθεσης, αποκαλύπτει τα εξής:

 

Ο αιτητής αρ. 1 είναι υπήκοος Τουρκίας, ο οποίος, αφού συνήψε στις 5.2.2019 σύμφωνο συμβίωσης στον Δήμο Αθηναίων, με τον αιτητή αρ. 2, Κύπριο υπήκοο τουρκοκυπριακής καταγωγής, αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 9.2.2019, μέσω του Αερολιμένα Λάρνακας.

 

Ακολούθως, την 1.8.2019, ο αιτητής αρ. 1 υπέβαλε αίτηση για έκδοση άδειας προσωρινής διαμονής στη Δημοκρατία ως σύζυγος Κύπριου πολίτη, η οποία εγκρίθηκε από το Τμήμα στις 6.2.2020 και τού παρασχέθηκε η σχετική άδεια, με ισχύ μέχρι την 1.8.2022.

 

Όπως αναφέρεται σε σχετική επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Λευκωσίας, ημερομηνίας 26.10.2020 (παράρτημα 6 στο δικόγραφο της ένστασης), στις 24.10.2020, στο πλαίσιο διερεύνησης της γνησιότητας της πολιτικής συμβίωσης των αιτητών, μέλη της ΥΑΜ διενήργησαν εξετάσεις στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής του ζεύγους, ήτοι των δυο αιτητών, χωρίς όμως να γίνει κατορθωτός ο εντοπισμός τους. Στο μέρος εντοπίστηκε να διαμένει η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, η οποία και ανέφερε ότι είχε εκμισθώσει προσωρινά το διαμέρισμα στους δυο αιτητές, οι οποίοι όμως περί τα τέλη του έτους 2019 μετακόμισαν και διέμεναν πλέον στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας.

 

Συνεπεία των αμέσως πιο πάνω, με την ίδια επιστολή της ΥΑΜ, ημερομηνίας 26.10.2020, υποβαλλόταν η εισήγηση προς τον Αν. Διευθυντή του Τμήματος, όπως η άδεια διαμονής του αιτητή αρ. 1 ως συζύγου Κύπριου πολίτη, ακυρωθεί.

 

Ακολούθησε η υποβολή υπηρεσιακού σημειώματος Λειτουργού του Τμήματος προς τον Διευθυντή, ημερομηνίας 1.3.2021, με το οποίο υποβαλλόταν η εισήγηση για ακύρωση της άδειας διαμονής του αιτητή αρ. 1, καθότι το ζεύγος δεν διέμενε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 5.3.2021, ο Διευθυντής του Τμήματος συμφώνησε με την εν λόγω εισήγηση και με επιστολή του Τμήματος προς τον αιτητή αρ. 1, ημερομηνίας 29.3.2021, γνωστοποιείτο στον αιτητή η επίδικη απόφαση ακύρωσης της άδειας παραμονής του στη Δημοκρατία ως συζύγου Κύπριου πολίτη, για τον προαναφερθέντα λόγο.

 

Οι αιτητές αντέδρασαν και κατά της πιο πάνω απόφασης καταχώρησαν την υπό εξέταση προσφυγή, στις 12.6.2021.

 

Αφού πρώτα αναφέρεται εν εκτάσει στο οικείο νομοθετικό πλαίσιο, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους αιτητές προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση των καθ’ ων η αίτηση συνιστά προϊόν πλάνης περί το νόμο, καθότι καμία από τις διατάξεις που επικαλούνται οι καθ’ ων η αίτηση ως νομική βάση της απόφασής τους, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Κατά τη σχετική εισήγηση, οι καθ’ ων η αίτηση προφανώς δεν ήξεραν ποιες διατάξεις μπορούσαν να εφαρμόσουν στην περίπτωση των αιτητών, οι δε διατάξεις στις οποίες γίνεται αναφορά στην επίδικη απόφαση, είναι άσχετες με την περίπτωση και δεν εφαρμόζονται. Συναφώς, εγείρεται και ο ισχυρισμός πέρι πάσχουσας νομικής βάσης της επίδικης απόφασης, η οποία, ως επιχειρηματολόγησε εν εκτάσει η κα Χαραλαμπίδου κατά τις διευκρινίσεις, επιδρά στη νομιμότητα και επάρκεια της δοθείσας αιτιολογίας.

 

Έτερος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας και εμφιλοχώρησης πραγματικής πλάνης ως προς τον τόπο διαμονής των αιτητών.

 

Περαιτέρω, στη βάση των πιο πάνω, εγείρονται και ισχυρισμοί περί κακόπιστης ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας των καθ’ ων η αίτηση, κατά παράβαση των γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης των αιτητών, καθώς και του δικαιώματος ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και διάκρισης λόγω κοινότητας και εθνοτικής καταγωγής.

 

Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και κατ’ ορθήν ενάσκηση των εξουσιών που παρέχονται στους καθ’ ων η αίτηση από το οικείο νομοθετικό/κανονιστικό πλαίσιο, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη και, εν πάση περιπτώσει, ευλόγως επιτρεπτή, η δε αιτιολογία της συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του οικείου διοικητικού φακέλου. Περαιτέρω, τονίζει η κα Νικολάου ότι ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης, εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση εφάρμοσαν ορθώς τις σχετικές με την περίπτωση διατάξεις, ενώ έλαβαν υπόψη τους δεόντως όλα τα στοιχεία που ήσαν ενώπιον τους, ιδιαίτερα δε μετά και τη διενεργηθείσα επιτόπια εξέταση αναφορικά με τη γνησιότητα της πολιτικής συμβίωσης των αιτητών.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας αυτής.

 

Το πρώτο που θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η επίδικη απόφαση, ως αυτή περιέχεται στην επιστολή του Τμήματος, ημερομηνίας 29.3.2021, στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας. Και τούτο, καθότι ουδεμία αναφορά γίνεται στη νομική βάση αυτής. Στη βάση ποιας/ποιων διατάξεων λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση; Επ’ αυτού, θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι η αιτιολογία της πράξης συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Εντούτοις, έχοντας ανατρέξει στον διοικητικό φάκελο, αλλά και στα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, αυτό που διαπιστώνω είναι ότι το πρόβλημα δεν επιλύεται, αλλά επιτείνεται η ανάγκη επαρκούς αιτιολόγησης της απορριπτικής απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτή περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 29.3.2021, δεδομένης της υπό των καθ’ ων η αίτηση αναφοράς σε διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), καθώς και σε διατάξεις των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 έως του 2013 («οι Κανονισμοί»), οι οποίες δεν φαίνεται να τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Πράγματι, εξετάζοντας το σημείωμα της Λειτουργού του Τμήματος προς τον Διευθυντή, ημερομηνίας 1.3.2021 (παράρτημα 10 στην ένσταση), διαπιστώνω ότι γίνεται αναφορά στο άρθρο 18ΥΣΤ(β) του Κεφ. 105 και στον Κανονισμό 11(3) των Κανονισμών, οι οποίοι όμως δεν τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω και/ή δεν είναι σχετικοί με το εδώ εξεταζόμενο ζήτημα.

 

Εν πρώτοις, ο Κανονισμός 11 ρυθμίζει τα της έκδοσης άδειας απασχόλησης σε αλλοδαπό. Σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει (η υπογράμμιση έχει προστεθεί)-

 

«(1) Άδεια απασχολήσεως δύναται να εκδίδηται υπό λειτουργού μεταναστεύσεως εις αλλοδαπόν όστις προσάγει εις αυτόν την γραπτήν έγκρισιν του Τμηματάρχου δια την έκδοσιν της τοιαύτης αδείας:

 

[.]

(2) Άδεια απασχολήσεως παρέχει εις τον κάτοχον αυτής δικαίωμα να εισέλθη εν τη Δημοκρατία και παραμείνη εν αυτή προς τον σκοπόν να απασχοληθή εις την απασχόλησιν την καθοριζομένην εν τη γραπτή εγκρίσει του Τμηματάρχου δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (1) του παρόντος Κανονισμού δια τοιαύτην περίοδον, ως θέλει αναφέρηται εν τη τοιαύτη αδεία.

 

(3) Άδεια απασχολήσεως παύει πάραυτα να ισχύη και λογίζεται ακυρωθείσα εάν ο κάτοχος αυτής παραλείπη να αναλάβη την απασχόλησιν εν σχέσει προς ήν εξεδόθη η άδεια ή αναλαβών την τοιαύτην απασχόλησιν παραλείπει να συνεχίση με την αυτήν απασχόλησιν ή τον αυτόν εργοδότην.».

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18ΥΣΤ(β) του Κεφ. 105-

 

«Για την έκδοση, τροποποίηση ή ανανέωση ενιαίας άδειας πρέπει να

ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

[.]

(β) ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι κάτοχος έγκυρης άδειας διαµονής στη Δηµοκρατία, εάν υποβάλλει αίτηση αυτοπροσώπως, µε διεύθυνση διαµονής στις ελεγχόµενες από την Κυβέρνηση της Δηµοκρατίας περιοχές·».

 

Ωστόσο, όπως ορθώς υποδεικνύει η συνήγορος των αιτητών, σύμφωνα με το άρθρο 18ΥΓ(1) του Κεφ. 105, με πλαγιότιτλο «Πεδίο εφαρµογής των άρθρων 18ΥΔ µέχρι 18ΦΣΤ», οι διατάξεις και του άρθρου 18ΥΣΤ, εφαρμόζονται -

 

«(α) στους υπηκόους τρίτων χωρών που ζητούν την άδεια να διαµένουν, µε σκοπό την εργασία στις ελεγχόµενες από την Κυβέρνηση της Δηµοκρατίας περιοχές· και

 

(β) στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί στις ελεγχόµενες από την Κυβέρνηση της Δηµοκρατίας περιοχές, για άλλους σκοπούς πλην της εργασίας, σύµφωνα µε το κυπριακό ή ενωσιακό δίκαιο, οι οποίοι λαµβάνουν άδεια εργασίας και κατέχουν άδεια διαµονής σύµφωνα µε τον Kανονισµό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002· και

 

(γ) στους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν γίνει δεκτοί στις ελεγχόµενες από την Κυβέρνηση της Δηµοκρατίας περιοχές, µε σκοπό την εργασία σύµφωνα µε το κυπριακό ή ενωσιακό δίκαιο.».

 

Είναι σαφές ότι, σύμφωνα με το προεκτεθέν λεκτικό του άρθρου 18ΥΓ(1), οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18ΥΣΤ του Κεφ. 105 ορίζονται περιοριστικά στην αμέσως πιο πάνω διάταξη, κατά τρόπο που να μην επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας. Είναι δε επίσης σαφές από τα πιο πάνω ότι η περίπτωση του αιτητή δεν εμπίπτει στις πιο πάνω περιπτώσεις και, συνακόλουθα, ούτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18ΥΣΤ, εφόσον, όπως έχει ήδη λεχθεί, στον αιτητή παραχέθηκε όχι άδεια απασχόλησης, αλλά άδεια προσωρινής διαμονής στη Δημοκρατία ως σύζυγος Κύπριου πολίτη κατόπιν αίτησής του για απόκτηση άδειας εισόδου, εγγραφής και απόκτησης/ανανέωσης άδειας προσωρινής διαμονής επισκέπτη σε μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη. Είναι αυτή η άδεια που στη συνέχεια ακυρώθηκε και όχι οποιαδήποτε άδεια απασχόλησης και/ή εργασίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο ρύθμισης του Κανονισμού 11 των Κανονισμών και των διατάξεων των άρθρων 18ΥΔ μέχρι 18ΦΣΤ του Κεφ. 105. Συνεπώς, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αιτιολογία της, παντελώς αναιτιολόγητης από πλευράς νομικής βάσης, απόφασης ημερομηνίας 29.3.2021, συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου και δη από το υπό αναφορά υπηρεσιακό σημείωμα, ημερομηνίας 1.3.2021, είναι εσφαλμένη η, περιεχόμενη στο εν λόγω σημείωμα, αναφορά στον Κανονισμό 11(3) των Κανονισμών, αλλά και στο άρθρο 18ΥΣΤ(β) του Κεφ. 105. Επιπρόσθετα δε, και η απλή παράθεση του εν λόγω άρθρου 18ΥΣΤ(β) στο υπηρεσιακό σημείωμα, χωρίς την απαιτούμενη και/ή επαρκή υπαγωγή σε αυτό των γεγονότων της περίπτωσης, δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκής.

 

Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνεται η εμφιλοχώρηση νομικής πλάνης, εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση έλαβαν την επίδικη απόφαση ακύρωσης του δελτίου διαμονής του αιτητή αρ. 1, στηριζόμενοι σε λανθασμένες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις.

 

Επιπρόσθετα, και σε άρρηκτη διασύνδεση με τα πιο πάνω, παρατηρείται ότι η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει και λόγω ελλιπούς αιτιολόγησής της με δεδομένη την εσφαλμένη αναφορά στη νομική βάση αυτής, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου, που είναι και το ζητούμενο (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, L.A.S. BOATING LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023).).

 

Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί η ανάγκη για σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (βλ. και άρθρο 28(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999)). Θα πρέπει, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται όχι μόνο οι πραγματικοί, αλλά και οι νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης (Φράγκου, ανωτέρω), καθώς και τα κριτήρια, με βάση τα οποία λήφθηκε η εν λόγω απόφαση, ώστε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023).

 

Αντίθετα, αιτιολογία που διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ούτως ώστε να μην προκύπτει πως και στη βάση ποιων νομοθετικών διατάξεων διαμορφώθηκε η κρίση της Διοίκησης, είναι αόριστη και ελλιπής, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης και άσκησης δικαστικού ελέγχου (Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).

 

Στην παρούσα περίπτωση, η επίδικη απόφαση, όπως αποτυπώνεται στην επιστολή ημερομηνίας 29.3.2021, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές περί δέουσας αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να παρατηρείται κενό αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης, το οποίο δεν μπορεί να συμπληρωθεί κατά τρόπο επαρκή από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ή ακόμα και από τα παραρτήματα της ένστασης.

 

Ούτε, βεβαίως, και συνιστά έργο του Δικαστηρίου η συλλογή και πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να εντοπίσει την πραγματική και νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης και/ή να κρίνει αν η απόφαση της Διοίκησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη και το προϊόν δέουσας έρευνας (Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. αρ.189/19, ημερ. 10.12.2020)

 

Ως εκ των πιο πάνω, στοιχειοθετούνται βάσιμοι λόγοι ακύρωσης, οι οποίοι έγκεινται στην εμφιλοχώρηση νομικής πλάνης, αλλά και στη διαπίστωση κενού αιτιολόγησης και έρευνας, εφόσον δε φαίνεται να διενεργήθηκε η δέουσα έρευνα από τους καθ’ ων η αίτηση ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς στην παρούσα υπόθεση.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις σφραγίζουν την τύχη της υπό κρίση προσφυγής και παρέλκει η εξέταση άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €2000 έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α..

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο