ΠΤΗΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 6/25, 8/6/2026
print
Τίτλος:
ΠΤΗΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., Υπόθεση αρ. 6/25, 8/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 6/25(i)

8 Ιουνίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 1Α, 28, 29, 30, 35, 146, 169 και 179 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

1.   ΠΤΗΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ

2.   ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Αιτητές,

ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ:

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

------------

Α. Κατσούρη (κα) και Γ. Τσιολή (κα), για Ζήνων Χρ. Κατσούρης & Συνεργάτες και Ανδρέα Α. Ευθυμίου, για τους αιτητές.

Θ. Πιπερή (κα), Θ. Χατζηλούκα και Π. Βασιλείου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Γ. Χατζηγιώργης, Α. Χατζηγεωργίου και Χ. Αργυρού (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Ε/Μ 1.

Α. Γιωρκάτζης και Ν. Κατροτζανή (κα), για Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για Ε/Μ 2.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Οι αιτητές – σωματεία, στους σκοπούς των οποίων περιλαμβάνεται, βάσει του καταστατικού τους, η προστασία του περιβάλλοντος εν γένει - καταχώρισαν στις 03.01.2025 την παρούσα προσφυγή, με την οποία αμφισβητούν τη νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (εφεξής ο «Διευθυντής») ημερομηνίας 20.02.2024, για την οποία δηλώνουν ότι έλαβαν γνώση στις 22.10.2024 και με την οποία ο Διευθυντής δεν έφερε ένσταση ή/και παραχώρησε έγκριση ή/και παραχώρησε πολεοδομική άδεια για τη δημιουργία εγκαταστάσεων (λιμενικών και χερσαίων) για την εξυπηρέτηση των υδατοκαλλιεργητών στην περιοχή Μονής – Βασιλικού (εφεξής το «Έργο»).

 

Στην Ένσταση των καθ’ ων η αίτηση περιγράφονται με λεπτομέρεια και εν εκτάσει τα σχετικά με την παρούσα προσφυγή γεγονότα, τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν στο σύνολό τους.  Σημειώνονται, ως ουσιώδη για τα επίδικα εν προκειμένω θέματα, συνοπτικά τα ακόλουθα:

 

Κύριος του Έργου είναι το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών (εφεξής «ΤΑΘΕ»)[1]. Ο συντονισμός για την εκπόνηση των απαιτούμενων μελετών κατασκευής του έργου έγινε από το Τμήμα Δημοσίων Έργων (εφεξής «ΤΔΕ»).  Η τοποθεσία κατασκευής του έργου είχε επιλεγεί κατόπιν διενέργειας σχετικής Μελέτης Χωροθέτησης, που υποβλήθηκε στο Τμήμα Περιβάλλοντος (Περιβαλλοντική Αρχή) από το ΤΑΘΕ, ενώ η παραχώρηση χώρου για την ανέγερση των σχετικών κτιριακών εγκαταστάσεων εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο.  

 

Το Έργο είναι ενταγμένο στο Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και, ως οι καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν, θεωρείται έργο ύψιστης προτεραιότητας για τον Τομέα της Αλιείας, για τους λόγους που αναλύονται στην Ένσταση.  Περιλαμβάνει δε, μεταξύ άλλων, την κατασκευή κυματοθραυστών με φυσικούς και τεχνητούς ογκόλιθους, κρηπιδωμάτων, εκβάθυνσης του χώρου ελλιμενισμού, δρόμου πρόσβασης και εσωτερικού δικτύου διακίνησης, κτηριακές υποδομές αποθηκών, βοηθητικών εγκαταστάσεων και γραφείων, συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, εγκαταστάσεις εξυπηρέτησης και συναφή λειτουργικό εξοπλισμό λιμένος, εργασίες δικτύων υπηρεσιών, διαχείρισης όμβριων και περίφραξης με ελεγχόμενη πρόσβαση.

 

Το ΤΔΕ προχώρησε σε προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών για τη μελέτη δημιουργίας του Έργου, στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιήθηκε στις 04.08.2022 δημόσια παρουσίαση του Έργου και ετοιμάστηκε Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον (εφεξής «ΜΕΕΠ»), η οποία εξετάστηκε από το Τμήμα Περιβάλλοντος, ως Περιβαλλοντική Αρχή, στις 05.12.2022 και στις 21.03.2023.

 

Στις 08.03.2023 το Τμήμα Περιβάλλοντος εξέδωσε για το Έργο σχετική Έκθεση Προελέγχου (Screening), με βάση τις πρόνοιες του Ν.153(Ι)/2003[2] (εναρμονιστικός της 92/43/ΕΟΚ[3]).  

 

Σημειώνεται ότι το ΤΑΘΕ, με επιστολή του ημερομηνίας 22.08.2022, προς το Τμήμα Περιβάλλοντος κατέθεσε πρόταση για υποβολή της θαλάσσιας περιοχής «Άγιος Γεώργιος Αλαμάνου» ως προτεινόμενο Τόπο Κοινοτικής Σημασίας (εφεξής «πΤΚΣ») του Δικτύου Natura 2000.

 

Επιπλέον, στις 23.12.2022 εκδόθηκε από τον Υπουργό Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος το περί Απαγόρευσης της Αλιείας και της Διέλευσης Σκαφών στη Θαλάσσια Προστατευόμενη Περιοχή «Άγιος Γεώργιος Αλαμάνου» Πρώτο Διάταγμα του 2022 (Κ.Δ.Π. 499/2022), το οποίο καθορίζει μέρος της θαλάσσιας περιοχής Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου ως προστατευόμενη, με βάση το άρθρο 5Α του περί Αλιείας Νόμου (Κεφ. 135).  Το εν λόγω Διάταγμα αντικαταστάθηκε στις 10.2.2023 με το περί Απαγόρευσης της Αλιείας και της Διέλευσης Σκαφών στη Θαλάσσια Προστατευόμενη Περιοχή «Άγιος Γεώργιος Αλαμάνου» (Δεύτερο) Διάταγμα του 2023 (Κ.Δ.Π. 47/2023).  

 

Στις 29.06.2023 το Τμήμα Περιβάλλοντος εξέδωσε για το Έργο Γνωμάτευση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.127(Ι)/2018[4] (εναρμονιστικός της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ[5] και της τροποποιητικής αυτής Οδηγίας 2014/52/ΕΕ[6]), σύμφωνα με την οποία η Περιβαλλοντική Αρχή δεν φέρει ένσταση στην κατασκευή του Έργου, υπό όρους και προϋποθέσεις.

 

Εναντίον της εν λόγω Γνωμάτευσης οι αιτητές καταχώρισαν στις 11.09.2023 στο Διοικητικό Δικαστήριο την προσφυγή υπ’ αρ. 1508/2023, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.

 

Στις 20.02.2024 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή, ως Πολεοδομική Αρχή, με βάση τις πρόνοιες της Δήλωσης Πολιτικής για την Ύπαιθρο (2014) (Κεφάλαιο 13 – Αναπτύξεις που εκτελούνται από Κυβερνητικά Τμήματα και Υπηρεσίες).

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στο Τμήμα Περιβάλλοντος, το οποίο την ανήρτησε σε σχετικό ηλεκτρονικό μητρώο που διατηρείται στην επίσημη ιστοσελίδα του Τμήματος.

 

Σημειώνεται ότι οι αιτητές 1, με σχετικές επιστολές τους προς την Επιτροπή Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ζήτησαν όπως το Έργο υποβληθεί σε Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ), ως έργο που γειτνιάζει σε περιοχή που είτε έχει κηρυχθεί είτε είναι σε διαδικασία κήρυξης ως προστατευόμενη περιοχή του Δικτύου Natura 2000.

 

Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας εξέδωσε στις 29.04.2024 Ειδική Έκθεση, εκφράζοντας αντιρρήσεις για την αδειοδότηση και πραγματοποίηση του Έργου.

 

Στις 04.03.2024, μετά δηλαδή την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ΤΔΕ προκήρυξε δημόσιο Διαγωνισμό για την υλοποίηση του Έργου.  Ο Διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην Κοινοπραξία ΚΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Τ.Ε. – C. G. KOKIAS LIMITED και τον Νοέμβριο του 2024 ξεκίνησαν οι εργασίες για την υλοποίηση του Έργου.  Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30.05.2025[7], επιτράπηκε στην Κοινοπραξία, κατόπιν σχετικής αίτησής της, η παρέμβαση στην παρούσα διαδικασία ως ενδιαφερόμενο μέρος (Ε/Μ 1) προς υποστήριξη της νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης.  Με την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση επιπλέον παραμερίστηκε το εκδοθέν, με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 08.04.2025, διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Με σχετικό δε διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 11.06.2025, εκδοθέντος εκ συμφώνου λαμβανομένου υπόψη ότι το επίδικο Έργο αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των υδατοκαλλιεργητών στην περιοχή Μονής – Βασιλικού, επιτράπηκε η παρέμβαση στην παρούσα διαδικασία ως ενδιαφερομένων μερών (Ε/Μ 2) και των υδατοκαλλιεργητών που διατηρούν, με άδεια του ΤΑΘΕ, χερσαίες και θαλάσσιες εγκαταστάσεις ιχθυοκαλλιέργειας στην περιοχή μεταξύ της Ακτής Κυβερνήτη και της Μονής – Λεμεσού.

 

Εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης οι αιτητές εγείρουν αριθμό λόγων ακύρωσης που συνοψίζονται στους ισχυρισμούς περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας, έλλειψης επαρκούς έρευνας, πραγματικής και νομικής πλάνης, έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας, υπέρβασης και κατάχρησης εξουσίας, εσφαλμένης άσκηση διακριτικής ευχέρειας, παραβίασης των αρχών της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας και αντίθεσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 7Α του Συντάγματος αλλά και της αρχής της προφύλαξης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 191(2) ΣΛΕΕ και στο άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Ειδικότερα, διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων τους, οι αιτητές προβαίνουν καταρχάς σε περιγραφή της περιοχής στην οποία το Έργο χωροθετείται και των χαρακτηριστικών της, επισημαίνοντας τη σημαντική οικολογική της αξία τόσο για την υπό απειλή εξαφάνισης μεσογειακή φώκια Monachus monachus, όσο και για τους θαλάσσιους οικοτόπους κοινοτικού ενδιαφέροντος της περιοχής.  

 

Ακολούθως παραπέμπουν στις πρόνοιες της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και του εναρμονιστικού αυτής Ν.153(Ι)/2003 και με εκτενή παραπομπή σε νομολογία του ΔΕΕ αλλά και του Συμβουλίου της Επικρατείας - σχετική με τις πρόνοιες της εν λόγω Οδηγίας και συγκεκριμένα του άρθρου 6 αυτής - υποβάλλουν ότι εν προκειμένω εσφαλμένα δεν εκπονήθηκε ΕΟΑ/Δέουσα Εκτίμηση σε σχέση με το Έργο και τούτο παρά την ύπαρξη πιθανότητας σημαντικών επιπτώσεων στην περιοχή, ιδιαίτερα σε σχέση με τη προστασία της μεσογειακής φώκιας.  Αυτός είναι ο βασικός λόγος ακύρωσης που οι αιτητές προωθούν, επισημαίνοντας ότι η διενέργεια ΕΟΑ, σύμφωνα με το άρθρο 6(3) της Οδηγίας, απαιτείται όχι μόνο από την ύπαρξη βεβαιότητας αλλά και από την ύπαρξη πιθανότητας ένα έργο να επηρεάσει σημαντικά την περιοχή.  Κατά την εισήγηση, δηλαδή, σε περίπτωση που τα συμπεράσματα ενός προελέγχου δεν αποδεικνύουν πέραν πάσας εύλογης επιστημονικής αμφιβολίας ότι δεν θα είναι σημαντικές οι δυσμενείς επιπτώσεις στην ακεραιότητα του πΤΚΣ και/ή στα είδη και στους οικοτόπους για τους οποίους έχει χαρακτηριστεί μια περιοχή (ή προτείνεται για χαρακτηρισμό) και/ή σε είδη του παραρτήματος IV της Οδηγίας, τότε πρέπει να ακολουθηθεί η αρχή της προφύλαξης και να γίνει διαδικασία ΕΟΑ.  Το δε γεγονός ότι τόσο στη σχετική Γνωμοδότηση του Τμήματος Περιβάλλοντος όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλήφθηκαν, ως ουσιώδεις μάλιστα, όροι για τη λήψη μέτρων μετριασμού των επιπτώσεων από το Έργο, καταδεικνύει, κατά τους αιτητές, δίχως άλλο ότι ήταν απαραίτητη η προηγούμενη διενέργεια ΕΟΑ.

 

Αναφερόμενοι ακολούθως στη διαδικασία που το ΤΑΘΕ ξεκίνησε το 2022, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, για τον καθορισμό ενός τμήματος της ακτογραμμής στην περιοχή ως ΤΚΣ - με την ονομασία «Άγιος Γεώργιος Αλαμάνου» - οι αιτητές διατείνονται ότι η πρόταση του ΤΑΘΕ αναφορικά με την έκταση του προτεινόμενου ΤΚΣ υπήρξε ανεπαρκής καθότι από την προτεινόμενη περιοχή εξαιρέθηκε σημαντική έκταση, στην οποία απαντώνται τα προστατευόμενα είδη και οικότοποι.

 

Περαιτέρω, οι αιτητές, για λόγους που αναλύουν εκτενώς στη γραπτή αγόρευση των ευπαιδεύτων δικηγόρων τους, αποδίδουν πλημμέλειες, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, και στην Έκθεση Προελέγχου (Screening), στην οποία προέβη το Τμήμα Περιβάλλοντος αλλά και στην ΜΕΕΠ και τη Γνωμοδότηση του Τμήματος.  

 

Επιπρόσθετα, οι αιτητές διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει και τις πρόνοιες της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ, της τροποποιητικής αυτής Οδηγίας 2014/52/ΕΕ και του εναρμονιστικού Ν.127(Ι)/2018.

 

Η δε Μελέτη Χωροθέτηση του Έργου, ήταν, κατά τους αιτητές, ανεπαρκής, εφόσον δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη το είδος προτεραιότητας της μεσογειακής φώκιας, η μελέτη εκπονήθηκε σε χρόνο πριν τον καθορισμό της περιοχής ως πΤΚΣ και δεν διενεργήθηκε ουσιαστικός έλεγχος εναλλακτικών λύσεων.

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση απορρίπτει τους λόγους ακύρωσης και υποστηρίζει το καθόλα νόμιμο και αιτιολογημένο της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ήταν κατά την εισήγηση το αποτέλεσμα δέουσας και εμπεριστατωμένης έρευνας. Στην πολυσέλιδη δε γραπτή αγόρευση των ευπαιδεύτων δικηγόρων τους, αναφέρονται με λεπτομέρεια στην όλη διαδικασία που προηγήθηκε.

Επισημαίνοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 20.02.2024 και η παρούσα προσφυγή καταχωρίστηκε στις 03.01.2025, εγείρουν προδικαστικώς ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής.  Ειδικότερα, με εκτενή παραπομπή σε σχετική νομολογία, εισηγούνται ότι η προσφυγή έχει καταχωριστεί εκπρόθεσμα καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ευκόλως προσιτή στους αιτητές, οι οποίοι παρέλειψαν να επιδείξουν δέουσα επιμέλεια και να προβούν στις ενδεδειγμένες ενέργειες για να λάβουν γνώση αυτής εντός ευλόγου χρόνου, παρά το γεγονός ότι είχαν εύλογο ενδιαφέρον για αυτήν και το ζήτημα δημιουργίας του Έργου είχε λάβει ευρεία δημοσιότητα.  

 

Επιπρόσθετα, οι καθ’ ων η αίτηση εγείρουν προδικαστικώς και ζήτημα ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αιτητών για προσβολή της επίδικης απόφασης.  Ειδικότερα, σε σχέση με τους αιτητές 1 οι καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν ότι αυτοί, μέσω του εκπροσώπου τους, εξέφρασαν με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.07.2024 σύμφωνη γνώμη αναφορικά με τη διενέργεια Έκθεσης / Εκθέσεων Προελέγχου (Screening) και τα σχετικά συμπεράσματα αυτών, θέση που ουσιαστικά δηλοί και καταδεικνύει ότι, η σχετική μεθοδολογία είναι αποδεκτή.  Συνακόλουθα, κατά την εισήγηση, οι αιτητές 1 δεν έχουν έννομο συμφέρον πλέον να προσβάλλουν την επίδικη απόφαση, με ουσιαστικό επιχείρημα τη διενέργεια Έκθεσης Προελέγχου (και όχι ΕΟΑ), δεδομένου ότι είχαν ήδη αποδεχθεί τη συγκεκριμένη μεθοδολογία.  Η εν λόγω στάση των αιτητών, κατά την περαιτέρω εισήγηση, προσκρούει στο δόγμα του ανεπίτρεπτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας.  Ως προς τους αιτητές 2 οι καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται ότι αυτοί στερούνται εννόμου συμφέροντος καθότι είχαν παραμείνει αμέτοχοι και αδρανείς σε όλα τα στάδια της διαδικασίας που προηγήθηκε, η οποία ήταν δημόσια, παρά το γεγονός ότι είχαν δικαίωμα συμμετοχής, βάσει της Σύμβασης του Άαρχους, το οποίο δεν άσκησαν.

 

Τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζουν, διά των γραπτών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων δικηγόρων τους, και τα Ε/Μ.

 

Ειδικότερα, το Ε/Μ 1 υιοθετεί τις θέσεις των καθ’ ων η αίτηση και επαναλαμβάνει τις εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις περί εκπροθέσμου της παρούσας προσφυγής και ελλείψεως του εννόμου συμφέροντος των αιτητών.  Περαιτέρω, εγείρει ζήτημα ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αιτητών να προωθούν την προσφυγή και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αυτοί παρέλειψαν να προσβάλουν εμπρόθεσμα την μεταγενέστερη απόφαση της Διοίκησης για την ανάθεση της Σύμβασης με αντικείμενο την κατασκευή και εκτέλεση του Έργου στους ιδίους, ως τον ανάδοχο εργολάβο.

 

Το Ε/Μ 2 επίσης υιοθετεί τις θέσεις των καθ’ ων η αίτηση και επαναλαμβάνει τις σχετικές προδικαστικές ενστάσεις, παραπέμποντας σε στοιχεία του διοικητικού φακέλου από τα οποία συνάγεται, κατά την εισήγηση, το εύλογο ενδιαφέρον των αιτητών για το Έργο, η ευρεία δημοσιότητα και ο δημόσιος διάλογος ως προς την υλοποίησή του και συνακόλουθα η δυνατότητα έγκαιρης πληροφόρησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Οι εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμοί αναπτύχθηκαν τόσο στις εκτενείς γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων, όσο και προφορικά κατά την ακρόαση, με παραπομπή σε σχετική με τα επίδικα θέματα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Διοικητικού Δικαστηρίου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΔΕΕ.  

Η εξέταση της προδικαστικής ένστασης περί εκπροθέσμου προέχει της ενασχόλησης με τις λοιπές προδικαστικές ενστάσεις και τους λόγους ακύρωσης που οι αιτητές προωθούν.

 

Αξιολογώντας τις επί του σημείου τούτου εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς, θα πρέπει εν πρώτοις να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων τους και τη νομολογία στην οποία αυτοί παραπέμπουν, είναι κοινώς αποδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι η προθεσμία που τίθεται από το Άρθρο 146 του Συντάγματος είναι ανατρεπτική και αρχίζει με την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον διοικούμενο.  Η γνώση είναι πλήρης όταν επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να διαγνώσει με βεβαιότητα και ακρίβεια την υλική ή ηθική ζημιά που υφίσταται από την πράξη, χωρίς να απαιτείται η δημοσίευση ή κοινοποίηση του συνόλου των στοιχείων από τα οποία προκύπτει η τήρηση των προδιαγεγραμμένων τύπων και όλων των στοιχείων που η διοίκηση έλαβε υπ' όψη για να αιτιολογήσει την πράξη της. 

 

Σύμφωνα και με τη νομολογία, στην οποία οι ίδιοι οι αιτητές παραπέμπουν, το Σύνταγμα δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό ως προς τον τρόπο ή το μέσο με το οποίο η απόφαση περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντα (Αγαθάγγελος Κατσαρή κ.ά. ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 94/20, ημερ. 05.03.2025).

 

Θα πρέπει επιπλέον να υπομνησθεί ότι η αβεβαιότητα στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου πρέπει να τερματίζεται στον συντομότερο δυνατό χρόνο.  Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση Κλέαρχος Μιλτιάδους κ.ά. ν Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 1318, η προθεσμία των 75 ημερών για καταχώριση προσφυγής είναι ανατρεπτική, σύντομη και γενικά ανελαστική για το δημόσιο συμφέρον καθότι δεν εξυπηρετεί ούτε τη Διοίκηση ούτε τους διοικουμένους «να επικρέμεται σαν Δαμόκλεια σπάθη η δυνατότητα ακύρωσης εκτελεστών διοικητικών πράξεων για απεριόριστο ή για μακρό χρονικό διάστημα».  

 

Δοθέντος, λοιπόν, ότι με την τήρηση της προθεσμίας κατοχυρώνεται, μεταξύ άλλων, η απρόσκοπτη λειτουργία της διοίκησης, αφού τίθενται χρονικά όρια στη δυνατότητα αμφισβήτησης της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία ορισμένα τεκμήρια πλήρους, μάλιστα, γνώσεως της προσβαλλομένης πράξεως, μεταξύ αυτών το εύλογο ενδιαφέρον του αιτούντος για την επίμαχη υπόθεση σε συνδυασμό με την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος.  Το ενδιαφέρον κρίνεται ως εύλογο, ιδίως, σε περιπτώσεις που η υπό αμφισβήτηση πράξη, λόγω του περιεχομένου και των συνεπειών της, αφορά ευθέως την προσωπική, υπηρεσιακή ή περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος.[8]

 

Αν η πράξη είναι εύκολα προσιτή στον ενδιαφερόμενο, τυχόν παράλειψή του να διενεργήσει τα απαιτούμενα για να λάβει πλήρη γνώση της πράξης, εξομοιώνεται προς τη μη εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής (Γεωργίου ν. Δήμου Λάρνακας (Αρ. 1) (1998) 3 Α.Α.Δ. 197). 

 

Εκ των ανωτέρω αρχών συνάγεται ότι η προθεσμία για την καταχώρηση προσφυγής κατά διοικητικής πράξης σε περίπτωση κατά την οποία τεκμαίρεται πλήρης γνώση του περιεχομένου της πράξης, συναρτάται, αναγκαίως, με το πραγματικό της υπόθεσης. 

 

Ακολούθως θα πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά κανόνα, το βάρος απόδειξης του εκπροθέσμου της προσφυγής το φέρει το μέρος που επικαλείται το εκπρόθεσμο (Kritiotis v. Municipality of Paphos and Others (1986) 3 C.L.R. 322).  Αντιστροφή του βάρους απόδειξης υφίσταται, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που η γνώση τεκμαίρεται από την παρέλευση μακρού χρόνου από την έκδοση της απόφασης που τον αφορά και ο διοικούμενος, παρά το έντονο ενδιαφέρον του για το θέμα, παραλείπει να προβεί ο ίδιος στις ενδεδειγμένες ενέργειες για να εξασφαλίσει την απόφαση της Διοίκησης εντός εύλογου χρόνου, αν αυτή είναι εύκολα προσιτή σε αυτόν (Χριστόδουλος Παφίτης ν ΑΗΚ, ΕΔΔ αρ 84/17, ημερ. 06.03.2024).

 

Εν προκειμένω οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ενημερώθηκαν για πρώτη φορά για την προσβαλλόμενη απόφαση στις 24.10.2024.  Συγκεκριμένα, ως διατείνονται, οι αιτητές 1 ενημερώθηκαν στις 22.10.2024 από έτερη περιβαλλοντική οργάνωση, την Terra Cypria, ότι στις 24.10.2024 η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημοσίων Δαπανών θα συζητούσε το θέμα της δημιουργίας του Έργου, πλην όμως οι ίδιοι δεν ήταν προσκεκλημένοι στη σχετική συνεδρία.  Για τον λόγο αυτό απέστειλαν αυθημερόν ηλεκτρονικό μήνυμα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αιτούμενοι όπως τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στη συνεδρία και πράγματι το αίτημα εγκρίθηκε και εκδόθηκε νέα ημερήσια διάταξη με τους αιτητές 1 προσκεκλημένους.  Τότε ήταν που ενημερώθηκαν οι αιτητές 1 για πρώτη φορά για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και μεταγενέστερα ενημέρωσαν και τους αιτητές 2.

 

Παραπέμποντας σε νομολογία σχετική με το ζήτημα της επάρκειας γνώσης για την έναρξη της ανατρεπτικής προθεσμίας του Άρθρου 146 του Συντάγματος, υποβάλλουν ότι δεν είχαν προηγουμένως επαρκή γνώση για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.  Ειδικότερα, είναι η θέση τους πως οποιαδήποτε τυχόν δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στην ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει σε εκκίνηση τη συνταγματική προθεσμία.  Καταρχάς οι αιτητές διατείνονται ότι η εν λόγω δημοσίευση δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο πότε τυχόν έγινε και ως εκ τούτου αμφισβητούν την ανάρτηση της πράξης στην ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος σε χρόνο πριν 24.10.2024.  Επικαλούνται δε την πρακτική δημοσίευσης στο Τμήμα Περιβάλλοντος, για την οποία ισχυρίζονται ότι δεν είναι σταθερή αφού μερικές φορές σχετικές αποφάσεις δεν αναρτώνται καθόλου ή αναρτώνται με τεράστια καθυστέρηση.  Περαιτέρω, υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από άλλο διοικητικό όργανο (τον Διευθυντή), ενώ δεν υπήρχε ταυτοχρόνως με την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης και εκκίνηση εργασιών στον χώρο που χωροθετήθηκε το Έργο.  Επικαλούνται δε και το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως κατά την τελευταία συνεδρία που έγινε στην Επιτροπή Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, στις 25.04.2023, είχε τοποθετηθεί αρνητικά ως προς το Έργο.

 

Ως εκ τούτου, είναι η θέση των αιτητών πως δεν υπήρχε εύλογη δυνατότητα πληροφόρησής τους πριν από το χρονικό σημείο που δικογραφούν στην προσφυγή τους.  Αντίθετη δε θεώρηση, κατά την εισήγηση, θα ήταν αντίθετη με τη σχετική νομολογία και θα τους αποστερούσε το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Άρθρο 7Α του Συντάγματος, το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[9], στα άρθρα 6, 9 και 11 της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ και του άρθρου 48 του Ν.127(Ι)/2018 και στα άρθρα 4 και 9 της Σύμβασης του Άαρχους αναφορικά με την Πρόσβαση στην Πληροφόρηση, τη Δημόσια Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων και την Πρόσβαση στην Δικαιοσύνη σε Περιβαλλοντικά Θέματα, η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Ν.33(ΙΙΙ)/2003.

 

Αναφορικώς με τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στην ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος, την οποία εν πάση περιπτώσει αμφισβητούν, οι αιτητές, στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης, διατείνονται επιπρόσθετα ότι δεν προβλέπονται από κανένα νόμο διατυπώσεις δημοσιοποίησης και ως εκ τούτου η όποια δημοσιοποίηση εναπόκειται καθαρά στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, τόσο για τη δημοσιοποίηση όσο και για το χρονικό στάδιο αυτής.

 

Με κάθε σεβασμό οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αιτητών δεν με βρίσκουν σύμφωνη λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων προνοιών του Ν.127(I)/2018, τον οποίο οι ίδιοι επικαλούνται.

 

Συγκεκριμένα, με βάση το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.127(Ι)/2018:

«"άδεια ή έγκριση ή εξουσιοδότηση" σημαίνει την απόφαση που λαμβάνει οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία ή το Υπουργικό Συμβούλιο, η οποία δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το έργο·

[…]

"ενδιαφερόμενο κοινό" σημαίνει κοινό το οποίο επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεαστεί ή του οποίου διακυβεύονται συμφέροντα από τις διάφορες διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με τις επιπτώσεις έργων στο περιβάλλον που γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου· οι μη κυβερνητικές οργανώσεις στο ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό των οποίων ορίζεται ως κύριος σκοπός ίδρυσης τους η προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος θεωρούνται ότι έχουν συμφέροντα τα οποία επηρεάζονται·

[…]

"κοινό" σημαίνει ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και οι ενώσεις, οργανώσεις ή ομάδες αυτών·

"κοινοποίηση" σημαίνει τη διάχυση πληροφοριών και την ενημέρωση δημοσίων αρχών και του κοινού για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης ή την πραγματοποίηση οποιασδήποτε ενέργειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει ηλεκτρονική και έντυπη ενημέρωση·».

 

Τα άρθρα 31, 32, 38 και 40 του Ν.127(I)/2018 προνοούν ρητώς τα ακόλουθα:

 

«31.-(1) Μετά τη χορήγηση άδειας, η Πολεοδομική Αρχή ή το Υπουργικό Συμβούλιο ή η αρμόδια κρατική υπηρεσία την αποστέλλει στην Περιβαλλοντική Αρχή μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

 

(α) τη Γνωμοδότηση της Περιβαλλοντικής Αρχής μαζί με τους περιβαλλοντικούς όρους που τίθενται και με περιγραφή των χαρακτηριστικών του έργου ή/ και των μέτρων που προβλέπονται για να αποφευχθούν ή να μειωθούν και, αν είναι δυνατό, να αντισταθμιστούν τυχόν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, καθώς και τα μέτρα παρακολούθησης, όπως υποδείχθηκαν από την Περιβαλλοντική Αρχή στη Γνωμοδότησή της·

(β) τους κύριους λόγους και το σκεπτικό στα οποία βασίστηκε η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής ή της αρμόδιας κρατικής υπηρεσίας· και

(γ) τον τρόπο με τον οποίο λήφθηκε υπόψη στην απόφαση το περιεχόμενο του σημειώματος της Περιβαλλοντικής Αρχής που αναφέρεται στις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 29.

(2) Απόφαση για άρνηση χορήγησης άδειας αναφέρει τους βασικούς λόγους της άρνησης.

         

32. Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες αφού λάβει την πληροφόρηση που καθορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 31, η Περιβαλλοντική Αρχή ενημερώνει τις ενδιαφερόμενες αρχές που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 8 οι οποίες μετείχαν στη διαδικασία, καθώς και κάθε κράτος με το οποίο τυχόν διεξήχθησαν διαβουλεύσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 και δημοσιοποιεί τη λήψη απόφασης μέσω της ιστοσελίδας του Τμήματος, γνωστοποιώντας ότι οι πιο κάτω πληροφορίες είναι καταχωρισμένες στο Αρχείο που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 40:

 

(α) το περιεχόμενο της απόφασης και οι όροι και τα άλλα έγγραφα που ενδεχομένως τη συνοδεύουν, όπως αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 31, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το σημείωμα που αναφέρεται στις διατάξεις στου εδαφίου (3) του άρθρου 29·

(β) πληροφορίες για τη διαδικασία συμμετοχής του κοινού που έγινε, στις οποίες περιλαμβάνεται και περίληψη των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων και των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν κατά τη διαδικασία. και

(γ) ο τρόπος και ο βαθμός στον οποίο ενσωματώθηκαν ή έτυχαν διαφορετικού χειρισμού τα αποτελέσματα της συμμετοχής του κοινού και των διαβουλεύσεων με τις ενδιαφερόμενες αρχές· και

(δ) οι τυχόν παρατηρήσεις που λήφθηκαν από επηρεαζόμενο κράτος, με το οποίο  διεξήχθησαν διαβουλεύσεις.

          […]

38.-(1) Χωρίς να επηρεάζονται άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για ένα έργο, το κοινό ενημερώνεται έγκαιρα μέσω της ιστοσελίδας του Τμήματος ή/και με δημόσιες ανακοινώσεις ή άλλα πρόσφορα μέσα όπως αυτά αναφέρονται στις διατάξεις των εδαφίων (3) και (4), το αργότερο μόλις καταστεί ευλόγως δυνατή η παροχή πληροφοριών:

 

(α) σχετικά με τα θέματα που απαριθμούνται στις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 27 και το Έβδομο Παράρτημα, και

(β) σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου πληροφορίες, πλην εκείνων οι οποίες αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου (α), που έχουν σχέση με τη λήψη απόφασης για την αδειοδότηση ενός έργου ή την έγκριση ή εξουσιοδότησή του και οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες μόνο αφού έχει ενημερωθεί το ενδιαφερόμενο κοινό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27.

 

(2) Ανάλογα με την περίπτωση και όπου αυτό κρίνεται ότι αιτιολογείται για την ενημέρωση και πληροφόρηση του κοινού και τη γρήγορη και αποτελεσματική διάθεση πληροφοριών, ο Διευθυντής χρησιμοποιεί τα πιο κατάλληλα για κάθε περίπτωση μέσα, όπως δημοσιεύσεις ή ανακοινώσεις σε εφημερίδες ή τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς παγκύπριας ή/και τοπικής εμβέλειας, τοιχοκόλληση στην περιοχή της προγραμματιζόμενης εκτέλεσης ενός έργου, χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αναρτήσεις στην ιστοσελίδα του Τμήματος, παράθεση αντιγράφων στα γραφεία επηρεαζόμενων αρχών τοπικής διοίκησης και αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

(3) Ο Διευθυντής καθορίζει με γνωστοποίηση στην ιστοσελίδα του τμήματος ή τόπους όπου μπορούν να επιθεωρούνται, κατά τις ώρες γραφείου, πληροφορίες και Μελέτες, οι οποίες πρέπει να είναι διαθέσιμες για επιθεώρηση τουλάχιστον για τριάντα (30) ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία τα έγγραφα διατίθενται προς εξέταση.

 

(4) Αντίγραφο της Μελέτης διατίθεται στην αρχή τοπικής διοίκησης στα διοικητικά όρια της οποίας το έργο προτείνεται να εκτελεστεί, καθώς και σε άλλες τοπικές αρχές όταν κατά τη γνώμη του Διευθυντή είναι πιθανό να επηρεαστούν από το έργο, έτσι ώστε να τεθεί για επιθεώρηση από το κοινό.

[…]

40.-(1) Ο Διευθυντής δημιουργεί Αρχείο Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον, (στο εξής το "Αρχείο"), το οποίο τίθεται στη διάθεση του κοινού, σε έντυπη μορφή και σε ηλεκτρονική μορφή, σε διακριτό τμήμα της ιστοσελίδας του Τμήματος.

 

(2) Στο Αρχείο καταχωρούνται συγκεντρωμένα τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες που σχετίζονται με την εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον, στο βαθμό που ισχύουν για το έργο –

 

(α) οι Μελέτες και πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. στην περίπτωση μεγάλων και περίπλοκων Μελετών, αναρτάται η μη τεχνική περίληψή τους και υποδεικνύεται πώς μπορεί να επιθεωρηθούν αντίγραφά τους·

(β) όλα τα σχέδια του έργου και οι χάρτες και φωτογραφίες της τοποθεσίας του έργου και της γεωγραφικής περιοχής που επηρεάζεται από το έργο·

(γ) κάθε έγγραφο που υποβάλλεται ή αποστέλλεται από άλλο κράτος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21·

(δ) κάθε δημόσια ανακοίνωση που έχει εκδοθεί από το Διευθυντή για να ζητήσει τη συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία εκτίμησης των επιπτώσεων στο περιβάλλον·

(ε) οι απόψεις, Αιτιολογημένες Διαπιστώσεις και οι Γνωμοδοτήσεις που η Περιβαλλοντική Αρχή υπέβαλε προς την Πολεοδομική Αρχή ή προς τον κύριο ενός έργου ή προς οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο·

(στ) οι απόψεις οποιουδήποτε οργανισμού, φορέα ή προσώπου που υποβλήθηκαν στο Διευθυντή σχετικά με Μελέτη ή οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο·

(ζ) η Περιβαλλοντική Έγκριση που χορηγήθηκε·

(η) η απόφαση για τη χορήγηση άδειας της Πολεοδομικής Αρχής ή της κρατικής υπηρεσίας που λαμβάνεται μετά από Γνωμοδότηση· [ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου]

(θ) τα πρακτικά των σχετικών συνεδριάσεων της Επιτροπής ή ομάδας ειδικών, καθώς και τυχόν εκθέσεις που υπέβαλαν·

(ι) αντίγραφα των πληροφοριών που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 32·

(ια) αντίγραφα των εκθέσεων επισκόπησης ή/ και παρακολούθησης και των εκθέσεων επιθεωρητών και αναφορές στα μέτρα επιβολής που λήφθηκαν· και

(ιβ) κάθε άλλη πληροφορία που ο Διευθυντής κρίνει ως σχετική και χρήσιμη.

 

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου και των διατάξεων του άρθρου 37-

 

(α) για το τμήμα του Αρχείου που βρίσκεται σε έντυπη μορφή διασφαλίζεται από το Διευθυντή η άνετη πρόσβαση του κοινού σε αυτό, το οποίο μπορεί να τύχει επιθεώρησης κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες· και

(β) αν ο Διευθυντής ενημερωθεί ότι οποιαδήποτε από τα αναφερόμενα στις διατάξεις του εδαφίου (2) περιλαμβάνουν εμπιστευτικά στοιχεία που αφορούν το εμπορικό και βιομηχανικό απόρρητο, περιλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και την εθνική ασφάλεια και το δημόσιο συμφέρον, τα οποία δεν μπορεί να βρίσκονται στη διάθεση του κοινού, ενεργεί κατάλληλα, ώστε να διασφαλιστεί η εμπιστευτικότητα των στοιχείων αυτών.

 

(4) Η πρόσβαση του κοινού στο Αρχείο διέπεται από τις διατάξεις του περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμου.

 

(5) Από τις υποχρεώσεις του άρθρου αυτού εξαιρούνται οι Μελέτες που αφορούν έργα που άπτονται των ουσιωδών συμφερόντων του Κράτους, όπως οι δραστηριότητες υδρογονανθράκων εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας.».

 

Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 18 του προοιμίου της Οδηγίας 2014/52/ΕΕ (προς εναρμόνιση με την οποία ψηφίστηκε ο Ν.127(Ι)/2018 και στην οποία επίσης παραπέμπουν οι αιτητές):

 

«Για να ενισχυθεί η δημόσια πρόσβαση στις πληροφορίες και η διαφάνεια, θα πρέπει να διατίθεται, και σε ψηφιακή μορφή, επίκαιρη περιβαλλοντική πληροφόρηση όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργήσουν τουλάχιστον μια κεντρική διαδικτυακή πύλη ή σημεία πρόσβασης, σε κατάλληλο διοικητικό επίπεδο, που θα επιτρέπουν την εύκολη και αποτελεσματική πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες αυτές.».

 

Εν προκειμένω οι καθ’ ων η αίτηση προσκόμισαν στο Δικαστήριο σε ψηφιακή μορφή τον σχετικό με την υπόθεση διοικητικό φάκελο του Τμήματος Περιβάλλοντος, από τον οποίο διαπιστώνω τα ακόλουθα:

 

Στις 26.02.2024 η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη κοινοποιήθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στο Τμήμα Περιβάλλοντος από το ΤΔΕ.  Βάσει σχετικού ηλεκτρονικού αποτυπώματος, το ηλεκτρονικό αρχείο του Τμήματος Περιβάλλοντος ενημερώθηκε αυθημερόν, ήτοι στις 26.02.2024, για την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ταυτόχρονα αναρτήθηκε στη σχετική ηλεκτρονική πλατφόρμα του Τμήματος Περιβάλλοντος, στην οποία το κοινό έχει πρόσβαση και δυνατότητα λήψης αντιγράφου της απόφασης.  

 

Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι οι καθ’ ων η αίτηση έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης τόσο του γεγονότος της ανάρτησης της προσβαλλόμενης απόφασης στην ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος, όσο και του συγκεκριμένου χρόνου της εν λόγω ανάρτησης.

 

Συνακόλουθα, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης και τη δημοσιοποίηση αυτής στην ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος, προς το σκοπό πληροφόρησης του κοινού (δημοσιοποίηση που την καθιστούσε εύκολα προσιτή), θα πρέπει να εξετασθεί καταρχάς κατά πόσον οι αιτητές είχαν εύλογο ενδιαφέρον για το θέμα και ακολούθως κατά πόσο παρέλειψαν να προβούν οι ίδιοι στις ενδεδειγμένες ενέργειες για να λάβουν γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης εντός εύλογου χρόνου.

 

Οι σκοποί, βάσει του καταστατικού τους, η συμμετοχή των αιτητών 1 στη διαδικασία που προηγήθηκε αλλά και η καταχώριση από αυτούς της προσφυγής υπ’ αρ. 1508/23, εκτιμώ ότι καθιστούν αυταπόδειχτο το ενδιαφέρον των αιτητών για την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Λαμβάνοντας, ακολούθως, υπόψη το γεγονός ότι η Γνωμάτευση του Τμήματος Περιβάλλοντος (αντικείμενο, επαναλαμβάνεται, της προσφυγής υπ’ αρ. 1508/23) ήταν η υπό όρους και προϋποθέσεις έγκριση της κατασκευής του Έργου, αποδέχομαι τη θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι ήταν, υπό τις περιστάσεις, ευκόλως αντιληπτό ότι επίκειτο η έκδοση σχετικής απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής, είτε θετικής είτε αρνητικής.  Εφόσον δε οι σχετικές αποφάσεις της Πολεοδομικής Αρχής υποχρεωτικά, εκ του Ν.127(Ι)/2018, δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Τμήματος Περιβάλλοντος, οι αιτητές είχαν καθήκον να παρακολουθούν την εξέλιξη της σχετικής διαδικασίας ως προς τυχόν έγκριση από τον Διευθυντή της υλοποίησης του Έργου.

 

Το δε γεγονός ότι στη σχετική Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 29.04.2024 [την οποία οι ίδιοι οι αιτητές επισυνάπτουν στην προσφυγή τους (Παράρτημα ΚΘ) και επικαλούνται στην αρχική γραπτή αγόρευσή τους (παράγραφος 26), υιοθετώντας τα πορίσματα της Έκθεσης, με τα οποία δηλώνουν ότι είναι απόλυτα σύμφωνοι], γίνεται ρητώς αναφορά στον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από το ΤΔΕ την 01.03.2024 για την εκτέλεση του Έργου, αναμφίβολα καθιστούσε εύλογο το συμπέρασμα ότι το Έργο εγκρίθηκε, τελικώς, από τον Διευθυντή.    

 

Επειδή οι αιτητές, στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης, διατείνονται ότι ούτε για την εν λόγω Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή αποδεικνύεται πότε αυτή δημοσιοποιήθηκε, σημειώνεται ότι από την ιστοσελίδα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας διαπιστώνεται η δημοσίευση σχετικής Ανακοίνωσης για την Έκθεση με τη ρητή καταγραφή ότι αυτή αναρτήθηκε στις «29.04.24 13:28».

 

Τούτων δοθέντων, επαναλαμβάνοντας τον - για λόγους δημοσίου συμφέροντος - επιτακτικό και ανατρεπτικό χαρακτήρα της προθεσμίας για καταχώριση προσφυγής και επισημαίνοντας ότι σύμφωνα με τη νομολογία το ζήτημα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά (Γανωματής ν Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 133, Βόντα v. Πανεπιστημίου Κύπρου, Α.Ε. 154/2013, ημερ. 1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:C174, Γεώργιος Ιακώβου ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 63/20, ημερ. 24.01.2025), καταλήγω ότι η παρούσα προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη καθότι οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν ότι είχαν προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες εντός ευλόγου χρόνου για τη λήψη πλήρους γνώσης της προσβαλλόμενης απόφασης. 

 

Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος έχει τεθεί δοθέντος ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία εκτός εάν συντρέχουν οι όροι του Άρθρου 146 του Συντάγματος, περιλαμβανομένης της άσκησης της προσφυγής εντός της προθεσμίας των 75 ημερών (Τάκη ν Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 4).

 

Όπως δε επισημαίνει ο Α.Κ. Αιμιλιανίδης στην πρόσφατη μονογραφία Η προθεσμία στη διοικητική δίκη, η απόρριψη προσφυγής ως εκπρόθεσμης δεν επιτρέπει της εξέταση άλλων ζητημάτων, όσο σημαντικός ή βάσιμος και αν είναι ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης[10].

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

 

Υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών επιδικάζονται €2.000 έξοδα.

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.

 



[1] Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ.96), η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ή οποιοδήποτε Τμήμα της εξαιρείται από τη διαδικασία έκδοσης οικοδομικής άδειας.

[2] Ο περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμος του 2003 (Ν.153(I)/2003).

[3] Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας.

[4] Ο περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμος του 2018.

[5] Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.

[6] Οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/92/ΕΕ σχετικά με την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον.

[7] Έχει εφεσιβληθεί από τους αιτητές με την ΕΔΔ υπ’ αρ. 12/25, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί στο Διοικητικό Εφετείο.

[8] Βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας, Εφαρμογές Διοικητικού Ουσιαστικού και Δικονομικού Δικαίου, Επιμέλεια Χ. Χρυσανθάκης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ 146 και 179 και τις εκεί παραπομπές σε σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 658/2005, 3295/1990).

[9] Στη γραπτή αγόρευση των ευπαιδεύτων δικηγόρων των αιτητών γίνεται αναφορά σε «Καταστατικό Χάρτη», εκλαμβάνω όμως ότι ο ισχυρισμός αφορά στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[10] Εκδόσεις Hippasus, 2026, σελ. 40 και 43.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο