ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 121/2020
22 Ιουλίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Αναφορικά με τo Άρθρο 146 του Συντάγματος
1. Nittayawan Bangkhomkhun, από Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
2. Ulas Bardak, από Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Αιτητές
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Νικολέττα Χαραλαμπίδου για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή
Νικολέττα Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια 1 είναι υπήκοος Ταϊλάνδης, η οποία τέλεσε γάμο στις Η.Π.Α. με τον Αιτητή 2, Κύπριο πολίτη τουρκοκυπριακής καταγωγής. Στις 17.08.2017 η Αιτήτρια 1 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή μέσω της πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ουάσιγκτον. Στο πλαίσιο συλλογής απόψεων και πληροφοριών θεωρήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια 1 εισήλθε και παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα. Κατόπιν τούτου, η αίτησή της απορρίφθηκε βάσει της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, ως είχε (ο «Νόμος») και η Αιτήτρια ενημερώθηκε με επιστολή ημερ. 20.11.2019, πράξη την οποία προσβάλλει με την παρούσα.
Με την αγόρευσή της, η ευπαίδευτη συνήγορος εγείρει σειρά λόγων ακύρωσης, στους οποίους με τη δική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση απορρίπτει.
Εγείρεται ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη βάσει νομοθετικών διατάξεων [επιφυλάξεις άρθρου 110(2) του Νόμου] που εισάγουν διάκριση λόγω εθνοτικής καταγωγής εις βάρος των τουρκοκυπρίων οι οποίοι κυρίως κατοικούν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές χωρίς να συντρέχει περί αυτού αντικειμενικός λόγος. Εδράζει την εισήγηση στο ότι στις περιπτώσεις που η παράνομη είσοδος και παραμονή αφορά τις ελεγχόμενες περιοχές παρέχεται βάσει της τρίτης επιφύλαξης του εν λόγω άρθρου η δυνατότητα άσκησης διακριτικής ευχέρειας στον Υπουργό να εξαιρέσει από τη δεύτερη επιφύλαξη τον παρανόμως εισερχόμενο/διαμένοντα αλλοδαπό ενώ για τις μη ελεγχόμενες περιοχές δεν παρέχεται ανάλογη διακριτική ευχέρεια.
Στην ανωτέρω βάση, εγείρεται συναφώς ότι η δεύτερη και τρίτη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2) παραβιάζει τα Άρθρα 6 και 28 του Συντάγματος (εισάγουσα διάκριση) καθώς και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών ελευθεριών (δωδέκατο Πρωτόκολλο) (Κυρωτικού) Νόμου του 2022 [Ν.13(ΙΙΙ)/2022].
Περαιτέρω εγείρεται ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα των Αιτητών υπό την ΕΣΔΑ και δη το άρθρο 8 περί τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής αλλά και το δικαίωμά της Αιτήτριας 1 για πρόσβαση την ιθαγένεια της ΕΕ καθώς και ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας εφόσον δε φαίνεται να έγινε έρευνα του πότε εισήλθε ή διέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία.
Με τον καταληκτικό λόγο ακύρωσης εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη αναρμοδίως εφόσον από την ίδια και τον φάκελο δεν προκύπτει ποιος την εξέδωσε και εάν το έπραξε ο Υπουργός, στον οποίο ανήκει η σχετική αρμοδιότητα.
Θα ξεκινήσω από τον τελευταίο, η εξέταση του οποίου εκ της φύσεως του προηγείται.
H απορριπτική απόφαση προκύπτει από τη υπογραφή, κάτωθεν της λέξης «Απόρριψη», επί της προς τον Υπουργό επιστολής/έκθεσης των λειτουργών των Καθ΄ ων η αίτηση-Παράρτημα 4 σε Ένσταση, με την οποία εισηγούνται την απόρριψή της (έγγρ. 38-39 σε φάκελο). Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών θέτει ότι υπό τις περιστάσεις η εγγραφή αυτή δεν είναι επαρκής για να διαπιστωθεί η άσκηση αρμοδιότητας του Υπουργού.
Δε με βρίσκει σύμφωνο η θέση αυτή. Το ζήτημα έχει κριθεί σε πλήθος αποφάσεων και ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση του παρόντος στην Πρ. Αρ. 1260/2019 Μ.Β ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α ημερ. 08.02.2024, με παραπομπή σε σχετική νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου[1], απέρριψα αντίστοιχους ισχυρισμούς της εκεί αιτήτριας. Θεωρώ ότι ισχύουν τα ίδια και στην υπό κρίση περίπτωση. Η μονολεκτική διά της λέξης «Απόρριψη» πλησίον της υπογραφής, καταγραφή επί της απευθυνόμενης στον Υπουργό έκθεσης των λειτουργών των Καθ' ων η αίτηση, ήταν επαρκής απόδειξη ότι ο Υπουργός, ως αρμόδιο όργανο, εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη απόρριψης αιτήματος πολιτογράφησης. Η εν λόγω καταγραφή απέδειξε τόσο την άσκηση της αρμοδιότητας όσο και την τυπική (εξ απόψεως δέοντος πρακτικού) νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης. Ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.
Αναφορικά με τους λοιπούς λόγους ακύρωσης και καταρχάς, ως προς την υποβολή της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση περί μη δικογράφησης να σημειώσω ότι θεωρώ επαρκώς δικογραφημένους τους ισχυρισμούς των Αιτητών, τους οποίους εξέθεσα πιο πάνω. Οι Αιτητές, στην αίτηση ακυρώσεως εγείρουν 13 νομικά σημεία που περιλαμβάνουν τους ως άνω λόγους ακύρωσης. Με την αγόρευσή τους αναπτύσσουν μόνο τους πιο πάνω λόγους ακύρωσης που αναλύονται στις παραγράφους 10 και επόμενες. Επί τούτου όμως ειδικότερα ως προς τις αναφορές στις παραγράφους 14-26 της αγόρευσης των Αιτητών να σημειώσω ότι εκεί δε διαπιστώνω να αναπτύσσεται ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει τα άρθρα 110(2) του Νόμου ή το άρθρο 12 του Κεφ. 105 ή τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 866/2004 ως προς τη διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση περί παράνομης εισόδου και παραμονής των Αιτητών στη Δημοκρατία[2] αλλά ο σχετικός λόγος ακύρωσης που αφορά το θέμα αυτό εγείρεται υπό τον λόγο ακύρωσης περί πλημμέλειας έρευνας και αιτιολογίας [επικαλούνται παράβαση του άρθρου 28 του Ν. 158(Ι)/1999] σε σχέση με την ισχυριζόμενη παράνομη είσοδο και διαμονή στη Δημοκρατία (κεφάλαιο Δ.1.1 παράγραφοι 61-68 αγόρευσης Αιτητών). Αυτόν λοιπόν τον λόγο ακύρωσης εξετάζω (τελευταίο) ως προς το ζήτημα αυτό.
Έχοντας διευκρινίσει τα επίδικα προχωρώ να εξετάσω τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης, επί των οποίων καταλήγω στα ακόλουθα:
Δε συμφωνώ ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη βάσει νομοθετικών διατάξεων [επιφυλάξεις άρθρου 110(2) του Νόμου] που εισάγουν διάκριση λόγω εθνοτικής καταγωγής εις βάρος των τουρκοκυπρίων, οι οποίοι κυρίως κατοικούν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές χωρίς να συντρέχει περί αυτού αντικειμενικός λόγος ούτε συμφωνώ ότι η δεύτερη και τρίτη επιφύλαξη του Άρθρου 110(2) παραβιάζει τα Άρθρα 6 και 28 του Συντάγματος (εισάγουσα διάκριση) καθώς και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών ελευθεριών (δωδέκατο Πρωτόκολλο) (Κυρωτικού) Νόμου του 2022 [Ν.13(ΙΙΙ)/2022].
Επί τούτων πρώτα να σημειώσω ότι ενώ τυπικά εγείρεται ισχυρισμός ότι η δεύτερη και τρίτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου εισάγουν διάκριση εις βάρος των τουρκοκυπρίων εντούτοις η αγόρευση επικεντρώνεται στην τρίτη επιφύλαξη, όπου προβλέπεται η δυνατότητα του Υπουργού να εξαιρέσει έναν αλλοδαπό από την εφαρμογή των διατάξεων της δεύτερης επιφύλαξης εφόσον η παράνομη παραμονή του αφορούσε τις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.
Δε βλέπω πως, υπό τα ενώπιόν μου δεδομένα, θα μπορούσα να οδηγηθώ σε εύρημα αντισυνταγματικότητας ή διακριτικής μεταχείρισης. Η δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου αφορά γενικώς και αδιακρίτως οποιονδήποτε αλλοδαπό. Ουδεμία διάκριση γίνεται αναφορικά με σύζυγο προσώπου τουρκοκυπριακής καταγωγής έναντι προσώπου ελληνοκυπριακής καταγωγής. Μάλιστα δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η διοίκηση έχει απορρίψει ανάλογα αιτήματα αλλοδαπών συζύγων κυπρίων πολιτών ελληνοκυπριακής καταγωγής κάτι που, έχοντας απασχολήσει τη νομολογία, αποτελεί πλέον και δικαστική γνώση. Σχετικές, μεταξύ άλλων, είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Αρ. 1831/2006 Svetlana Voronova Παστελλά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α ημερ. 22.10.2007, Χρυσοστόμου Νατάσα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2007) 4 ΑΑΔ 850, Mohamad Yousife ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18, Υπ. Αρ. 1644/10 MOJTABA EG MEIDAN ν. YΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α ημερ. 15.10.2013, Υπόθεση Αρ. 1696/2012 Svitlana Klochkova ν. Διευθύντριας Τμ. Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κ.α. ημερ. 13.05.2015. Συνεπώς δε βλέπω ποια η διάκριση εις βάρος των προσώπων τουρκοκυπριακής καταγωγής.
Ως δε προς την τρίτη επιφύλαξη ορθά τίθεται από τη συνήγορο των Καθ’ ων η αίτηση ότι αφενός ο ισχυρισμός των Αιτητών εγείρεται αλυσιτελώς αφετέρου ότι ρόλος του παρόντος, βάσει και της σχετικής νομολογίας, δεν είναι να διευρύνει νομοθετική διάταξη, ούτε να την τροποποιήσει ώστε να δημιουργηθεί ουσιαστικά ένα νέο νομοθέτημα.
Η αλιτέλεια, κατά την αντίληψή μου, έγκειται στο ότι ακόμα κι αν ήθελα θεωρήσω αντισυνταγματική την πρόβλεψη της τρίτης επιφύλαξης περί της δυνατότητας του Υπουργού να εξαιρεί αλλοδαπό που παρέμεινε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ουδεμία ωφέλεια θα είχαν οι Αιτητές εφόσον η εξουσία του παρόντος είναι ακυρωτική[3] και, εφόσον η τρίτη επιφύλαξη δεν τους αφορά, εν τέλει, η απόλυτη ρύθμιση της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του Νόμου θα παρέμενε επεκτεινόμενη και στην Αιτήτρια 1.
Περαιτέρω όμως θα ήταν αλυσιτελής και διότι η τρίτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) φαίνεται να προβλέπει μόνο για δυνατότητα εξαίρεσης για αλλοδαπό που παράμεινε παράνομα και όχι που εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία που εν προκειμένω η Αιτήτρια 1 θεωρήθηκε ότι έπραξε και τα δύο. Και οι Αιτητές άλλωστε είναι παραδεκτό (παράγραφος 3 αίτησης ακυρώσεως) ότι εισήλθαν στη Δημοκρατία από μη ελεγχόμενα σημεία εισόδου.
Σχετική ως προς την αλυσιτέλεια καθώς και το εύρος της εξουσίας του παρόντος είναι η απόφαση, στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση στην απόφαση Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Kωνσταντίνου Bάσος κ.α ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 267, στην οποία με παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκε:
«Ο δικηγόρος των αιτητών επιδιώκει ουσιαστικά όπως το Ανώτατο Δικαστήριο διαγράψει τις επιφυλάξεις στον επίδικο Νόμο ώστε να παραμείνει η βασική του πρόνοια για αφυπηρέτηση όλων των δημοσίων υπαλλήλων στο 63ο έτος της ηλικίας τους. Μάλιστα δε τούτο να ισχύει για όλους από τη δημοσίευση του Νόμου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος είναι ευθυγραμμισμένη. Στην υπόθεση Dias United Publishing Co Ltd που αναφέρεται πιο πάνω, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε πως το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διευρύνει θετική νομοθετική διάταξη, μήτε να την τροποποιήσει ώστε να δημιουργηθεί ουσιαστικά ένα νέο νομοθέτημα. Ο συνταγματικός έλεγχος των νόμων, που ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν μπορεί να μετατραπεί σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας. Κάτι τέτοιο θα ξέφευγε της δικαιοδοσίας του. (…)
Οι επιφυλάξεις στο Νόμο, μολονότι αρχίζουν με τη συνήθη λέξη «νοείται», δεν αποτελούν, ούτως ειπείν, παρακλάδι του κεντρικού κορμού του ώστε η διάσπαση τους να αφήνει ακέραιο και ανεξάρτητο το υπόλοιπο μέρος του. Ο Νόμος εν προκειμένω δεν διασπάται, οι επιφυλάξεις αποτελούν μέρος του ενιαίου συνόλου του. Η κήρυξη, επομένως, του Νόμου ως αντισυνταγματικού θα αποδειχθεί αλυσιτελής για το αίτημα των αιτητών.
Λίαν σχετική ως προς το εύρος εξουσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου για έλεγχο αντισυνταγματικότητας είναι και η πρόσφατη απόφαση στην ΕΔΔ Αρ. 41/2021 Δημοκρατίας κ.α. v. Τούμπα ημερ. 29.05.2025. στην οποία αναφέρθηκε:
«Συνεπώς, εκ της ανωτέρω δεσμευτικής νομολογίας, καθίσταται σαφές ότι η εμβέλεια της Dias United Public Co Ltd (ανωτέρω), δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η νομοθεσία δεν περιλαμβάνει καμία απολύτως διάταξη και άρα ο συνταγματικός έλεγχος του νομοθετήματος από το Δικαστήριο θα μετατρέπετο σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας, ως η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επεκτείνεται και σε περιπτώσεις όπου από τη γενική ρύθμιση ενός νομοθετήματος επιζητείται η διαγραφή είτε επιφυλάξεων είτε φράσεων, έτσι ώστε η κήρυξή τους ως αντισυνταγματική να αφήνει τη γενική ρύθμιση ανέπαφη».
Παρά την ανωτέρω σαφή κατεύθυνση της νομολογίας ως προς την αναθεωρητική δυνατότητα του παρόντος, θεωρώ, έστω και εν παρόδω, ορθό να αναφέρω ότι, και η κατ’ ουσία άποψή μου δεν εναρμονίζεται με τις θέσεις των Αιτητών. Αυτό διότι δε θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, και τον μη αποτελεσματικό έλεγχο της εισόδου και παραμονής αλλοδαπών στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, η τρίτη επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου δημιουργεί οποιαδήποτε διάκριση. Αυτό διότι, αυτονόητα, ο Υπουργός, με την αρωγή και των αρμοδίων κυβερνητικών τμημάτων, μπορεί να έχει ολοκληρωμένη ή έστω πολύ πληρέστερη εικόνα ως προς το καθεστώς και συνθήκες παραμονής ενός αλλοδαπού, ο οποίος εισέρχεται και παραμένει στις ελεγχόμενες περιοχές, ώστε, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να δύναται να ασκεί τη δυνατότητα εξαίρεσης που του παρέχει ο Νόμος. Και ενδεχομένως (για παράδειγμα) να την ασκήσει θετικά για περιπτώσεις ασήμαντης, λίγων ημερών, παράνομης παραμονής και όταν η όλη εικόνα του αλλοδαπού από τον βίο του εντός των ελεγχόμενων περιοχών δείχνει θετικά στοιχεία έχοντας υπόψη τις παραμέτρους υπό τις οποίες η ευρεία εξουσία της πολιτείας για πολιτογράφηση ασκείται. Δε θεωρώ ότι κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να γίνει αναφορικά με αλλοδαπό που διαμένει και εισέρχεται στις μη ελεγχόμενες περιοχές όπου εκ των πραγμάτων, η πληροφόρηση του Υπουργού δε μπορεί να έχει την πληρότητα ανάλογης έντασης ή και είναι σποραδική από όσες πληροφορίες θα μπορούσαν εκάστοτε να συλλεχθούν (και εάν συλλεχθούν) από την Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών.
Έχοντας παρενθέσει τα πιο πάνω, θεωρώ ότι ισχύουν (κατ΄αναλογία πάντα εφόσον εκεί επίδικη ήταν άλλη πρόνοια του Νόμου), τα όσα αναφέρθηκαν από το ΑΣΔ στην ΕΔΔ Αρ. 116/2020 Eda Hancer v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 09.04.2025:
«Αναφορικά με το πότε υφίσταται διαφορετική μεταχείριση, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Vrountou v. Cyprus, Απόφαση ΕΔΑΔ, Application No. 33631/06, ημερ. 13.1.2016, ότι:
«There will be a difference in treatment if it can be established that other persons in an analogοus or relevantly similar situation enjoy preferential treatment.».
Τόσο το άρθρο 109 διά της επιφύλαξής του, όσο και τα κριτήρια, δεν θέτουν αυθαίρετες διακρίσεις εις βάρος Τουρκοκυπρίων ή όσων γεννήθηκαν από Τούρκους γονείς, ως η εισήγηση της Εφεσείουσας. Διασφαλίζουν ένα εύλογο και θεμιτό πλαίσιο παραχώρησης υπηκοότητας, δοθέντων των καταστάσεων και συνθηκών που δημιούργησαν τα γεγονότα του 1974, ως απόρροια της Τουρκικής εισβολής και της, μέχρι σήμερα, κατοχής εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γεγονότα και συνέπειες που αναγνωρίζονται, μεταξύ άλλων, και μέσα από το σκεπτικό αποφάσεων του ΕΔΑΔ (Cyprus v. Turkey (2001) ECHR, 25781/94, 20.05.2001, Loizidou v. Turkey, Appl. No.15318/89 18.12.1996).
(…)
Απόλυτα σχετική η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Zeggai v. Γαλλίας, υπόθεση 12456/19, ημερ. 13.10.2022, που αφορούσε απόρριψη αιτήματος για απόκτηση πιστοποιητικού Γαλλικής υπηκοότητας. Ο αιτητής επικαλέστηκε το άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), και υποστήριξε, ιδίως, ότι είχε πέσει θύμα διάκρισης μεταξύ ατόμων που γεννήθηκαν στη Γαλλία από γονείς γαλλικής καταγωγής, μετά την ανεξαρτησία της Αλγερίας, όπως τα αδέρφια του, στα οποία δόθηκε υπηκοότητα. Το Δικαστήριο, εντοπίζοντας ότι ο αιτητής θα μπορούσε με άλλους τρόπους να διασφαλίσει την παραμονή του στη Γαλλία, παρατήρησε (και αυτό είναι που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση) ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του προσφεύγοντος και των αδελφών του δεν αφορούσε στην αρχή της πρόσβασης στη Γαλλική ιθαγένεια, αλλά στους τρόπους πρόσβασης σε αυτή. Έχοντας υπόψη το ευρύ περιθώριο εκτίμησης που παρέχεται στο Καθ' ου η αίτηση κράτος, το ΕΔΑΔ δέχθηκε ότι τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν ανάλογα με τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαφορετική μεταχείριση που κατήγγειλε ο προσφεύγων στην απόλαυση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής είχε, επομένως, βασιστεί σε αντικειμενική και λογική αιτιολόγηση. Ως εκ τούτου, δε διαπιστώθηκε παραβίαση του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ.
Συνεπώς, οι περιστάσεις της υπόθεσης Zeggai (ανωτέρω) δικαιολογούσαν και επέτρεπαν τη διαφοροποίηση, παρά το γεγονός ότι αφορούσαν αδέλφια που είχαν τους ίδιους γονείς και γεννήθηκαν στην ίδια χώρα, χωρίς να διαπιστώνεται δυσμενής διάκριση. Πολύ περισσότερο, στην ενώπιόν μας περίπτωση, υπό το φως των γεγονότων που έχουμε ήδη παραθέσει, ουδεμία διάκριση εντοπίζεται.
Υπογραμμίζουμε πως, τόσο το άρθρο 109, το οποίο, όπως ανωτέρω αναφέρουμε, δεν δημιουργεί άνευ ετέρου απόλυτο δικαίωμα, αφού πρέπει να διαβάζεται μαζί με την επιφύλαξή του, όσο και τα κριτήρια, παρέχουν ευρεία εξουσία στο Κράτος να αποφασίζει. Η μόνη υποχρέωσή του είναι να ενεργεί καλόπιστα. Και δεν έχουμε παραπεμφθεί, ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός περί κακοπιστίας στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Όπως επισημάναμε ανωτέρω, η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης αφήνει την εξουσία στο κάθε κράτος να αποφασίζει για τους πολίτες του.
Στα πλαίσια, επομένως, της κυριαρχικής του εξουσίας, το Κράτος θέσπισε τον Νόμο και τα κριτήρια, τα οποία τελούν σε εύλογη σχέση αναλογικότητας και σε πλήρη, αντικειμενική, συνάρτηση με τις ιδιάζουσες συνθήκες που βιώνει η Κυπριακή Δημοκρατία και, ως εκ τούτου, ουδεμία αυθαίρετη διάκριση εισάγουν εις βάρος συγκεκριμένης ομάδας προσώπων».
Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι ακύρωσης υπό Γ.1, Γ.1.1 και Γ1.2 απορρίπτονται.
Δε με βρίσκουν σύμφωνο ούτε οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα τους υπό την ΕΣΔΑ και δη το άρθρο 8 περί τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (ή το άρθρο 14) αλλά και το δικαίωμα της Αιτήτριας 1 για πρόσβαση την ιθαγένεια της ΕΕ. Το ζήτημα καλύπτεται θεωρώ από την νομολογία του ΑΔ αλλά και από τις αποφάσεις αφενός του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Zeggai v. Γαλλίας, υπόθεση 12456/19, ημερ. 13.10.2022 αφετέρου του ΔΕΕ στην C-135/08 Rottman. Αμφότερες μάλιστα σχολιάστηκαν και στην Hancer.
Σε κάθε περίπτωση δε γίνεται καν αντιληπτό πώς μπορεί να τεθεί στην παρούσα ζήτημα παράβασης του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή. Η νομολογία έχει υποδείξει ότι δε χωρεί παράβαση του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή κατά παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ούτε ακόμα και σε περιπτώσεις απέλασης, όπου υπάρχει πιο δραστική διοικητική παρέμβαση, εφόσον η οικογενειακή ζωή μπορεί να συνεχιστεί σε άλλη χώρα. Πόσο μάλλον στην παρούσα που δεν τίθεται αντίστοιχο ζήτημα εφόσον παραδεκτά (παράγραφος 2 αίτησης ακυρώσεως) αμφότεροι οι Αιτητές είναι μόνιμοι κάτοικοι ΗΠΑ. Σχετικές οι αποφάσεις Balalas a.o. v. Republic (1988) 3 C.L.R. 2127 και Jashiashvili Lali κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 4 ΑΑΔ 7. Η απόφαση στην Genovese v Malta Application No 5314/09, στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών, δε θέτει κάτι διαφορετικό σε σχέση με όσα έχει καθορίσει η εγχώρια νομολογία εφόσον ρητώς καθορίζει ότι το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν εγγυάται δικαίωμα απόκτησης συγκεκριμένης υπηκοότητας αλλά απλά ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι μια αυθαίρετη (arbitrary) άρνηση πολιτογράφησης μπορεί υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να εγείρει ισχυρισμό περί παράβασης του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Στην παράγραφο 30 της εν λόγω Απόφασης αναφέρεται (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος):
«30. The Court also reiterates that the concept of "private life" is a broad term not susceptible to exhaustive definition. It covers the physical and psychological integrity of a person. It can therefore embrace multiple aspects of the person's physical and social identity (see Dadouch v. Malta, no. 38816/07, § 47, ECHR 2010‑... (extracts)). The provisions of Article 8 do not, however, guarantee a right to acquire a particular nationality or citizenship. Nevertheless, the Court has previously stated that it cannot be ruled out that an arbitrary denial of citizenship might in certain circumstances raise an issue under Article 8 of the Convention because of the impact of such a denial on the private life of the individual (see Karassev v. Finland (dec.), no. 31414/96, ECHR 1999-II, and Slivenko v. Latvia (dec.) [GC], no. 48321/99, § 77, ECHR 2002-II)».
Υπό τα δεδομένα που έχω διαπιστώσει και εκθέσει πιο πάνω υπό τους προηγηθέντες λόγους ακύρωσης αλλά και όσα θα αναφέρω στους πιο κάτω αναφορικά με την αιτιολογία της προσβαλλόμενης και έρευνα που προηγήθηκε αυτής, δε θεωρώ ότι η παρούσα αποτελεί αυθαίρετη διοικητική κρίση και άρα δε θεωρώ ότι παραβιάζει το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ούτε, συναφώς, ότι αποτελεί δυσμενή διάκριση, δυνάμει του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, το οποίο είναι συμπληρωματικό των ουσιαστικών διατάξεων της ΕΣΔΑ και διαπιστώνεται εφόσον τεκμηριωθεί παράβαση μιας τέτοιας διάταξης της ΕΣΔΑ[4].
Επίσης δε θεωρώ ότι η επίκληση της Rottman (ανωτέρω) θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα παράβασης ισχυριζόμενου δικαιώματος της Αιτήτριας 1 στην ιθαγένεια της ΕΕ εφόσον στην ίδια την εν λόγω απόφαση ρητώς ετέθη (σκ. 39) με παραπομπή στην σχετική νομολογία του ΔΕΕ η οποία αναφέρεται ως πάγια (C-369/90 Micheletti, σκέψη 10, C-179/98, Mesbah, σκέψη 29, C-200/02 Zhu και Chen, σκέψη 37) ότι ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους, αρμοδιότητα που (βλ σκ. 48):
«υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με γνώμονα το δίκαιο της Ένωσης, εφόσον αφορά τα δικαιώματα που απονέμει και προστατεύει η έννομη τάξη της Ένωσης, όπως συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση έκδοσης απόφασης για την ανάκληση της πολιτογράφησης, όπως είναι η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη.».
Εν προκειμένω η προσβαλλόμενη δεν είναι ανακλητική πολιτογράφησης, στη δε Rottman, σκέψη 49 γίνεται μνεία στην απόφαση του ΔΕΕ C-192/99 Kaur, στην οποία ακόμα πιο ξεκάθαρα είχε τεθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται προς διεκδίκηση δικαιωμάτων που ουδέποτε είχαν γεννηθεί ακόμα και για βρετανούς πολίτες που όμως δεν ενέπιπταν σε αυτούς που η πολιτεία είχε καθορίσει ως φέροντες τα δικαιώματα αυτά. Συγκεκριμένα η εκεί αιτήτρια ήταν Βρεττανή πολίτης όμως διαφορετικής κατηγορίας λόγω ότι δεν κατοικούσε στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά είχε γεννηθεί στις τότε αποικίες του Ηνωμένου Βασιλείου μη εμπίπτουσα στη, συνημμένη στην τελική πράξη της Συνθήκης για την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δήλωση του 1972, κατηγορία πολιτών που θεωρούνταν υπήκοοι κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Ισχυρίστηκε παραβίαση δικαιωμάτων κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και το ΔΕΕ έκρινε (σκέψη 25) ότι (υπογράμμιση του παρόντος):
«Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι η δήλωση αυτή δεν είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει ένα πρόσωπο, μη ανταποκρινόμενο στον ορισμό του υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου, από δικαιώματα τα οποία μπορούσε να διεκδικήσει κατ' εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου, αλλά είχε ως συνέπεια να μη γεννηθούν ουδέποτε υπέρ του προσώπου αυτού τέτοια δικαιώματα».
Συνεπώς ουδόλως στην παρούσα περίπτωση όπου επίδικη είναι η απόρριψη αίτησης πολιτογράφησης, τίθεται ζήτημα παράβασης των όσων η ως άνω νομολογία καθορίζει. Απορριπτέοι συνεπώς και οι λόγοι ακύρωσης υπό Γ.1.3 και Γ.2.
Με τον τελευταίο εξεταστέο λόγο ακύρωσης υπό Δ.1.1 εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν πλημμελούς έρευνας και αιτιολογίας καθότι από πουθενά δε συνάγεται ότι έγινε έρευνα σε σχέση με την παράνομη παραμονή και είσοδο της Αιτήτριας 1 στη Δημοκρατία ενώ δεν παρατίθεται ο λόγος που η Αιτήτρια εμπίπτει στη δεύτερη επιφύλαξη αλλά ακόμα κι αν εμπίπτει πουθενά δεν αναφέρουν εάν αυτή είχε δυνατότητα να νομιμοποιήσει την παραμονή της και δεν το έπραξε.
Δε συμφωνώ ούτε με τις ως άνω υποβολές των Αιτητών.
Δε διαπιστώνεται εν προκειμένω, ζήτημα πλημμελούς έρευνας ή αιτιολογίας. Στην προσβαλλόμενη αναφέρεται σαφώς με παραπομπή στην σχετική επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Νόμου ότι η Αιτήτρια εισήλθε και παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα. Μάλιστα στην παράγραφο 3 της έκθεσης αναφορικά με την αίτηση της Αιτήτριας 1 (Παράρτημα 4 σε ένσταση), η οποία προπαρασκεύασε την προσβαλλόμενη γίνεται ρητή αναφορά για την Αιτήτρια ότι «Ο Διοικητής της ΚΥΠ αναφέρει ότι εισήλθε και διέμενε παράνομα στη Κύπρο» με παραπομπή στο ερ. 36. Παρόμοια παραπομπή γίνεται και στην παράγραφο 5 του Παραρτήματος 4.
Στην επιστολή ημερ. 06.02.2018 της ΚΥΠ, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 αναφέρεται ότι «μετά από διερεύνηση διαφάνηκε ότι από το 2012 μέχρι και το 2016, σε διαφορετικές περιπτώσεις, η αλλοδαπή εισήλθε παράνομα στην Κύπρο από περιοχές που δεν βρίσκονται υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο των Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις διέμενε εκεί παράνομα».
Η πληροφόρηση από την ΚΥΠ έχει νομολογηθεί (ΕΔΔ Αρ. 141/2018 Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 06.03.2024, ΕΔΔ Αρ. 119/2020 Rahimzadeh v. Δημοκρατίας, 0ημερομηνίας 25.02.2025) ότι μπορεί να αποτελέσει βάση επαρκούς πραγματικού ερείσματος για απόρριψη αίτησης πολιτογράφησης και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω θεωρώ ότι δεικνύουν δέουσα έρευνα και επαρκή αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης για σκοπούς του παρόντος αναθεωρητικού ελέγχου. Δε θεωρώ δε ότι όφειλαν οι Καθ’ ων η αίτηση για τους σκοπούς της αίτησης πολιτογράφησης να αναφέρουν στην Αιτήτρια 1 εάν είχε δυνατότητα να νομιμοποιήσει την παραμονή της αλλά προφανώς θα έπρεπε η ίδια να μεριμνήσει ώστε η είσοδος και παραμονή της στη Δημοκρατία να είναι νόμιμη. Κάτι που ενδεχομένως δεν έπραξε ως μια «επιπρόσθετη διοικητική διατύπωση» (βλ. υποβολή σε σελ. 6 αγόρευσης Αιτητών) προς τις αρχές της Δημοκρατίας, στην οποία δεν ήταν πρόθυμη να υποβληθεί.
Δεδομένων των πιο πάνω, δε διαπιστώνω βασιμότητα των λόγων ακύρωσης. Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα 1.800 Ευρώ υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] Πρ. Αρ. 475/2019 Arzumanyan ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 14/3/2022 (Καλλίγερου, ΠΔΔ ως ήταν τότε), Πρ. Αρ. 749/2019 Alarcon ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 29/3/2022 (Ευσταθίου- Νικολετοπούλου, ΔΔΔ ως ήταν τότε), Πρ. Αρ. 1514/2019 Cabardo ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., ημερ. 06/05/2022 (Κωμοδρόμος, ΔΔΔ ως ήταν τότε), Πρ. Αρ. 232/2020 Mendis Hewa ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α., ημερ. 11/5/2022 (Γαβριήλ, ΔΔΔ).
[2] Tο ότι το αεροδρόμιο των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών είναι παράνομο και η είσοδος μέσω αυτού επίσης παράνομη αποτελεί και δικαστική γνώση αποτελώντας και διαπίστωση σταθερά της νομολογίας (και της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων στις Osman Kane ν. Kυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 596 και Reza Ghasemi ν. Aναθεωρητικής Aρχής Προσφύγων (2006) 3 ΑΑΔ 383).
[3] Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Καθ. Ευάγγελου Βενιζέλου «Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας των Νόμων και Ερμηνεία του Συντάγματος-Μαθήματα εμβάθυνσης στο Συνταγματικό Δίκαιο» Εκδ. Σάκκουλα 2022, Σελ 137 παράγραφος δ:
(…) η έννομη συνέπεια του ελέγχου, η οποία περιορίζεται στην παραμερισμό της αντισυνταγματικής διάταξης, δηλαδή τη μη εφαρμογή της στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ κατά τα λοιπά η διάταξη και πολύ περισσότερο το νομοθέτημα στο οποίο εντάσσεται εξακολουθεί να ισχύει».
[4] Στην παράγραφο 30 της εν λόγω Απόφασης Genovese αναφέρεται (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος):
«31. With regard to Article 14, the Court reiterates that it only complements the other substantive provisions of the Convention and the Protocols thereto. It has no independent existence since it has effect solely in relation to "the enjoyment of the rights and freedoms" safeguarded by those provisions (see, among many other authorities, Sahin v. Germany [GC], no. 30943/96, § 85, ECHR 2003-VIII). The application of Article 14 does not necessarily presuppose the violation of one of the substantive rights protected by the Convention. It is necessary but it is also sufficient for the facts of the case to fall "within the ambit" of one or more of the Articles of the Convention (see Abdulaziz, Cabales and Balkandali v. the United Kingdom, 28 May 1985, § 71, Series A no. 94; Karlheinz Schmidt v. Germany, 18 July 1994, § 22, Series A no. 291-B; and Petrovic v. Austria, 27 March 1998, § 22, Reports 1998-II)».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο