ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 1380/2019
28 Ιουλίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΜΥΡΟΥΛΛΑΣ ΠΗΧΙΔΟΥ
Αιτήτρια,
και
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Καθ’ ου η αίτηση
__________________________________
Σ. Παπαϊωάννου (κα), για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για την αιτήτρια
Τ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε δικηγόροι για τον καθ’ ου η αίτηση.
Καμία εμφάνιση για το Ενδιαφερόμενο Μέρος
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή προσβάλλεται η νομιμότητα της απόφασης του καθ΄ου η αίτηση ημερομηνίας 1.7.2019 να προάξει το ενδιαφερόμενο μέρος Άννα Παπαδημητρίου-Γεωργίου στη θέση Γραμματειακού Λειτουργού αντί της αιτήτριας.
Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν, εν συντομία, ως ακολούθως:
Η Συμβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας (στο εξής ως «ΣΑΛ») αποφάσισε σε συνεδρία της ημερομηνίας 14.1.2019 πως εισηγηθεί στο Συμβούλιο του ΣΑΛ -και αφού πρώτα είχε εξασφαλιστεί από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού της Βουλής η σχετική έγκριση εξαίρεσης από την απαγόρευση πλήρωσης της- την έναρξη της διαδικασίας πλήρωσης μιας θέσης Γραμματειακού Λειτουργού (Θέση Προαγωγής), εισήγηση η οποία εγκρίθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου του ΣΑΛ κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 29.1.2019.
Ακολούθησε σχετική γνωστοποίηση της επίδικης θέσης με εσωτερική προκήρυξη στις 14.3.2019. Υποβλήθηκαν δε συνολικά τρεις αιτήσεις, περιλαμβανομένου και αυτής της αιτήτριας και του Ενδιαφερόμενου Μέρους.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΣΑΛ και σε συμμόρφωση με τα όσα αποφασίστηκαν από τη Συμβουλευτική Επιτροπή στα πλαίσια συνεδρίας της ημερομηνίας 14.1.2019 υπέβαλε προς τη Συμβουλευτική Επιτροπή σχετική έκθεση ημερομηνίας 8.4.2019, δια της οποίας και στη βάση των προβλεπόμενων εκ του Κανονισμού 20(3) των περί Υπηρεσίας του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας Κανονισμοί του 1995 μέχρι 2007 (στο εξής οι «Κανονισμοί») κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη για προαγωγή ήτοι αξία, προσόντα και αρχαιότητα, κατέληγε μετά από αξιολόγηση των τριών υποψηφίων με την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή για προαγωγή του ΕΜ στην υπό πλήρωση θέση.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή του ΣΑΛ επιλήφθηκε του θέματος σε συνεδρία της ημερομηνίας 18.4.2019 στα πλαίσια της οποίας και αφού λήφθηκε υπόψη το περιεχόμενο της έκθεσης αξιολόγησης του Γενικού Διευθυντή καθώς και ο συνημμένος σ΄ αυτή πίνακας αξιολόγησης, αποφάσισε ομόφωνα, συμφωνώντας με την σύσταση για προαγωγή του ΕΜ, να εισηγηθεί στην Ολομέλεια του ΣΑΛ όπως προχωρήσει στην πλήρωση της επίδικης θέσης προσφέροντας προαγωγή στο ΕΜ.
Το ζήτημα πλήρωσης της επίδικης θέσης τέθηκε προς εξέταση σε συνεδρία της Ολομέλειας του ΣΑΛ ημερομηνίας 1.7.2019. Ως δε καταγράφεται στο τηρηθέν πρακτικό της εν λόγω συνεδρίας, η Ολομέλεια του Συμβουλίου αποφάσισε συμφωνώντας με την ενώπιον της σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής την προαγωγή του ΕΜ στην επίδικη θέση Γραμματειακού Λειτουργού.
Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε η υπό κρίση Προσφυγή,
Προχωρώ να εξετάσω τους εναπομείναντες ισχυρισμούς της αιτήτριας, όπως αυτοί προβάλλονται στη γραπτή της αγόρευση αλλά και στη συμπληρωματική γραπτή της αγόρευση προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, υπό το φως της πάγιας νομολογίας και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων. Σημειώνεται δε ότι σειρά λόγων ακύρωσης ως αυτοί τέθηκαν με τη γραπτή αγόρευση της αιτήτριας αποσυρθήκαν και απορρίφθηκαν κατά το στάδιο των Διευκρινήσεων της υπόθεσης, ως αποτυπώνεται και στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.2.2026.Ομοίως δε και κατά το στάδιο των Διευκρινήσεων η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση απέσυρε-και καθόλα ορθά- σχετική προδικαστική ένσταση που είχε εγείρει δια της ενστάσεως της περί εκπροθέσμου της Προσφυγής.
Εν πρώτοις χρήζει εξέτασης ο ισχυρισμός της αιτήτριας που προβάλλεται στη γραπτή της αγόρευση της ότι πλήττεται η σύνθεση του καθ΄ου η αίτηση επειδή, κατά την εισήγηση, δεν εντοπίζεται στο διοικητικό φάκελο κανένα δείγμα έγκαιρης και νομότυπης κλήσης των μελών είτε όσον αφορά τη Συμβουλευτική Επιτροπή είτε την Ολομέλεια του ΣΑΛ.
Η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αντέτεινε ότι στο διοικητικό φάκελο περιλαμβάνονται νομότυπες κλήσεις των μελών για όλες τις συνεδρίες όπου συζητήθηκε το θέμα της πλήρωσης θέσης του Γραμματειακού Λειτουργού και οι οποίες απεστάλησαν τόσο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο όσο και με άλλο ηλεκτρονικό μέσο, ήτοι αποστολή μηνύματος στο κινητό-SMS προς τα μέλη της Ολομέλειας του ΣΑΛ και προς τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, συμφώνως με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 21 (3) του Νόμου 158 (Ι)/1999.
Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της αιτήτριας. Έχω διεξέλθει με προσοχή το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και έχω εντοπίσει ότι αναφορικά με έκαστη συνεδρία τόσο της Συμβουλευτικής Επιτροπής οι οποίες έλαβαν χώρα στις 14.1.2019 και 18.4.2019 όσο και της Ολομέλειας του ΣΑΛ (συνεδρίες ημερομηνίας 29.1.2019, 6.5.2019) περιλαμβάνεται σχετική πρόσκληση προγενέστερης (της εκάστοτε επερχόμενης συνεδρίας) ημερομηνίας καθώς και προγενέστερο σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο τα μέλη καλούνται στην αντίστοιχη συνεδρία που πρόκειται να διεξαχθεί και στο οποίο εμφαίνονται αναλυτικά όλοι οι παραλήπτες και φέρει ένδειξη ότι εστάλη στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των μελών («Sent»). Πρόσθετα δε στο διοικητικό φάκελο εντοπίζεται αναφορικά με έκαστη συνεδρία κατάσταση αποστολής μαζικών μηνυμάτων (sms), προγενέστερης ημερομηνίας, στην οποία και πάλι περιλαμβάνεται η σχετική πρόσκληση και στην οποία καταγράφεται τόσο η επιβεβαίωση αποστολής των μηνυμάτων στον αριθμό τηλέφωνων των μελών όσο και οι παραλήπτες της. Αναφορικά δε με τη συνέδρια του Συμβουλίου ημερομηνίας 1.7.2019 διαπιστώνω ότι στο διοικητικό φάκελο περιλαμβάνεται η σχετική πρόσκληση η οποία φέρει ημερομηνία προγενέστερη της επερχόμενης συνεδρίας ενώ στο διοικητικό φάκελο εντοπίζεται και κατάσταση αποστολής μαζικών τηλεφωνικών μηνυμάτων δια της οποίας δίδεται σχετική υπενθύμιση προς όλα τα μέλη για την επικείμενη διεξαγωγή της συγκεκριμένης συνεδρίας και η οποία ως επίσης επιβεβαιώνεται έχει παραληφθεί από όλα τα μέλη. Συναφώς σημειώνεται ότι σε όλα τα σχετικά πρακτικά των συνεδριάσεων του Συμβουλίου ή αναλόγως της Συμβουλευτικής Επιτροπής περιλαμβάνεται καταγραφή από το Γενικό Διευθυντή σύμφωνα με την οποία βεβαιώνεται ότι «όλα τα μέλη του Συμβουλίου[1]έχουν ειδοποιηθεί για την εν λόγω συνεδρία και προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι έχει σταλεί πρόσκληση και έλαβαν γνώση της συνεδρίας με e-mail και με sms».
Ως επαναβεβαιώθηκε από το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση του Πανεπιστήμιο Κύπρου v Thomas Sinclair (Ε.Δ.Δ αρ. 24/2021, ημερομηνίας 17/6/25) αυτό που η διαχρονική νομολογία επί του θέματος επιζητεί, είναι τη νομότυπη κλήση στη συνεδρία του οργάνου, η οποία πρέπει να προκύπτει είτε από αποδεικτικό επίδοσης, είτε από βεβαίωση του μέλους, είτε από άλλα έγγραφα τα οποία δεν πρέπει να είναι μεταγενέστερα της συνεδρίασης του οργάνου. Απαιτεί δηλαδή ως λέχθηκε να τεκμηριώνεται η αποστολή της πρόσκλησης με ένδειξη ότι στάλθηκε ή με άλλη σύγχρονη καταγραφή κατά το χρόνο της πρόσκλησης (βλ. Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 258).
Αυτό εν προκειμένω επισυμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση όπου και επί τη βάσει των όσων υποδείχθηκαν ανωτέρω, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει να υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά αποστολής των προσκλήσεων, προγενέστερα της έκαστοτε συνεδρίας, ώστε και στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας να τεκμηριώνεται η αποστολή των προσκλήσεων στα μέλη τόσο του Συμβουλίου όσο και της Συμβουλευτικής Επιτροπής (Αρχής Λιμένων Κύπρου ν. Λακκοτρύπη (Ε.Δ.Δ αρ. 208/19, ημερομηνίας 20/11/24) (βλ. άρθρο 21(3) του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν.158(I)/99).
Περαιτέρω δια της συμπληρωματικής της αγόρευσης η αιτήτρια και προς υποστήριξη της θέσης της περί «μη δεόντων πρακτικών» παραπέμπει στα πρακτικά των συνεδριάσεων της Συμβουλευτικής Επιτροπής ημερομηνίας 14.9.2019, 10.1.2019, 18.4.2019 και της Ολομέλειας του ΣΑΛ ημερομηνίας 29.1.2019, 6.5.2019 και 1.7.2019 εισηγούμενη ότι σ΄ αυτά εντοπίζονται, σε όλες τις σελίδες, τα αρχικά «Α.Β» ενώ στη τελευταία σελίδα των εν λόγω πρακτικών υπάρχει μεν υπογραφή χωρίς ωστόσο, ως ισχυρίζεται, «να ταυτοποιείται η ταυτότητα του υπογράφοντος».
Επί τούτου, η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση ανταπάντησε ότι τα αρχικά «Α.Β» όπως και η υπογραφή που τίθεται στο τέλος έκαστου πρακτικού ανήκουν στον Πρόεδρο του ΣΑΛ Ανδρέα Βύρα ο οποίος προσυπόγραψε τα πρακτικά.
Καταρχάς οφείλει να σημειωθεί ότι αν και η αιτήτρια παραπέμπει, ως ήδη καταγράφηκε, μεταξύ άλλων και σε πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 10.1.2019, ωστόσο ως προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ουδέποτε φαίνεται να έλαβε χωρά τέτοια συνεδρία. Ούτε και όμως οι πλείστες καταγραφές των ερυθρών στα οποία η αιτήτρια παραπέμπει στη συμπληρωματική της αγόρευση ανταποκρίνονται στα όσα η ίδια εισηγείται ότι αυτά περιλαμβάνουν.
Επί της ουσίας, ο ισχυρισμός της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9[2] του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο του 1971 έως 2017 Ν. 1/1971, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Συμβουλίου υπογράφονται από τον Προέδρο του Συμβουλίου.
Ειδικότερα ως διαπιστώνω όλα τα πρακτικά στα οποία παραπέμπει η αιτήτρια και τα οποία περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο φέρουν ως αποτυπώνεται στο σώμα τους και δη στη τελευταία τους σελίδα, υπογραφή καθώς και τη σφραγίδα του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας. Στις δε προηγούμενες σελίδες έκαστου εξ αυτών των πρακτικών αναγράφονται πράγματι τα αρχικά «Α.Β». Με τούτο δε ως δεδομένο διαπιστώνεται - και συμφώνως με το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει τις διοικητικές πράξεις- ότι τηρήθηκε η εκ του Νόμου απαίτηση για υπογραφή των πρακτικών από το αρμόδιο πρόσωπο ήτοι τον Πρόεδρο του Συμβουλίου και συνεπώς δεν διαβλέπω να προκύπτει, στη βάση των όσων η αιτήτρια εισηγείται, οποιοδήποτε ζήτημα ως προς την αρτιότητα των τηρηθέντων πρακτικών. Η δε εισήγηση της αιτήτριας ότι δεν ταυτοποιείται η ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε τα εν λόγω πρακτικά δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα νομοθετικώς απαιτούνται ούτε όμως και επαρκεί για να κλονίσει και να ανατρέψει το τεκμήριο κανονικότητας, πόσο δε μάλλον όταν τα αρχικά που αναγράφονται τις λοιπές σελίδες των πρακτικών ήτοι «Α.Β» προδήλως αντιστοιχούν, ως υποδεικνύουν οι καθ’ ων η αίτηση, στα αρχικά του Προέδρου του Συμβουλίου Ανδρέα Βύρα (Δημοκρατία v Κορδάλη (Ε.Δ.Δ 122/20, ημερομηνίας 26/3/25) Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).
Περαιτέρω η αιτήτρια καταγράφοντας διάφορα ερυθρά, τα οποία ως εισηγείται αφορούν επιστολές «ως κλήση μελών» διαφόρων ημερομηνιών, ισχυρίζεται ότι ενώ σ΄ αυτές αναγράφεται ότι επισυνάπτεται το πρακτικό εντούτοις «δεν επισυνάπτεται το οτιδήποτε».
Δεν θα συμφωνήσω. Καταρχάς σημειώνω και πάλι ότι τα ερυθρά στα οποία παραπέμπει η αιτήτρια δεν αντιστοιχούν όλα στις ημερομηνίες των επιστολών στις οποίες η ίδια η αιτήτρια παραπέμπει. Εν πάση περιπτώσει οι επιστολές στις οποίες η αιτήτρια παραπέμπει και για τις οποίες η ίδια αναφέρει ότι αποστάληκαν «ως κλήση μελών» αποτελούν προσκλήσεις και από το περιεχόμενο τους δεν εντοπίζεται (βλ. ερυθρά 9,42,17,73 και 85) να έπρεπε πράγματι να επισυναπτόταν οποιαδήποτε πρακτικά παρά μονό διάφορα έγγραφα τα οποία αφορούσαν σε θέματα της ημερήσιας διάταξης. Άλλωστε και στα αντίστοιχα ηλεκτρονικά μηνύματα που αποστέλλονταν προς τα μέλη και δια των οποίων αυτά ειδοποιούντο για κάθε επερχόμενη συνεδρία ρητώς αναγράφετο, ως παρατηρώ, ότι «η ημερήσια διάταξη βρίσκεται στο drobox».
Αποτέλεσε δε βασική θέση της αιτήτριας ότι η εισήγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ημερομηνίας 18.4.2019 για προαγωγή του ΕΜ η οποία επικυρώθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου του ΣΑΛ την 1.7.2019 ήταν αναιτιολόγητη καθώς και προϊόν ελλιπούς έρευνας και πλάνης. Τούτο διότι τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής και χωρίς, ως υποβάλλεται, να προβούν σε συγκριτική διεργασία υιοθέτησαν δέσμια, χωρίς έρευνα και χωρίς καμία αναφορά στα κριτήρια του Κανονισμού 20(3) των Κανονισμών ήτοι στην αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα, την έκθεση αξιολόγησης του Γενικού Διευθυντή. Αναφορικά δε με τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, η οποία περιλαμβάνεται στην έκθεση αξιολόγησης του και η οποία υιοθετήθηκε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, υποβάλλεται ότι και σε σχέση με το κριτήριο των προσόντων εσφαλμένα κρίθηκε ότι η αιτήτρια κατέχει μόνο «διάφορα εκπαιδευτικά σεμινάρια μέσω του ΣΑΛ». Περαιτέρω η πλευρά της αιτήτριας εισηγείται ότι ο Γενικός Διευθυντής στήριξε την κρίση του περί της αξίας των υποψηφίων στις εκθέσεις αξιολόγησης που διενεργήθηκαν τα έτη 2005-2018, εξαιρουμένου του έτους 2012 για το οποίο δεν διενεργήθηκαν αξιολογήσεις, οι οποίες όμως, ως εισηγείται, είναι και για πληθώρα λόγων παράνομες και παράτυπες.
Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος αντέτεινε ότι το καθ΄ου η αίτηση έδρασε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό 20 των Κανονισμών το Συμβούλιο του ΣΑΛ. Αποτελεί δε θέση του καθ΄ου η αίτηση ότι ο Γενικός Διευθυντής του ΣΑΛ κατέληξε στην εισήγηση του για προαγωγή του ΕΜ μετά από σύγκριση των υποψηφίων στα προβλεπόμενα εκ του Κανονισμού 20(3) κριτήρια, η οποία καταδείκνυε την υπεροχή του ΕΜ έναντι της αιτήτριας σε όλα τα κριτήρια. Αναφορικά δε με το κριτήριο των προσόντων τονίζει ότι το ΕΜ ήταν η μόνη υποψήφια που κατείχε και πέραν των σεμιναρίων που κατείχαν και οι υπόλοιπες υποψήφιες ακαδημαϊκούς και επαγγελματικούς τίτλους ενώ σε σχέση με τη βαθμολογημένη αξία όπως αυτή προκύπτει από τις υπηρεσιακές εκθέσεις κατά τα έτη 2005-2018 που λήφθηκαν υπόψη υποβάλλει ότι το ΕΜ ήταν επίσης η μοναδική υποψήφια που είχε κριθεί ως «Εξαίρετη» σε όλες ανεξαιρέτως τις εκθέσεις αξιολόγησης, σε αντίθεση με την αιτήτρια η οποία σε 14 επί μέρους σημεία στις αξιολογήσεις αυτές κρίθηκε ως «Πολύ Ικανοποιητική» και όχι ως «Εξαίρετη». Τονίζει δε ότι τόσο η έκθεση αξιολόγησης του Γενικού Διευθυντή όπως και ο πίνακας αξιολόγησης που τη συνοδεύει αποτέλεσαν, ως λέχθηκε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή αναπόσπαστο μέρος των πρακτικών της συνεδρίας της ημερομηνίας 18.4.2019 κατά την οποία τα μέλη της ομόφωνα συμφωνήσαν με την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή για προαγωγή του ΕΜ. Με την υιοθέτηση της σύστασης και αξιολόγησης του Γενικού Διευθυντή από τη Συμβουλευτική Επιτροπή του ΣΑΛ, η εισήγηση της οποίας επικυρώθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου, υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο και η αιτιολογία που εμπεριέχεται στην έκθεση αυτή, η οποία ως υποβάλλει η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση, αποτυπώνει πλήρως τους λόγους προαγωγής του ΕΜ.
Οι πιο πάνω λόγοι ακύρωσης, λόγω της συνάφειας τους, θα εξεταστούν μαζί.
Εν πρώτοις οφείλει να υπομνησθεί ότι η διαδικασία προαγωγής των υπαλλήλων του ΣΑΛ διεξάγεται στη βάση των κριτηρίων που ορίζει ο Κανονισμός 20 των περί Υπηρεσίας Κανονισμοί του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας του 1995-2007, ως εδώ ενδιαφέρει, ως ακολούθως:
«(3) Οι διεκδικήσεις των υπαλλήλων για προαγωγή αποφασίζονται με βάση την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα.
(4) Για την προαγωγή το Συμβούλιο λαμβάνει δεόντως υπόψη το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων και των φακέλων των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων, αιτιολογημένες συστάσεις του Προϊσταμένου του Τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση και την εντύπωση την οποία το Συμβούλιο αποκόμισε για τους υποψηφίους κατά την προφορική εξέταση, αν αυτή έγινε.»
Σημειώνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αποφασίστηκε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία οφείλει να υπομνησθεί ότι απαρτίζεται αποκλειστικά από μέλη του Συμβουλίου, όπως μην διενεργηθεί προφορική εξέταση των υποψηφίων, απόφαση η οποία εγκρίθηκε και από την Ολομέλεια του Συμβουλίου κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 6.5.2019. Περαιτέρω είναι εκατέρωθεν παραδεκτό αλλά αναδύεται ευθέως και από το ενώπιον μου υλικό ότι το περιεχόμενο της έκθεσης αξιολόγησης του Γενικού Διευθυντή και ο επισυνημμένος σ΄αυτή Πίνακας Αξιολόγησης και η σχετική εισήγηση του για προαγωγή του ΕΜ υιοθετήθηκε τόσο από τη Συμβουλευτική Επιτροπή στη συνεδρία της ημερομηνίας 18.4.2019 όσο και από την Ολομέλεια του ΣΑΛ η οποία ενέκρινε κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 1.7.2019 τη σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής για προαγωγή του ΕΜ.
Καθίσταται σαφές λοιπόν ότι προέχει η εξέταση του περιεχομένου της έκθεσης αξιολόγησης του Γενικού Διευθυντή, η οποία αποτέλεσε το υπόβαθρο της όλης προαγωγικής διαδικασίας.
Εν προκειμένω η επιστολή του Γενικού Διευθυντή ημερομηνίας 8.4.2019, κατονομαζόμενη ως έκθεση αξιολόγησης, περιλαμβάνει αναλυτικές καταγραφές σε σχέση με όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία κρίσης και στην οποία παρατίθενται αναλυτικά τα δεδομένα έκαστου υποψηφίου αναφορικά με τα κριτήρια της αξίας, των προσόντων και της αρχαιότητας. Αυτή δε συνοδεύεται από σχετικό «Πίνακα Αξιολόγησης Υποψηφίων για τη θέση Γραμματειακού Λειτουργού» ο οποίος δεικνύει επακριβώς τις επιμέρους διαφορές των υποψηφίων σε βαθμολογημένη άξια η οποία στηρίχθηκε στις εκθέσεις αξιολογήσεις για τα έτη 2005-2018, με εξαίρεση το έτος 2012 για το οποίο δεν υπήρξαν αξιολογήσεις, στα προσόντα και στην αρχαιότητα των υποψηφίων με αναφορά στην ημερομηνία διορισμού τους. Ως δε προκύπτει από την ίδια την επιστολή ο Γενικός Διευθυντής και αφού ανέφερε ότι και τρεις υποψήφιες πληρούν τα απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας της επίδικης θέσης και αφού, ως ρητώς καταγράφεται, έλαβε υπόψη του τα τρία κριτήρια που προβλέπονται στον Κανονισμό 20 (3) ήτοι την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα των υποψηφίων διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι το ΕΜ υπερέχει σε βαθμολογημένη αξία από τους λοιπούς υποψήφιους αφού με βάση τις ετήσιες αξιολογήσεις έχει αξιολογηθεί σε όλα τα έτη από το 2005-2018 (πλην του έτους 2012) σε όλα τα σημεία ως Εξαίρετη ενώ η αιτήτρια βαθμολογήθηκε ως εξαίρετη εκτός, ως αναφέρεται, από 14 επιμέρους αξιολογήσεις όπου κρίθηκε ως Πολύ Ικανοποιητική. Αναφορικά με τα προσόντα, τα οποία ως ρητώς σημείωσε καταγράφονται στο σχετικό Πίνακα Αξιολόγησης για έκαστη υποψήφια διαπίστωσε την υπεροχή της αιτήτριας ενώ σε σχέση με το κριτήριο της αρχαιότητας έκρινε και στη βάση της ημερομηνίας διορισμού τους στη θέση Γραμματειακού Λειτουργού Β΄ ότι οι υποψήφιες είναι σχεδόν ισοδύναμες με το ΕΜ να υπερέχει ωστόσο οριακά. Στη βάση δε συνεκτίμησης όλων των ανωτέρω ο Γενικός Διευθυντής κατέληγε με την εισήγηση για προαγωγή του ΕΜ.
Καταρχάς οφείλω να σημειώσω ότι οι διαπιστώσεις του Γενικού Διευθυντή περί υπέροχης του ΕΜ στα τρία εκ του Κανονισμού 20(3) θεσμοθετημένα κριτήρια συνάδουν με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων και των φακέλων των υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων το οποίο έχω διεξέλθει.
Αναφορικά με το κριτήριο της αρχαιότητας η οποία ανάγεται στην ημερομηνία διορισμού των υποψηφίων διαπιστώνεται ότι πράγματι το ΕΜ υπερέχει έστω και οριακά, ως κρίθηκε, έναντι της αιτήτριας αφού διορίστηκε στην προηγούμενη της επίδικης θέσης στις 30.3.1992 ενώ η αιτήτρια διορίστηκε στην ίδια θέση σχεδόν πέντε μήνες αργότερα ήτοι στις 17.8.1992. Πρόσθετα και από το περιεχόμενο των υπηρεσιακών φακέλων αλλά και από το σχετικό πίνακα αξιολόγησης που καταρτίστηκε δεικνύεται ότι το ΕΜ και πέραν των διαφόρων εκπαιδευτικών πιστοποιητικών μέσω του ΣΑΛ κατέχει επιπρόσθετα Chartered Institute of Bankers (Stage 1, ACCA -Part 1) και Higher Diploma in Business Studies από το P.A College καθώς και ακαδημαϊκό προσόν ήτοι BA in Business Administration[3]. Η δε κατοχή των προσόντων αυτών σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε από την αιτήτρια η οποία ως διαφαίνεται και από περιεχόμενο του προσωπικού της φακέλου κατέχει διάφορα εκπαιδευτικά σεμινάρια και πιστοποιητικά, ώστε η διαπίστωση του Γενικού Διευθυντή περί υπεροχής της αιτήτριας στο κριτήριο των προσόντων να είναι εύλογα επιτρεπτή. Στο σημείο αυτό απορριπτέα κρίνεται η εισήγηση της αιτήτριας ότι παραγνωρίστηκαν τα προσόντα της επειδή ως εισηγείται στο σχετικό Πίνακα Αξιολόγησης καταγράφηκε ότι κατέχει μόνο «διάφορα εκπαιδευτικά σεμινάρια μέσω ΣΑΛ» ενώ ως αναφέρει η ίδια κατέχει τίτλους GCEE σε διάφορα πεδία όπως για παράδειγμα και μεταξύ άλλων «αγγλικής γλώσσας», «ιστορίας», «μαθηματικών» και «λογιστικής» καθώς και τίτλους από το London Chamber of Commerce and Industry Examinations Board σε διάφορα και πάλι πεδία όπως για παράδειγμα και μεταξύ άλλων «Typewriting» και «business calculations» καθώς άλλα πιστοποιητικά που δεν αποκτήθηκαν δια μέσω του ΣΑΛ.
Πέραν του ότι τα εν λόγω προσόντα, τα οποία ως το ίδιο το περιεχόμενο τους δεικνύει συνιστούν πιστοποιητικά και όχι προσόντα πανεπιστημιακού επιπέδου ως αυτά που το ΕΜ κατέχει (Πανίκος Δημητριάδης και Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ.76/11, ημερομηνίας 2/3/17) περιλαμβάνονταν στον προσωπικό φάκελο της αιτήτριας, ο οποίος δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι ήταν ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, αρκεί να σημειωθεί ότι τα προσόντα αυτά, τα οποία δεν απαιτούνταν από το σχέδιο υπηρεσίας και τα οποία επαναλαμβάνω δεν ήταν ακαδημαϊκά, δεν ήσαν τέτοια που να έθεταν υποχρέωση ειδικής αναφοράς σε αυτά (Χρυσόστομος Θεοδώρου ν Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ 613) Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Μεταξά (2013) 3 Α.Α.Δ. 341 Ierides v. The Republic (1980) 3 C.L.R. 165, 179). Άλλωστε εξέταση του προσωπικού φακέλου του ΕΜ φανερώνει ότι και το ΕΜ κατέχει πληθώρα πρόσθετων πιστοποιητικών, τα οποία δεν απέκτησε μέσω του ΣΑΛ και τα οποία, ως παρατηρώ, δεν έτυχαν καταγραφής στο σχετικό Πίνακα Αξιολόγησης.
Αναφορικά δε με την αποσπασματική αναφορά της αιτήτριας ότι εντός του διοικητικού φακέλου εντοπίζεται μόνο το βιογραφικό σημείωμα και τα αντίγραφα των τίτλων του ΕΜ, οφείλει να σημειωθεί ότι προσεκτική εξέταση των υπηρεσιακών φακέλων των δυο υποψηφίων δεικνύει ότι μόνο το ΕΜ συνόδευσε την επιστολή του ημερομηνίας 26.3.2019 με την οποία εκδήλωνε ενδιαφέρον για προαγωγή στην επίδικη θέση με σχετικό βιογραφικό σημείωμα και αντίγραφα των ακαδημαϊκών και άλλων προσόντων που κατέχει. Τα εν λόγω δε έγγραφα στα οποία η αιτήτρια παραπέμπει αποτελούν ακριβώς και τα συνημμένα στη ρηθείσα επιστολή του ΕΜ. Τούτο δε σε αντίθεση με την αιτήτρια όπου δια της δικής της επιστολής ημερομηνίας 28.3.2019 (ερυθρό 52 Τεκμηρίου 2Β) δεν επισύναψε οτιδήποτε.
Επομένως αυτό που πρέπει στο παρόν στάδιο να εξεταστεί είναι ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι οι υπηρεσιακές εκθέσεις όλων των ετών που λήφθηκαν υπόψη ήτοι των ετών 2005-2018 (πλην του έτους 2012 για το οποίο δεν καταρτίστηκαν υπηρεσιακές εκθέσεις όπως και για το έτος 2013 που δεν καταρτίστηκε έκθεση αξιολόγησης για την αιτήτρια) είναι αντίθετες με τις νομοθετικές επιταγές, ώστε να προκύπτει, ως ισχυρίζεται, κακοπιστία, αμεροληψία και παράβαση της χρήστης διοίκησης. Ειδικότερα η αιτήτρια εγείρει σωρεία πλημμελειών σε σχέση με έκαστη υπηρεσιακή έκθεση ισχυριζόμενη διάφορες παραβάσεις των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Αξιολόγηση Υπάλληλων) Κανονισμών, οι οποίοι εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία για την ετοιμασία και υποβολή των υπηρεσιακών εκθέσεων υπάλληλων του ΣΑΛ. Ειδικότερα και μεταξύ άλλων εισηγείται ότι όλες οι εκθέσεις αξιολόγησης έχουν καταρτιστεί χωρίς να μετέχει τρίτο μέλος στην τριμελή επιτροπή κατά παράβαση του Κανονισμού 13, ότι όλες οι εκθέσεις πλην της έκθεσης του 2018 είναι εκπρόθεσμες κατά παράβαση του Κανονισμού 9 και του Κανονισμού 12(3), ότι παραλείπεται η υπογραφή του άμεσα προϊστάμενου και του τρίτου μέλους της τριμελούς επιτροπής κατά παράβαση του Κανονισμού 13, ότι κάποιες εκ των αξιολογήσεων και δη για τα έτη 2007-2011 δεν προσκομίσθηκαν συμφώνως με τα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό 16 και στον Κανονισμό 3(1)(γ) στην αιτήτρια, ότι δεν συμπληρώθηκαν συγκεκριμένα μέρη των αξιολογήσεων καθώς και ότι δεν εντοπίζεται σε κάποιες εξ αυτών οποιαδήποτε ημερομηνία κατά παράβαση των Κανονισμών 9 και 12(3) και 13 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Αξιολόγηση Υπάλληλων) Κανονισμών.
Ο ισχυρισμός της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς, εξέταση των νομικών σημείων της Προσφυγής δεικνύει ότι οι προεκταθείσες αυτές θέσεις της αιτήτριας ουδόλως δικογραφήθηκαν στα νομικά σημεία της Προσφυγής-πόσο δε μάλλον εξειδικεύθηκαν με την απαιτούμενη σαφήνεια, ως επιτάσσουν η πάγια νομολογία και ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου- με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτες δικαστικής εξέτασης.
Σημειώνεται ότι αν και σε κάποια εκ των νομικών σημείων της Προσφυγής (βλ. νομικά σημεία υπ’ αριθμό 7, 10 και 15) εντοπίζονται γενικές αναφορές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε υπηρεσιακές εκθέσεις που δεν διενεργήθηκαν κατά το δέοντα και νομότυπο τρόπο «ως επιτάσσει η σχετική νομοθεσία» εντούτοις τούτο σύμφωνα και με την πάγια νομολογία δεν επαρκεί και δεν συνιστά ορθή δικογράφηση αφού καμία αναφορά δεν διενεργείται στις κατ΄ ισχυρισμό συγκεκριμένες παραβάσεις, ως αυτές αναπτυχθήκαν δια της γραπτής αγόρευσης της αιτήτριας ενώ καμία αναφορά δεν υπάρχει σε σχέση με παραβιάσεις των συγκεκριμένων Κανονισμών ήτοι των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Αξιολόγηση Υπάλληλων) Κανονισμών. Επί της ουσίας ελλείπει ό,τι εν προκειμένω απαιτείται ήτοι ο επακριβής προσδιορισμός του συγκεκριμένου Κανονισμού των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Αξιολόγηση Υπάλληλων) Κανονισμών, ο οποίος, κατ’ ισχυρισμό, παραβιάστηκε ώστε να μην είναι αρκετή ούτε η γενική και αόριστη αναφορά σε παραβίαση του Κανονισμού 31 (Nestoras Hotels Ltd και Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 169/18, ημερομηνίας 20/3/24) Λεωφορεία Λευκωσίας Λίμιτεδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56) Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598) Haghilo ν. Δημοκρατίας κ.ά., Α.Ε. 156/12, ημερ. 27.2.2018), ECLI:CY:AD:2018:C91.
Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Δήμος Λευκωσίας και Κοινοπραξίας Cybarco Ltd- A. Aristotelous Constructions Ltd (Ε.Δ.Δ Αρ.19/2017, ημερομηνίας 31.10.2023) όπου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο υπόμνησε εκ νέου ότι η αιτιολόγηση των νομικών σημείων της Προσφυγής είναι απαραίτητη για την εξέταση από μέρους του Δικαστηρίου των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και επομένως οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια επηρεάζει αναπόφευκτα την ορθότητα της νομικής βάσης με αποτέλεσμα να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.
Άλλωστε και μάλλον εκ του περισσού δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι οι ισχυρισμοί περί παράτυπων υπηρεσιακών εκθέσεων κατά παράβαση των σχετικών Κανονισμών έστω για τα έτη 2014, 2015 και 2016 ουδόλως θα ωφελούσε την αιτήτρια αφού ως επιβεβαιώνεται και από τις ίδιες τις υπηρεσιακές αυτές εκθέσεις η αιτήτρια είχε αξιολογηθεί -και μόνο για αυτές τις εκθέσεις από όλες όσες λήφθηκαν υπόψη- με την υψηλότερη βαθμολογία ήτοι ως Εξαίρετη ώστε τυχόν ακύρωση αυτών για τους λόγους που προτείνει η αιτήτρια, να καθίστατο εν τέλει μη επωφελές για την αιτήτρια (Παπαθωμάς v Δημοκρατίας (1989) 3 Β Α.Α.Δ 362 ).
Ούτε και όμως έχει δικογραφηθεί στα νομικά σημεία της Προσφυγής, ώστε να δύναται να απασχολήσει το Δικαστήριο ο ισχυρισμός που προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της αιτήτριας ότι ο Γενικός Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη του ότι η αιτήτρια είχε υποβάλει ένσταση για την αξιολόγηση του 2018 επί της οποίας δεν υπήρξε απάντηση.
Εν πάση περιπτώσει όμως και αν ακόμη εξεταζόταν ο ισχυρισμός της αιτήτριας, αυτός δεν θα μπορούσε να είχε επιτυχή κατάληξη.
Κατά τα προβλεπόμενα στους περί Υπηρεσίας Κανονισμοί του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας οι υπηρεσιακές εκθέσεις καταρτίζονται με βάση τις ισχύουσες διατάξεις στη Δημόσια Υπηρεσία. Σύμφωνα δε με τους περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Αξιολόγηση Υπάλληλων) Κανονισμοί που ισχύουν στη δημόσια υπηρεσία μετά την κοινοποίηση της έκθεσης ο υπάλληλος έχει τη δυνατότητα να υποβάλει ένσταση καταγράφοντας τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί προσκομίζοντας και σχετικά έγγραφα. Είναι δε παραδεκτό ότι η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση μόνο σε σχέση με την αξιολόγηση του 2018. Μάλιστα ως παρατηρώ κάποια από τα ζητήματα που προωθεί στη γραπτή της αγόρευση αναφορικά με την υπηρεσιακή έκθεση του 2018 ήτοι ότι δεν προηγήθηκε ακρόαση κατά παράβαση του Κανονισμού 15(1) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Αξιολόγηση Υπάλληλων) Κανονισμών, ότι δεν φέρει υπογραφή του άμεσα προϊστάμενου της αιτήτριας, ότι δεν εμφαίνεται κατά πόσο η απόφαση λήφθηκε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία και ότι δεν μετέχει 3ο μέλος κατά παράβαση του Κανονισμού 13 και πέραν του ότι ουδόλως δικογραφήθηκαν, δεν περιλήφθηκαν ούτε και τέθηκαν στην υποβληθείσα ένσταση της, ώστε κατά πάγια νομολογία να μην μπορούν να προβληθούν το πρώτον στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 ΑΑΔ 342) Δημοκρατίας ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ΕΔΔ 3/2020, ημερομηνίας 28.1.2022) Αδάμος Νικηφόρου v Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 9/2018, ημερομηνίας 17/11/23).
Περαιτέρω αν και πράγματι δεν εντοπίζεται στον προσωπικό φάκελο της αιτήτριας απάντηση στην εν λόγω ένσταση ούτως ή άλλως ακόμη και αν διαγιγνώσκετο ακυρότητα για το λόγο αυτό, επί της ουσίας και με δεδομένο ότι η αιτήτρια -και στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω- δεν κατόρθωσε να κλονίσει την νομιμότητα όλων των υπολοίπων αξιολογήσεων, τα δεδομένα δεν θα μπορούσαν να μεταβληθούν και η αιτήτρια δεν θα ωφελείτο με οποιοδήποτε τρόπο. Ως δε προκύπτει από το φάκελο των υπηρεσιακών εκθέσεων της αιτήτριας και του ΕΜ, η αιτήτρια κατά το έτος 2005 αξιολογήθηκε με 5 Εξαίρετα (Ε) και 2 Πολύ Ικανοποιητικά (ΠΙ), για το 2006 με 6 Ε και 1 ΠΙ, το 2007 με 4 Ε και 3 ΠΙ, το 2008 με 5 Ε και 2ΠΙ, το 2009 με 5 Ε και 2 ΠΙ, το 2010 με 6 Ε και 1 ΠΙ, το 2011 με 6 Ε και 1ΠΙ, το 2014 με 7 Ε, το 2015 με 7 Ε, το 2016 με 7 Ε, το 2017 με 6 Ε και 1 ΠΙ και το 2018 με 6 Ε και 1 ΠΙ. Σημειώνεται ότι το ΕΜ για όλα αυτά τα χρόνια βαθμολογείτο ανεξαιρέτως και σε όλα τα σημεία ως Εξαίρετη, κάτι που διαπιστώθηκε και από το Γενικό Διευθυντή.
Με δεδομένο δε ότι για σκοπούς σύγκρισης αιτήτριας και ΕΜ στο κριτήριο της αξίας λήφθηκαν υπόψη τα έτη 2005-2018 (πλην του έτους 2012) τα οποία η αιτήτρια ουδόλως αμφισβήτησε ότι ορθά συνεκτιμήθηκαν, διαφαίνεται ότι ακόμη και εάν δεν λαμβανόταν υπόψη η υπηρεσιακή έκθεση του 2018 και πάλι το ΕΜ θα υπερείχε σημαντικά σε βαθμολογημένη αξία. Προσεκτική εξέταση όλων των υπηρεσιακών εκθέσεων κατά τα πιο πάνω έτη επιβεβαιώνει αυτό που ο Γενικός Διευθυντής κατέγραψε στην έκθεση του, αποτέλεσμα το οποίο αποτυπώνεται με ευκρίνεια στο σχετικό Πίνακα Αξιολόγησης που συνοδεύει την έκθεση του ήτοι ότι το ΕΜ βαθμολογήθηκε διαχρονικά και για όλα τα έτη, πλην του έτους 2012, με εξαίρετα (7Ε). Η δε αιτήτρια ως καταγράφει ο Γενικός Διευθυντής βαθμολογήθηκε πέραν από εξαίρετα και με 14 συνολικά Πολύ Ικανοποιητικά, ώστε και αν ακόμα η υπηρεσιακή έκθεση του 2018 (6 Ε και 1ΠΙ) κρινόταν άκυρη ή εσφαλμένη, θα παρέμεινε και πάλι ως γεγονός ότι το ΕΜ θα υπερτερούσε κατά 13 Εξαίρετα από την αιτήτρια. Με άλλα λόγια η έκθεση του 2018 δεν θα μπορούσε να μεταβάλλει την εικόνα που διαμορφώθηκε επί σειρά ετών ώστε ο ισχυρισμός να απέληγε αλυσιτελής. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, όχι μόνο η προσφυγή, αλλά και κάθε εγειρόμενος λόγος ακύρωσης θα πρέπει να προβάλλεται μετ’ εννόμου συμφέροντος για να είναι αποδεκτός (βλ. Περσεφόνη Κρασίδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 174/2011, ημερ. 2.6.2017, Ηλία κ.α. v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 884, Δημοκρατία v. China Wanbao Engineering Corporation (2000) 3 A.A.Δ. 406).
Συνεπακόλουθα ούτε το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη από το Γενικό Διευθυντή η έκθεση του 2018 ενώ επί αυτής εκκρεμούσε απάντηση επί της υποβληθείσας ένστασης της αιτήτριας θα μπορούσε να επηρεάσει και να επιφέρει ακυρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι κατά πάγια νομολογία η πλάνη για να είναι καταλυτικής σημασίας θα πρέπει να είναι ουσιώδης άλλως πως, αποτελεί παράλειψη, η οποία δεν επιδρά στην κρίση του οργάνου, ούτε επιφέρει ακυρότητα, αλλά ούτε και θα άλλαζε τη θέση του αιτητή (Σουρουλλά κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, Α.Ε. 74/2013 ημερ. 10/10/2019). Ως δε περαιτέρω υποδείχθηκε στη Σεκκίδης ν Της Δημοκρατίας (1988) 3 Α.Α.Δ. 2136) η παράβαση τύπου για να αποτελεί λόγο ακύρωσης μιας διοικητικής πράξης πρέπει να αποδειχθεί ότι ουσιωδώς επηρέασε την επίδικη απόφαση ή ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι τέτοια παρατυπία μπορεί να επηρέασε ουσιωδώς την επίδικη απόφαση.
Δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό στην εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, το οποίο να δύναται να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προαγωγής του ΕΜ. Η δε καταγραφή της άποψης του επήλθε μετά από αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων στα κριτήρια που καθιερώνει ο Κανονισμός 20 (3), τα οποία απαρίθμησε και ως ρητώς κατέγραψε έλαβε υπόψη, ώστε να μην βρίσκει έρεισμα ούτε η εισήγηση της αιτήτριας ότι ο Γενικός Διευθυντής δεν προέβη σε «συγκριτική διαλογική διεργασία» με αναφορά στα τρία κριτήρια. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι το ΕΜ υπερείχε έναντι της αιτήτριας τόσο σε αρχαιότητα (έστω και οριακά ως διαγνώσθηκε) όσο και στο κριτήριο των προσόντων αφού και πέραν των λοιπών πιστοποιητικών, διαθέτει και προσόν πανεπιστημιακού επιπέδου καθώς και με δεδομένο ότι για τα έτη που λήφθηκαν υπόψη το ΕΜ υπερέχει και σε βαθμολογημένη αξία (με την αιτήτρια ουδέν λόγο ακυρότητας να κατόρθωσε να αποδείξει ως προς τούτο) δεν διαβλέπω, πώς μια τέτοια σύσταση, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων δύναται να κριθεί ως εκφεύγουσα των επιτρεπτών ορίων εξουσίας του Γενικού Διευθυντή (Χατζηχάννα v Δημοκρατία (Ε.Δ.Δ αρ.80/20,ημερ.15/9/25).
Παρεμβάλλεται δε ότι η θέση που εγείρεται για πρώτη φορά στην απαντητική αγόρευση της αιτήτριας ότι η έκθεση αξιολόγησης όφειλε να διενεργηθεί από τον άμεσα προϊστάμενο της αιτήτριας και πέραν του ότι δεν δικογραφείται παραβλέπει ότι συμφώνως με τα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό 20(4) των Κανονισμών η σύσταση για σκοπούς προαγωγής δεν προέρχεται από τον άμεσα προϊστάμενο έκαστου υποψηφίου αλλά από τον προϊστάμενο του Τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση. Επί τούτου ουδέν εισηγήθηκε η πλευρά της αιτήτριας, η οποία έφερε και το βάρος απόδειξης, ώστε να κλονίσει το τεκμήριο νομιμότητας και να καταδείξει ότι η σύσταση δεν προήλθε από το αρμόδιο πρόσωπο.
Καθόλα δε νόμιμη κρίνεται και η απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής του ΣΑΛ να εισηγηθεί την προαγωγή του ΕΜ, η οποία υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου του ΣΑΛ. Η δε θέση της αιτήτριας ότι η απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ως αυτή καταγράφεται στο πρακτικό συνεδρίας της ημερομηνίας 18.4.2019 είναι αναιτιολόγητη και λήφθηκε κατά δέσμια αρμοδιότητα χωρίς έρευνα και χωρίς καμία αναφορά στα κριτήρια του Κανονισμού 20(3) των Κανονισμών ήτοι στην αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως προκύπτει από το ίδιο το πρακτικό η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφάσισε όπως λάβει δεόντως τα αποτελέσματα της έκθεσης αξιολόγησης του Γενικού Διευθυντή, η οποία ως ρητώς κατέγραψε, στηρίζεται στα κριτήρια που προβλέπει ο Κανονισμός 20(3) και η οποία ως διαπιστώθηκε και ανωτέρω ήταν συμβατή με τα στοιχεία των φακέλων. Ως δε περαιτέρω η Συμβουλευτική Επιτροπή κατέγραψε τόσο η έκθεση αξιολόγησης όσο και ο Πίνακας αξιολόγησης- από τα οποία, ως και ο Γενικός Διευθυντής σημείωσε ενώπιον της Επιτροπής, προέκυπτε η υπεροχή του ΕΜ και στα τρία κριτήρια- αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος των πρακτικών της εν λόγω συνεδρίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Το δε γεγονός ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή του ΣΑΛ, η οποία απαρτίζεται από μέλη του Συμβουλίου και κατ’ επέκταση και η Ολομέλεια του ΣΑΛ, υιοθέτησε τη σύσταση του Διευθυντή ουδόλως συνιστά ως ορθά το καθ΄ου η αίτηση υποδεικνύει απεμπόληση της διακριτικής της ευχέρειας ή επηρεάζει τη νομιμότητα της απόφασης (Μιχάλης Φραντζής v Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2017) 3 Α.Α.Δ1). Με την υιοθέτηση δε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και κατ΄ επέκταση και από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της έκθεσης του Γενικού Διευθυντή σαφώς υιοθετήθηκε και η αιτιολογία της ώστε οι αιτιάσεις περί αναιτιολόγητου της απόφασης της Συμβουλευτικής Επιτροπής να μην βρίσκουν έρεισμα.
Στην υπόθεση Χατζηχάννας v Δημοκρατίας(2003) 3 Α.Α.Δ 312) λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
«Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρξε τίποτε το επιλήψιμο για την υιοθέτηση της έκθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Ισχυρίζεται ότι η ΕΔΥ έπρεπε, ανεξάρτητα από την έρευνα της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η ίδια να προβεί σε δική της έρευνα για να διαπιστώσει αν ο εφεσείων κατείχε τα ακαδημαϊκά προσόντα που απαιτούνται από την παράγραφο 3(1)(α) του Σχεδίου Υπηρεσίας, ούτως ώστε να παρέχεται ευχέρεια δικαστικού ελέγχου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα αναφέροντας τα εξής:-
«Όσον αφορά στον ισχυρισμό ότι η έρευνα έγινε μόνο από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και ότι η ΕΔΥ απλώς υιοθέτησε την έκθεση της εν λόγω Επιτροπής χωρίς αιτιολογία, κρίνω πως δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο στην προσέγγιση της ΕΔΥ ή γενικά στη διαδικασία. Βλ. Καψός ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1894, ημερ. 12.12.97 στην οποία το Δικαστήριο σημείωσε ότι η ΕΔΥ μπορεί να στηρίξει την απόφασή της στις διαπιστώσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Παρενθετικά σημειώνω ότι στην Καψός ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) οι υποψήφιοι δεν είχαν υποβληθεί σε προφορική εξέταση από την ΕΔΥ και η τελευταία υιοθέτησε τις εντυπώσεις από συνέντευξη της Συμβουλευτικής Επιτροπής.»
Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία ταυτίζεται με τη νομολογία. Προσθέτουμε ότι το αποφασίζον διοικητικό όργανο, και εδώ η ΕΔΥ, δεν έχει υποχρέωση να διεξαγάγει νέα έρευνα εάν θεωρεί, όπως στην παρούσα περίπτωση, ότι η έρευνα της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήταν η δέουσα και η κατάληξη της ήταν εύλογη, νομότυπη και αιτιολογημένη. Με την υιοθέτηση από την ΕΔΥ της έκθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής υπονοείται ότι υιοθετήθηκε και η αιτιολογία της και έτσι παρέχεται η ευχέρεια δικαστικού ελέγχου, θέμα που εξετάστηκε ήδη στον πρώτο λόγο έφεσης».
Ούτε όμως και η θέση της αιτήτριας ότι ενώ στο πρακτικό ημερομηνίας 18.4.2019 καταγράφεται ότι τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής αντάλλαξαν απόψεις εντούτοις δεν καταγράφονται οι απόψεις των μελών μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αφού κατά πάγια νομολογία δεν υφίστατο τέτοια υποχρέωση για καταγραφή της διεργασίας των μελών. Άλλωστε δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 24 του Ν.158(Ι)/99 ουδόλως απαιτεί την καταγραφή της προηγηθείσας διαβούλευσης των μελών. Εν πάση περιπτώσει ως ήδη υπομνήσθηκε η απόφαση των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής η οποία επικυρώθηκε και από την Ολομέλεια του ΣΑΛ τόσο για τη μη διεξαγωγή προφορικής συνέντευξης, στα πλαίσια της ευχέρειας που αποδίδεται στο Συμβούλιο από τον Κανονισμό 20(4), όσο και η απόφαση για να προσφέρει προαγωγή στο ΕΜ ήτο ομόφωνη.
Εν προκειμένω αυτό που εντοπίζεται είναι ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή και κατ΄ επέκταση και η Ολομέλεια του Συμβουλίου ενήργησε εντός των εύλογων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και εντός των θεσμοθετημένων κριτήριων προαγωγής. Ως δε προσφάτως επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στη Χατζηκύρου v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.43Α/20, ημερομηνίας 23/1/25):«Αποτελεί βασική αρχή ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και δεν υποκαθιστά την κρίση του αρμοδίου οργάνου με την δική του. Εκείνο που ελέγχει είναι τη νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξης.[..]Το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο σε περίπτωση που καταδειχθεί ότι ο αιτητής υπερέχει έκδηλα του ενδιαφερομένου μέρους. Μόνο τότε συνάγεται ότι το διορίζον όργανο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας (βλ. Hjioannou v. Republic (1983) 3 C.L.R. 1041, 1045).»
Εν προκειμένω, η αιτήτρια δεν απέδειξε αλλά ούτε και ισχυρίστηκε έκδηλη υπεροχή έναντι του ΕΜ για να επιτύχει στην προσφυγή της.
Τέλος απορριπτέα κρίνεται και η αναφορά της αιτήτριας ότι παραβιάστηκε το άρθρο 5 του Ν.158 (Ι)/99 επειδή ως ισχυρίζεται στην επιστολή ημερομηνίας 10.9.2019 που της αποστάλθηκε δεν αναφέρεται η διαθέσιμη θεραπεία, η φύση της θεραπείας και η προθεσμία προσβολής της απόφασης. Καθίσταται δε εμφανές ότι ισχυρισμός δεν έχει δικογραφηθεί και επομένως είναι ανεπίδεκτος εξέτασης. Και να εξεταζόταν όμως σαφώς και δεν θα είχε επιτυχή κατάληξη αφού και με δεδομένο ότι η αιτήτρια καταχώρησε εμπρόθεσμα Προσφυγή κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδέν δυσμενή επηρεασμό υπέστη στα δικαιώματα της.
Στη βάση των ανωτέρω και για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η Προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα €1.600, πλέον Φ.Π.Α, εάν υπάρχει, εναντίον της αιτήτριας και υπέρ του καθ’ ου η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
[1] ή αντιστοίχως «όλα τα Μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής»
[2] «9.Τηρούνται επακριβή πρακτικά εκάστης των συνεδριών του Συµβουλίου, άτινα και καταχωρούνται εις επί τούτω τηρούµενον βιβλίον. Ο Πρόεδρος υπογράφει ταύτα, άµα δε τη υπογραφή των γίνονται δεκτά ως αποδεικτικά στοιχεία, εις πάσαν δικαστικήν διαδικασίαν, µηδόλως χρήζοντα περαιτέρω αποδείξεως.»
[3] το συγκεκριμένο προσόν αναγνωρίστηκε από το ΚΥΣΑΤΣ ως τίτλος ισότιμος προς πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο