ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 1404/2021 και 1480/2021
1 Ιουλίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
Υπ. Αρ. 1404/2021
Αναφορικά με τα Άρθρα 146, 12, 23(5), 28 και 29 του Συντάγματος
Κώστα Τούμπα
Αιτητή
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Αρχηγού Αστυνομίας
Καθ’ ου η Αίτηση
---
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Υπ. Αρ. 1480/2021
Ανδρέα Ευσταθίου
Αιτητή
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Αρχηγού Αστυνομίας
Καθ’ ου η Αίτηση
.........
Διομήδης Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. με Μαρία Αντωνίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. κι αμφότεροι για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για Αιτητή στην Προσφυγή Αριθ. 1404/2021
Λία Κ. Δήμου, Δικηγόρος Αιτητή στην Προσφυγή Αρ. 1408/2021
Δένα Μαρία Εργατούδη, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση, για Καθ' ων η αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Εναντίον των Αιτητών (και ενός άλλου, όχι αιτητή στις παρούσες) διερευνήθηκε η ποινική υπόθεση Κακουργιοδικείου Λευκωσίας με Αρ. 17179/06 και η πειθαρχική υπόθεση με στοιχεία Αρ. 6/2006 και στις 02.06.2006 τέθηκαν σε διαθεσιμότητα λόγω των υποθέσεων αυτών.
Η πειθαρχική υπόθεση, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, παρέμεινε σε εκκρεμότητα, ενώ σε σχέση με τη ποινική υπόθεση, το Κακουργιοδικείο στις 19.03.2009 εξέδωσε αθωωτική απόφαση, εναντίον της οποίας ασκήθηκε Έφεση από τη Δημοκρατία, η οποία εκδικάστηκε και στις 29.03.2010 εκδόθηκε απόφαση για επανεκδίκαση της ποινικής υπόθεσης από το Κακουργιοδικείο.
Στις 18.02.2011 το Κακουργιοδικείο τους βρήκε ένοχους και τους καταδίκασε σε 12 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Στη συνέχεια εκδικάστηκε και η εκκρεμής πειθαρχική υπόθεση. Οι αρχικές κατηγορίες που οι Αιτητές αντιμετώπιζαν ανεστάλησαν και προστέθηκε η κατηγορία της καταδίκης σε ποινικό αδίκημα, την οποία και παραδέχτηκαν και στις 06.04.2011 καταδικάστηκαν σε οκτώ ημερομίσθια πρόστιμο. Θεωρώντας την ποινή ανεπαρκή, ο Βοηθός Αρχηγός (Δ) στις 19.04.2011 άσκησε έφεση κατά της πειθαρχικής απόφασης.
Κατά της πιο πάνω απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων οι Αιτητές άσκησαν τις Συν. Προσφυγές με Αρ. 1226/12 κ.α και, κατόπιν ενδιάμεσων αποφάσεων (αναστολής εκτέλεσης) και εφέσεων επ’ αυτών, είχαν επιτυχή έκβαση στις 11.03.2014. Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε από την Δημοκρατία η Αναθεωρητική Έφεση με αρ.47/14, η οποία απορρίφθηκε με συγκεκριμένο σκεπτικό από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου στις 25.02.2021. Θα αναφερθώ πιο κάτω στην απόφαση αυτή.
Ακολούθως, κατ’ επίκλησιν του Κανονισμού 31 (ζ), των περί Αστυνομίας Πειθαρχικών Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 53/1989) (εφεξής οι «Κανονισμοί»), ο Αρχηγός Αστυνομίας εξέδωσε τις εδώ προσβαλλόμενες αποφάσεις, με τις οποίες αποφασίστηκε η επιστροφή στους Αιτητές χρηματικού ποσού που ισοδυναμούσε με το 75% των ποσών που οι Καθ΄ων η αίτηση είχαν κατακρατήσει κατά την περίοδο της διαθεσιμότητας τους (02.06.2006 - 03.08.2012). Ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1404/2021 ενημερώθηκε για την απόφαση που τον αφορά με επιστολή ημερ. 10.09.2021 ενώ ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1480/2021 με επιστολή ημερ. 20.09.2021. Σημειώνεται ότι, πριν την επιστολή ημερ. 20.09.2021 διά της δικηγόρου του ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1480/2021 ζήτησε, μεταξύ άλλων, επιστροφή του ½ των μισθών που του αποκόπηκαν κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του, ενώ ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1404/2021 με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 21.09.2021 ζήτησε αιτιολόγηση της απόφασης που του κοινοποιήθηκε, στην οποία όμως οι Καθ΄ων η αίτηση δεν απάντησαν.
Με τις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες προσφυγές, οι Αιτητές ζητούν ακύρωση της εν λόγω απόφασης όπως τους επιστραφεί χρηματικό ποσό που ισοδυναμούσε με το 75% των ποσών που οι Καθ΄ων η αίτηση είχαν κατακρατήσει κατά την περίοδο της διαθεσιμότητας τους (02.06.2006 - 03.08.2012).
Με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1404/2021 με τους πρώτους δύο λόγους ακύρωσης θέτει ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν πλημμελούς άσκησης διακριτικής ευχέρειας λόγω λήψης υπόψη ενός εξωγενούς παράγοντος και παράβασης των αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Εγείρεται εν προκειμένω ότι κατά παράβαση του Κανονισμού 31 (ζ) των Κανονισμών ο Αρχηγός Αστυνομίας θεώρησε ότι οι Αιτητές απαλλάχθηκαν και όχι ότι αθωώθηκαν διότι κατά τον χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε κατηγορία για πειθαρχικό αδίκημα ενώ με την απόφαση στην ΑΕ αρ.47/14 η έφεση εναντίον της ακύρωσης της πειθαρχικής καταδίκης είχε απορριφθεί. Η προσβαλλόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο παρερμηνεύει και παραβιάζει τη νομολογία [Πρ. Αρ. 702/2014 ημερ. 28.02.2017 Εντ Σεραφείμ, ΔΔΔ ως ήταν τότε και Tzavellas a.o v. Republic (1975) 3 CLR 490] δεδομένου ότι ο Αιτητής ουδέποτε καταδικάσθηκε σε οποιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα, ενώ περαιτέρω τίθεται ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να ακουσθεί επί των πειθαρχικών κατηγοριών που είχαν ανασταλεί.
Ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1480/2021 με τον πρώτο λόγο ακύρωσης εγείρει επίσης παράβαση δικαιώματος ακρόασης πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης ως προς την μη απόδοση του 25% των μισθών που απεκόπησαν ενώ με τον δεύτερο και τρίτο λόγο ακύρωσης, με παραπομπή στην απόφαση Πρ. Αρ. 1624/2011 Ιωάννης Πλακίτης ν. Δημοκρατίας μέσω Συμβουλίου Εφέσεων ημερ. 06.08.2014, ισχυρίζεται πλάνη και εσφαλμένη ερμηνεία του Κανονισμού 31(ζ) των Κανονισμών καθότι δεν μπορεί να αναβιώσει η ποινή των 8 ημερομισθίων, η οποία δεν επικυρώθηκε από το Συμβούλιο Εφέσεων και άρα έπαψε να είναι έγκυρη απόφαση, η δε ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων ισοδυναμεί με απαλλαγή του Αιτητή από τις κατηγορίες. Θεωρεί ότι με την απαλλαγή του έπρεπε κατά δέσμια αρμοδιότητα να του επιστραφούν το σύνολο των μισθών του, και περαιτέρω ότι το πειθαρχικό αδίκημα και η πειθαρχική καταδίκη του Αιτητη έγινε το 2011, πέντε (5) έτη μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα που είχε γίνει για αδικήματα, στα οποία απαλλάχθηκε.
Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης εγείρεται από τον Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021 ότι υπό πλάνη ο Αρχηγός Αστυνομίας εξέδωσε την προσβαλλόμενη, αφού προηγουμένως έλαβε υπόψη ότι ο Βοηθός Αρχηγός δε θα προχωρούσε σε επανεξέταση (άσκηση νέας έφεσης κατά την καταδίκης σε στέρηση 8 ημερομισθίων) κατόπιν της ΑΕ αρ.47/14. Αυτό διότι, κατά τον Αιτητή, δεν υπήρχε δυνατότητα επανεξέτασης εφόσον η ΑΕ αρ. 47/14 επικύρωσε την πρωτόδικη λόγω της καθυστέρησης και παραβίασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος άρα η όποια επανεξέταση θα καθυστερούσε ακόμα περισσότερο, κάτι το οποίο θα ήταν ανεπίτρεπτο.
Με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1404/2021 εγείρει ότι η προσβαλλόμενη είναι προϊόν παραβίασης των αρχών χρηστής διοίκησης και καλής πίστης. Τίθεται ότι στα πλαίσια των Συν. Προσφυγών Αρ. 1226/12 κ.α και της ΑΕ. Αρ. 47/14 ο Αιτητής είχε εγείρει πλημμέλειες του πειθαρχικού κατηγορητηρίου, οι οποίες δεν εξετάστηκαν και τις οποίες επανέφερε με αντέφεση και επίσης δεν εξετάστηκαν από το ΑΔ. Παρ’ όλα αυτά ο Αρχηγός Αστυνομίας θεώρησε ότι μετά την απόρριψη της ΑΕ Αρ. 47/14 αναβίωσε η ποινή των 8 ημερομισθίων. Αυτή η συμπεριφορά, θεωρεί ο Αιτητής, ότι παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοίκησης διότι αγνόησε το γεγονός της αμφισβήτησης της εν λόγω ποινής από τον Αιτητή και της μη εξέτασής του από το Δικαστήριο. Επίσης η μη απάντηση των Καθ΄ων η αίτηση στην επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 21.09.2021 παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης διότι παραβίασε το δικαίωμά του να παρουσιάσει την υπόθεσή του με τον πλέον κατάλληλο τρόπο και χωρίς καθυστέρηση ενώ η εμφάνιση του κειμένου της προσβαλλόμενης μετά την άσκηση της προσφυγής δημιουργεί υποψίες κατά πόσο το κείμενο της ετοιμάσθηκε κατόπιν της άσκησής της αποτελώντας ανεπίτρεπτη μεταγενέστερη αιτιολογία.
Από τη μεριά του, με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1480/2021 ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη είναι δυσανάλογη εφόσον ακόμα κι αν το Δικαστήριο κάνει δεκτό ότι αναβίωσε η ποινή της αποκοπής 8 ημερομισθίων που ήταν περί τα 380 ευρώ, η προσβαλλόμενη οδηγεί σε κατακράτηση ποσού περί τα 12.571 ευρώ που είναι απόφαση εξοντωτική για τον Αιτητή που παραβιάζει τη νομολογία (παραπέμπει στην Πρ. Αρ. 702/2014 Κωστάκης Γεωργίου ημ. 28.02.2017, η οποία με τη σειρά της παραπέμπει στην Πρ. Αρ. 546/2011 Παμπόρης ν. Δημοκρατίας ημερ. 08.11.2012).
Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης εγείρεται από τον Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021 ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει το Άρθρο 146(5) του Συντάγματος και του Άρθρου 57 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 [Ν. 158(Ι)/1999] στη βάση της θέσης ότι με την ΑΕ Αρ. 47/14 η πειθαρχική ποινή του Αιτητή εξαφανίσθηκε και η διοίκηση δε συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της να επαναφέρει τα πράγματα ως ήταν πριν ην έκδοση της.
Με τον δικό του πέμπτο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1480/2021 θέτει παράβαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της απόφασης στην ΑΕ 47/14.
Με τον έκτο και τελευταίο λόγο ακύρωσης στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021, με παραπομπή στους ισχυρισμούς του τρίτου και τέταρτου λόγου ακύρωσης (απαλλαγή και όχι αθώωση, εσφαλμένη αναβίωση ποινής των 8 ημερομισθίων κτλ) ο Αιτητής θέτει ότι η προσβαλλόμενη είναι πλημμελώς αιτιολογημένη.
Ως αναιτιολόγητη βάλλει την προσβαλλόμενη και ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1480/2021 με τον όγδοο λόγο ακύρωσης ενώ με τον έκτο και έβδομο λόγο ακύρωσης θέτει ότι δεν εφαρμόστηκαν τα κριτήρια που έχει καθορίσει η νομολογία [Αρχηγός Αστυνομίας κ.α ν. Τσαγγαρίδης (2001) 3 ΑΑΔ 35 και Γεωργίου (ανωτέρω)] για άσκηση της αρμοδιότητας του Αρχηγού Αστυνομίας αλλά και ότι η προσβαλλόμενη είναι άκυρη λόγω έλλειψης δέουσας και επαρκούς έρευνας. Υποβάλλεται ότι δεν απασχόλησε τον Αρχηγό Αστυνομίας η αναγκαιότητα του συνολικού χρόνου διαθεσιμότητας, θέτοντας το ερώτημα για ποιο λόγο υπήρχε αναγκαιότητα διαθεσιμότητας για την περίοδο από 19.03.2009 έως 29.03.2010 εφόσον υπήρχε αθωωτική απόφαση από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας αλλά και από που προκύπτει η αναγκαιότητα διαθεσιμότητας από το 2006 εφόσον τελικά καταδικάστηκε για αδίκημα που διαπράχθηκε στις 18.02.2011. Επίσης δε λήφθηκε υπόψη ότι ο Αιτητής εσφαλμένα παρέμεινε εκτός υπηρεσίας από τον Αύγουστο 2012 έως τον Απρίλιο 2014 με πλήρη αποκοπή των μισθών του αλλά ούτε η συμπεριφορά του Αιτητή ο οποίος κατά την επανεκδίκαση της ποινικής υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου με την απόσυρση των αρχικών κατηγορών και προσθήκη νέων προχώρησε σε άμεση παραδοχή όπως έπραξε και ενώπιον της πειθαρχικής επιτροπής όπου άμεσα παραδέχθηκε την πειθαρχική κατηγορία καταδίκη από ποινικό δικαστήριο. Παραπέμπει συναφώς στην Πρ. Αρ. 1147/2011 Άριστος Στυλιανού ν. Δημοκρατίας ημερ. 02.04.2013.
Με τον ένατο και τελευταίο λόγο ακύρωσης ο Αιτητής στη Πρ. Αρ. 1480/2021, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει την αρχή χρηστής διοίκησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθότι είχε πληροφορηθεί από τους Καθ΄ων η αίτηση (Παράρτημα Β σε αίτηση ακυρώσεως) ότι εναντίον του δεν εκκρεμεί πειθαρχική διαδικασία ή απόφαση και άρα κωλύονται να προχωρήσουν σε επανάνοιγμα οποιασδήποτε πειθαρχικής διαδικασίας.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, διά της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, υποστηρίζει πλήρως τη νομιμότητα και το αιτιολογημένο των προσβαλλόμενων.
Εξέτασα τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και καταλήγω στα ακόλουθα:
Βασικός ως προς τα επίδικα ζητήματα είναι ο Κανονισμός 31(ζ) των Κανονισμών ο οποίος προβλέπει:
«σε περίπτωση που μέλος το οποίο είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα αναλαμβάνει εκ νέου τα καθήκοντα του, θα λάβει, από την ημερομηνία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα, το μισθό και τα επιδόματα τα οποία θα εδικαιούτο σύμφωνα με τους περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς του 1989 ή οποιουσδήποτε Κανονισμούς που τους τροποποιούν ή τους αντικαθιστούν, αν
(ι) αποφασίστηκε το μέλος αυτό να μην κατηγορηθεί για πειθαρχικό αδίκημα, ή
(ιι) όλες οι εναντίον του κατηγορίες έχουν απορριφθεί:
Νοείται ότι αν βρέθηκε ένοχο και η ποινή που του επιβλήθηκε είναι άλλη από απόλυση, εξαναγκασμό σε παραίτηση ή υποβιβασμό κατά βαθμό ή τάξη, μπορεί να επιστραφεί στο μέλος τόσο ποσό από τις απολαβές και τα επιδόματα που του κατακρατήθηκαν, όσο ο Αρχηγός ήθελε αποφασίσει»
Οι υπό 1-3 λόγοι ακύρωσης στις προσφυγές αμφότερων Αιτητών και ο υπό 5 στην αγόρευση Αιτητή στη Πρ. Αρ. 1404/2021 εξετάζονται ενιαία:
Θα ξεκινήσω λοιπόν καταγράφοντας τη διαφωνία μου με τη θέση των Αιτητών ότι δεν έχουν καταδικασθεί σε πειθαρχικό αδίκημα και τις συναφείς υποβολές τους περί πλημμελειών των προσβαλλομένων περί τούτου.
Είναι σαφές ότι οι αρχικές κατηγορίες που οι Αιτητές αντιμετώπιζαν ανεστάλησαν προστέθηκε όμως η κατηγορία της καταδίκης σε ποινικό αδίκημα, την οποία και παραδέχτηκαν και στις 06.04.2011 καταδικάστηκαν πράγματι από την Πειθαρχική Επιτροπή σε οκτώ ημερομίσθια πρόστιμο. Η κατηγορία άρα αυτή οδήγησε σε καταδίκη τους και εναντίον της οι Αιτητές δεν άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο (ή διοικητικό πχ έφεση) μέσο όμως το έπραξε ο Βοηθός Αρχηγός ασκώντας έφεση δυνάμει του Κανονισμού 28(2) των Κανονισμών με αποτέλεσμα την έκδοση πλειοψηφικής απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων, με την οποία η ποινή των 8 ημερομισθίων ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε με την ποινή του εξαναγκασμού σε παραίτηση.
Τώρα, εξεταστέο είναι ποια ήταν η έννομη συνέπεια της ακυρωτικής απόφασης επί των Συν. Προσφυγές με Αρ. 1226/12 κ.α αλλά και της ΑΕ αρ.47/14. H πλευρά των Αιτητών ισχυρίζεται ότι με την ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων και, ακολούθως, με την απόρριψη της ΑΕ αρ.47/14 που άσκησε η Δημοκρατία δεν αναβίωσε η ποινή των 8 ημερομισθίων αλλά ακυρώθηκε η πειθαρχική καταδίκη των Αιτητών. Αντίθετη η θέση των Καθ΄ων η αίτηση.
Θεωρώ, σε συμφωνία με την πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση ότι τόσο στην απόφαση επί των Συν. Προσφ. Αρ. 1226/12 κ.α όσο και στην ΑΕ αρ.47/14 επίδικη ήταν, με αποτέλεσμα την ακύρωση της (και επικύρωση κατ΄ έφεση της ακύρωσης αυτής), η απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων και όχι η καταδικαστική απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής για επιβολή χρηματικής ποινής οκτώ ημερομισθίων. Η εν λόγω καταδικαστική απόφαση δεν αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές και, περιβάλλεται με τεκμήριο νομιμότητας τόσο τώρα όσο και κατά τον χρόνο έκδοσης των εδώ προσβαλλομένων. Μάλιστα η εν λόγω ποινή ακολούθως εκτελέστηκε κάτι που ο Αιτητής πληροφορήθηκε (ως επίσης πληροφορήθηκε την αναβίωση της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής) με επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση προς τους δικηγόρους του (σχετική η επιστολή ημερ. 20.06.2022 σε διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 2).
Πέραν τούτου, δε βλέπω, ούτε άλλωστε προτείνεται για ποιο λόγο πρέπει να θεωρηθεί ότι με την ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων ακυρώθηκε και η απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες καταπιάνονται αποκλειστικά με την απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων, όλα δε τα ευρήματά τους περιορίζονται στην απόφαση του Συμβουλίου αυτού και στα όργανα που μεσολάβησαν για την έκδοση της, τα δε όποια ευρήματα αφορούσαν τη διαδικασία που προηγήθηκε αυτής, επικυρώθηκαν ρητώς με την ΑΕ αρ.47/14 (βλ. πχ ευρήματα ως προς την τροποποίηση κατηγορητηρίου ημερ. 09.03.2011 και αίτημα ημερ. 09.04.2009 για τροποποίηση που τελικά όμως δεν προχώρησε). Συγκεκριμένα στην ΑΕ αρ.47/14 αναφέρθηκε:
«Αλλά ούτε και η θεώρηση του πρωτόδικου δικαστηρίου με βάση την πραγματωθείσα τροποποίηση στις 9.3.2011 μας βρίσκει, εν πάση περιπτώσει, σύμφωνους. Το κατηγορητήριο ήταν ζήτημα του Βοηθού Αρχηγού (Καν.11(1)). Δεν αφορούσε τον κ. Παπαγεωργίου. Άλλωστε είχαν ανασταλεί οι σοβαρές και πολλές, ως άνω, κατηγορίες για να προστεθεί υπό μορφή μιας και μόνο κατηγορίας το αδιαμφισβήτητο πλέον γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι είχαν καταδικαστεί για σοβαρό αδίκημα. Δεν συμφωνούμε ότι εκ τούτου προκύπτει ζήτημα εξ αντικειμένου έλλειψης αμεροληψίας του Αρχηγού Αστυνομίας ως πρόεδρος του Συμβουλίου Εφέσεων για μια τροποποίηση στην οποία δεν μετέσχε, η οποία ήταν αφενός απόρροια του Καν. 8 και της παραγράφου 20 του Πειθαρχικού Κώδικα (Πρώτος Πίνακας) και αφετέρου περιοριστική του κατηγορητηρίου, στο οποίο αμέσως μετά οι εφεσίβλητοι απάντησαν παραδοχή. Επαναλαμβάνουμε δε, καταληκτικά, ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν επρόκειτο για ζήτημα που προέβαλαν οι εφεσίβλητοι».
Άρα ακόμα και όσα κρίθηκαν που αφορούσαν ή έθιξαν το πειθαρχικό κατηγορητήριο και είχαν συνδεθεί με πλημμέλειες της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων, δεν οδήγησαν τελικά σε οποιοδήποτε εύρημα πλήττον το κατηγορητήριο ή εν πάση περιπτώσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής. Άρα η εν λόγω απόφαση είναι νόμιμη και δεδομένη.
Δε θεωρώ σχετική με τα εδώ κρινόμενα την απόφαση Ιωάννης Πλακίτης (ανωτέρω), στην οποία δεν κατέστη επίδικη με οποιονδήποτε τρόπο ούτε είχε απασχολήσει τον Αρχηγό ή το Δικαστήριο η έννομη συνέπεια της ακύρωσης της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων ως προς την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής. Στην Ιωάννης Πλακίτης με την επιτυχία της έφεσης από το Συμβούλιο Εφέσεων ο Αρχηγός αυτοματοποιημένα φαίνεται να αποφάσισε τη μη επιστροφή του συνόλου των παρακρατηθέντων. Η δικαστική ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων λόγω ότι οι δηλώσεις του Αρχηγού τον παρουσίαζαν να ευελπιστεί στην οριστική απομάκρυνση του εκεί αιτητή από τις τάξεις της Αστυνομίας, προδικάζοντας με άλλα λόγια την ενοχή και καταδίκη του στην βαρύτερη προβλεπόμενη ποινή, αφαίρεσαν τα εξ' αντικειμένου εχέγγυα αμεροληψίας και αυτό τελικά θεωρήθηκε ότι συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την απόφαση, η οποία επίσης ήταν του Αρχηγού, για μη επιστροφή των παρακρατηθέντων. Υπό αυτό το πρίσμα κρίθηκαν οι δύο πράξεις ως η μία προϋπόθεση της άλλης και το Δικαστήριο ακύρωσε άνευ οποιασδήποτε περαιτέρω ανάλυσης και την απόφαση μη επιστροφής. Από όσα εξέθεσα πιο πάνω, τούτο εμφανώς δεν είναι η περίπτωση στην παρούσα εφόσον με την ΑΕ 47/14 τελεσιδίκως ανατράπηκε το ακυρωτικό εύρημα περί μεροληψίας ενώ επ’ ουδενί το ακυρωτικό εύρημα ως προς την απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων επεκτείνεται και στην εδώ προσβαλλόμενη, η οποία σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνει εκτενές πρακτικό με το σκεπτικό της εδραζόμενη ρητώς και στην «αναβιωθείσα» απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής ζήτημα που κατέστη ειδικά επίδικο και αντιμετωπίστηκε ήδη πιο πάνω. Ως προς την αιτιολογία επανέρχομαι και κατωτέρω.
Υπό τις περιστάσεις με όσα εδώ μεσολάβησαν περιλαμβανομένης της ποινικής καταδίκης των Αιτητών για τα γεγονότα που αφορούσαν τις ανασταλείσες πειθαρχικές κατηγορίες αλλά και της πειθαρχικής καταδίκης τους κατόπιν παραδοχής τους στην κατηγορία «καταδίκη σε ποινικό αδίκημα», δε θεωρώ ότι ήταν εσφαλμένη ή αναιτιολόγητη η κρίση του Αρχηγού περί απαλλαγής και όχι αθώωσης των Αιτητών ούτε άρα θεωρώ ότι είναι σχετική με τα εδώ κρινόμενα η απόφαση Tzavellas a.o v Republic (1975) 3 CLR 490 στην οποία παραπέμπομαι από τον Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021 όπου στα γεγονότα της δεν προηγήθηκε η λήψη οποιωνδήποτε πειθαρχικών μέτρων εναντίον του εκεί αιτητή αλλά ένα σημείωμα για απλή διερεύνηση που είχε προηγηθεί.
Δε συμφωνώ, περαιτέρω, ούτε με τη θέση ότι υπό πλάνη ο Αρχηγός Αστυνομίας εξέδωσε την προσβαλλόμενη, αφού προηγουμένως έλαβε υπόψη ότι ο Βοηθός Αρχηγός δε θα προχωρούσε σε επανεξέταση (άσκηση νέας έφεσης κατά την καταδίκης σε στέρηση 8 ημερομισθίων) κατόπιν της ΑΕ αρ.47/14. Προφανώς και ο λόγος που ο Βοηθός δεν προχώρησε σε επανεξέταση ήταν τα καταλυτικά ευρήματα στην ΑΕ 47/14 περί καθυστέρησης/παράβασης συνταγματικών δικαιωμάτων, ευρήματα τα οποία κατέστησαν την άσκηση νέας έφεσης να μην αποτελεί ουσιαστικά, επιλογή. Κατά τ’ άλλα όμως η καταγραφή από τον Αρχηγό του δεδομένου ότι ο Βοηθός Αρχηγός δε θα προχωρούσε σε επανεξέταση (άσκηση νέας έφεσης κατά την καταδίκης σε στέρηση 8 ημερομισθίων) δεν πλήττει με οποιονδήποτε τρόπο την προσβαλλόμενη ούτε συνιστά πλάνη για οτιδήποτε εφόσον διατυπώνει απλώς το πραγματικό δεδομένο της μη άσκησης έφεσης.
Δε συμφωνώ ούτε με τη θέση του Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1480/2021 ότι με την απαλλαγή του στις πειθαρχικές κατηγορίες που είχαν κινητοποιήσει τη διαθεσιμότητα έπρεπε κατά δέσμια αρμοδιότητα να του επιστραφούν το σύνολο των μισθών του, ούτε ότι υπάρχει οποιαδήποτε πλημμέλεια λόγω ότι το πειθαρχικό αδίκημα και η πειθαρχική καταδίκη του Αιτητη έγινε το 2011, πέντε (5) έτη μετά τη θέση του σε διαθεσιμότητα που είχε γίνει για αδικήματα, στα οποία απαλλάχθηκε. Ο Αιτητής απαλλάχθηκε μεν στις αρχικές κατηγορίες αλλά κατόπιν παραδοχής και καταδίκης του στο πειθαρχικό αδίκημα της καταδίκης σε ποινικό αδίκημα άρα δεν υπήρχε δέσμια αρμοδιότητα για επιστροφή των παρακρατηθέντων εφόσον αυτή και μόνο η καταδίκη ήταν αρκετή για να φέρει στο προσκήνιο την εφαρμογή της επιφύλαξης του Κανονισμού 31(ζ) των Κανονισμών. Από την άλλη μεριά, η διαθεσιμότητα που ετέθη δε μπορεί να αποσυνδεθεί με την πειθαρχική κατηγορία που παραδέχθηκε και την πειθαρχική καταδίκη που ακολούθησε εφόσον αυτή ήταν το αποτέλεσμα της ποινικής καταδίκης επί ποινικών αδικημάτων που το ιστορικό/πραγματικά περιστατικά ήταν κοινά με τα πειθαρχικά αδικήματα για τα οποία είχε διαταχθεί η διαθεσιμότητα (βλ. και «Ιστορικό» σε ΑΕ 47/14). Υπό αυτό το πρίσμα δε μπορεί να προβάλλεται ουσιαστικά η θέση ότι «όλα έγιναν το 2011 και τίποτα δεν είχε συμβεί από το 2006 έως το 2011» ωσάν η πειθαρχική καταδίκη να έγινε χωρίς να είχαν προηγηθεί όσα προηγήθησαν.
‘Όσα ανέφερα πιο πάνω, θεωρώ απαντούν και στον λόγο ακύρωσης περί παράβασης του Άρθρου 146(5) του Συντάγματος και του Άρθρου 57 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (πέμπτος λόγος ακύρωσης Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021). Σαφώς με την ΑΕ. Αρ. 47/14 η πειθαρχική ποινή του Αιτητή που εξαφανίσθηκε ήταν ο εξαναγκασμός σε παραίτηση και σε καμία περίπτωση διαπιστώνω ότι η διοίκηση δε συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της να επαναφέρει τα πράγματα ως ήταν πριν την έκδοση της ποινής αυτής, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι ο Αιτητής επανήλθε στην υπηρεσία και άλλωστε διαπιστώνω ότι με την προσβαλλόμενη του επιστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος των παρακρατηθέντων απολαβών του (πλην των εδώ επίδικων).
Απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός αμφότερων Αιτητών περί μη παροχής δικαιώματος ακρόασης. Σχετική εν προκειμένω είναι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (Φ. Κωμοδρόμος, ΠΔΔ) στην Υπόθεση Αρ. 1385/2021 Π.Α ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αρχηγού Αστυνομίας ημερ. 19.04.2024, την οποία εν προκειμένω υιοθετώ μη έχοντας να προσθέσω οτιδήποτε περαιτέρω, στην οποία αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων:
«(...) διαπιστώνω ότι ο αιτητής, πέραν από του να προτάξει φραστικώς τη θέση περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασής του, δεν έθεσε ικανοποιητικό υπόβαθρο για την επίδραση που θα μπορούσαν να έχουν στα πράγματα οι όποιες θέσεις θα ανέπτυσσε αυτός ενώπιον των καθ' ων η αίτηση, εάν καλείτο να τις θέσει. Τίποτε συγκεκριμένο δεν ανέφερε επ' αυτού η πλευρά του αιτητή, εκτός βεβαίως από τη θέση ότι όφειλαν οι καθ' ων να παράσχουν ένα τέτοιο δικαίωμα στον αιτητή λόγω του ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ιδιαίτερα δυσμενής γι' αυτόν. Έχει ωστόσο νομολογηθεί ότι, για το λυσιτελές της προβολής από τον διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγουμένης ακρόασης πριν από την έκδοση της δυσμενούς γι' αυτόν πράξεως, απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλλε ενώπιον της Διοίκησης, εάν είχε κληθεί προς τούτο (βλ. PAPOUIS DAIRIES LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 79/2018, ημερ. 15.3.2024, όπου υιοθετείται η προσέγγιση της Ελλαδικής νομολογίας επί του θέματος, με αναφορά στην ΣτΕ 4447/12 )».
Ως εκ των πιο πάνω, οι λόγοι ακύρωσης υπό 1-3 στις αγορεύσεις των Αιτητών σε αμφότερες προσφυγές και ο λόγος ακύρωσης υπό 5 στην αγόρευση του Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021 απορρίπτονται.
Δε με βρίσκουν σύμφωνο ούτε οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί παραβίασης των αρχών χρηστής διοίκησης και καλής πίστης (τέταρτος λόγος ακύρωσης Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021 και ένατος λόγος ακύρωσης Αιτητή στη Πρ. Αρ. 1480/2021).
Καταρχάς το ζήτημα των ισχυριζόμενων πλημμελειών του πειθαρχικού κατηγορητηρίου δεν αγνοήθηκε αλλά εξετάστηκε στην ΑΕ. Αρ. 47/14 και οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1404/2021 απορρίφθηκαν. Αναφέρθηκα ήδη επ’ αυτού πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση ακόμα κι αν ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός δεν εξετάστηκε σε μια διαδικασία που ολοκληρώθηκε με την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης από ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο, το παρόν δεν είναι το κατάλληλο forum για να επανεξετάσει την απόφασή αυτή ή εμμέσως να την αναιρέσει ή άλλως να την αναθεωρήσει κάτι που θα αποτελούσε ένα ενδεχόμενο εύρημα «μη εξέτασης» λόγου ακύρωσης/λόγου αντέφεσης στα πλαίσια άλλης προσφυγής ή έφεσης.
Ασφαλώς δε θεωρώ ότι η μη απάντηση ή ατελής απάντηση των Καθ΄ων η αίτηση στην επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 21.09.2021 παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης επειδή παραβίασε το δικαίωμά του να παρουσιάσει την υπόθεσή του με τον πλέον κατάλληλο τρόπο και χωρίς καθυστέρηση. Η μη απάντηση της διοίκησης σε αίτημα για παροχή περαιτέρω αιτιολογίας δε βρίσκω πώς συνδέεται υπό τις περιστάσεις με την αρχή της καλής πίστης ούτε όμως ότι εν προκειμένω καθυστέρησε την παρουσίαση της υπόθεσης του Αιτητή εφόσον δεν αμφισβητείται ότι πριν την αγόρευση του Αιτητή, του είχε δοθεί αντίγραφο της αιτιολογημένης απόφασης και σε κάθε περίπτωση, δεν προτάσσεται οποιαδήποτε δικονομική ή άλλη καθυστέρηση λόγω της μη παράδοσης της απόφασης αυτής πριν την καταχώριση της προσφυγής. Για παράδειγμα δε βλέπω να απαιτήθηκε οποιαδήποτε τροποποίηση της αίτησης ακυρώσεως ώστε να μπορούσε, θεωρητικά πάντα, να υποστηριχθεί ότι η μη έγκαιρη παράδοση της αιτιολογημένης απόφασης καθυστέρησε την εκδίκαση των προσφυγών. Πάντως είναι δεδομένο ότι η αιτιολογία δύναται να συμπληρώνεται από τον διοικητικό φάκελο και η επίδικη απόφαση φαίνεται ειλημμένη πριν και όχι μετά την επιστολή ημερ. 10.09.2021 εφόσον στον διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 2 στη διαδικασία υπάρχει επιστολή ημερ. 31.08.2021 του Αρχηγού προς τον Βοηθό Αρχηγό με σφραγίδα λήψης της στη διεύθυνση οικονομικών ημερ. 07.09.2021 (άρα πρωθύστερη της επιστολής ημερ. 10.09.2021), στην οποία περιέχεται πανομοιότυπη η αιτιολογία της προσβαλλόμενης.
Δε βρίσκω βάσιμο ούτε τον ισχυρισμό του Αιτητή στη Πρ. Αρ. 1480/2021, ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει την αρχή χρηστής διοίκησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθότι είχε πληροφορηθεί από τους Καθ΄ων η αίτηση ότι εναντίον του δεν εκκρεμεί πειθαρχική διαδικασία ή απόφαση και άρα κωλύονται να προχωρήσουν σε επανάνοιγμα οποιασδήποτε πειθαρχικής διαδικασίας. Η πληροφόρηση που έτυχε ο Αιτητής με την επιστολή ημερ. 21.10.2020 περί μη εκκρεμότητας πειθαρχικής υπόθεσης ή απόφασης προς απάντηση στην επιστολή ημερ. 16.10.2020 δεν εκλαμβάνω ότι αφορά την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής, η οποία είχε εκδοθεί πολύ προηγούμενα, ήτοι το έτος 2011 αλλά προφανώς οποιαδήποτε νεότερη αυτής απόφαση άλλωστε στην επιστολή ημερ. 16.10.2020 δεν διευκρινίστηκε καν το ερώτημα σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη υπόθεση ή με την ΑΕ 47/14 (η οποία μάλιστα τότε εκκρεμούσε και άλλωστε απόφαση εκδόθηκε μετά τις 21.10.2020). Δε βρίσκω συνεπώς ότι παραβιάσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο η αρχή της καλής πίστης ή δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω του περιεχομένου της επιστολής ημερ. 21.10.2020.
Ούτε όμως δυσανάλογη ως κατ’ ισχυρισμό εξοντωτική για τον Αιτητή που παραβιάζει την Πρ. Αρ. 702/2014 Κωστάκης Γεωργίου ημερ. 28.02.2017 και Πρ. Αρ. 546/2011 Παμπόρης ν. Δημοκρατίας ημερ. 08.11.2012 (τέταρτος λόγος ακύρωσης που εγείρει ο Αιτητής στην Πρ. Αρ. 1480/2021) θεωρώ την προσβαλλόμενη. Σε καμία από τις εν λόγω δύο υποθέσεις τα δεδομένα ήταν ανάλογα με την παρούσα. Στη Γεωργίου, η οποία μάλιστα μνημονεύτηκε ρητώς από τον Αρχηγό στην προσβαλλόμενη (προς καθοδήγηση του για αποφυγή μιας δυσανάλογης /εξοντωτικής ποινής) κρίθηκε ως δυσανάλογη η παρακράτηση ποσού περί των €30.000 και η επιστροφή μόνο €9.000 από το συνολικό παρακρατηθέν ποσό των απολαβών του εκεί αιτητή (το συνολικό παρακρατηθέν ήταν €39.052,69) ενώ στην Παμπόρη παρακρατήθηκε το σύνολο του παρακρατηθέντος ποσού (€12.218,09 από €12.218,09). Στην παρούσα επιστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος και παρακρατήθηκε το ¼ των παρακρατηθέντων απολαβών του, ποσό που δε θεωρώ υπό τις περιστάσεις αλλά και από την συνολική παρασχεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης (η οποία σχολιάζεται πιο κάτω) δυσανάλογο.
Συναφώς δε με βρίσκουν σύμφωνο ούτε όσα εγείρονται στα πλαίσια του πέμπτου λόγου ακύρωσης από τον Αιτητή στην Πρ. Αρ. 1480/2021 περί παράβασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της απόφασης στην ΑΕ 47/14. Καταρχάς ο συγκεκριμένος λόγος είναι απορριπτέος ως μη δικογραφημένος ιδίως από τη στιγμή που άπτεται ισχυρισμού αντισυνταγματικότητας. Σε κάθε περίπτωση η ΑΕ 47/14 περιορίστηκε στην κρίση επί της εν λόγω συνταγματικής διάταξης σε συνάρτηση με την πειθαρχική διαδικασία και ιδιαίτερα αυστηρή ποινή που εκεί ήταν επίδικη και την αντιστοιχία της με τα κρατούντα στη ποινική δίκη αλλά και το δυσανάλογο του μέτρου. Δε διατύπωσε όμως γενική αρχή δυνάμενη να επεκταθεί σε μια διοικητική πράξη ως η εδώ προσβαλλόμενη που δεν αποτελεί πειθαρχική ποινή ούτε όμως, ως ανέφερα, διαπιστώνεται δυσαναλογία της που να την καθιστά πχ ισοδύναμη με μια εκ νέου πειθαρχική ποινή ώστε να μπορούσε θεωρητικά (και κατ’ εφαρμογή της Γεωργίου/Παμπόρης) να γίνει αντιληπτό σε μια τέτοια βάση το επιχείρημα περί παράβασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της απόφασης στην ΑΕ 47/14.
Με τον 6ο λόγο ακύρωσης στην αγόρευση του Αιτητή στην 1404/2021 και με τους υπό 6-8 λόγους ακύρωσης στην αγόρευση του Αιτητή στην 1480/2021 αναλύονται οι θέσεις τους ως προς τις πλημμέλειες έρευνας και το αναιτιολόγητο και πεπλανημένο ως προς τα κριτήρια που έπρεπε να λάβει υπόψη η διοίκηση κατά την έκδοση των προσβαλλομένων. Λέγουν, μεταξύ άλλων, με παραπομπή και σε όσα ανέφεραν στους προηγούμενους λόγους ακύρωσης ότι ήταν εσφαλμένη η διάκριση περί απαλλαγής και όχι αθώωσης, ήταν εσφαλμένη η θεώρηση περί αναβίωσης της ποινής των 8 ημερομισθίων, ότι δεν εφαρμόστηκαν τα κριτήρια που έχει καθορίσει η νομολογία [Τσαγγαρίδης και Γεωργίου (ανωτέρω)] για άσκηση της αρμοδιότητας του Αρχηγού Αστυνομίας αλλά και ότι η προσβαλλόμενη είναι άκυρη λόγω έλλειψης δέουσας και επαρκούς έρευνας. Υποβάλλεται ότι δεν απασχόλησε η αναγκαιότητα του συνολικού χρόνου διαθεσιμότητας, ότι δε λήφθηκε υπόψη ότι ο Αιτητής εσφαλμένα παρέμεινε εκτός υπηρεσίας από τον Αύγουστο 2012 έως τον Απρίλιο 2014 με πλήρη αποκοπή των μισθών του αλλά ούτε η συμπεριφορά του Αιτητή ο οποίος κατά την επανεκδίκαση της ποινικής υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου με την απόσυρση των αρχικών κατηγορών και προσθήκη νέων προχώρησε σε άμεση παραδοχή όπως έπραξε και ενώπιον της πειθαρχικής επιτροπής όπου άμεσα παραδέχθηκε την πειθαρχική κατηγορία καταδίκη από ποινικό δικαστήριο.
Δε συμφωνώ ούτε με τις υποβολές των Αιτητών στα πλαίσια των ως άνω λόγων ακύρωσης, διότι: Ο Αρχηγός Αστυνομίας, αφού εξέθεσε τα γεγονότα καθώς και ότι με την ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων αναβιώνει η απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής (συμπέρασμα που ως ανέλυσα ήδη με βρίσκει σύμφωνο) ανέφερε και τα ακόλουθα:
«13. Στο πλαίσιο της διαχείρισης της περίπλοκης αυτής κατάστασης που δημιουργήθηκε με τις αλλεπάλληλες αποφάσεις ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, καθώς επίσης και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης τόσο ποινικά όσο και διοικητικά, ζητήθηκε η θέση της Νομικής Υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, στις 27.1.2020 η κα Δένα-Μαρία Εργατούδη εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, μας ενημέρωσε ότι: «εκκρεμούσης της Έφεσης Αρ. 47/2014, δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή των απολαβών που κατακρατήθηκαν και των επιδομάτων. Επισημαίνεται δε ότι και αν ακόμη η Έφεση που έχει ασκήσει η Δημοκρατία απορριφθεί από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου, τότε η Εφεσείοντες θα πρέπει να προβούν σε επανεξέταση της υπόθεσης με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο».
14. Αφού έλαβα υπόψη μου τη πρόθεση του αρμόδιου, κατά τον Κανονισμό 28 (2), Βοηθού Αρχηγού (Δ), όπως μη προχωρήσει σε άσκηση νέας έφεσης (επανεξέταση) (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ) μετά την επικύρωση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστήριο ημερομηνίας 11.3.2014 που αφορούσε την ακύρωση της πειθαρχικής ποινής του εξαναγκασμού σε παραίτηση που επιβλήθηκε από το Συμβούλιο Εφέσεων, θα προχωρήσω στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που μου παρέχει ο Κανονισμός 31 (ζ), των περί Αστυνομίας Πειθαρχικών Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 53/1989), σχετικά με τις κατακρατηθείσες απολαβές κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς των τριών προαναφερόμενων μελών.
15. (…) το θέμα της επιστροφής των απολαβών για την περίοδο που εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση και βρίσκονταν εκτός Αστυνομίας, η οποία (…) αντικατοπτρίζει την περίοδο μεταξύ 3.8.2012 -11.3.2014. (…).
16. Ο Κανονισμός 31 (ζ), των περί Αστυνομίας Πειθαρχικών Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 53/89) προνοεί τα πιο κάτω:
«σε περίπτωση που μέλος το οποίο είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα αναλαμβάνει εκ νέου τα καθήκοντα του, θα λάβει, από την ημερομηνία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα, το μισθό και τα επιδόματα τα οποία θα εδικαιούτο σύμφωνα με τους περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς που τους τροποποιούν ή τους αντικαθιστούν, αν αποφασίστηκε το μέλος αυτό να μην
(ι) κατηγορηθεί για πειθαρχικό αδίκημα, ή
(ιι) Όλες οι εναντίον του κατηγορίες έχουν απορριφθεί:
Νοείται ότι αν βρέθηκε ένοχος και η ποινή που του επιβλήθηκε είναι άλλη από απόλυση, εξαναγκασμό σε παραίτηση ή υποβιβασμό κατά βαθμό ή τάξη, μπορεί να επιστραφεί στο μέλος τόσο ποσό από τις απολαβές και τα επιδόματα που του κατακρατήθηκαν, όσο ο Αρχηγός ήθελε αποφασίσει.»
17. Ο (…) Αστυφύλακας 938 Κώστας Τούμπα και ο Αστυφύλακας 3342 Ανδρέας Ευσταθίου κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας τους, λάμβαναν χορήγημα διαθεσιμότητας το 1/2 του μισθού τους, σύμφωνα με τον Κανονισμό 31 (γ) των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π.53/1989). Συνολικά τα προαναφερόμενα μέλη παρέμειναν σε διαθεσιμότητα από τις 2.6.2006 μέχρι και τις 30.8.2012 και το ποσό που τους κατακρατήθηκε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας τους ανέρχεται για τον καθένα ως ακολούθως:
> Αστυφύλακας 1043 Ανδρέας Παναγή € 55.991,37
> Αστυφύλακας 938 Κώστας Τούμπα € 50.563,70
> Αστυφύλακας 3342 Ανδρέας Ευσταθίου € 50.563,70
Στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών μου, όπως αυτές πηγάζουν από τον Κανονισμό 31(γ) των Περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών έλαβα υπόψη μου τις ακόλουθες νομολογιακές αρχές όπως αυτές πηγάζουν μέσα από τις κατά καιρούς αποφάσεις του Ανωτάτου και Διοικητικού Δικαστηρίου, που πραγματεύτηκαν το επίμαχο θέμα.
- την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου, 2012 στην Προσφυγή Αρ. 546/2011: «η διαθεσιμότητα δεν αποτελεί πειθαρχικό μέτρο ή πειθαρχική ποινή και ούτε έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά είναι προληπτικό μέτρο για τη διευκόλυνση της περάτωσης μιας πειθαρχικής διαδικασίας».
- Την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Βασίλειος Τσαγγαρίδης (1995) 4Δ Α.Α.Δ. 517, Βασίλειος Τσαγγαρίδης (2001) 3Α Α.Α.Δ. 35: «η εξουσία του Αρχηγού για εφαρμογή του Κανονισμού 31 (ζ) της Κ.Δ.Π. 53/1989 για κατακράτηση απολαβών, ασκείται με αναφορά όχι στο αδίκημα το οποίο αντιμετωπίστηκε με την επιβολή πειθαρχικής ποινής, αλλά στην αναγκαιότητα της διαθεσιμότητας σε σχέση με την οποία προέκυψε η κατακράτηση των απολαβών».
- Τις καθοδηγητικές γραμμές που απορρέουν από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Προσφυγή με αρ. 1147/2011, όπου καθορίζονται τα κριτήρια που θα πρέπει να σταθμίζονται για επιστροφή ή μη, μέρους ή ολόκληρου του ποσού που κατακρατήθηκε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας, ως αποφασίζον όργανο, προτού ασκήσει τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει όχι μόνο να ερευνήσει επαρκώς όλα τα σχετικά στοιχεία αλλά και να τα αξιολογήσει ώστε να αναδειχθεί η σημασία του κάθε στοιχείου. Σ’ αυτήν αναφέρεται επίσης ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας θα πρέπει να προβαίνει σε ουσιαστική εκτίμηση και αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και όχι σε απλή παράθεση του ιστορικού, μένοντας σε επιφανειακή έρευνα και εκτίμηση γεγονότων.
- Τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Τσαγγαρίδης ν Αρχηγός Αστυνομίας κ.α. (1995) 4Δ Α.Α.Δ. 517, και στην Αρχηγός Αστυνομίας κ.α. ν Τσαγγαρίδης (2001) 3Α Α.Α.Δ. 35, σύμφωνα με τις οποίες «οι πράξεις της διοίκησης και ιδιαίτερα οι πράξεις διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένες».
- Την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου 2012 στην Προσφυγή με αρ. 546/2011: «ο Κανονισμός 31 (ζ) δεν δίνει την εξουσία στον Αρχηγό Αστυνομίας να αναθεωρήσει την ποινή. Το ύψος της ποινής που επιβάλλεται στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας για επιστροφή ή μη, μέρους ή ολόκληρου του ποσού που κατακρατήθηκε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας. Η ποινή θα πρέπει να εξετάζεται όχι υπό το πρίσμα του κατά πόσο αυτή είναι αυστηρή η όχι, με βάση τα πειθαρχικά αδικήματα που κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε, αλλά ως κριτήριο που θα επενεργεί υπέρ του διωκόμενου κατά την άσκηση των εξουσιών του Αρχηγού, που πηγάζουν από τον Κανονισμό 31 (ζ) των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών, (Κ.Δ.Π. 53/1989), στις περιπτώσεις μάλιστα που αυτή (ποινή) θα έχει δυσμενείς συνέπειες για το μέλος, στο εγγύτερο μέλλον ή στο διηνεκές. Ως εκ τούτου, η απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας για την κατακράτηση ή μη, μέρους ή ολόκληρου του ποσού, δεν πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι επαυξάνει την επιβαλλόμενη ποινή.
- Τα ευρήματα της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 28.2.2017 στην Υπόθεση με αρ. 702/2014, Κωστάκης Γεωργίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αρχηγού Αστυνομίας, στην οποία ο έντιμος Δικαστής Διοικητικού Δικαστηρίου κ. Γ. Σεραφείμ, τεκμηριώνει την ακυρωτική απόφαση του στο γεγονός ότι με το ποσό των χρημάτων που δεν επιστράφηκε στον αιτητή της εν λόγω Προσφυγής (Αστ. 1082 Κωστάκη Γεωργίου), από το σύνολο των απολαβών που κατακρατήθηκε από αυτόν κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του, ουσιαστικά επιβλήθηκε εκ νέου δυσανάλογη και εξοντωτική ποινή, σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και τις ποινές που του επιβλήθηκαν. Στην προαναφερόμενη απόφαση το Διοικητικό Δικαστήριο χαράσσει, πέραν από αυτές που ήδη υπάρχουν, σημαντικές και καθοριστικές καθοδηγητικές αρχές στα πλαίσια των οποίων ο Αρχηγός Αστυνομίας θα πρέπει να κινηθεί και να σταθμίσει για την λήψη της απόφασης του σε σχέση με την επιστροφή ή μη των απολαβών που κατακρατήθηκαν από μέλη της Αστυνομίας κατά τη διάρκεια διαθεσιμότητας τους. Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Δικαστήριο στην προαναφερόμενη απόφαση του αναφέρει ότι, «...κατά την αντίληψη μου καθίσταται σαφές ότι το θέμα επιστροφής (και ποσού) από του κατακρατημένου ποσού κατά τη διαθεσιμότητα μέλους (εδώ του αιτητή), συναρτάται άρρηκτα με το αν και ποια πειθαρχική ποινή τελικώς του έχει επιβληθεί, άρα με τη διαπίστωση ευθύνης του». Καταλήγοντας αναφέρει ότι η απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας στην Προσφυγή με αρ. 702/2014 θα πρέπει να ακυρωθεί, «...αφού ο Αρχηγός Αστυνομίας δεν φαίνεται να συμπεριέλαβε στη σκέψη του τις κατηγορίες στις οποίες ο αιτητής καταδικάστηκε, καθώς και τις επιβληθείσες σ αυτόν τελικά ποινές, ενώ δεν φαίνεται, ούτε να λήφθηκε υπόψη και να σταθμίστηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο η στάση και n συμπεριφορά του αιτητή (παραδοχές του) κατά την ποινική και πειθαρχική του υπόθεση».
19. Από τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετώπιζαν τα τρία μέλη, τα γεγονότα που τα περιστοιχίζουν καθώς επίσης και το γεγονός ότι υπήρξε το ενδεχόμενο επηρεασμού της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας αφού υπήρξε εμπλοκή μελών της αστυνομίας σ’ αυτή, κρίνω ότι η απόφαση για διαθεσιμότητα όπως διαφάνηκε, ήταν όντως αναγκαία για τη διευκόλυνση της πειθαρχικής έρευνας και ορθή υπό τις περιστάσεις. Παράλληλα επισημαίνεται ότι η διερεύνηση της πειθαρχικής υπόθεσης, κατά τη διάρκεια της οποίας το μέλος ήταν σε διαθεσιμότητα έγινε τάχιστα και εν πάση περίπτωση μέσα στο χρονικό διάστημα που επιτάσσει ο σχετικός με το θέμα Κανονισμός. Παρόλα αυτά σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση με αρ.47/14 στην περίπτωση των τριών μελών υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης, κάτι που συνεπάγεται παραβίαση του Συνταγματικά κατοχυρωμένου από το άρθρο 30 (2) του Συντάγματος και το άρθρο 6 (1) της ΕΣΔΑ, δικαιώματος του κατηγορουμένου για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου. Ο σκοπός της συνταγματικής αυτής πρόνοιας αφορά την προστασία του κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις στην εκδίκαση, καθότι δεν πρέπει αυτός να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού (2004) 2 Α.Α.Δ. 127).
20. Πέραν από τα πιο πάνω έλαβα υπόψη μου ότι, η αναστολή των αρχικών πειθαρχικών κατηγοριών, εν όψη της παραδοχής τους στην κατηγορία της καταδίκης σε ποινικό αδίκημα, έγινε προτού του απαγγελθούν και απαντήσει σ’ αυτές και με γνώμονα ότι τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούσαν το ποινικό αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ήταν τα ίδια με αυτά που συνιστούσαν τις δύο αυτές πειθαρχικές κατηγορίες. Κατ’ επέκταση, για τις αρχικές κατηγορίες, τα κατηγορούμενα μέλη απαλλάχθηκαν αλλά δεν αθωώθηκαν και ως εκ τούτου η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στους δύο λόγους που αναφέρονται στον Κανονισμό 31 (ζ) και επιβάλλουν την επιστροφή ολόκληρου του μισθού και των επιδομάτων που κατακρατήθηκαν από το μέλος κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του.
21. Αφού εκτίμησα τα πιο πάνω κρίνω ότι η άσκηση των αρμοδιοτήτων μου σε σχέση με τις κατακρατηθείσες απολαβές του Αστυφύλακα 938 Κώστα Τούμπα και του Αστυφύλακα 3342 Ανδρέα Ευσταθίου δεν είναι δέσμια αλλά διακριτική, καθότι η αναστολή των κατηγοριών προτού οι κατηγορούμενοι απαντήσουν σε αυτές συνιστά απαλλαγή αλλά όχι αθώωση τους.
22. Συνεκτιμώντας όλες τις προαναφερόμενες νομολογιακές αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές που χαράσσουν τα ευρήματα των Δικαστηρίων, για να σταθμίσω την απόφαση μου μέσα στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής μου εξουσίας, σύμφωνα με τον Κανονισμό 31 (ζ) των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών( Κανονισμών (ΚΔΠ 53/1989) εξέτασα/έλαβα υπόψη μου ότι οι κατηγορίες που αντιμετώπιζαν ήταν σοβαρές και ότι στα μέλη έχει επιβληθεί 12μηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή ως ποινική καταδίκη των οκτώ ημερομισθίων πρόστιμο ως πειθαρχική καταδίκη. Πέραν τούτου έλαβα υπόψη μου την παραδοχή τους στην κατηγορία της «καταδίκης για ποινικό αδίκημα».
23 Καταλήγοντας και αφού στάθμισα ότι η διαθεσιμότητα δεν αποτελεί πειθαρχικό μέτρο ή πειθαρχική ποινή αλλά ούτε και έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και ότι ο Κανονισμός 31 (ζ) δεν δίνει την εξουσία στον Αρχηγό Αστυνομίας να αναθεωρήσει την ποινή που επιβάλλεται σε περίπτωση, καθώς επίσης και ότι μια ενδεχόμενη κατακράτηση μέρους ή ολόκληρου του ποσού δεν πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας επαυξάνει την επιβαλλόμενη ποινή, επιβάλλοντας ουσιαστικά εκ νέου δυσανάλογη και εξοντωτική ποινή, αποφάσισα όπως, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο Κανονισμός 31 (ζ) των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 53/1989) επιστραφούν στα μέλη τα ακόλουθα ποσά, που ισοδυναμούν με το 75% του συνόλου του ποσού που κρατήθηκε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους».
Ως λοιπόν προς τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί το αναιτιολόγητο με παραπομπή στους προηγηθέντες λόγους ακύρωσης, αυτονότητα όσα ανέφερα πιο πάνω κατά την εξέταση τους (και δη των λόγων ακύρωσης 1-3 αμφοτέρων Αιτητών και του λόγου ακύρωσης αρ. 4 που εγείρει ο Αιτητής σε Πρ. Αρ. 1404/2021) αλλά και από τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω στην προσβαλλόμενη, θεωρώ ότι ο Αρχηγός αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του. Ισχύουν δε κατ’ αναλογία τα όσα αναφέρθηκαν στην Υπόθεση Αρ. 1385/2021 (ανωτέρω), τα οποία και υιοθετώ και συγκεκριμένα:
«Εξετάζοντας τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, κρίνω, ότι η αιτιολογία, η οποία δόθηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας κινείται, όντως, εντός των απαιτήσεων της ως άνω νομολογίας και των δικαστικών αποφάσεων, στις οποίες παραπέμπει. Ο Αρχηγός, καθοδηγούμενος και από την επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και αργότερα του Διοικητικού Δικαστηρίου, την οποία ρητώς στο σκεπτικό του μνημονεύει, φαίνεται, αφενός, να έχει ερευνήσει επαρκώς όλα τα σχετικά στοιχεία, αλλά και να τα έχει αξιολογήσει και να έχει προβληματιστεί και αναδείξει τη σημασία έκαστου στοιχείου για τη λήψη της επίδικης απόφασης, καταλήγοντας στις σχετικές διαπιστώσεις. Η απόφασή του βρίσκεται εντός των πλαισίων της διακριτικής του ευχέρειας που του παρέχεται σύμφωνα με τον Κανονισμό 31 της ΚΔΠ 53/1989.
(…) Αναφέρει επίσης ο Αρχηγός στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του ότι ο αιτητής απαλλάχθηκε, δεν αθωώθηκε όμως, από τις δυο εκ των τριών εναντίον του κατηγοριών, αλλά επίσης και το γεγονός ότι όλες οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο αιτητής, ήσαν σοβαρές, καθώς και ότι επιβλήθηκε σε αυτόν χρηματική ποινή τόσο ως ποινική καταδίκη, όσο και στο πλαίσιο της πειθαρχικής του δίκης. Καταλήγοντας ο Αρχηγός καταγράφει ότι στάθμισε το γεγονός ότι η διαθεσιμότητα δεν αποτελεί πειθαρχικό μέτρο ή πειθαρχική ποινή, αλλά ούτε και έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, καθώς επίσης και ότι μια ενδεχόμενη κατακράτηση μέρους ή ολόκληρου του ποσού δεν πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας επαυξάνει την επιβαλλόμενη ποινή, επιβάλλοντας ουσιαστικά εκ νέου δυσανάλογη και εξοντωτική ποινή. (…)».
Ως προκύπτει ξεκάθαρα από τα ανωτέρω, και οι επιμέρους ισχυρισμοί ότι οι προσβαλλόμενες είναι προϊόν ανεπαρκούς έρευνας ή ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα νομολογιακά κριτήρια, θεωρώ ότι δεν επαληθεύονται.
Καταρχάς, σε αντίθεση με τους σχετικούς ισχυρισμούς του Αιτητή στην στην πρ. αρ. 1480/2021, στην προσβαλλόμενη ρητά αναφέρθηκε ότι μετά την ποινή εξαναγκασμού σε παραίτηση είχαν τότε αποκοπεί για το αναφερόμενο συγκεκριμένο διάστημα το σύνολο των απολαβών του Αιτητή (βλ. ανωτέρω παράγραφο 15 προσβαλλόμενης) αλλά και η παραδοχή του στην πειθαρχική κατηγορία (βλ. ανωτέρω τελευταία πρόταση παραγράφου 22 προσβαλλόμενης). Ούτε όμως ο ισχυρισμός περί μη αιτιολόγησης της αναγκαιότητας διαθεσιμότητας για την περίοδο από 19.03.2009 έως 29.03.2010 λόγω της τότε ύπαρξης της αθωωτικής απόφασης του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ή μη αναγκαιότητας διαθεσιμότητας από το 2006 εφόσον τελικά καταδικάστηκε για αδίκημα που διαπράχθηκε στις 18.02.2011 επαληθεύονται, άλλωστε ως ανέφερα ήδη η κατηγορία και παραδοχή/καταδίκη στο πειθαρχικό αδίκημα της «καταδίκης σε ποινικό αδίκημα» αφορά συμπεριφορές και διαδικασίες παρελθόντων ετών που ξεκίνησαν πράγματι στα τέλη του 2005 με τις σχετικές περί τούτων υποθέσεις (πειθαρχική και ποινική) να είχαν καταχωρηθεί το 2006 και εν πάση περιπτώσει η ίδια η διαθεσιμότητα δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους Αιτητές ούτε η καθ’ αυτώ νομιμότητά της είναι εξεταστέα στα πλαίσια της παρούσας.
Προκύπτει δε από όσα καταγράφηκαν στην προσβαλλόμενη ότι υπήρξε μεν αθωωτική πρωτόδικη απόφαση, όμως αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τη διοίκηση, η οποία επεδίωξε και επέτυχε την ανατροπή της συνεπώς δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της αναγκαιότητάς της κατά την περίοδο μέχρι την ανατροπή της, στην οποία αναφέρεται ο Αιτητής, εφόσον σύμφωνα και με τον Κανονισμό 31 [επιφύλαξη (α)] η διαθεσιμότητα δύναται να παραταθεί μέχρι τη συμπλήρωση της «υπόθεσης» που εκ των πραγμάτων εδώ κάθε άλλο είχε συμπληρωθεί με την έκδοση της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης.
Περαιτέρω ο Αρχηγός αιτιολόγησε την αναγκαιότητα της διαθεσιμότητας και στη βάση ότι υπήρχε το ενδεχόμενο επηρεασμού της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας αφού υπήρξε εμπλοκή μελών της Αστυνομίας σ’ αυτή ενώ διατύπωσε και το συμπέρασμα, το οποίο θεωρώ ορθό υπό τις περιστάσεις, ότι η ανατροπή της πειθαρχικής καταδίκης σε εξαναγκασμό σε παραίτηση δεν αφορούσε την καθ’ αυτώ πειθαρχική διαδικασία που ολοκληρώθηκε με την (ανατραπείσα τελικώς) καταδίκη ημερ. 03.08.2012 αλλά την καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία, η οποία ολοκληρώθηκε κατ’ έφεση το 2021 μετά από 15 και πλέον έτη από τα επίδικα γεγονότα. Αυτό μάλιστα καταγράφεται και στην ΑΕ Αρ. 47/14, η οποία παρά την απόρριψη της έφεσης της Δημοκρατίας, ακριβώς λόγω τούτου αλλά και επειδή απέρριψε τους κατ’ ουσία ισχυρισμούς των Αιτητών απεξέκλινε από τον κανόνα ως προς έξοδα αναφέροντας (υπογράμμιση του παρόντος):
«Όμως οι όλως ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες εξελίχθηκε το βεβαρημένο ιστορικό της υπόθεσης στο σύνολο της, με τις δικαστικές ανατροπές, οδήγησαν τα πράγματα στο να κρίνεται τελεσίδικα σήμερα, το Φεβρουάριο του 2021, μια οπωσδήποτε απαράδεκτη συμπεριφορά των εφεσιβλήτων, η οποία όμως έλαβε χώραν το Δεκέμβριο του 2005. Δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά. Στο μεταξύ οι εφεσίβλητοι έχουν τιμωρηθεί ποινικά.
Η ευρύτερη αυτή διάσταση του χρόνου προκύπτει από τις αυθεντίες στις οποίες μας παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του εφεσίβλητου 2 αγορεύοντας για το ζήτημα της καθυστέρησης.
Το πειθαρχικά διωκόμενο άτομο έχει τα ίδια δικαιώματα που κατοχυρώνει το Σύνταγμα σε άτομα που διώκονται ποινικά (Φιλίππου ν. Πειθαρχικό Συμβούλιο (2000) 1 ΑΑΔ 1839, Μ.Χ. Δικηγόρος (2003) 1 ΑΑΔ 442). Πέραν τούτου, η πειθαρχική διαδικασία εξομοιούται εν πολλοίς με την ποινική δίκη και σε ό,τι αφορά στις επιπτώσεις της εκκρεμοδικίας της επί της ζωής των κατηγορουμένων.
Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, ταυτόσημο με το άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ, διασφαλίζει το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Η παραβίαση του δικαιώματος μπορεί να οδηγήσει, ανάλογα πάντα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και με βάση τα κριτήρια που νομολογιακά έχουν διαμορφωθεί (Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού (2004) 2 ΑΑΔ 127), ακόμα και σε ακυρότητα της δίκης, εάν ως εκ της καθυστέρησης προκύπτει επηρεασμός του δικαιώματος της δίκαιης δίκης (Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 294, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου (2009) 2 ΑΑΔ 376).
(…)
Η σοβαρότητα της συμπεριφοράς των εφεσιβλήτων, την οποία έχουν παραδεχθεί και για την οποία τους έχουν επιβληθεί ποινές από το Κακουργιοδικείο, δεν αμφισβητείται και τέτοια συμπεριφορά είναι καθόλα απαράδεκτη και προσβλητική πρώτα απ' όλα για τους ίδιους τους εφεσίβλητους. Όμως για τους λόγους που έχουμε αναφέρει κρίνουμε ότι τελικά και συνολικά επηρεάζεται το δικαίωμα των εφεσιβλήτων που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και υπ' αυτή την έννοια θα απορρίψουμε την έφεση.
(…)
Λαμβάνοντας υπόψιν το λόγο που απορρίφθηκε η έφεση, ενώ τα επιχειρήματα των εφεσιβλήτων επί της ουσίας δεν έγιναν δεκτά, κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως αποκλίνουμε από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα».
Άρα, στη βάση όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, δε θεωρώ ότι οι προσβαλλόμενες είναι προϊόν πλημμελούς αιτιολογίας ή έρευνας ή αποτίμησης των κριτηρίων που έχει καθορίσει η νομολογία για πράξεις ως οι επίδικες. Ο Αρχηγός Αστυνομίας αιτιολόγησε και διερεύνησε επαρκώς τα ενώπιόν του στοιχεία καθοδηγούμενος από τη σχετική νομολογία και ουδέν σφάλμα και δη ουσιώδες κατέγραψε στην αιτιολόγησή του αυτή.
Δεδομένων των πιο πάνω, δε θεωρώ ότι οι προσφυγές είναι βάσιμες ως εκ τούτου κάθε προσφυγή απορρίπτεται με 1.400 ευρώ έξοδα εναντίον του αντίστοιχου αυτής Αιτητή. Οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο