ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1825/2019, 31/7/2026
print
Τίτλος:
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση αρ. 1825/2019, 31/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1825/2019

31 Ιουλίου, 2026

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρα 28 και 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

Αιτητής,

ΚΑΙ

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

Καθ’ ης η αίτηση.

------------

 

Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για τον αιτητή.

Α. Χρίστου (κα), για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για την καθ’ ης η αίτηση.

Καμία εμφάνιση για τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.:    Ο αιτητής αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση για προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών, Μ.Μ. (Ε/Μ 1) και Κ.Β. (Ε/Μ 2), στη θέση Ανώτερου Τεχνικού Σταθμού – Τεχνικού Μηχανικού Σταθμού (Βάρδιας), Επιχειρηματική Μονάδα Παραγωγής και Προμήθειας, Διεύθυνση Παραγωγής, Ηλεκτροπαραγωγός Σταθμός Βασιλικού (εφεξής «η επίδικη θέση») από 01.11.2019, στη θέση και/ή αντί του ιδίου.

 

Η επίδικη θέση είναι θέση προαγωγής (Κλίμακα Α9) και τόσο ο αιτητής όσο και τα Ε/Μ διεκδίκησαν αυτήν ανταποκρινόμενοι σε σχετική Γνωστοποίηση 2 κενών θέσεων, που γνωστοποίησε η καθ’ ης η αίτηση στις 06.09.2018.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής (εφεξής «το Διοικητικό Συμβούλιο»), ημερομηνίας 08.10.2019, αφού προηγήθηκε η προβλεπόμενη από τη σχετική νομοθεσία διαδικασία.

 

Συγκεκριμένα, η Μεικτή Συμβουλευτική Επιτροπή Επιλογής για Προαγωγές του Γραφειακού και Τεχνικού Προσωπικού (εφεξής «η Επιτροπή Επιλογής»), κατά τη συνεδρία της στις 24.05.2019, επιλήφθηκε των αιτήσεων των υπαλλήλων που επέδειξαν ενδιαφέρον για προαγωγή στην επίδικη θέση.  Κατά την εν λόγω συνεδρία κλήθηκαν για να υποβάλουν τις συστάσεις και απόψεις τους οι προϊστάμενοι Διευθυντές των υποψηφίων.  Τόσο ο αιτητής όσο και τα Ε/Μ κρίθηκαν ως κατάλληλοι για προαγωγή καθότι διαθέτουν ευρύτατη πείρα ως Χειριστές Μηχανών στο Τμήμα Λειτουργίας του Ηλεκτροπαραγωγού Σταθμού, διαθέτουν ικανότητες εποπτείας και συντονισμού εργασιών υφιστάμενου προσωπικού και η απόδοσή τους κρίθηκε ως εξαιρετική. 

 

Η Επιτροπή Επιλογής επέλεξε κατά πλειοψηφία τους 5 επικρατέστερους υποψηφίους για προαγωγή στις 2 κενές θέσεις, στους οποίους περιλαμβάνονταν ο αιτητής και τα Ε/Μ.

 

Η εισήγηση της Επιτροπής Επιλογής υποβλήθηκε στην Συμβουλευτική Υπεπιτροπή της Αρχής για Θέματα Προσωπικού (εφεξής «η Συμβουλευτική Υπεπιτροπή»), η οποία επιλήφθηκε του θέματος κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 24.09.2019, κατά την οποία, ως καταγράφεται στα πρακτικά, εξετάστηκαν καταρχάς τα προσόντα των υποψηφίων και η βαθμολογημένη αξία τους για τα έτη 2013-2017, όπως αυτή απορρέει από τις εμπιστευτικές τους εκθέσεις.

 

Για τον αιτητή, ο οποίος προσλήφθηκε στην Αρχή την 01.02.1996, διαπιστώθηκε ότι κατέχει Απολυτήριο Λυκείου, με Κατεύθυνση Πρακτική. Διαθέτει επίσης Δίπλωμα του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου (ΑΤΙ), στον Κλάδο Ναυτομηχανικής και διαθέτει επίσης το ακαδημαϊκό προσόν BSc Mechanical Engineering, από τo Frederick University. Πρόσθετα κατέχει πιστοποιητικά του City and Guilds of London Institute: Principles and Operation of Power Plant, Part I & II, Steam Turbine Operators. Είναι επίσης Μέλος του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ), στον Κλάδο Μηχανολογικής Μηχανικής.  Η δε βαθμολογημένη αξία του για τα έτη 2013-2017 είναι 36Α και 9Β+.

 

Για το Ε/Μ 1, ο οποίος προσλήφθηκε στην Αρχή την 01.07.1991, διαπιστώθηκε ότι κατέχει Απολυτήριο Τεχνικής Σχολής, στον Κλάδο Ηλεκτρολογίας, με Ειδίκευση Ηλεκτρικές Μηχανές και Εγκαταστάσεις. Κατέχει επίσης πιστοποιητικά του City and Guilds of London Institute: Principles and Operation of Power Plant, Part I & II, Boiler Operator’s Large Capacity Water Tube Boilers.  Η δε βαθμολογημένη αξία του για τα έτη 2013-2017 είναι 35Α και 10Β+.

 

Για το Ε/Μ 2, ο οποίος προσλήφθηκε στην Αρχή την 01.12.1991, διαπιστώθηκε ότι κατέχει Απολυτήριο Γυμνασίου, με Κατεύθυνση τις Θετικές Επιστήμες.  Διαθέτει επίσης Δίπλωμα του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου (ΑΤΙ), στον Κλάδο Ναυτομηχανικής και πιστοποιητικά του City and Guilds of London Institute: Principles and Operation of Power Plant, Part I & II και πιστοποιητικά του Hanseatic Marine Training School, σε θέματα Personal Survival Techniques και Fire Fighting.  Η δε βαθμολογημένη αξία του για τα έτη 2013-2017 είναι 35Α και 10Β+.

 

Ακολούθως, στη συνεδρία της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής κλήθηκε ο Γενικός Διευθυντής της Αρχής (εφεξής «ο Διευθυντής») για να υποβάλει τη σύστασή του, η οποία ήταν (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει) η ακόλουθη (ως καταγράφεται στα σχετικά πρακτικά):

«[…] Αξιολογώντας τους υπόλοιπους υποψηφίους, που παρουσιάζονται στον κατάλογο χρώματος λευκού, με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία που τους αφορούν και δη τους προσωπικούς τους φακέλους, κρίνω ότι όλοι τους, διαθέτουν τα προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα και πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλόλητας των κρινόμενων θέσεων.

Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις υπηρεσιακές τους εκθέσεις/φύλλα αξιολόγησης, με ιδιαίτερη έμφαση τα έτη 2013-2017.

Με βάση όλα τα προαναφερθέντα ενώπιον μου στοιχεία, συστήνω για προαγωγή, στις δύο κρινόμενες κενές θέσεις, τους [Μ.Μ.] και [Κ.Β.].

[…]

Έχω επίσης λάβει υπόψη μου, όλα τα προσόντα που διαθέτει ο κάθε ένας υποψήφιος, τόσο αυτά που προνοούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας όσο και τα πρόσθετα τους προσόντα ακαδημαϊκά και άλλα, όπως είναι καταχωρημένα στους προσωπικούς τους φακέλους και οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον μου και αν και δεν προνοούνται ρητά από το Σχέδιο Υπηρεσίας, εντούτοις τους δίδω τη δέουσα βαρύτητα.

 

Έλαβα επίσης υπόψη μου τα πιστοποιητικά του Hanseatic Marine Training School σε θέματα Personal Survival Techniques και Fire Fighting των […] [Κ.Β.] […], το οποίο προσόν δεν προνοείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, έχει όμως συνάφεια με την άσκηση των καθηκόντων της θέσης και του έδωσα τη δέουσα βαρύτητα.

 

Ως προς τη γενική αξία, όπως προκύπτει από τις υπηρεσιακές τους εκθέσεις/φύλλα αξιολόγησης κατά τα έτη 2013-2017, παρατηρώ ότι, οι συστηθέντες, είτε είναι ισοδύναμοι σε αξία με τους υπόλοιπους υποψηφίους, είτε υπερτερούν έναντι τους καθότι έχουν εξασφαλίσει συνολικά καλύτερη βαθμολογία κατά τα έτη 2013-2017, εκτός των Θεόδωρου Θεοδώρου, […], οι οποίοι κατά τα εν λόγω έτη, διαθέτουν 1Α περισσότερο, η διαφορά όμως αυτή είναι οριακή. Σημειώνω όμως ότι οι συστηθέντες υπερέχουν αισθητά σε αρχαιότητα στην Αρχή έναντι των Θεόδωρου Θεοδώρου, […]».

Ακολούθως, τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής αποφάσισαν ομόφωνα να συστήσουν στο Διοικητικό Συμβούλιο την προαγωγή των Ε/Μ αφού, ως καταγράφεται στα πρακτικά, αξιολόγησαν όλα τα ενώπιον τους στοιχεία που αφορούν τους υπό κρίση υποψήφιους, καθώς και τα κριτήρια προαγωγής στο σύνολό τους και αφού έλαβαν υπόψη τους τη σύσταση του Διευθυντή, με την οποία συμφώνησαν και υιοθέτησαν, αναφέροντας (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει) τα ακόλουθα:

 

«Παρατήρησαν επίσης ότι η απόδοση των συστηθέντων υποψηφίων χαρακτηρίζεται ως εξαιρετική. Ειδικότερα, οι άμεσοι προϊστάμενοι τους, αναφέρθηκαν σε ευρυτάτη πείρα στο Τμήμα Λειτουργίας του Ηλεκτροπαραγωγού Σταθμού. Συνεπώς στη βάση αυτής της σύστασης, η πείρα τους προκύπτει όχι μόνο να είναι της ίδιας ευρύτητας, αλλά και στο ίδιο αντικείμενο, χωρίς καμία διαφοροποίηση υπέρ οποιουδήποτε από τους εν λόγω υποψηφίους.

Τα Μέλη έλαβαν επίσης υπόψη τους, όλα τα προσόντα που διαθέτει ο κάθε ένας υποψήφιος, τόσο αυτά που προνοούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας όσο και τα πρόσθετα τους προσόντα ακαδημαϊκά και άλλα, όπως είναι καταχωρημένα στους προσωπικούς τους φακέλους και οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον τους και αν και δεν προνοούνται ρητά από το Σχέδιο Υπηρεσίας, εντούτοις τους έδωσαν τη δέουσα βαρύτητα.

Έλαβαν επίσης υπόψη μου τα πιστοποιητικά του Hanseatic Marine Training School σε θέματα Personal Survival Techniques και Fire Fighting των […] [Κ.Β.] […], το οποίο προσόν δεν προνοείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, έχει όμως συνάφεια με την άσκηση των καθηκόντων της θέσης και τους έδωσαν τη δέουσα βαρύτητα.

Ως προς τη γενική αξία, όπως προκύπτει από τις υπηρεσιακές τους εκθέσεις/φύλλα αξιολόγησης κατά τα έτη 2013-2017, τα Μέλη παρατήρησαν ότι, οι συστηθέντες, είτε είναι ισοδύναμοι σε αξία με τους υπόλοιπους υποψηφίους, είτε υπερτερούν έναντι τους καθότι έχουν εξασφαλίσει συνολικά καλύτερη βαθμολογία κατά τα έτη 2013- 2017, εκτός των Θεόδωρου Θεοδώρου, […], οι οποίοι κατά τα εν λόγω έτη, διαθέτουν 1Α περισσότερο, η διαφορά όμως αυτή είναι οριακή. Τα Μέλη σημείωσαν ακόμη ότι οι συστηθέντες υπερέχουν αισθητά σε αρχαιότητα στην Αρχή έναντι των Θεόδωρου Θεοδώρου, […]».

 

Ακολούθησε η συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 08.10.2019, κατά την οποία κλήθηκε για να προβεί στις συστάσεις και απόψεις του ο Διευθυντής, ο οποίος υιοθέτησε τη σύστασή του και επανέλαβε τα όσα ήδη εξέφρασε ενώπιον της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής.  Το Διοικητικό Συμβούλιο προχώρησε στη συνέχεια στη γενική αξιολόγηση και σύγκριση όλων των υποψηφίων και αποφάσισε ομόφωνα να προσφέρει προαγωγή στα Ε/Μ, λαμβάνοντας υπόψη, ως αναφέρεται στα πρακτικά, τις ομόφωνες συστάσεις και εισηγήσεις της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής, τη σύσταση του Διευθυντή, με την οποία συμφώνησε και υιοθέτησε και τα παραδεδεγμένα κριτήρια προαγωγής στο σύνολό τους.  Καταλήγοντας δε στην απόφαση υπέρ τη προαγωγής των Ε/Μ, το Διοικητικό Συμβούλιο επίσης επανέλαβε τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή ως προς την εξαιρετική απόδοση και την ευρύτατη πείρα των Ε/Μ, βάσει των σχολίων των άμεσα προϊστάμενών τους, τα προσόντα που διαθέτει ο κάθε υποψήφιος, προβλεπόμενα και πρόσθετα, ακαδημαϊκά και άλλα, στα οποία έδωσε τη δέουσα βαρύτητα, τη διαφορά του αιτητή στη γενική αξία βάσει των υπηρεσιακών εκθέσεων, την οποία χαρακτήρισε ως οριακή και την αισθητή υπεροχή των Ε/Μ έναντι του αιτητή σε αρχαιότητα.

 

Εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, ο αιτητής, διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του, προωθεί 5 λόγους ακύρωσης.  Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω: (1) πλάνης ως προς τα κριτήρια προαγωγής, (2) πάσχουσας σύστασης του Γενικού Διευθυντή λόγω έλλειψης νόμιμης αιτιολογίας και αντίθεσης με τα στοιχεία των φακέλων, (3) αναιτιολόγητης και αντίθετης με τα στοιχεία των φακέλων σύστασης της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής, η οποία αποφάσισε χωρίς δέουσα έρευνα, (4) έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής, και (5) έλλειψης δέουσας έρευνας αναφορικά με τα επιπρόσθετα προσόντα του αιτητή.

 

Σημειώνεται ότι οι εγερθέντες στη γραπτή αγόρευση του αιτητή λόγοι ακύρωσης λόγω πάσχουσας σύνθεσης της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής και μη τήρησης άρτιων πρακτικών της επίδικης συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου, αποσύρθηκαν κατά την ακρόαση.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει τους λόγους ακύρωσης και υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, εισηγούμενη ότι η Αρχή ενήργησε νόμιμα και εντός του πλαισίου της ορθής άσκησης των εξουσιών της, συνεκτιμώντας όλα τα κριτήρια επιλογής, έχοντας προηγουμένως διεξαγάγει δέουσα και εμπεριστατωμένη έρευνα.  Ο δε αιτητής απέτυχε, κατά την εισήγηση, να αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι των Ε/Μ.

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς θα πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι, ασκώντας αναθεωρητικό έλεγχο σε διαδικασία προαγωγών, το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση για την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου με την κρίση του αρμοδίου οργάνου, όταν η κρίση του οργάνου είναι εύλογα επιτρεπτή.  Η κάθε περίπτωση εξαρτάται και κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων και της εκάστοτε διεργασίας και αξιολόγησης που έγινε σε σχέση με τα κριτήρια προαγωγής (Ταντελές ν ΑΗΚ (2018) 3 Α.Α.Δ 791).

 

Το ερώτημα που θα πρέπει εν προκειμένω να απαντηθεί είναι κατά πόσον η καθ’ ης η αίτηση ενήργησε εντός των θεσμοθετημένων κριτηρίων και των θεμιτών πλαισίων της διακριτικής της ευχέρειας, στη βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης.  Με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία καταλήγω ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική.

 

Ειδικότερα, ο αιτητής στηρίζει όλους τους λόγους ακύρωσης που προωθεί στην κατ’ ισχυρισμό υπεροχή του σε βαθμολογημένη αξία και ακαδημαϊκά προσόντα, στην παραγνώριση αυτών και στην ανεπίτρεπτη απόδοση αποφασιστικής σημασίας στην υπεροχή των Ε/Μ σε αρχαιότητα.

 

Η οριακή υπεροχή, όμως, του αιτητή σε βαθμολογημένη αξία, ορθώς η κα Χρίστου επισημαίνει, ότι θεωρείται ως ουσιαστική ισοβαθμία και ως εκ τούτου δεν του προσδίδει υπεροχή. 

 

Στην απόφαση Χρίστος Κόκκινος ν ΑΗΚ, ΕΔΔ αρ. 63/17, ημερ. 24.10.2023 το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο[1], παραπέμποντας σε σχετικές προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επεσήμανε πως η προσέγγιση της νομολογίας «υποδεικνύει ότι μικρές διαφορές στις επιμέρους αξιολογήσεις έχουν κατ' επανάληψη κριθεί οριακές ώστε να παραμένει ουσιαστικά ισοδυναμία».

 

Επιπλέον, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, τα πρόσθετα, μη προβλεπόμενα από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντα, λαμβάνονται υπόψη κατά τρόπο που ούτε να αποδίδεται σ' αυτά υπερβολική βαρύτητα ώστε να υποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή, αλλά ούτε και να αξιολογούνται εντελώς οριακά ως να μην ήταν σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και να μην τους αποδίδεται οποιαδήποτε σημασία (Πούρος κ.α. ν. Χατζηστεφάνου κ.ά. (2001) 3 Α.Α.Δ. 374).  Σε κάθε όμως περίπτωση, τα επιπρόσθετα προσόντα παραμένουν πρόσθετα ασχέτως του αριθμού τους και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να υπερτονίζεται η κατοχή κάποιων προσόντων από υποψήφιο, με τρόπο που να αποδίδεται σ΄ αυτά μεγαλύτερη αξία ή βαρύτητα (Παπά ν Φραντζής, Αναθ. Έφεση αρ. 91/2014, ημερ. 25.02.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62).  Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η ειδική μνεία ενός πρόσθετου προσόντος και η συνεκτίμηση του με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης, αποδίδοντας σε αυτό «την ανάλογη βαρύτητα», συνιστά κρίση εντός της διακριτικής ευχέρειας του διορίζοντος οργάνου, που δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της λογικής αποτίμησης των προσόντων (Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 639, Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημοσίας Υπηρεσίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 8/2016, ημερ. 16/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:C56). 

 

Εν προκειμένω, τα Ε/Μ υπερέχουν ουσιωδώς σε αρχαιότητα και συνακόλουθη πείρα, είχαν υπέρ τους τη σύσταση του Διευθυντή και συστήθηκαν για προαγωγή, ως και ο αιτητής, από τον προϊστάμενο Διευθυντή των υποψηφίων ενώπιον της Επιτροπής Επιλογής.  Ως προς τα πρόσθετα προσόντα του αιτητή (αλλά και των άλλων υποψηφίων), τα οποία δεν προβλέπονται στο Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης ως πλεονέκτημα, από τα πρακτικά που παρατίθενται ανωτέρω, συνάγεται ότι αυτά δεν αγνοήθηκαν αλλά λήφθηκαν υπόψη σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, συνεκτιμήθηκαν με τα υπόλοιπα κριτήρια προαγωγής και ορθώς, βάσει της σχετικής νομολογίας, δεν τους αποδόθηκε αποφασιστικής σημασίας βαρύτητα.  

Στην απόφαση Μάριος Θεοφίλου ν ΕΔΥ, ΕΔΔ αρ. 92/2021, ημερ. 09.03.26 επισημάνθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Όσον αφορά το παράπονο του εφεσείοντα ότι η Επιτροπή δεν του απέδωσε υπεροχή έναντι του ΕΜ1, λόγω των προσθέτων προσόντων του, σημειώνεται ότι τα πρόσθετα προσόντα, από μόνα τους, δεν μπορούν να προσδώσουν σε ένα υποψήφιο υπεροχή. Διαφορετική αντιμετώπιση θα οδηγούσε σε απόδοση αυξημένης σημασίας σε μη προβλεπόμενα προσόντα μετατρέποντάς τα απαραδέκτως σε πλεονέκτημα αλλοιώνοντας έτσι το σχέδιο υπηρεσίας (Ρούσου ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 478, 485). Επιπλέον, ως έχει νομολογηθεί, δεν είναι δυνατόν ως θέμα γενικής αρχής να προσδιοριστεί εκ των προτέρων η όποια βαρύτητα ορισμένου στοιχείου κρίσης, εν προκειμένω των προσόντων, αλλά πρέπει να γίνονται συσχετισμοί στη βάση του συνόλου των δεδομένων της κάθε περίπτωσης (Δημοκρατία ν. Μιχαήλ (2008) 3 Α.Α.Δ. 341 και Γρουτίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ΑΕ 169/14, 170/14, 174/14, ημερομηνίας 1.11.2021). Ιδίως, μάλιστα, όταν ο επιλεγείς υπερέχει σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση η οποία κατά τη νομολογία, προσθέτει στην αξία τού κατά τα άλλα εξαίρετου υποψηφίου.».

 

Σχετική με την παρούσα είναι και η απόφαση Θεοδώρα Δημητρίου ν ΕΔΥ, ΕΔΔ αρ. 67/16, ημερ. 18.07.2023.  Βάσει των γεγονότων της υπόθεσης, η ΕΔΥ κατέληξε στην επιλογή του εκεί Ε/Μ, που υπερείχε σε αρχαιότητα και είχε υπέρ του τη σύσταση του Διευθυντή, ο οποίος έλαβε μεν υπόψη τον μεταπτυχιακό τίτλο της Εφεσείουσας, όπως και άλλων υποψηφίων που τον κατείχαν, πλην όμως κατέληξε ότι η υπεροχή του Ε/Μ σε αρχαιότητα, η οποία ήταν σαφής και προέκυπτε έκδηλα από τα στοιχεία των φακέλων, του έδιδε προβάδισμα.  Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση για απόρριψη της προσφυγής, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, έκρινε σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας υποστήριξε περαιτέρω, ότι παρεισέφρησε πλάνη των εφεσιβλήτων σε σχέση με τη σημασία που θα έπρεπε να αποδοθεί στο πρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν της εφεσείουσας, ενώ παράλληλα δόθηκε υπερβολική βαρύτητα σε μια απομακρυσμένη αρχαιότητα στην προ-προηγούμενη θέση, εννοώντας στη θέση Εξεταστή Τελωνείων 1ης Τάξης, στην οποία το Ε/Μ είχε προαχθεί την 15/1/1999.

 

Οι εφεσίβλητοι αντέκρουσαν τον σχετικό ισχυρισμό επιχειρηματολογώντας σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι βάσει της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, όταν αυτά δεν προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας ως πρόσθετο προσόν ή ως προσόν πλεονέκτημα, αποδίδεται η κατά την κρίση του αρμόδιου οργάνου δέουσα βαρύτητα. Συμπλήρωσαν δε ως προς το στοιχείο της αρχαιότητας, ότι δύναται να αποδοθεί βαρύτητα από το αρμόδιο διοικητικό όργανο και εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

 

Από το πρακτικό της επίδικης διοικητικής απόφασης, η οποία λήφθηκε κατά την επανεξέταση, προκύπτει ότι ο Διευθυντής δεν υπέπεσε σε καμία πλάνη σε σχέση με τα δεδομένα των υποψηφίων. Αναφέρθηκε ειδικά στην αρχαιότητα του Ε/Μ, σε τι αυτή αφορούσε, ειδικότερα ότι αυτή δεν αναγόταν στην προηγούμενη θέση στην οποία οι δύο υποψήφιοι είχαν προαχθεί την ίδια ημέρα (από 1/11/2021), αλλά και στην προηγούμενη αυτής θέση Εξεταστή Τελωνείων 1ης Τάξης, από την 15/1/1999. Στην θέση Εξεταστή Τελωνείων (όπως μετονομάστηκε η θέση Τελωνειακού Λειτουργού 2ης Τάξης) οι δύο υποψήφιοι προήχθησαν το μεν Ε/Μ την 1/12/1990, η δε εφεσείουσα την 1/4/1992. Θεώρησε την υπεροχή σε αρχαιότητα του Ε/Μ ως σαφή και προκύπτουσα έκδηλα από τα στοιχεία των φακέλων αφού προέκυψε μετά από προαγωγή και ήταν σε ανώτερες κλίμακες και ως εκ τούτου κατά τη κρίση του, προσέδωσε σε αυτή μεγαλύτερη σημασία ως κριτήριο προαγωγής, παρά στην κατοχή του πρόσθετου ακαδημαϊκού προσόντος της αιτήτριας, το οποίο είχε υπόψη του.

 

Συμφωνούμε με τους εφεσίβλητους, ότι ορθά αποφασίστηκε πρωτόδικα, ότι η επίδικη απόφαση είναι απόλυτα αιτιολογημένη. Τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΕΔΥ ενήργησαν εντός των πλαισίων της ευρείας διακριτικής τους ευχέρειας να επιλέξουν τον καταλληλότερο υποψήφιο με βάση τα δεδομένα ενώπιον τους. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπηρεσιακής κρίσης της διοίκησης και ούτε υποκαθιστά αυτήν με δική του απόφαση, ακόμη και αν το ίδιο με τα δεδομένα ενώπιον του θα κατέληγε σε διαφορετικά συμπεράσματα. Τούτο δε στο μέτρο που η επίδικη διοικητική απόφαση είναι αιτιολογημένη και εκτείνεται εντός των επιτρεπτών ορίων της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου. Σχετικές με το θέμα αυτό είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες μας παρέπεμψαν οι εφεσίβλητοι, Κορφιώτου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 18/2016, ημερομηνίας 24/05/2022 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 30/2015, ημερομηνίας 19/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:C472.».

 

 

Ως εκ τούτου, τόσο η σύσταση του Διευθυντή, όσο και η σύσταση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής, κρίνονται ως έγκυρες, αιτιολογημένες, το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και συνάδουσες με τα στοιχεία των φακέλων.  Νόμιμη, αιτιολογημένη, το αποτέλεσμα δικής του έρευνας και εντός της διακριτικής του ευχέρειας, κρίνεται και η τελική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.  Ορθώς δε η κα Χρίστου επισημαίνει πως, σύμφωνα με τη νομολογία, το γεγονός ότι η σύσταση του Διευθυντή έχει πανομοιότυπο κείμενο με την σύσταση της Συμβουλευτικής Υπεπιτροπής και της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου δεν μπορεί αφ' εαυτού να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι το Διοικητικό Συμβούλιο προχώρησε σε προαγωγή υπαλλήλου χωρίς έρευνα (Μιχάλη Φραντζή ν ΑΗΚ (2017) 3 ΑΑΔ 1).

 

Των ανωτέρω δοθέντων και επισημαίνοντας ότι, κατά πάγια νομολογιακή αρχή, το διορίζον όργανο, για να δικαιολογήσει την επιλογή του, δεν πρέπει να καταλήξει ότι ο διορισθείς υπερέχει έκδηλα των άλλων υποψηφίων, αλλά είναι ο προσφεύγων που βαρύνεται να αποδείξει δική του έκδηλη υπεροχή έναντι του επιλεχθέντος για διορισμό ή προαγωγή (Δημοκρατία κ.ά. και Άλλος ν. Mάριου Παπαχριστοδούλου κ.ά. (2002) 3 ΑΑΔ 329, Παπά ν Φραντζής, Αναθ. Έφεση αρ. 91/2014, ημερ. 25.02.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62, Θεοφάνης Λάμπρου ν Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 40/19, ημερ. 23.05.2024), καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για επιλογή των Ε/Μ ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη και αιτιολογημένη και δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Αρχής. 

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται.

 

Υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.800, πλέον ΦΠΑ.

 

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.

 



[1] Στη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του συμφώνως του άρθρου 23(3)(β)(i) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο