ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 2181/2022, 9/7/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 2181/2022, 9/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 2181/2022) (iJ)

9 Ιουλίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ,

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Αντριάνα Χαραλάμπους, για Ν. Μουκταρούδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Κυριακή Χριστοφή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Με την προσφυγή του, ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο, ακύρωση της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση που του γνωστοποιήθηκε με την επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου ημερομηνίας 26.9.2022, βάσει της οποίας αποκόπηκε και/ή συμψηφίστηκε το ποσό που επιδικάστηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, στα πλαίσια της υπόθ. αρ. 461/2015, ημερομηνίας 23.6.2022, με οφειλές φόρου εισοδήματος.

 

  Όπως αναφέρεται στα γεγονότα της αίτησης ακυρώσεως, ο αιτητής είναι συνταξιούχος, πρώην εργαζόμενος στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Ισραήλ, ως επιτόπιο προσωπικό, βάσει σύμβασης που είχε συνάψει με την Κυπριακή Δημοκρατία και την Πρεσβεία της Δημοκρατίας στο Ισραήλ. Με τη λήξη της συμφωνίας εργοδότησής του και/ή μετά την αφυπηρέτησή του, ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, την αίτηση με αρ. 461/2015, με την οποία ζητούσε οφειλόμενους μισθούς και εφάπαξ. Στις 23.6.2022, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του αιτητή, για το ποσό των €5.869,00 πλέον νόμιμο τόκο από 25.9.2015, πλέον €1.000 δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ.

 

  Όπως αναφέρεται στην Ένσταση, το Λογιστήριο της Νομικής Υπηρεσίας, κατά το στάδιο πληρωμής της εκδοθείσας αποφάσεως, έλαβε υπόψη του οφειλή του αιτητή προς το Τμήμα Φορολογίας και συγκεκριμένα οφειλή φόρου εισοδήματος, ποσού ύψους €10.528,47. Το προαναφερόμενο ποσό, προέκυψε από εισοδήματα που είχε λάβει ο αιτητής, για τα οποία όφειλε την καταβολή φόρου εισοδήματος, σε σχέση με τα έτη 1982 – 1989 και 1992 – 1995, φορολογίες που του γνωστοποιήθηκαν στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση που υπήρχε στο σύστημα του Τμήματος Φορολογίας.

 

  Το Λογιστήριο της Νομικής Υπηρεσίας, βάσει Εγκυκλίων του Γενικού Λογιστηρίου, προέβη σε συμψηφισμό του ποσού των €6.611,91 με την οφειλή του αιτητή προς το Τμήμα Φορολογίας. Η εν λόγω απόφαση, του γνωστοποιήθηκε με το έντυπο «Λεπτομέρειες Πληρωμής», ημερομηνίας 26.9.2022.

  Αποτέλεσε βασική θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του, πως η επίδικη απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, είναι αποτέλεσμα λανθασμένης ερμηνείας και εφαρμογής της νομολογίας και των Εγκυκλίων του Τμήματος Φορολογίας, αλλά και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου. Διατείνεται πως το εξ αποφάσεως ποσό που επιδικάστηκε στον αιτητή από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, αντιπροσωπεύει μισθούς που η Δημοκρατία όφειλε να του καταβάλει. Σύμφωνα με τις θέσεις του, η Δημοκρατία κατέβαλλε ανελλιπώς τους μισθούς του για όλα τα χρόνια της εργασίας του, χωρίς να του αποκόπτεται από αυτούς οποιοδήποτε ποσό, κάτι που θα μπορούσε η διοίκηση να το πράξει, σε σχέση με τους μηνιαίους μισθούς και να εισέπραττε με πιο ανώδυνο τρόπο τα οφειλόμενα ποσά.

 

  Υποστηρίζει πως η διοίκηση δεν ενήργησε καλή τη πίστη, αφού πέραν του ότι ανάγκασε τον αιτητή να λάβει δικαστικά μέτρα για να διεκδικήσει τα ποσά επί των μισθών του, το γεγονός αυτό, οδήγησε το κράτος στην αποκοπή των οφειλόμενων φόρων, σωρευτικά και συγκεκριμένα από το εξ αποφάσεως ποσό, κάτι που δεν θα έκανε, εάν του καταβάλλονταν μηνιαίως οι μισθοί του, κάτι που κατά τις θέσεις του, οδηγεί σε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και χρηστής διοίκησης.

 

  Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, αναφέρθηκε στο νομικό πλαίσιο που διέπει τη δυνατότητα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, να προβαίνει σε συμψηφισμό οφειλόμενων ποσών, κατά τη διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής. Αναφορά έγινε στις διατάξεις του περί Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας Νόμου, Ν. 38(Ι)/2014, καθώς και στον περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμου, Ν. 20(Ι)/2014, βάσει των οποίων προβλέπεται αυτή η δυνατότητα συμψηφισμού.

 

  Απορρίπτοντας τις θέσεις του αιτητή, τόνισε πως το Λογιστήριο της Νομικής Υπηρεσίας, είχε ενώπιον του απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και συνεπώς, γνώριζε πως το εξ αποφάσεως ποσό αφορούσε σε μισθούς, ενώ υπέβαλε πως ο αιτητής, δεν αμφισβητεί την ύπαρξη φορολογικών οφειλών, αλλά αντιθέτως, την παραδέχεται.

 

  Θα πρέπει να αναφερθεί πως κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων και με αναφορά στη δέσμια εξουσία της διοίκησης για εφαρμογή του Νόμου, προβλήθηκε ισχυρισμός περί αλυσιτέλειας της προσφυγής, δεδομένου του γεγονότος πως δεν εγέρθηκε ζήτημα αντισυνταγματικότητας της σχετικής νομοθεσίας και εξ΄αυτού, ακόμα και σε περίπτωση που η προσφυγή έχει επιτυχή κατάληξη, ο αιτητής δεν θα έχει οποιοδήποτε όφελος.

 

  Στις διατάξεις του άρθρου 13 του περί της Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Χρηματοοικονομικού Ελέγχου Νόμου, Ν. 38(Ι)/2014, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αναφέρονται τα εξής:- 

«13. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του εκάστοτε ισχύοντος περί Προϋπολογισμού Νόμου, ο Γενικός Λογιστής δύναται, κατά την κρίση του, κατά τη διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο να αποκόπτει οφειλόμενα ποσά προς οποιοδήποτε οικονομικό φορέα ή προς άλλο ειδικό ταμείο: Νοείται ότι, ο Γενικός Λογιστής, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, δύναται να ζητά και να λαμβάνει από οποιοδήποτε οικονομικό φορέα ή ειδικό ταμείο πληροφορίες και στοιχεία για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου» [1].

 

  Κατ΄ εφαρμογή της προαναφερθείσας νομοθετικής πρόνοιας, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, εξέδωσε την Εγκύκλιο με αρ. 1714, ημερομηνίας 20.11.2013, καθώς και Εγκύκλιο Σημείωμα Συμψηφισμού Αρ. 1, ημερομηνίας 26.6.2014, υπό τίτλο «Συμψηφισμός Εσόδων και Εξόδων της Δημοκρατίας», βάσει του οποίου γίνεται επεξήγηση της διαδικασίας διενέργειας συμψηφισμών.

 

  Όπως αναφέρεται, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, σε συνεργασία με το Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής, έχει ετοιμάσει Εφαρμογή Συμψηφισμού (ΕΦΑΡ.ΣΥ.), βάσει της οποίας, το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, η Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θα υποβάλλουν αρχεία με τους οφειλέτες τους, τα οποία θα εισάγονται σε ενιαία βάση δεδομένων. Ακολούθως, τα Λογιστήρια θα διερευνούν, με βάση τον αριθμό πιστωτή FIMAS, το κατά πόσον ο πιστωτής στον οποίο θα γίνει πληρωμή, οφείλει οποιαδήποτε ποσά στα προαναφερόμενα Τμήματα/Υπηρεσίες, ποσά τα οποία θα συμψηφίζονται, υπό τα όσα αναφέρονται στα διευκρινιστικά σημειώματα που εκδίδει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

 

  Στην προκείμενη περίπτωση, αποτελεί γεγονός, πως ο αιτητής δεν αμφισβητεί την ύπαρξη φορολογικών οφειλών, ήτοι φόρου εισοδήματος από το έτος 1982, ως ο ίδιος αναφέρει και στη γραπτή του αγόρευση. Αυτό το οποίο αμφισβητεί είναι τη δυνατότητα του Λογιστηρίου, να προβεί σε συμψηφισμό των φορολογικών οφειλών, με ποσά μισθών που έχει να λαμβάνει, μισθός που κατά τις εισηγήσεις, προστατεύεται.

 

  Παρόλα αυτά, στις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 13 του Ν. 38(Ι)/2014, δεν γίνεται οποιαδήποτε διαφοροποίηση σε σχέση με την «πληρωμή» που πρέπει να γίνει από το Κράτος προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ούτε γίνεται αναφορά στη φύση του ποσού/πληρωμής που το Κράτος οφείλει να καταβάλει, ούτε και προνοούνται οποιεσδήποτε εξαιρέσεις. Αντιθέτως, στις προαναφερόμενες διατάξεις, γίνεται αναφορά σε δυνατότητα του Γενικού Λογιστή για συμψηφισμό «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου […]».

 

  Όπως πολύ ορθά εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας, από τη στιγμή που ο αιτητής δεν προβάλλει οποιοδήποτε λόγο αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένης διάταξης του προαναφερθέντος Νόμου, δεδομένης και της μη αμφισβήτησης των εν λόγω φορολογικών οφειλών, αλλά και της ύπαρξης αυτής της νομοθετικής εξουσίας εκ μέρους του Γενικού Λογιστή, ο αιτητής δεν έχει τίποτε να ωφεληθεί σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής του.

 

  Τούτο, διότι εκ του Νόμου, ο Γενικός Λογιστής έχει εξουσία, κατά την κρίση του, κατά την διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής, να αποκόψει οφειλόμενα προς το κράτος ποσά. Εάν τα ποσά τα οποία συμψηφιστήκαν αφορούσαν σε μισθούς ή/και σε εξ αποφάσεως οφειλόμενους μισθούς, αυτό είναι αδιάφορο, καθότι δεν τίθεται καμία εξαίρεση από τη σχετική νομοθεσία, η οποία και εφαρμόζεται, παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου.

 

  Δεν έχει υποδείξει ο αιτητής που στηρίζει τη θέση του και πως θα τον ωφελήσει η προβολή ισχυρισμού πως το Κράτος έπρεπε να αποκόπτει τα οφειλόμενα ποσά φόρου εισοδήματος από τις μηνιαίες μισθοδοσίες του και όχι από το συνολικό εξ αποφάσεως ποσό που του επιδικάστηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται αντιφατικός και προβάλλεται, μάλιστα και αλυσιτελώς.

 

  Στο σύγγραμμα του Δ. Θ. Πυργάκη «Το έννομο συμφέρον στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας» Νομική Βιβλιοθήκη (2017) στη σελ. 42, αναφέρεται ότι η συνδρομή της υποκειμενικής προϋπόθεσης του εννόμου συμφέροντος, αφορά την ωφέλεια που έχει ο αιτητής από την ακύρωση της πράξης, αφού δεν νοείται να ακυρωθεί μία διοικητική απόφαση, προς χάρη προσώπου που δεν έχει κατά νόμο τίποτε να ωφεληθεί από την ακύρωση αυτή. Και όπως αναφέρεται στην ίδια σελίδα, «[…] άνευ εννόμου συμφέροντος προσβάλλεται πράξη, όταν ο αιτών δεν ωφελείται εκ της ευθείας ακυρώσεώς της [ΣτΕ 1953/1981, πρβλ. ΣτΕ Ολ3292/2005, 2686/2013].»

 

Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 49 και επ. αναφέρονται και τα εξής σχετικά:-

«Η αλυσιτέλεια είναι μορφή ελλείψεως εννόμου συμφέροντος λόγω ελλείψεως ωφελείας από την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Από τη νομολογία δεν προκύπτει κάποιο κριτήριο διακρίσεως μεταξύ αλυσιτελούς αιτήσεως ακυρώσεως και άνευ εννόμου συμφέροντος ασκούμενης αιτήσεως ακυρώσεως λόγω ελλείψεως ωφελείας εκ της ακυρώσεως της προσβαλλόμενης πράξεως. Για λόγους πρακτικούς μπορεί να υποστηριχθεί ότι νοητές είναι οι εξής περιπτώσεις:

α) […]

β) Από την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης δεν προκύπτει καμία ωφέλεια για τον αιτούντα. […]

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω σκέψεων, γενικώς, η νομολογία έχει προχωρή­σει στις εξής παραδοχές: Σύμφωνα με βασικό κανόνα που διέπει την ακυρωτική δίκη, η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται μόνον εάν η ακύρωσή της είναι λυσιτελής για τον αιτούντα, εάν δηλαδή θεραπεύει, τουλάχιστον για τον εφεξής χρόνο, την βλάβη που προκαλεί στα έννομα συμφέροντά του η πράξη αυτή [ΣτΕ 2068/2008, 4022/2006].

Ως αλυσιτελής, χαρακτηρίζεται επομένως η αίτηση ακυρώσεως, η οποία ακόμη και αν γίνει δεκτή δεν πρόκειται να οδηγήσει σε δικαίωση και ικανοποίηση του αιτούντος και επομένως ο αιτών δεν θα έχει καμία ωφέλεια από την ακύρωση της πράξης. Αυτό μπορεί να είναι συνέπεια της εν τω μεταξύ διαφορετικής γενικής νομοθετικής ρύθμισης του θέματος [ΣτΕ Ολ 3167-3168/2014, 1418/2013 7μ., Ολ 1372/2013] ή αλλαγής νομικών προϋποθέσεων στο πρόσωπο του αιτούντος ή στο επίδικο αντικείμενο.[2]»

 

  Όμοια, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 213/2019, Λουκά ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11.11.2024.

 

  Εξάλλου, τέτοια αρμοδιότητα του Γενικού Λογιστή, όπως προνοείται στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, είναι δέσμια, εφόσον εκκρεμούν προς το Κράτος οφειλές. Εν προκειμένω, το Λογιστήριο της Νομικής Υπηρεσίας, αφ΄ης στιγμής είχε διαπιστώσει από το σύστημα ΕΦΑΡ.ΣΥ., πως ο αιτητής είχε εκκρεμότητες οφειλών φόρου εισοδήματος επί σειρά, μάλιστα, ετών (1982 – 1989 και 1992 – 1995), όφειλε να εφαρμόσει τις νομοθετικές διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 38(Ι)/2014 και να τις αποκόψει από το ποσό που θα κατέβαλλε προς τον αιτητή.

 

  Δεν βρίσκω έρεισμα στις αιτιάσεις του αιτητή, ενώ δεν έχω διαπιστώσει ούτε παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, αφ’ ης στιγμής το Κράτος μερίμνησε προς εξασφάλιση των οφειλών του αιτητή, ούτε και εντοπίζω να υπήρξε παράβαση της αρχής της ισότητας, ισχυρισμό που ο αιτητής δεν ανέπτυξε με την απαιτούμενη εξειδίκευση, μη δίδοντας άλλες όμοιες περιπτώσεις στις οποίες υπήρξε διαφορετική μεταχείριση.

  Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη.

 

  Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.                 

 

 

                       

 

                   Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.

 

 



[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.

[2] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο