ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 47/2019)
31 Ιουλίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Σ. Σ.
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Καθ’ ου η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Α. Ανδρέου, δικηγόρος για τον αιτητή.
Σ. Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τον καθ’ ου η αίτηση.
Δικαστήριο: Λόγω αναφοράς σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του αιτητή κρίνεται ότι υπερέχει της αρχής της δημοσιότητας, η ανάγκη για ανωνυμοποίηση της απόφασης προς διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων του αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής επιζητεί την ακόλουθη θεραπεία:
«Α. Διακήρυξη και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση και/ή πράξη του Αρχηγού Αστυνομίας, Καθ’ ού η Αίτηση, ότι η πράξη και/ ή όλη η συμπεριφορά του Αιτητή, κατά τη διάρκεια εντεταλμένου καθήκοντος, κατά την 13ην Μαΐου 2013, κατά τη διάρκεια απόπειρας ληστείας σε φούρνο στη Λακατάμεια, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να αποτραπεί η ληστεία, να διασωθεί από κίνδυνο η ζωή των εργαζομένων στον εν λόγω φούρνο και του ιδίου, ως επίσης και περιουσία, η οποία ωστόσο στοίχισε τη ζωή του δράστη δεν αποτελεί περίπτωση ανδραγαθίας με προαγωγή στον επόμενο βαθμό από την ημερομηνία που έλαβε χώρα το περιστατικό, αλλά περίπτωση για την οποία μπορεί να του απονεμηθεί από τον Αρχηγό Αστυνομίας, μία εκ των τιμών που δύναται να απονεμηθούν με εισήγηση του Μόνιμου Εξεταστικού Συμβουλίου, και για την οποία η ο Αιτητής έλαβε γνώση στις 12/11/2018, με προσωπική επίδοση της απόφασης του Αρχηγού Αστυνομίας, διά επιστολής ημερομηνίας 1/11/2018, που υπογράφει ο Βοηθός Αρχηγός (Δ) Χ. Μ, για Αρχηγό Αστυνομίας, από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας, Ανώτερο Αστυνόμο Ν. Σ., είναι άκυρη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.»
Το ζήτημα της επ’ ανδραγαθίας προαγωγής προβλέπεται στον Κανονισμό 10 των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών ΚΔΠ 214/2004, τον οποίο παραθέτω, ως εδώ ενδιαφέρει, για σκοπούς συνολικής κατανόησης των πράγματων:
«10(1) Ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες διατάξεις των παρόντων Κανονισμών, Αρχηγός, με έγκριση του Υπουργού, δύναται να προαγάγει μέλος της Δύναμης για ανδραγαθία στον αμέσως επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχει και μέχρι το βαθμό Ανώτερου Υπαστυνόμου, έστω και αν το μέλος αυτό δεν κατέχει τα προσόντα που απαιτούνται για προαγωγή του.
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού, ο όρος «ανδραγαθία» σημαίνει πράξη που θέτει σε πραγματικό κίνδυνο τη ζωή του μέλους που την εκτελεί και η οποία λόγω του επικίνδυνου του χαρακτήρα της υπερβαίνει τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων και υποχρεώσεων του, όπως αυτά καθορίζονται στον περί Αστυνομίας Νόμο και τους εκάστοτε ισχύοντες περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς:
Νοείται ότι η ανδραγαθία διαπιστώνεται μετά από έκθεση γεγονότων του υπεύθυνου της μονάδας ή του κατά τόπον ή καθ΄ ύλην υπεύθυνου Αστυνομικού Διευθυντή και αιτιολογείται ειδικά.
(3) Προαγωγή με βάση την παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού διενεργείται χωρίς καθυστέρηση και, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία που εκτελέστηκε η πράξη ανδραγαθίας.»
Ο αιτητής προσλήφθηκε στην Αστυνομία στις 29.12.1997 ως αστυφύλακας και από τις 22.12.2017 φέρει το βαθμό του Λοχία.
Τα γεγονότα του τραγικού συμβάντος που έλαβαν χώρα στις 13.5.2013 καταγράφονται με γλαφυρότητα στην έκθεση του αρμόδιου Υπαστυνόμου και Υπεύθυνου Κλιμάκιου ΤΑΕ Λευκωσίας, δεν αμφισβητούνται και από αυτά προκύπτει ότι από τα μέσα του 2012 μέχρι τον Απρίλιο του 2013 παρατηρήθηκε αυξημένο κύμα ληστειών σε πρατήρια φούρνων συγκεκριμένης εταιρείας στη Λευκωσία. Ως εκ τούτου και κατόπιν οδηγιών του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας, αποφασίστηκε η εφαρμογή Ειδικού Σχεδίου λήψης μέτρων ασφαλείας στα πρατήρια της εν λόγω εταιρείας και τέθηκαν σε ενεδρευτικό καθήκον μέλη της αστυνομίας που υπηρετούσαν σε συγκεκριμένα τμήματα.
Οι επί καθήκοντι αστυνομικοί έφεραν τον απαραίτητο εξοπλισμό όπως καθοριζόταν στη διαταγή επιχείρησης και γνώριζαν την περιγραφή του δράστη, τον τρόπο δράσης του αλλά και τον εξοπλισμό που αυτός έφερε. Είχαν δε οδηγίες ότι προείχε η προστασία των ιδίων αλλά και του κοινού. Ο αιτητής, ο οποίος υπηρετούσε στο Κλιμάκιο Πληροφοριών του T.A.E και συμμετείχε σ’ αυτό το ειδικό καθήκον, είχε οριστεί ως ο επί καθήκοντι αστυνομικός για τη φρούρηση συγκεκριμένου πρατηρίου στις 13.5.2013. Κατά τη διάρκεια του καθήκοντος του και περί τις 4:00 π.μ, ο αιτητής εντόπισε ένα πρόσωπο να κινείται ύποπτα στην περιοχή του πρατηρίου. Ακολούθως ο δράστης έχοντας καλυμμένο το κεφάλι του και κρατώντας μαχαίρι τριάντα (30) εκ. περίπου τύπου «μπαλντά» εισήλθε εντός του πρατηρίου και κατευθύνθηκε προς το ταμείο όπου υπό την απειλή μαχαιριού επιχείρησε να προβεί σε ληστεία.
Ο αιτητής παρόλο που προσπάθησε να αποτρέψει το δράστη προτάσσοντας το υπηρεσιακό του πιστόλι καλώντας συνάμα το δράστη να αφήσει το μαχαίρι αναφέροντας του την ιδιότητά του, ο τελευταίος δεν έδειχνε καμία πρόθεση να παραδοθεί ή να συμμορφωθεί με τις αστυνομικές οδηγίες. Αντιθέτως και παρά τις λεκτικές προειδοποιήσεις κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του αιτητή προσπαθώντας να τον μαχαιρώσει στην κοιλιακή χώρα, στάση την οποία συνέχιζε να έχει ακόμα και μετά τους προειδοποιητικούς πυροβολισμούς, με αποτέλεσμα τον εν τέλει θανάσιμο τραυματισμό του δράστη από πυροβολισμό. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στη σχετική έκθεση ο αιτητής ενημέρωσε αμέσως το ΚΕΜ ζητώντας βοήθεια και ασθενοφόρο.
Ακολούθως ο τότε Ανώτερος Αστυνόμος και Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας και κατ’ επίκληση των προβλεπόμενων στους σχετικούς Κανονισμούς και στον Περί Αστυνομίας Νόμο, υπέβαλε με την επιστολή του ημερομηνίας 20.9.2013 σχετική εισήγηση στον Αρχηγό Αστυνομίας για επ' ανδραγαθία προαγωγή του αιτητή. Στην επιστολή αυτή, η οποία συνοδευόταν από την έκθεση του αρμόδιου Υπαστυνόμου και Υπεύθυνου Κλιμάκιου ΤΑΕ Λευκωσίας, αναγράφονταν με λεπτομέρεια τα γεγονότα που επισυνέβησαν, τα οποία, ως ρητώς σημειώνετο, επιβεβαιώνονταν πλήρως από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο ήταν εγκατεστημένο στο συγκεκριμένο χώρο. Κατέληγε δε ως ακολούθως:
« Εισήγηση για επ΄ανδραγαθία προαγωγή
του Αστ.2268 Σ. Σ.
[….]
4.Ο Α/Αστ.[.] Σ. Σ, οποίος υπηρετεί στο Κλιμάκιο Πληροφοριών του ΤΑΕ Λ/σιας από τις 20/09/2012, έχει κατ' επανάληψη επιδείξει αφοσίωση στο καθήκον, πρόκειται για ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης και έχει προταθεί αρκετές φορές για παραχώρηση Ηθικής και Υλικής Αμοιβής, παίρνοντας συγχαρητήρια για δύο υποθέσεις ναρκωτικών το 2009 και το 2011 καθώς και για την σύλληψη προσώπου, το οποίο καταζητείτο για σωρεία αδικημάτων από το ΤΑΕ το 2012. (Σχετικές επιστολές επισυνάπτονται)
5.Τέτοια μέλη εξυψώνουν το κύρος της Αστυνομίας και αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση και για υπόλοιπους, σε δύσκολες περιόδους όπου τα κίνητρα των Αστυνομικών έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο.
6. ![]()
![]()
![]()
Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι η ζωή του Α/Αστ.[.] τέθηκε σε πραγματικό κίνδυνο, αφού η πράξη του, λόγω της επικινδυνότητας του χαρακτήρα της, υπερβαίνει τα όρια της συνήθους εκτέλεσης των καθηκόντων και υποχρεώσεων του εισηγούμαι την επ' ανδραγαθία προαγωγή του με βάση τον Περί Αστυνομίας Νόμο και τους ισχύοντες Περί Αστυνομίας (Γενικούς) Κανονισμούς. Να σημειωθεί ότι η παρούσα έκθεση γίνεται εκτός των χρονικών πλαισίων των δύο μηνών από την εκτέλεση της πράξης ανδραγαθίας, καθώς αναμένετο η απόφαση των ποινικών ανακριτών τους οποίους όρισε ο Γεν. Εισαγγελέας, οι οποίοι στις παρατηρήσεις της έκθεσης τούς αναφέρουν ότι «Ο Α/ Αστ.[.] συμμορφώθηκε πλήρως με τις πρόνοιες του Νόμου της Δημοκρατίας και τις οδηγίες των Αστυνομικών Διατάξεων και δεν μπορεί να του αποδοθεί οποιαδήποτε ποινική ή πειθαρχική ευθύνη για το τραγικό αυτό συμβάν».
Για ενημέρωση και τις δικές σας ενέργειες παρακαλώ.»
Ο Αρχηγός της Αστυνομίας με χειρόγραφη σημείωση του ημερομηνίας 26.9.2013 αποφάσισε όπως το όλο ζήτημα παραπεμφθεί στο Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο για να εξεταστεί στα πλαίσια των εξουσιών του ήτοι στην ουσία να εξεταστεί το ενδεχόμενο απονομής στον αιτητή τιμής άλλης από την επ’ ανδραγαθία προαγωγή. Ως εκ τούτου στις 7.11.2013 ζητήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας όπως υποβάλει συγκεκριμένη εισήγηση σχετικά με τον αιτητή που να εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Μόνιμου Εξεταστικού Συμβουλίου.
Ωστόσο ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας με σημείωμα του ημερομηνίας 27.11.2013 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας απάντησε ότι η θέση του παραμένει η ίδια και ότι εμμένει στην αρχική εισήγηση του για επ΄ ανδραγαθία προαγωγή του αιτητή, ως αυτή καταγράφεται στην επιστολή του ημερομηνίας 20.9.2013 καθώς και ότι ο μόνος αρμόδιος για να εξετάσει ζήτημα επ’ ανδραγαθίας προαγωγής είναι ο Αρχηγός Αστυνομίας δυνάμει του Κανονισμού 10 των Περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών ΚΔΠ 214/04.
Στις 9.12.2013 ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας με χειρόγραφο σημείωμα του επί του εν λόγω σημειώματος του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας απευθυνόμενος προς τον Πρόεδρο του Μόνιμου Εξεταστικού Συμβουλίου και αφού κατέγραψε πρώτα ότι σύμφωνα με το άρθρο 17Α του Περί Αστυνομίας Νόμου N.73(Ι)/04 και του Κανονισμού 10 των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών ΚΔΠ 214/04 η επ΄ ανδραγαθία προαγωγή διενεργείται από τον Αρχηγό Αστυνομίας με την έγκριση του Υπουργού και δεν υποβάλλεται στο Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο, έκρινε ότι δεν δικαιολογείται η επ΄ ανδραγαθία προαγωγή του αιτητή, παρόλο που ως κατέγραψε αναγνώριζε τόσο τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε αλλά και τον τρόπο που χειρίστηκε το όλο θέμα. Σημείωσε δε και τα ακολούθα: «Σημαντικό κριτήριο για την απόφαση μου αυτή ήταν το γεγονός ότι ο Αστ[.] είχε πάρει ρητές οδηγίες να εκτελέσει το πιο πάνω καθήκον το οποίο αποδεδειγμένα εκτέλεσε πάρα πολύ καλά. Ωστόσο φαίνεται ότι δεν έκαμε τίποτε πέραν του καθήκοντος του ανεξάρτητα αν τέθηκε η ζωή του σε κίνδυνο. Ο κίνδυνος μικρός ή μεγάλος εμπερικλείεται σε όλα σχεδόν τα υπηρεσιακά καθήκοντα της Αστυνομίας.»
Είναι δε εκατέρωθεν παραδεκτό ότι στον αιτητή ουδέποτε κοινοποιήθηκε η πιο πάνω απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας.
Ακολούθησε επιστολή του αιτητή ημερομηνίας 17.12.2013 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας στην οποία μεταξύ άλλων σημείωνε ότι εξακολουθούσε εδώ και οκτώ μήνες να αναμένει την απόφαση του. Τα ίδια εν πολλοίς επαναλάμβανε ο αιτητής και δια της επιστολής του ημερομηνίας 27.12.2013 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας δια της οποίας αιτείτο προσωπική ακρόαση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Με χειρόγραφη σημείωση του ημερομηνίας 31.12.2013, η οποία τέθηκε επί της πιο πάνω επιστολής του αιτητή, ο Αρχηγός Αστυνομίας έδιδε οδηγίες όπως ενημερωθεί ο αιτητής ότι το ζήτημα του θα τεθεί υπόψη του Γενικού Εισαγγελέα για λήψη γνωμάτευσης ήτοι αναφορικά με το κατά πόσο οι πράξεις και η συμπεριφορά του ανάγονται σε ανδραγαθία όπως αυτή προβλέπεται στον περί Αστυνομίας Νόμο και στους σχετικούς Κανονισμούς.
Στις 7.1.2014 ο Αρχηγός Αστυνομίας απέστειλε επιστολή στη Νομική Υπηρεσία ζητώντας γνωμάτευση επί του κατά πόσο η συνολική δράση και συμπεριφορά του αιτητή κατά τις 13.5.2013 αναγόταν σε ανδραγαθία. Σημείωνε δε ο Αρχηγός Αστυνομίας ότι σε περίπτωση καταφατικής απάντησης θα έπρεπε να πληροφορηθεί κατά πόσο νομιμοποιείται να προβεί στην επ΄ανδραγαθία προαγωγή του αιτητή δοθέντος ότι ένεκα της διεξαγωγής έρευνας από ποινικούς ανακριτές παρήλθε το χρονικό περιθώριο των δύο μηνών που προνοείται στο σχετικό Κανονισμό καθώς και ότι είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή ο Ν.21(Ι)2013 που απαγόρευε την πλήρωση κενών θέσεων στο Δημόσιο και Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα.
Στις 10.7.2014 ο αιτητής με επιστολή του ίδιας ημερομηνίας αιτείτο τη λήψη απόφασης από τον Αρχηγό καθότι ως κατέγραφε εκκρεμούσε ακόμη η εξέταση της εισήγησης του Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λευκωσίας για επ’ ανδραγαθία προαγωγή του.
Τα ίδια δε επαναλαμβάνονταν εκ του αιτητή και στην επιστολή του ημερομηνίας 14.1.2016 δια της οποίας αιτείτο συνάντηση με τον Αρχηγό Αστυνομίας.
Με γνωμάτευση του ημερομηνίας 1.2.2016 ο Γενικός Εισαγγελέας σημείωνε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 10(2) των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών το εάν ένα περιστατικό εμπίπτει στον όρο ανδραγαθία διαπιστώνεται μετά από έκθεση γεγονότων του καθ΄ ύλην υπεύθυνου αστυνομικού Διευθυντή καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ο Αστυνομικός Διευθυντής να εισηγήθηκε την επ΄ ανδραγαθία και ο Αρχηγός Αστυνομίας να διαφώνησε. Σύμφωνα δε με τη γνωμάτευση η κρίση του τι αποτελεί ανδραγαθία είναι θέμα ουσίας και αποτελεί αρμοδιότητα της Αστυνομίας η οποία φαίνεται να αποφάσισε περί τούτου, τον δε τελικό λόγο, ως επισημαίνετο, τον έχει ο Αρχηγός Αστυνομίας. Περαιτέρω σημειώνετο ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 10 (3) η προαγωγή πρέπει να διενεργειται άμεσα και δη το αργότερο εντός δυο μηνών από την ημερομηνία που εκτελέστηκε η πράξη και συνεπώς το ζήτημα φαινόταν ως εκπρόθεσμο παρόλο που αυτό δεν ήταν εξ υπαιτιότητας του αιτητή.
Σε επιστολή ημερομηνίας 12.4.2016 που αποστάληκε προς το Γενικό Εισαγγελέα ο Αρχηγός Αστυνομίας ανέφερε ότι είχε την άποψη ότι εφόσον είχαν παρέλθει οι δύο μήνες που προβλέπονται στον σχετικό Κανονισμό, ο Αρχηγός Αστυνομίας «δεν νομιμοποιείται να εξετάσει την επ' ανδραγαθία προαγωγή του αιτήτη».
Με γνωμάτευση του ημερομηνίας 21.6.2016 ο Γενικός Εισαγγελέας και αφού επανέλαβε ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν οφείλετο και δεν ήταν εξ΄ υπαιτιότητας του ίδιου του αιτητή, επεξηγούσε ότι τούτο σήμαινε ότι σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης που πρέπει να διέπει τη συμπεριφορά της διοίκησης προς τους διοικούμενους, ο Αρχηγός Αστυνομίας μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να κάνει δεκτό το αίτημα αυτό.
Λόγω της πενταετούς εκκρεμότητας του ζητήματος- και αφού είχε ήδη διοριστεί νέος Αρχηγός Αστυνομίας- ο αιτητής απέστειλε στις 16.5.2018 νέα επιστολή για ακρόαση του από τον Αρχηγό Αστυνομίας αναφέροντας εκ νέου ότι ακόμη δεν του έχει κοινοποιηθεί καμία απάντηση αναφορικά με την εισήγηση του τέως Ανώτερου Αστυνομικού Διευθυντή και νυν Υπαρχηγού για επ΄ ανδραγαθία προαγωγή του.
Στις 13.9.2018 ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας ζήτησε νέα γνωμάτευση, τρίτη κατά σειρά, από τη Νομική Υπηρεσία αφού όπως ανέφερε προέκυπτε ότι οι δυο προηγούμενες γνωματεύσεις που δόθηκαν συγκρούονταν. Ζητούσε δε όπως έχει τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο νομιμοποιείται να χειριστεί το θέμα λαμβανομένου, ως ανέφερε, υπόψη δυο παραμέτρων ήτοι ότι είχε παρέλθει η εκ του Νόμου προθεσμία για επ’ ανδραγαθία προαγωγή και ότι ο προηγούμενος Αρχηγός Αστυνομίας είχε απορρίψει το αίτημα για επ’ ανδραγαθία προαγωγή παραπέμποντας το στο Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο, το οποίο, ως αναφέρετο, αποφάσισε όπως του παραχωρήσει άλλη ηθική ή υλική αμοιβή.
Η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 25.9.2018 είχε ως ακολούθως:
«Παρατηρώ ότι, για το θέμα ήδη λήφθηκε απόφαση από τον τέως Αρχηγό Αστυνομίας, για το ότι η πράξη δεν ανάγεται σε ανδραγαθία και παραπέμφθηκε στο Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο που έλαβε και απόφαση παραχώρησης άλλης ηθικής ή υλικής αμοιβής. Οι αποφάσεις αυτές φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και δεν φαίνεται να έχουν ποτέ αμφισβητηθεί με ένδικο μέσο.
Επομένως, δεν βλέπω να τίθεται το όποιο θέμα ανάκλησης και επανεξέτασης της ληφθείσας απόφασης από τον τέως Αρχηγό Αστυνομίας.»
Στις 11.10.2018 Αξιωματικός της Αστυνομίας απέστειλε εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας επιστολή στη Νομική Υπηρεσία στην οποία αναφερόταν ότι εκ παραδρομής στην αποσταλθείσα επιστολή ημερομηνίας 13.9.2018 καταγράφηκε ότι το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο αποφάσισε την παραχώρηση άλλης ηθικής ή υλικής αμοιβής στον αιτητή. Αποσαφηνιζόταν δε ότι «παρόλο που ο τέως Αρχηγός Αστυνομίας απέρριψε το αίτημα για επ’ ανδραγαθία προαγωγή και το παρέπεμψε στο Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο, εντούτοις αυτό δεν έχει πάρει οποιαδήποτε απόφαση μέχρι σήμερα, καθότι εκκρεμούσε το αίτημα της επ’ ανδραγαθία προαγωγής του στη Νομική Υπηρεσία. Ως εκ τούτου το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα.» Ζητείτο δε πληροφόρηση κατά πόσο τα αναφερόμενα δεδομένα, διαφοροποιούσαν τη δοθείσα άποψη της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 25.9.2018.
Με επιστολή του ημερομηνίας 26.10.2018 ο Γενικός Εισαγγελέας υπόμνησε ότι δεν διαφοροποιείται η δοθείσα απάντηση του και ότι η απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας είναι ανεξάρτητη από την μετέπειτα εξέταση του θέματος από το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο.
Ακολούθησε η κοινοποίηση στον αιτητή της επιστολής του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 1.11.2018, δια της οποίας ο αιτητής ενημερωνόταν ότι σύμφωνα με τη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα ο τέως Αρχηγός Αστυνομίας έλαβε απόφαση ότι η πράξη του δεν ανάγεται σε ανδραγαθία και ότι η απόφαση αυτή φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας και δεν τίθεται ζήτημα ανάκλησης και επανεξέτασης της ληφθείσας απόφασης του τέως Αρχηγού. Ως εκ τούτου, πληροφορείτο ο αιτητής ότι το αίτημα για επ΄ ανδραγαθία προαγωγή δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί και ότι το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο θα ενημερώνετο για να επιληφθεί το θέμα απονομής ηθικής ή υλικής αμοιβής.
Σημειώνεται και για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων ότι μετά από εισήγηση του Μόνιμου Εξεταστικού Συμβούλιο στον αιτητή απονεμήθηκε στις 28.11.2018 Μετάλλιο Αξίας και Τιμής Γ Τάξης.
Με τη γραπτή και απαντητική του αγόρευση η πλευρά του αιτητή υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, αντίθετη στο σχετικό Νόμο και Κανονισμούς, λήφθηκε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης καθώς και ότι συνιστά προϊόν νομικής και πραγματικής πλάνης. Αποτέλεσε βασική θέση του αιτητή επί της οποίας στήριξε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ότι και ενώ αρχικώς ο τέως Αρχηγός Αστυνομίας δεν συμφώνησε με την εισήγηση του Αστυνομικού Διευθυντή για επ’ ανδραγαθία προαγωγή του αιτητή, εντούτοις ουδέποτε κοινοποίησε την αρχική του αυτή απόφαση στον αιτητή. Έχοντας μάλιστα, συνεχίζει ο αιτητής, αμφιβολία για την ορθότητα της εν λόγω απόφασης όχι μόνο δεν την κοινοποίησε στον αιτητή αλλά προφανώς, αναθεωρώντας την, ζήτησε γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία αναφορικά με το κατά πόσο η πράξη του αιτητή συνιστούσε ανδραγαθία καθώς και εάν συνιστούσε κώλυμα για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της επ’ ανδραγαθίας προαγωγής του το γεγονός ότι παρήλθαν οι δύο μήνες από την τέλεση της πράξης. Τονίζει δε ότι τόσο η χειρόγραφη καταγραφή του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 31.12.2013 επί της επιστολής του αιτητή ημερομηνίας 17.12.2013 για ενημέρωση του αιτητή ότι θα ληφθεί γνωμάτευση όσο και η συναφής επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα ημερομηνίας 7.1.2014 για λήψη τέτοιας γνωμάτευσης καταμαρτυρούν την αναθεώρηση της προηγούμενης του απόφασης. Συναφώς υποβάλλει ο αιτητής ότι «εάν λαμβανόταν τέτοια τελειωτική απόφαση προφανώς και δεν θα υπήρχε λόγος για αποστολή επιστολών στη Νομική Υπηρεσία.» Προς αυτή δε την κατεύθυνση, κατά τον αιτητή, συνηγορεί και το γεγονός ότι το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο δεν έλαβε οποιαδήποτε άλλη απόφαση καθότι ως αναφέρεται και στην επιστολή της Αστυνομίας ημερομηνίας 11.10.2018 το όλο ζήτημα της επ’ ανδραγαθίας προαγωγής εκκρεμούσε στη Νομική Υπηρεσία. Μετά την παραλαβή των δύο πρώτων γνωματεύσεων από τον Αρχηγό Αστυνομίας, οι οποίες ως υποβάλλει ο αιτητής, συμβούλευαν τον Αρχηγό Αστυνομίας ότι το θέμα επαφίεται στην αρμοδιότητα του ιδίου και ότι δεν υπάρχει κώλυμα ενόψει της παρόδου της χρονικής προθεσμίας των δυο μηνών αφού δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του αιτητή, ο Αρχηγός ουδέποτε έλαβε απόφαση και ουδέν έπραξε. Προχώρησε δε, ως περαιτέρω υποβάλλεται, σε αποστολή τρίτης επιστολής στη Νομική Υπηρεσία στην οποία, κατά την εισήγηση, φαίνεται να εμφιλοχώρησε πλάνη με αποτέλεσμα η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας τελώντας υπό πλάνη για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης να γνωματεύσει ότι για το θέμα είχε ήδη ληφθεί απόφαση του Αρχηγού η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί και περιβαλλόταν από τεκμήριο νομιμότητας και επομένως δεν μπορούσε να επανεξεταστεί.
Πρόσθετος λόγος ακύρωσης που προωθήθηκε έγκειται στην κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση του άρθρου 10 του Ν.158(Ι)/99 καθότι κατά τον αιτητή υπήρξε αδικαιολόγητη πάροδος επτά ετών. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ότι η έτερη θέση του αιτητή περί παραβίασης της αρχής της ισότητας αποσύρθηκε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων.
Ο συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση που χειρίστηκε κατ΄ εκείνο το χρόνο την υπόθεση ήγειρε με τη γραπτή του αγόρευση προδικαστικές ενστάσεις περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αιτητή να προσβάλλει την επίδικη απόφαση και περί μη εκτελεστότητας της προσβαλλόμενης πράξης ένεκα του ότι η επ' ανδραγαθία προαγωγή ανάγεται σε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Αρχηγού Αστυνομίας. Επί της ουσίας και σε σχέση με τη κύρια θέση του αιτητή αντέτεινε ότι η επ' ανδραγαθία προαγωγή εμπίπτει εντός της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας του Αρχηγού, ότι δεν υπήρχε υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης της απόφασης του Αρχηγού, η οποία εν πάση περιπτώσει φέρει την απαιτούμενη αιτιολογία καθώς και ότι η εισήγηση του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας δεν αποτελούσε σύσταση αρμοδίου οργάνου ούτως ώστε να επιβάλλεται η υιοθέτηση της ή η ειδική αιτιολόγηση της σε περίπτωση απόκλισης.
Οφείλει δε να σημειωθεί ότι ο κ. Καρασαμάνης κατά τις διευκρινήσεις της υπόθεσης, στάδιο κατά το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος χειρίστηκε την υπόθεση, απέσυρε- και καθόλα ορθά- τις προδικαστικές ενστάσεις που ηγέρθηκαν δια της γραπτής αγόρευσης του καθ΄ου αίτηση.
Είναι εμφανές ότι τα όσα εισηγήθηκε η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση στη γραπτή της αγόρευση προς υποστήριξη της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης περιορίστηκαν στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του Αρχηγού και στον ισχυρισμό περί μη υποχρέωσης παροχής ειδικής αιτιολόγησης. Τούτα όμως ουδόλως απαντούν στο επίδικο ζήτημα αφού η βασική θέση του αιτητή, ως αυτή καταγράφηκε ανωτέρω, άπτεται της ύπαρξης πλάνης και όχι σε ζήτημα ανεπαρκούς αιτιολογίας. Εν πάση περιπτώσει αν και παρατηρώ ότι τα όσα διατείνεται η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση φαίνεται να παραβλέπουν τα όσα επεξηγήθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Σανταφιανός v Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ.108/2015, ημερομηνίας 3/6/22), ECLI:CY:AD:2022:C227 το ζήτημα αυτό δεν χρειάζεται να με απασχολήσει περαιτέρω αφού εκ των πράγματων δεν έχει καταστεί επίδικο.
Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων.
Η προσφυγή του αιτητή θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη.
Τα γεγονότα έχουν με λεπτομέρεια και εν εκτάσει παραθέτει ανωτέρω και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Αυτό που τελικώς αναδεύεται από αυτά είναι ότι η απόφαση που κοινοποιήθηκε στον αιτητή, ως αυτή περιλαμβάνεται στην επιστολή ημερομηνίας 1.11.2018, στηρίχθηκε αποκλειστικά επί της τελευταίας και τρίτης κατά σειρά γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 25.9.2018, η οποία εξέλαβε ως δεδομένο ότι για το ζήτημα είχε ληφθεί προηγουμένως απόφαση από τον τέως Αρχηγό Αστυνομίας κατά της νομιμότητας της οποίας ο αιτητής δεν άσκησε οποιονδήποτε ένδικο μέσο ώστε αυτή να τεκμαίρεται νόμιμη και συνεπώς να μην τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ανάκλησης και επανεξέτασης αυτής.
Ωστόσο από τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί και τα οποία προκύπτουν αναντίλεκτα από το περιεχόμενο των φακέλων επιβεβαιώνεται ότι ουδέποτε προηγουμένως κοινοποιήθηκε στον αιτητή τέτοια απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας για τη μη επ΄ανδραγαθία προαγωγή του.
Τούτο δε άλλωστε ήτοι το γεγονός της μη κοινοποίησης της απόφασης του Αρχηγού, ως αυτή καταγράφηκε στο χειρόγραφο σημείωμα του ημερομηνίας 9.12.2013, έγινε εντίμως και καθηκόντως παραδεκτό και από το συνήγορο του καθ’ ου η αίτηση κατά το στάδιο των διευκρινήσεων, ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε στη βάση των φακέλων της υπόθεσης που να υποδηλεί ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον αιτητή.
Αυτό δε που επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία είναι ότι αν και ο Αρχηγός Αστυνομίας φαίνεται να είχε καταλήξει ως προς το ζήτημα που αφορούσε την εισήγηση του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας για επ΄ ανδραγαθία προαγωγή του αιτητή, εντούτοις όταν έλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 17.12.2013 και 27.12.2013 εκ μέρους του αιτητή, δια των οποίων ο αιτητής και αφού αναφερόταν σε κάποια πληροφόρηση «περί των προθέσεων» του Αρχηγού «σε σχέση με το τι θα έπραττε» τόνιζε τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να του δοθεί επ’ ανδραγαθία προαγωγή και ζητούσε δια της επιστολής του ημερομηνίας 27.12.20213 προσωπική ακρόαση από τον Υπουργό, αντί να προχωρήσει σε κοινοποίηση της απόφασης του στον αιτητή αποφάσισε να αποστείλει το όλο ζήτημα για γνωμάτευση στην Νομική Υπηρεσία ζητώντας συμβουλή επί του κατά πόσο οι πράξεις και η συμπεριφορά του αιτητή ανάγονται σε ανδραγαθία. Μάλιστα δε ο Αρχηγός δια της χειρόγραφης σημείωσης του ημερομηνίας 31.12.2013 έδωσε οδηγίες να ενημερωθεί ως προς τούτο ο αιτητής, ο οποίος ως ρητώς επεσήμανε και στις προαναφερθείσες επιστολές του εξακολουθούσε να αναμένει για οκτώ και πλέον μήνες την κοινοποίηση της απόφασης του Αρχηγού.
Καθίσταται επομένως εμφανές ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας ουδόλως θεώρησε την απόφαση του ημερομηνίας 9.12.2013 ως οριστικώς ληφθείσα επί του θέματος αλλά προχώρησε στην αναζήτηση γνωμάτευσης χωρίς ουδέποτε να κοινοποιήσει την απόφαση του αυτή στον αιτητή, η οποία και παρέμεινε ως iternum.
Είναι δε παγίως νομολογημένο ότι μια διοικητική απόφαση για να αποκτήσει τη δύναμη παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων πρέπει να κοινοποιηθεί στο πρόσωπο στο οποίο αφορά (Δήμος Παραλιμνίου v Κακκουλή (2010) 3 Α.Α.Δ 173). Προς την ίδια δε κατεύθυνση, ότι δηλαδή, εκδοθείσα διοικητική απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα πριν από την κοινοποίηση της στον ενδιαφερόμενο είναι και τα προβλεπόμενα στα άρθρα 3 και 4 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 Ν. 158(Ι)/99.
Στην Τριμιθιώτης v. Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης (2003) 3 ΑΑΔ 422) λέχθηκαν τα ακόλουθα από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
«….Προτού δοθούν απαντήσεις στα ζητήματα που εγείρονται θα επιχειρήσουμε σύντομη αναφορά στην κρατούσα νομική θεωρία και στις αρχές δικαίου που διέπουν τα επίδικα θέματα. Ενας δόκιμος ορισμός της διοικητικής πράξης είναι ότι αυτή αποτελεί δήλωση βουλήσεως οποιουδήποτε διοικητικού οργάνου διά της οποίας επέρχεται μεταβολή στο νομικό κόσμο ήτοι δι’ αυτής, ιδρύονται, μεταβάλλονται ή καταργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις. Της δήλωσης της βουλήσεως προηγείται η διαμόρφωση της. Πρόκειται για εκείνο το στάδιο προς το οποίο αντιστοιχεί η διοικητική διαδικασία παραγωγής της διοικητικής πράξης. Όταν η διαδικασία αυτή ολοκληρωθεί, ακολουθεί η διαδικασία έκδοσης της πράξης δηλαδή η κατά τρόπο βέβαιο διατύπωση της βουλήσεως η οποία πρόκειται να δηλωθεί διά της διοικητικής πράξης. Βλ. Μιχ. Δ. Στασινόπουλου «Μαθήματα Διοικητικού Δικαίου», σελ. 248 επ. Η εκδοθείσα διοικητική πράξη είναι απλώς βούληση διαμορφωθείσα και όχι βούληση δηλωθείσα. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο πως με την έκδοση της διοικητικής πράξης δεν αρχίζει ακόμα η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων εφόσον η βούληση του διοικητικού οργάνου εξακολουθεί να παραμένει internum. Για να αποκτήσει η πράξη τη δύναμη παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων πρέπει απαραιτήτως να δηλωθεί ώστε να παύσει να αποτελεί internum. Ανακύπτει επομένως ζήτημα καθορισμού της αναγκαίας για την κάθε συγκεκριμένη διοικητική πράξη δήλωση βουλήσεως και των ενεργειών που απαιτούνται για να πραγματοποιηθεί ώστε να καταστεί externum και να αποκτήσει την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη δύναμη παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων. Στο σύγγραμμα του Κυριακόπουλου Ηλ. «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», 4η έκδ. σελίδες 396-397 αναφέρονται τα εξής:
«Η βεβαία διατύπωσις της βουλήσεως του διοικητικού οργάνου τη εν διοικητική πράξει διά της συντάξεως και υπογραφής ταύτης, δηλοί ότι η πράξις εξεδόθη. Αλλ’ η έκδοσις μόνη δεν συνεπιφέρει τα εξ αυτής αναμενόμενα έννομα αποτελέσματα. Η διοικητική πράξις, ως δήλωσις βουλήσεως, διά ν’ αποκτήση νομικήν ενέργειαν, δέον να παύση αποτελούσα internum και εξωτερικευθή, ήτοι να περιέλθη εις το πρόσωπον, εις ο αφορά. Επομένως, η διοικητική πράξις δέον ν’ ανακοινούται εις τον ενδιαφερόμενον. Κατά τίνα τύπον δέον να γίνη η ανακοίνωσις αύτη, εξαρτάται εξ αυτής της φύσεως της πράξεως, εφ’ όσον εν τη συγκεκριμένη περιπτώσει ο νόμος δεν ορίζη ιδιαίτερον τύπον.» [..]
Εν ολίγοις, η ημέρα γνώσης του προσφεύγοντος, συναρτάται ευθέως με την ύπαρξη εκτελεστής πράξης. Και καθώς είναι αυτονόητο, η γνώση της πράξης από τον προσφεύγοντα διακρίνεται του θέματος της εξωτερίκευσης της πράξης ως στοιχείου τελείωσης της διά του οποίου καθίσταται εκτελεστή προς εκείνο στον οποίο αφορά. Θεωρούμε πως είναι κάτω από αυτό το πρίσμα που πρέπει να ιδωθεί η νομολογία[..]
Στην υπό κρίση υπόθεση, το πρόσωπο στο οποίο αφορούσε η απόφαση της προαγωγής ήταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και όχι ο εφεσείων. Η βούληση της εφεσίβλητης έπαυσε να αποτελεί internum από της κοινοποιήσεως της στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Ήταν από εκείνη ακριβώς της στιγμή που η διοικητική πράξη άρχισε να παράγει έναντι πάντων έννομα αποτελέσματα. Η εφεσίβλητη, διατηρούσε μέχρι τότε τη δυνατότητα τροποποίησης ή και ματαίωσης της απόφασης. Η όποια συνεπώς ανεπίσημη διαρροή του γεγονότος της έκδοσης της διοικητικής πράξης δεν θα μπορούσε de facto να μεταβάλει την υφιστάμενη κατάσταση εκβιάζοντας «παραγωγή» έννομων αποτελεσμάτων πριν από τη δέουσα κοινοποίηση της βούλησης του διοικητικού οργάνου στο πρόσωπο στο οποίο αφορούσε η πράξη.
Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί καταλήγουμε ότι η επίδικη απόφαση εστερείτο εκτελεστότητας κατά το χρόνο καταχώρησης της προσφυγής και συνεπώς δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης με βάση το άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Το γεγονός ότι η απόφαση της εφεσίβλητης παρέμεινε αναλλοίωτη μέχρι την επίσημη κοινοποίησή της προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν μπορούσε να αποτελέσει βάσιμο λόγο απόδοσης.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Ακόμα δε και μετά τη λήψη της πρώτης γνωμάτευσης ημερομηνίας 1.2.2016 ο Αρχηγός Αστυνομίας και πάλι δεν προχώρησε στην κοινοποίηση της απόφασης του αλλά το όλο ζήτημα περιορίστηκε σε αλληλογραφία με τη Νομική Υπηρεσία ως προς το χρόνο που είχε παρέλθει από την τέλεση της πράξης, με το Γενικό Εισαγγελέα να καταλήγει στα πλαίσια της δεύτερης γνωμάτευσης του ημερομηνίας 21.6.2016 ότι αφού το γεγονός της καθυστέρησης δεν οφείλετο σε υπαιτιότητα του ίδιου του αιτητή, ως θέμα χρηστής διοίκησης και καλής πίστης, η οποία πρέπει να διέπει τη δράση της διοίκησης, ο Αρχηγός Αστυνομίας μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να κάνει δεκτό το αίτημα αυτό.
Και ενώ ως επιμαρτυρείται από τους ενώπιον μου φακέλους το ζήτημα εξακολουθούσε να παραμένει σε εκκρεμότητα χωρίς να ακολουθήσει οποιαδήποτε άλλη απόφαση και χωρίς να έχει κοινοποιηθεί- και τούτο είναι το καθοριστικό- οτιδήποτε άλλο στον αιτητή, ακολούθησε η αναζήτηση τρίτης νομικής γνωμάτευσης στην οποία στηρίχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι επομένως εμφανές ότι η γνωμάτευση ημερομηνίας 25.9.2018 η οποία υιοθετήθηκε αυτούσια από τον Αρχηγό Αστυνομίας, ως αυτή άλλωστε αποτυπώνεται και στην επιστολή ημερομηνίας 1.11.2018 που κοινοποιήθηκε στον αιτητή, στηρίχθηκε επί του ουσιώδους εσφαλμένου δεδομένου ότι προϋπήρξε οριστική και τελειωμένη απόφαση επί του θέματος η νομιμότητα της οποίας παρέμεινε απρόσβλητη. Ουδέποτε όμως τέθηκε, ως παρατηρώ από τις επιστολές που απεστάλησαν εκ μέρους του Αρχηγού, ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα το καθοριστικό δεδομένο ότι η αρχικώς ληφθείσα απόφαση του Αρχηγού ουδέποτε κοινοποιήθηκε στον αιτητή. Τούτο μάλιστα παρά το γεγονός ότι η Αστυνομία επανήλθε με νέα επιστολή της ημερομηνίας 11.10.2018 για να υποδείξει προς το Γενικό Εισαγγελέα ότι εσφαλμένα στην επιστολή της ημερομηνίας 13.9.2018 είχε αναφερθεί ότι το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο είχε αποφασίσει όπως παραχωρηθεί στον αιτητή άλλη ηθική ή υλική αμοιβή και να διασαφηνίσει ότι το Μόνιμο Εξεταστικό Συμβούλιο δεν είχε λάβει καμία απόφαση καθότι το ζήτημα της επ’ ανδραγαθίας προαγωγής του αιτητή εκκρεμούσε στη Νομική Υπηρεσία. Προς την άλλη όμως κατεύθυνση ουδέν υποδείχθηκε.
Αν και ως ήδη επισημάνθηκε η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση παραδέχθηκε το γεγονός της μη κοινοποίησης της απόφασης του Αρχηγού στον αιτητή και ουδέν άλλωστε περί του αντιθέτου εισηγήθηκε δια μέσου της γραπτής της αγόρευσης, θα πρόσθετα και μάλλον εκ του περισσού ότι ούτως ή άλλως η αναφορά του αιτητή στις επιστολές του ημερομηνίας 17.12.2013 και 27.12.2013 σε πληροφόρηση περί κάποιων «προθέσεων» του Αρχηγού ουδόλως μπορεί να εκληφθεί ως καταδεικνύουσα πλήρη γνώση του αιτητή περί ειλημμένης απόφασης του Αρχηγού, αφού άλλωστε της επιστολής ημερομηνίας 27.12.2013 ακολούθησε η ενημέρωση από τον Αρχηγό προς τον ίδιο τον αιτητή ότι ζήτημα του θα παραπεμπόταν στο Γενικό Εισαγγελέα για γνωμάτευση. Άλλωστε εξέταση του διοικητικού φακέλου και δη του προσωπικού φακέλου του αιτητή δεικνύει ότι ο αιτητής απέστελε επανειλημμένα και καθ’ όλα τα έτη που μεσολάβησαν επιστολές δια των οποίων ζητούσε επίμονα όπως του κοινοποιηθεί η απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας, η οποία ως πολλάκις επεσήμανε συνέχιζε να εκκρεμεί επί της εισήγησης του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας για επ’ ανδραγαθία προαγωγή του.
Συνεπακόλουθα και για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω καθίσταται ορατό το ενδεχόμενο εμφιλοχώρησης πλάνης κατά τη λήψη απόφασης ως αυτή κοινοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 1.11.2018 (Χαριλάου v Δημοκρατίας ( Ε.Δ.Δ .αρ. 10/21, ημερομηνίας 29/6/26) Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 ΑΑΔ 228). Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Κυρατζή v Χατζηχριστοδούλου v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ.16/23 κ.α, ημερομηνίας 3/7/24) λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα:
«Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία v. Όλγας Μαυρομμάτη και Άλλου (1991) 3 ΑΑΔ 543, ακόμη και η υπόνοια πως η πλάνη λειτούργησε σε βάρος των αιτητών είναι αρκετή για να ακυρωθεί η πράξη. Η ύπαρξη πλάνης ανατρέπει και το βάθρο της αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ως στηριζόμενης πάνω σε ανυπόστατα πραγματικά περιστατικά (βλ. Κυρμίτσης v. Δημοκρατίας κ.ά. (1993) 4 ΑΑΔ 1900). Στο σύγγραμμα του εκλ. καθ. Στασινόπουλου, «Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων» (1951), εκεί σελ. 304 και 305 το θέμα τίθεται ως εξής:
«Ούτως η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεως των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριον όμως τούτο είναι ιδιόρρυθμον, διότι κάμπτεται αφ' ης στιγμής η χαρακτηριστική εις το συζητητικόν σύστημα δραστηριότης του διαδίκου κατορθώσει να καταστήσει πιθανήν την πλάνην, ήτοι να δημιουργήσει παρά τω δικαστή απλώς αμφιβολίας περί της ορθότητος της διαπιστώσεως του πραγματικού εκ μέρους της Διοικήσεως».
Συνεπώς, ακόμα και η πιθανολόγηση της ορθότητας ισχυρισμού περί εσφαλμένου πραγματικού υπόβαθρου της προσβαλλόμενης πράξης αρκεί, όπως έχει νομολογηθεί, για να ακυρωθεί αυτή και να επανεξεταστεί η υπόθεση από το αρμόδιο διοικητικό όργανο (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (1992) 3 Α.Α.Δ. 228; ΙΟΡΔΑΝΟΥ v. Ε.Δ.Υ. (1997) 3 Α.Α.Δ. 250), στη βάση, αυτή τη φορά, επαρκώς επιβεβαιωμένου και ορθού υπόβαθρου γεγονότων».
Με δεδομένες τις πιο πάνω διαπιστώσεις, παρέλκει η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε άλλο λόγο ακύρωσης τον οποίο προώθησε ο αιτητής.
Κατά συνέπεια, η Προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα €1700, πλέον Φ.Π.Α, υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο