Ευθύμιου Σβούκη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ. 496/2020, 3/7/2026
print
Τίτλος:
Ευθύμιου Σβούκη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ. 496/2020, 3/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 496/2020

                                             

       3 Ιουλίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τo Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Ευθύμιου Σβούκη 

Αιτητή

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της

Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας

Καθ' ης η Αίτηση

.........

 

Μάριος Στρόππος για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Μαρία Κυπριανού, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Ά για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Καθ' ων η αίτηση

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Με επιστολή της ημερομηνίας 23.08.2012, η Καθ’ ης η Αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή, μεταξύ άλλων, ότι αποφάσισε να του προσφέρει διορισμό με σύμβαση, για να ασκήσει τα καθήκοντα του Καθηγητή Φυσικής σε σχολεία Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, από 1 Σεπτεμβρίου 2012 μέχρι 31 Αυγούστου 2013 και ότι ο μισθός του Αιτητή θα ήταν €16.151 το χρόνο (μειωμένη κλίμακα εισδοχής Α8), από 01.09.2012. Διά επιστολής ημερομηνίας 15.05.2013 προς τον Αιτητή με θέμα Αναγνωρισμένη εκπαιδευτική προϋπηρεσία», η Καθ’ ης η Αίτηση πληροφορησε τον Αιτητή ότι η αναγνωρισμένη προϋπηρεσία του ανερχόταν, μέχρι τις 30.04.2013, σε 4 χρόνια και 9 μήνες.

 

Με επιστολή της ημερομηνίας 30.08.2013, η Καθ’ ης η Αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή, μεταξύ άλλων, ότι αποφάσισε να του προσφέρει διορισμό με σύμβαση, για να ασκήσει τα καθήκοντα του Καθηγητή Φυσικής σε σχολεία Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, από 1 Σεπτεμβρίου 2013 μέχρι 31 Αυγούστου 2014, ECLI:CY:AD:2014:D101 και ότι ο μισθός του Αιτητή θα ήταν €19.700 το χρόνο (3η βαθμίδα κλίμακας Α8), από 01.09.2013. Περαιτέρω, με την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 30.08.2013, η Καθ’ ης η Αίτηση ενημέρωσε τον Αιτητή ότι η συνολική αναγνωρισμένη προϋπηρεσία του ανερχόταν, μέχρι τις 31.8.2013, σε 5 χρόνια και 1 μήνα.

 

Με επιστολή ημερομηνίας 04.02.2014, η Καθ’ ης η Αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή ότι είχε αποφασίσει να του προσφέρει διορισμό με δοκιμασία στη Μόνιμη Θέση Καθηγητή Φυσικής, Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, από την 1η Σεπτεμβρίου 2014 και τον καλούσε όπως δηλώσει κατά πόσον αποδέχεται την προσφορά. Ο Αιτητής αποδέχτηκε τον διορισμό και με επιστολή της ημερομηνίας 11.03.2014, η Καθ’ ης η Αίτηση ενημέρωσε τον Αιτητή ότι τον διόρισε στη Μόνιμη Θέση Καθηγητή Φυσικής, Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, από την 1η Σεπτεμβρίου 2014 και ότι ο μισθός του θα καθορίζετο με τη λήξη του τότε τρέχοντος σχολικού έτους.

 

Με επιστολή ημερομηνίας 11.08.2014 (Κ.52-Τεκμηρίου 2), η Καθ’ ης η Αίτηση ενημέρωσε τον Αιτητή ότι ο μισθός του θα ήταν €19.700 το χρόνο (3η βαθμίδα κλίμακας Α8), από 01.09.2014 και €20.577 (4η βαθμίδα κλίμακας Α8), από 01.12.2017. Επίσης, η Καθ’ ης η Αίτηση πληροφόρησε τον Αιτητή ότι η αναγνωρισμένη προϋπηρεσία του ανερχόταν, μέχρι τις 31.08.2014, σε 6 χρόνια και 1 μήνα.

 

Με επιστολή του ημερομηνίας 29.07.2016, ο Αιτητής ζήτησε όπως τοποθετηθεί στην 5η βαθμίδα της κλίμακας Α8, από την 1η Σεπτεμβρίου 2014, επεξηγώντας τους λόγους του αιτήματος αυτού.

 

Με επιστολή της ημερομηνίας 28.12.2016, η Καθ’ ης η Αίτηση, απαντώντας στην επιστολή του Αιτητή ημερομηνίας 29.07.2016, ανέφερε σε αυτόν ότι, σύμφωνα με την επιστολή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ημερομηνίας 17.11.2016 (η οποία δεν είχε τότε κοινοποιηθεί στον Αιτητή), ορθά είχε καθοριστεί ο μισθός του.

 

Με επιστολή του ημερομηνίας 04.01.2017, ο Αιτητής ζήτησε αντίγραφο της επιστολής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, ημερομηνίας 17.11.2016, την οποία η Καθ’ ης η αίτηση απέστειλε με την επιστολή της ημερομηνίας 11.01.2017. Εκεί αναφερόταν:

 

«Αίτημα κ. Ευθύμιου Σβούκη, Καθηγητή Φυσικής, για τη μισθοδοτική του τοποθέτηση

 

Έχω οδηγίες να αναφερθώ οτη σχετική με το πιο πάνω θέμα επιστολή σας, με αρ. φακ. Μ. 19455 και ημερ. 11.10.2016, και να σας πληροφορήσω ότι η μισθοδοτική τοποθέτηση του κ. Ευθύμιου Σβούκη είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθεσίες για τη μισθοδοσία εκπαιδευτικού που διορίζεται μετά την 01.01.2012 και δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε αναθεώρηση.

 

3.        Σύμφωνα με το άρθρο 10 των Κρατικών Προϋπολογισμών από το 2012 και εντεύθεν, πρόσωπα που από 1.1.2012 και στο εξής διορίζονται σε θέσεις Πρώτου Διορισμού ή Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής στις κατώτερες θέσεις των υφιστάμενων δομών θέσεων [π.χ. Κλ. Α8-Α10-Α11) για Καθηγητή] ή προσλαμβάνονται πάνω σε έκτακτη θέση ή με σύμβαση για εκτέλεση καθηκόντων που αντιστοιχούν στις κατώτερες θέσεις των υφιστάμενων δομών της κρατικής υπηρεσίας, θα λαμβάνουν, κατά τα δύο πρώτα έτη της υπηρεσίας ή απασχόλησής τους, ετήσιο βασικό μισθό ανάλογα με τη μισθοδοτική Κλίμακα της θέσης στην οποία διορίζονται ή προάγονται ή προσλαμβάνονται ως ακολούθως (παράδειγμα για την Κλ. Α8):

 

Έτος απασχόλησης

Ετήσιος βασικός μισθός €

16.151

(μειωμένη κλίμακα εισδοχής

Α8)

16.151

(μειωμένη κλίμακα εισδοχής

Α8)

17.946

(αρχική βαθμίδα Κλ. Α8)

18.823

(2η βαθμίδα Κλ. Α8)

19.700

(3η βαθμίδα Κλ. Α8)

20.577

21.454

Έτος απασχόλησης

10°

11“

12“

13°

14°

Ετήσιος βασικός μισθός €

22.331

23.208

24.085

24.962

25.839

26.716

27.593

 

4.        Ως εκ τούτου, και δεδομένου ότι:

(α) σύμφωνα με τους περί της Μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων   και

Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμους του 2011 έως 2014, τα έτη 2012 έως 2016 δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς παραχώρησης προσαυξήσεων στην κρατική υπηρεσία και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα,

(β) στον κ. Σβούκη αναγνωρίστηκε εκπαιδευτική προϋπηρεσία τεσσάρων χρόνων και ενός μηνός για τη συνολική απασχόλησή του από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, με διακοπές, από 01.10.2006 έως 30.06.2011, ορθά βρίσκεται σήμερα ο κ. Σβούκης στην 3η βαθμίδα της Κλ. Α8 με ετήσιο βασικό μισθό €19.700 και θα ανελιχθεί στην επόμενη βαθμίδα όταν συμπληρώσει ακόμη 11 μήνες υπηρεσίας μετά τη λήξη της ισχύος των αναφερόμενων στην υποπαράγραφο (α) Νόμων, δηλαδή την 01.12.2017. Η προϋπηρεσία του επηρεαζόμενου εκπαιδευτικού στο Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει ήδη ληφθεί υπόψη για τη μισθοδοτική τοποθέτησή του στην 3η βαθμίδα της Κλ. Α8, αντί στη μειωμένη κλίμακα εισδοχής που προβλέπεται στο άρθρο 10 του Κρατικού Προϋπολογισμού, και δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε αναθεώρηση της μισθοδοσίας του».

 

Στο μεταξύ κατόπιν προσκόμισης βεβαιώσεων από τον Αιτητή, η Καθ΄ης η αίτηση με επιστολή ημερ. 27.02.2018 πληροφόρησε τον Αιτητή ότι του αναγνωρίστηκαν 4 επιπρόσθετοι μήνες προϋπηρεσίας με αποτέλεσμα ο μισθός του να αναπροσαρμοστεί σε €19.700 από 01.02.2017 και σε €20.577 από 01.08.2017. Το εν λόγω ποσό (€20.577) αντιστοιχεί στην 4η βαθμίδα της Κλίμακας Α8 ως φαίνεται στο πίνακα της παραγράφου 3 της επιστολής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, ημερομηνίας 17.11.2016. Σημειώνεται ότι με επιστολή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ημερ. 27.08.2019 η εν λόγω αναπροσαρμογή κοινοποιήθηκε και στην Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας.

 

Με επιστολή του ημερομηνίας 11.03.2018, με θέμα «Μισθολογική τοποθέτηση μετά τη συμπλήρωση 24 μηνών στη μειωμένη κλίμακα εισδοχής», ο Αιτητής αναφέρθηκε στο ιστορικό, στο άρθρο 10(2) του Περί Προϋπολογισμού Νόμου, καθώς και σε κάποια παραδείγματα και σε συζήτηση με λειτουργό της Καθ΄ ης η αίτηση. Καταλήγει αιτούμενος όπως η Καθ’ ης η αίτηση «επανεξετάσει τη μισθοδοτική του τοποθέτηση από 01.09.2014».

 

Το αίτημα του Αιτητή διαβιβάστηκε από την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού για απόψεις. Στην τελευταία παράγραφο η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ανέφερε:

 

«Συναφώς, πληροφορείστε ότι ο Σβούκης με επιστολή του ημερομηνίας 29.7.2016, είχε υποβάλει ξανά ένσταση προς την Επιτροπή σχετικά με τον καθορισμό του μισθού του. Η εν λόγω ένσταση σας κοινοποιήθηκε με επιστολή της Επιτροπής με τον ίδιο πιο πάνω αριθμό φακέλου και ημερομηνία 11.10.2016. Ακολούθως, με επιστολή σας με αρ. φακ. 13.20.022.012, 13.20.030 και ημερ. 17.11.2016, ενημερώσατε την Επιτροπή ότι δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε αναθεώρηση του μισθού του Σβούκη, και ως εκ τούτου η Επιτροπή ενημέρωσε τον Σβούκη σχετικά».

 

Στο μεταξύ λόγω της μη απάντησης ο Αιτητής έστειλε επιστολή ημερ. 07.04.2019 ζητώντας πληροφόρηση ως προς την πρόοδο του Αιτήματός του. Ακολούθως, με επιστολή της ημερομηνίας 30.03.2020, η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε τα ακόλουθα:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στις επιστολές σας με ημερομηνίες 11.3.2018 και 07.04.2019, με τις οποίες υποβάλατε αίτημα για επανεξέταση της μισθολογικής σας τοποθέτησης και πληροφορήσω τα ακόλουθα.

 

2)        Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, μετά από σχετική έρευνα αποφάσισε ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει το πιο πάνω αίτημά σας. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με σχετικές επιστολές του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με ημερομηνίες 17.11.2016 και 27.8.2019, η μισθοδοσία σας είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθεσίες για τη μισθοδοσία εκπαιδευτικού που διορίζεται μετά την 1.1.2012».

 

Σημειώνεται ότι στο πρακτικό της σχετικής συνεδρίας της Καθ΄ης η αίτησης ημερ. 21.01.2020 που προηγήθηκε της επιστολής ημερ. 20.03.2020 είχε αναφερθεί για το ζήτημα:

 

«Αίτημα του ΣΒΟΥΚΗ Ευθύμιου (Μ.19455), για επανεξέταση της μισθοδοτικής του τοποθέτησης.

 

Ο Ευθύμιος Σβούκης με επιστολή του ημερομηνίας 29.7.2016, είχε υποβάλει αίτημα στην Επιτροπή για αναπροσαρμογή του μισθού του, όπως αυτός είχε καθοριστεί κατά τον, από 1.9.2014, μόνιμο με δοκιμασία διορισμό του. Συγκεκριμένα ζήτησε όπως ο μισθός του αναπροσαρμοστεί από 1.9.2016, που συμπλήρωσε δυο χρόνια από τον μόνιμο με δοκιμασία διορισμό του. Το εν λόγω αίτημα είχε κοινοποιηθεί στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με επιστολή της Επιτροπής με αρ. φακ. Μ.19455 και ημερ. 11.10.2016, για σχετικές απόψεις. Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, με επιστολή του με αρ. φακ. 13.20.022.012, 13.20.030 και ημερ. 17.11.2016, είχε ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν δικαιολογείτο οποιαδήποτε αναθεώρηση του μισθού του Σβούκη, αφού η μισθοδοτική τοποθέτησή του ήταν σύμφωνη με τις σχετικές νομοθεσίες για τη μισθοδοσία εκπαιδευτικού που διορίζεται μετά την 1.1.2012. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή με επιστολή της ημερομηνίας 28.12.2016, είχε ενημερώσει τον Σβούκη σχετικά.

 

Στη συνέχεια, ο Σβούκης, με επιστολή του ημερομηνίας 11.3.2018, ζήτησε εκ νέου επανεξέταση της μισθοδοτικής του τοποθέτησης. Η Επιτροπή, με επιστολή της ημερομηνίας 19.6.2018, κοινοποίησε την επιστολή του Σβούκη ημερομηνίας 11.3.2018 στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και ζήτησε όπως έχει εκ νέου τις απόψεις του για το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, καθώς και για το άρθρο 10 του περί Προϋπολογισμού Νόμου των ετών 2012 και εντεύθεν, στο οποίο αναφέρεται ο Σβούκης. Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με επιστολή του με αρ. φακ. 13.20.022.012,13.20.030 και ημερ. 27.8.2019, επιβεβαίωσε την Επιτροπή ότι η αναπροσαρμογή της μισθοδοσίας του Σβούκη ήταν σύμφωνη με τις σχετικές νομοθεσίες για τη μισθοδοσία εκπαιδευτικού που διορίζεται μετά την 1.1.2012.

 

Ως εκ των πιο πάνω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημά του Σβούκη για αναθεώρηση του μισθού του από 1.9.2014 και εντεύθεν, αφού σύμφωνα με τις πιο πάνω σχετικές επιστολές του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με ημερομηνίες 17.11.2016 και 27.8.2019, η μισθοδοσία του όπως καθορίστηκε με επιστολές της Επιτροπής με ημερομηνίες 11.8.2014 και 27.2.2018, είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθεσίες για τη μισθοδοσία εκπαιδευτικού που διορίζεται μετά την 1.1.2012».

 

Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής ζητεί ακύρωση της ως άνω κοινοποιηθείσας με την επιστολή ημερ. 30.03.2020 πράξης/ πληροφόρησης.

 

Με την ένσταση και την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η προσβαλλόμενη δεν είναι εκτελεστή πράξη. Ως ειδικότερα την αναπτύσσει με αναφορά σε νομολογία εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη είναι πληροφοριακού χαρακτήρα ή βεβαιωτική προηγούμενων απορριπτικών αποφάσεων.

 

Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, με αναφορά σε νομολογία, αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη είναι εκτελεστή πράξη και ότι η προδικαστική ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.  

 

Εξέτασα το ζήτημα λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα έγγραφα και προηγηθείσα αλληλογραφία και αποφάσεις, που τα μέρη έθεσαν υπόψη μου και καταλήγω όπως αποδεκτώ την προδικαστική ένσταση.

 

Ο Αιτητής είχε τοποθετηθεί στη 3η βαθμίδα της κλίμακας Α8 από τον διορισμό του από 01.09.2014 (βλ. Κ.52-Τ.2), κάτι που δεν αμφισβήτησε αποδεχόμενος το. Ακολούθησε το αίτημα του για μισθολογική αναβάθμιση από 01.09.2014. Το εν λόγω αίτημα είχε υποβληθεί με την επιστολή ημερ. 29.07.2016, με την οποία κατ’ επίκλησιν του άρθρου 10(2) του Νόμου ο Αιτητής ζήτησε όπως τοποθετηθεί στην 5η βαθμίδα της κλίμακας Α8, από την 01.09.2014.

 

Με την επιστολή ημερ.  28.12.2016 ο Αιτητής πληροφορήθηκε για την απόρριψη του αιτήματός του, επιστολή η αιτιολογία της οποίας συμπληρώθηκε με την κοινοποίηση στον Αιτητή και της επιστολής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ημερομηνίας 17.11.2016.   Η απόρριψη έγινε με συγκεκριμένη αιτιολογία, εξηγώντας την θέση/άποψη της διοίκησης επί του άρθρου 10(2) του Νόμου, εκθέτοντας τις βαθμίδες ανά έτος υπηρεσίας για την κλίμακα Α8 και καταλήγοντας ότι για την περίπτωση του Αιτητή ορθά βρισκόταν στην 3η βαθμίδα της Α8 με ετήσιο βασικό μισθό €19.700 καθώς και ότι η προϋπηρεσία του έχει ήδη ληφθεί υπόψη για τη μισθοδοτική τοποθέτησή του στην 3η βαθμίδα της Α8, αντί στη μειωμένη κλίμακα εισδοχής που προβλέπεται στο άρθρο 10 του Κρατικού Προϋπολογισμού, και δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε αναθεώρηση της μισθοδοσίας του. Στη συνέχεια κατόπιν προσκόμισης νεότερων πιστοποιητικών από τον Αιτητή, του αναγνωρίστηκαν ακόμα 4 μήνες προϋπηρεσίας χωρίς όμως να αναθεωρηθεί η βαθμίδα πριν την 01.02.2017 αλλά πληροφορήθηκε περαιτέρω την αναθεώρηση του μισθού του από 01.08.2017 σε €20.577. Αυτό το πληροφορήθηκε με την επιστολή  ημερ. 27.02.2018.

 

Ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω αποφάσεις αλλά με την νεότερη επιστολή του ημερομηνίας 11.03.2018 υπέβαλε εκ νέου το ίδιο κατ’ ουσία αίτημα χωρίς να παραθέτει οποιοδήποτε νεότερο στοιχείο παρά μόνο τις ερμηνείες του επί του Νόμου και εν γένει επί του θέματος. Η Καθ΄ ης η αίτηση αφού εξέτασε την επιστολή επέμεινε στη προηγηθείσα θέση της και ουδέν νεότερο αποφάσισε.

 

Κατά την αντίληψή μου άρα η προσβαλλόμενη πράγματι δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη αλλά είναι βεβαιωτική των προηγούμενων αποφάσεων της Καθ΄ης η αίτηση όπως από 01.09.2014 ο Αιτητής τοποθετηθεί στην 3η βαθμίδα της Κλίμακας Α8  (Κ.52-Τεκ 2) και/ή όπως μην αναθεωρήσει την απόφασή της ο Αιτητής να τοποθετηθεί στην 3η βαθμίδα της Κλίμακας Α8 από 01.09.2014, η οποία κοινοποιήθηκε εν συνόλω το αργότερο με την επιστολή της Καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 11.01.2017 (με την οποία κοινοποιήθηκε η επιστολή ημερ. 17.11.2016)(σχ. Παραρτήματα 8,10Α-10Β προσφυγής).

 

Ούτε η αναφορά στην επιστολή ημερ. 30.03.2020 ότι «κατόπιν σχετικής έρευνας αποφάσισε να μην ικανοποιήσει το αίτημα» είναι θεωρώ αρκετή για να προσδώσει εκτελεστότητα στην προσβαλλόμενη δεδομένου ότι με την αμέσως επόμενη παράγραφο της προσβαλλόμενης ο Αιτητής παραπέμπεται στην προηγούμενη αντιμετώπιση του ζητήματος θέτοντας ότι σύμφωνα με τις προηγηθείσες επιστολές του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με ημερομηνίες 17.11.2016 και 27.8.2019, η μισθοδοσία του είναι σύμφωνη με τις σχετικές νομοθεσίες για τη μισθοδοσία εκπαιδευτικού που διορίζεται μετά την 1.1.2012, επιβεβαιώνοντας άρα την προηγούμενη ρύθμιση του ζητήματος. Κάτι που προκύπτει και από το πρακτικό ημερ. 21.01.2020 όπου επίσης γίνεται παραπομπή στην προηγηθείσα ρύθμιση του θέματος.

 

Είναι δε σαφές ότι για την έκδοση εκτελεστής πράξης απαιτείται έρευνα επί νέων στοιχείων που εδώ δεν τέθηκαν.

 

Οι αποφάσεις, στις οποίες παραπέμπομαι από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή δε θεωρώ ότι παρουσιάζουν αναλογία με την κρινόμενη περίπτωση. Στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (εντ. Α. Ευσταθίου Νικολετοπούλου, ΔΔΔ ως ήταν τότε) στην Υπ. Αρ. 735/2015 Τσολάκη ν Δημοκρατίας  ημερ. 23.03.2021 ο εκεί αιτητής με την (εκεί) προσβαλλόμενη είχε πληροφορηθεί για πρώτη φορά ότι θα παρέμενε στο σημείο της μισθοδοτικής του κλίμακας ως ήταν προ του διορισμού του και ότι η μισθολογική του ανέλιξη θα γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο. Μάλιστα και στην ίδια την απόφαση διορισμού του, που είχε προηγηθεί, είχε αφεθεί το ζήτημα αυτό να καθοριστεί σε μεταγενέστερο χρόνο (ως αναφέρεται στο ιστορικό της εν λόγω απόφασης «ο ακριβής μισθός του αιτητή θα καθορίζετο αργότερα»). Εκείνη λοιπόν η πράξη πρώτης πληροφόρησης κρίθηκε ως εκτελεστή και όχι πληροφοριακή. Ήταν δηλαδή η εδώ αντίστοιχη Κ.52 του Τεκ.2.

 

Στα γεγονότα της απόφασης Κυπριακή Δημοκρατία ν. Δαυΐδ Γεωργίου και Άλλων (2001) 3 ΑΑΔ 603 δεν ετέθη καν ζήτημα προηγούμενης ρύθμισης του ζητήματος ή εκτελεστότητας ούτε βέβαια εδώ επίδικη είναι οποιαδήποτε παράλειψη αναβάθμισης κλίμακας προφανώς δεδομένου ότι εδώ η διοίκηση τοποθετήθηκε στο αίτημα του Αιτητή με συγκεκριμένο ασφαλώς τρόπο (και με παραπομπή στα όσα είχαν μεσολαβήσει). 

 

Σχετική με τα εδώ επίδικα θεωρώ είναι η απόφαση του ΑΣΔ στην ΕΔΔ Αρ. 129/2018 Μαρία Ζαντή v. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου ημ. 14.02.2024. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η προσβαλλόμενη αφενός ήταν βεβαιωτική της προηγούμενης μισθολογικής τοποθέτησης του Αιτητή αλλά και ότι εφόσον η αιτήτρια είχε προηγουμένως αποδεχτεί τον διορισμό της με μισθολογική τοποθέτηση στην 1η βαθμίδα της κλίμακας Α8 στερείτο έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την απορριπτική του αιτήματός μισθολογικής της αναβάθμισης. Εκεί λοιπόν αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, στη βάση των επίδικων γεγονότων, πως η Εφεσείουσα, στις 31.8.2007 αποδέχθηκε τον επίδικο διορισμό της, με μισθολογική τοποθέτηση στην 1η βαθμίδα της κλίμακας Α8.    Η αποδοχή της ήταν σαφής και εκούσια, δόθηκε  δηλαδή με ελεύθερη βούληση και χωρίς καμιά επιφύλαξη.  Το γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν απέρριψε, αλλά αποδέχθηκε στις 6.11.2007 και απέδωσε σ' αυτήν, μετά το διορισμό της, κατόπιν αιτήματος της ημερ. 22.10.2007, δύο επιπρόσθετες προσαυξήσεις για το μεταπτυχιακό της δίπλωμα, ουδόλως κατά την κρίση μας, επηρεάζει την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της Εφεσείουσας να προσβάλει την επίδικη απόφαση για απόρριψη του αιτήματος της,  σε σχέση με την προϋπηρεσία της στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.  Τούτο γιατί η εκ των υστέρων του διορισμού της και εν μέρει ικανοποίηση του αιτήματος της για άλλο λόγο, δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να αλλοιώσει την προγενέστερη ανεπιφύλακτη αποδοχή του διορισμού της στην συγκεκριμένη βαθμίδα και κλίμακα, ούτε και μπορεί να προσδώσει σ' αυτήν έννομο συμφέρον προκειμένου να αμφισβητήσει την νομιμότητα και ορθότητα της μεταγενέστερης απορριπτικής απόφασης του Εφεσίβλητου σε σχέση με την προϋπηρεσία της.

 

Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω, κρίνουμε πως η ανεπιφύλακτη αποδοχή από την Εφεσείουσα στις 31.8.2007, της πρότασης διορισμού της ημερ. 20.8.2007, αποστερεί από αυτήν το έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την ορθότητα της μεταγενέστερης επίδικης απορριπτικής απόφασης του Εφεσίβλητου ημερ. 13.2.2015 και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε προς τούτο την σχετική προδικαστική ένσταση του Εφεσίβλητου.

 

Συνεπώς, ο 1ος λόγος Έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω κατάληξη μας προδιαγράφει και την τύχη της Έφεσης, εν τούτοις, θεωρούμε ορθό να εξετάσουμε και τον 2ο λόγο Έφεσης, στα πλαίσια του οποίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας, εισηγήθηκε πως η επίδικη απόφαση ημερ. 13.2.2015 λήφθηκε στα πλαίσια επανεξέτασης, κατόπιν ανάκλησης και με αυτή απορρίφθηκε το αίτημα της Εφεσείουσας για αναγνώριση προϋπηρεσίας, κατόπιν έρευνας πρόσθετων νέων στοιχείων, που συνίσταντο στην επιστολή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας ημερ. 31.7.2014, ως και στην αλληλογραφία που είχε ο Εφεσίβλητος με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών για τη θέση και τα αναλυτικά καθήκοντα της Εφεσείουσας κατά την περίοδο εργοδότησης της στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών 1991-2007.  Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εφεσείουσας, τα νέα αυτά στοιχεία, καθιστούσαν την επίδικη απόφαση εκτελεστή.

 

Σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της βεβαιωτικής πράξης, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Melinda Matute Respicio v. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 25/2018 ημερ. 15.12.2023, με αναφορά στην υπόθεση Χρήστου ν. Υπουργικού Συμβουίου (1999) 3 ΑΑΔ 71, σελ. 75:

 

«Βεβαιωτική είναι η πράξη που έχει το αυτό περιεχόμενο με προεκδοθείσα εκτελεστή και η οποία την επιβεβαιώνει. Επίσης πράξη που δηλώνει απλή εμμονή της Διοίκησης σε προηγούμενη πράξη, έστω κι αν δεν επαναλαμβάνει το περιεχόμενό της, θεωρείται επίσης βεβαιωτική (βλέπε Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959, σελ. 240, Κefala v. Republic (1972) 3 C.L.R. 225, Christofides v. The Ministry of Finance (1971) 3 C.L.R. 302 και Pieris v. Republic (1983) 3 C.L.R. 1054).

 

Εκτελεστή θεωρείται η πράξη η οποία αν και περιέχει απλή επιβεβαίωση της προηγούμενης απόφασης, εν τούτοις εκδόθηκε ύστερα από νέα έρευνα της υπόθεσης. Νέα έρευνα θεωρείται η λήψη υπ' όψιν νέων ουσιωδών νομικών ή πραγματικών στοιχείων. Νέα έρευνα υπάρχει ιδίως αν εξεταστούν στοιχεία κρίσης που έχουν πρόσφατα προκύψει ή προϋπήρχαν αλλά ήταν άγνωστα και λαμβάνονται υπ' όψιν για πρώτη φορά (Varnava v. Republic (1968) 3 C.L.R. 566 και Κelpis v. Republic (1970) 3 C.L.R.196).»

 

Συμφωνούμε πλήρως με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό και παραθέτουμε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:

 

«Η αιτήτρια, καταρχήν, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε νέα, σε σχέση με τον αρχικό διορισμό της, στοιχεία, προς υποστήριξη του αιτήματος της. Τα στοιχεία, στα οποία βασίζει το αίτημα της προϋπήρχαν του αρχικού διορισμού της στο καθ' ου η αίτηση, η δε αναζήτηση περαιτέρω διευκρινήσεων επ' αυτών από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν αλλοιώνει το γεγονός, ότι αυτά ανάγονται στον πριν το διορισμό της αιτήτριας χρόνο αλλά και ότι ήταν, στην ουσία τους, υπόψη του καθ' ου η αίτηση. Ούτε η γνωμάτευση του νομικού συμβούλου ή η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, μπορεί να θεωρηθούν νέα στοιχεία. Συνεπώς, κατά την κρίση μου, η επίδικη απόφαση είναι μη εκτελεστή, αλλά βεβαιωτικού χαρακτήρα της αρχικής απόφασης διορισμού της αιτήτριας, σε συγκεκριμένη κλίμακα και βαθμίδα. Είναι γεγονός, ότι το καθ' ου η αίτηση παράθεσε, ως αιτιολογία για την απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας και εύρημα του περί μερικούς συνάφειας των καθηκόντων που εκτελούσε η αιτήτρια πριν τον διορισμό της με τα καθήκοντα της επίδικης θέσης (βλ. ανωτέρω απόφαση), ώστε να εγείρεται το ερώτημα προς απάντηση, κατά πόσο συνιστά κάτι τέτοιο επανεξέταση του αρχικού διορισμού της αιτήτριας και της με αυτού του διορισμού μισθολογικής τοποθέτησης επί της ουσίας και, άρα, νέας εκτελεστής απόφασης. Αυτή η αιτιολογία, όμως, κρίνω από την ίδια την πράξη (βλ. ανωτέρω), ότι δόθηκε ως διαζευκτική, επικουρική ή παράλληλη αιτιολογία της αναφερόμενης ως πρώτης αιτιολογίας απόρριψης της αίτησης της αιτήτριας, ως αυτή ρητώς καταγράφτηκε στα πρακτικά, ότι δηλαδή η αιτήτρια είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα την αρχική απόφαση διορισμού της, γεγονός που συνιστά, ουσιαστικά και κατά την άποψη μου με σαφήνεια, πρωτίστως άρνηση του καθ' ου η αίτηση επανεξέτασης του αρχικού διορισμού της αιτήτριας επί της ουσίας του, ως ορθά, κατά την άποψη μου, εισηγήθηκε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση.»

 

Συνακόλουθα, ο 2ος λόγος Έφεσης δεν γίνεται αποδεκτός και επίσης απορρίπτεται».

 

Και στην παρούσα θεωρώ ισχύουν ανάλογα δεδομένα. Και εδώ η διοίκηση με την προσβαλλόμενη εξεδήλωσε την εμμονή της στην προηγούμενη ρύθμιση του θέματος. Τα όσα δε ο Αιτητής έθεσε υπόψη της με την επιστολή του ημερ. 11.03.2018 ουδόλως αποτελούν νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν νέα έρευνα της περίπτωσης προς παραγωγή εκτελεστής πράξης. Συμπεραίνω ότι πράγματι η προσβαλλόμενη δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη και άρα απαραδέκτως προσβάλλεται με την παρούσα.

 

Περαιτέρω, δεδομένων όσων η ως άνω απόφαση του ΑΣΔ καθοδηγεί, η ανεπιφύλακτη αποδοχή και μη αμφισβήτηση της προηγούμενης ρύθμισης, και στην παρούσα, αποστερεί από τον Αιτητή το έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την προηγηθείσα μισθολογική του τοποθέτηση. Σημειώνεται ότι το έννομο συμφέρον, ως δημόσιας τάξεως ελέγχεται αυτεπαγγέλτως ανεξαρτήτως αν απετέλεσε επίδικο (Αναθ. Έφ. 1/2013 Sigan Management Ltd v. Δημοκρατίας ημερ. 08.05.2019[1]) και δεδομένης της ως άνω απόφασης δε μπορεί το θέμα να μην ειδωθεί και από τη σκοπιά αυτή.

 

Ως εκ των ανωτέρω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με έξοδα 1.700 Ευρώ εναντίον του Aιτητή.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ

 

 



[1] Στην πρωτόδικη Πρ. Αρ.1172/2010 Sigan Management Ltd ημερ. 26.11.2012 η (επίσης αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη) εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης και εκεί ως βεβαιωτικής φύσεως πράξης, εξετάστηκε χωρίς να καταστεί επίδικη, οδηγώντας σε απόρριψη της προσφυγής. Ακολούθως το ΑΔ κατ’ έφεση επικύρωσε το αυτεπάγγελτο εύρημα.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο