ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 546/2026 (Κ))
7 Ιουλίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
HARJINDER SINGH Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18.6.2026 ΓΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Νατ. Χαραλαμπίδου (κα), για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Π. Βρυωνίδου (κα), για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε στις 27.5.2026, την προσφυγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, δια της οποίας ζητεί-
«Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερ. 17/05/2026, με την οποία ο Αιτητής κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 14 και βάσει του Άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, είναι παράνομη και/ή αντίθετη με το Σύνταγμα και/ή το Κεφ. 105 και/ή τον περί Προσφύγων Νόμο Ν.6(Ι)/2000 και/ή τις Γενικές Αρχές Δικαίου Νόμο Ν.158(Ι)/1999 και/ή τη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και/ή τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και/ή Κανονισμούς και/ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και/ή των βέλτιστων συμφερόντων των ανήλικων τέκνων του και είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και είναι το αποτέλεσμα έλλειψης έρευνας και εκδομένη σε λανθασμένη και πεπλανημένη νομική βάση και/ή στη βάση λανθασμένων γεγονότων και στοιχείων και στερείται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.
B. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι τα Διατάγματα κράτησης και απέλασης τα οποία εκδόθηκαν ενάντια στον Αιτητή ημερομηνίας 17/05/2026, είναι παράνομα και/ή αντίθετα με το Σύνταγμα και/ή το Κεφ. 105 και/ή τον περί Προσφύγων Νόμο Ν.6(Ι)/2000 και/ή τις Γενικές Αρχές Δικαίου Νόμο Ν.158(Ι)/1999 και/ή τη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και/ή τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και/ή Κανονισμούς και/ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και/ή των βέλτιστων συμφερόντων των ανήλικων τέκνων του και είναι άκυρα, παράνομα, αντισυνταγματικά και είναι το αποτέλεσμα έλλειψης έρευνας και εκδομένα σε λανθασμένη και πεπλανημένη νομική βάση και/ή στη βάση λανθασμένων γεγονότων και στοιχείων και στερούνται οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».
Εκκρεμούσης της διαδικασίας, και ενώ οι καθ’ ων η αίτηση είχαν καταχωρήσει ένσταση επί της αιτήσεως ακυρώσεως, η συνήγορος του αιτητή καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, δια της οποίας εξαιτείται-
«Α. Διάταγμα και/ή Οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας με τη μορφή ένορκης δήλωσης της κας M. B., ως η προτεινόμενη Ένορκη Δήλωση της η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, προς απόδειξη της πατρότητας των τέκνων της, της φοίτησης τους σε δημόσια σχολεία, καθώς και το καθεστώς τους στη Δημοκρατία.».
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της M. B., από την Ινδία, η οποία, ως δηλώνει, είναι συμβία του αιτητή και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ για όσα νομικά ζητήματα δεν γνωρίζει, έχει λάβει νομική συμβουλή από τη δικηγόρο του αιτητή. Κατά την ομνύουσα, έχει διαπιστωθεί από τη συνήγορο του αιτητή ότι απουσιάζουν από τον οικείο διοικητικό φάκελο ουσιώδη τεκμήρια και/ή αποδείξεις και/ή μαρτυρία σε σχέση με την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση του αιτητή, που είναι καθοριστικά για την εκδίκαση της υπό κρίση προσφυγής και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Προς τούτο, στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο Α» προτεινόμενη ένορκη δήλωση της M. B., μεταφρασμένη δεόντως στην Ελληνική γλώσσα, στην οποία αυτή αναφέρει ότι είναι συμβία του αιτητή, με τον οποίο απέκτησε δυο ανήλικα τέκνα, γεννηθέντα στις 25.4.2019 και 14.10.2020, αντίστοιχα, και τα οποία φοιτούν στην Α’ Τάξη Δημοτικού Σχολείο και στην προδημοτική τάξη νηπιαγωγείου, αντίστοιχα. Ως αναφέρεται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, τα γεγονότα αυτά αναφέρθηκαν από τον αιτητή στα μέλη της ΥΑΜ Λάρνακας κατά το χρόνο σύλληψής του, τα δε πιστοποιητικά γέννησης των ανηλίκων παρουσιάστηκαν στους αστυνομικούς. Προς υποστήριξη των όσων αναφέρονται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, η ενόρκως δηλούσα ζητεί όπως προσαγάγει ως μαρτυρία και τα ακόλουθα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα:
1.Τεκμήριο 1: Πιστοποιητικό γέννησης της G. B., η οποία, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, είναι η θυγατέρα αυτής και του αιτητή·
2.Τεκμήριο 2: Πιστοποιητικό γέννησης του P. B., ο οποίος, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, είναι ο υιός αυτής και του αιτητή·
3. Τεκμήριο 3: Βεβαίωση φοίτησης της G. B.·
4. Τεκμήριο 4: Βεβαίωση φοίτησης του P. B.·
5. Τεκμήριο 5: Αποτελέσματα τεστ πατρότητας των G. B. και P. B. από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής·
6. Τεκμήριο 6: Ενοικιαστήριο έγγραφο του διαμερίσματος στο οποίο διαμένει η ενόρκως δηλούσα με τον αιτητή και τα προαναφερθέντα ανήλικα πρόσωπα, εις το όνομα του αιτητή·
7. Τεκμήριο 7: Βεβαιωτική επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η ομνύουσα στις 12.10.2017· και
8. Τεκμήριο 8: Επιστολή των δικηγόρων του αιτητή και της ομνύουσας προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 11.6.2026, στην οποία αναφέρεται ότι ουδέποτε η ομνύουσα έλαβε απάντηση στη μεταγενέστερη αίτηση που είχε υποβάλει στις 29.2.2024 και με την οποία ζητούσε όπως περιληφθούν και τα προαναφερθέντα ανήλικα τέκνα στον φάκελό της.
Όπως περαιτέρω αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, καθίσταται αναγκαία η προσαγωγή της σκοπούμενης μαρτυρίας λόγω των όσων αναφέρονται στα επίδικα διατάγματα ως βάση έκδοσής τους, αλλά και επειδή απουσιάζουν από τον διοικητικό φάκελο ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του αιτητή (ύπαρξη συμβίας και δυο τέκνων), τα οποία ο αιτητής είχε θέσει ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση κατά τη σύλληψή του. Συνεπώς, η προσκόμιση της σκοπούμενης μαρτυρίας αφορά σε γεγονότα που είναι σχετικά και προϋπήρχαν της επίδικης απόφασης και είναι αναγκαία, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει ορθά τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης περί εμφιλοχώρησης πλάνης και μη διενέργειας της δέουσας έρευνας. Με την σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, δεν θα επέλθει με οποιοδήποτε τρόπο η διαφοροποίηση των γεγονότων που υφίσταντο κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων. Αντίθετα, σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα, στη βάση του ελλιπούς διοικητικού φακέλου και δεδομένης της απουσίας στοιχείων και/ή υλικού που οι καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να αξιολογήσουν και συνυπολογίσουν κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι ισχυρισμοί του αιτητή περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας και εμφιλοχώρησης πραγματικής πλάνης. Επομένως, είναι καταλυτικής σημασίας, ορθό και προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης όπως η αίτηση γίνει αποδεκτή και εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε αυτή δε την περίπτωση, οι καθ’ ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία, ούτε και θα επηρεαστούν τα δικαιώματά τους. Αντίθετα, σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του αιτητή και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία, ενώ ούτε και όλο το αναγκαίο υλικό θα έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς ορθής και πλήρους απονομής της δικαιοσύνης.
Τα ίδια εν πολλοίς αναφέρονται και στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του αιτητή, ενίοτε με παραπομπή σε νομολογία, υποστηρικτική των θέσεων της.
Από την πλευρά της, η συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η επιδιωκόμενη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν ήταν ενώπιον του αποφασίζοντος οργάνου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε και είναι σχετική ή αποδεικτική οποιουδήποτε γεγονότος κατά τρόπο που να τεκμηριώνει επαρκώς τους δικογραφημένους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης και, επομένως, δεν βοηθά στη διαδικασία για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Αντίθετα, κατά την κα Βρυωνίδου, με την σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, επιδιώκεται, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, η διαφοροποίηση και/ή αλλοίωση των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και η εκ των υστέρων δημιουργία και εισαγωγή αποδεικτικού υλικού, το οποίο δεν υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων και η αλλοίωση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, ο οποίος και συνιστά το μόνο νόμιμο υπόβαθρο των πράξεων αυτών.
Επισημαίνεται επίσης στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση ότι τα εξαιτούμενα προς προσαγωγή τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 6 και 7 έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως παραρτήματα στην αίτηση ακυρώσεως και είναι αχρείαστη και/ή περιττή και/ή καταχρηστική η εκ νέου προσαγωγή τους. Όσον δε αφορά στα τεκμήρια 5 και 8, πρόκειται για έγγραφα τα οποία συντάχθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων και δεν βρίσκονταν ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση κατά το χρόνο λήψης της απόφασής τους.
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Α. Α., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ’ ων η αίτηση, η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του σχετικού φακέλου και από συμβουλή που έλαβε από την δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, ενώ είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Αφού αναφέρεται εν συντομία στο ιστορικό της υπόθεσης, η ομνύουσα δηλώνει ότι, με την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκεται ανεπίτρεπτη προσαγωγή μαρτυρίας και/ή η ανεπίτρεπτη διαφοροποίηση και/ή μεταβολή και/ή προσθήκη νέων στοιχείων στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Οι πιο πάνω θέσεις αναπτύσσονται, με αναφορά σε σχετική νομολογία, και στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση. Προβάλλονται, συναφώς, ισχυρισμοί παρόμοιοι με αυτούς που έχουν προεκτεθεί και περιέχονται στην καταχωρηθείσα ένσταση επί της αιτήσεως, με ειδικότερη αναφορά στα επιδιωκόμενα προς προσαγωγή τεκμήρια.
Έχω εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, είτε υπέρ είτε κατά της βασιμότητας της υπό εξέταση αίτησης, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη τις επίδικες πράξεις, τους σχετικούς προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται στην προσφυγή, αλλά και τα γεγονότα της περίπτωσης.
Υπενθυμίζω, εν πρώτοις, ότι η νομολογία αντιμετωπίζει τις αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας με εξαιρετική φειδώ, επιβεβαιώνουσα το γνωστό κανόνα ότι το ακυρωτικό Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και ουδέποτε υπεισέρχεται σε διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων ή στην αξιολόγηση των δεδομένων από πλευράς πραγματικών στοιχείων, ούτε βέβαια προβαίνει σε κρίση επί αντικρουόμενων θέσεων (Κωνσταντίνος Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 529/2009, ημερ. 25.2.2011, Φώτης Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 52/2009, ημερ. 30.12.2010).
Πρωταρχικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεδομένου του εξεταστικού χαρακτήρα της ακυρωτικής διαδικασίας, είναι η σχετικότητα της μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία είναι εύλογα σχετική και αποδεικτική οποιουδήποτε επίδικου θέματος (Petrolina Ltd κ.α. v. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Υποθ. Αριθ. 223/2000, ημερ. 4.4.2002, Ζαρβός ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 106, Kyriakides v. Republic, 1 RSCC 66). Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων μπορεί να τεκμηριώσει ισχυρισμό αναφορικά με οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992, Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Επιπρόσθετα, η έγκριση του αιτήματος για προσαγωγή μαρτυρίας θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (Tasni Enviro Ltd και Telmen Ltd ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 862/2005, ημερ. 26.6.2008).
Ταυτόχρονα, έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί το ανεπιθύμητο της διαφοροποίησης, αλλοίωσης ή μεταβολής των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, και το οποίο πηγάζει από τη φύση της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και από τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προσαγωγή μαρτυρίας που διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη, προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης, το οποίο συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασης και, ως εκ τούτου, πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο διοικητικός φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549 και Ράφτη κ.α. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Αν δε τα στοιχεία ενώπιον του διοικητικού οργάνου είναι ασαφή, η αποσαφήνισή τους δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, αλλά στο ίδιο το διοικητικό όργανο, που έχει και την ευθύνη για την αξιολόγησή τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91 ημερ. 24.9.92 και Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 317, 325).
Περαιτέρω, έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί ότι «όταν εγείρεται θέμα ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, τα ζητήματα αυτά πρέπει αποκλειστικά να αποφασίζονται με βάση το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων και αποδοχή μαρτυρίας για τα ζητήματα αυτά δυνατό να διαφοροποιήσει, αλλοιώσει ή μεταβάλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη και τέτοια πορεία δεν τυγχάνει της επιδοκιμασίας της νομολογίας» (Δημοκρατία ν. D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, Α.Ε. 125/14, ημερ. 13.7.2015, Μ. Σχίζα ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 691/2002, ημερ. 16.9.2004).
Όλες οι πιο πάνω νομολογιακές κατευθυντήριες, είχαν διατυπωθεί προηγουμένως στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 507, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:
«Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα (βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Antoniou v. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). To θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,
"...ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του." (βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 ΑA.Δ. 145,162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Δ.Δ. 335).
Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 ΑΑΔ. 549).
Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως (βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)».
Εν προκειμένω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της επιδιωκόμενης προς προσαγωγή μαρτυρίας, κρίνω, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και δεν μπορεί να επιτραπεί η προσκόμιση της μαρτυρίας που ζητεί ο αιτητής.
Εν πρώτοις, προκαλεί πραγματικά εντύπωση και δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι, ενώ στις 18.10.2019, ο αιτητής τέλεσε γάμο με ευρωπαία υπήκοο και στις 10.7.2020 αυτός υπέβαλε αίτηση και εξασφάλισε άδεια διαμονής στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση και ζητεί να προσαγάγει ως μαρτυρία, ένορκη δήλωση προσώπου, της Ινδής M. B., η οποία δηλώνει ότι είναι συμβία του αιτητή, με τον οποίο απέκτησε δυο τέκνα στις 25.4.2019 και 14.10.2020, ήτοι κατά το χρόνο που ο αιτητής ήταν παντρεμένος με την προαναφερθείσα ευρωπαία.
Πέραν όμως της πιο πάνω επισήμανσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός που περιέχεται στην παράγραφο 2 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης και σύμφωνα με τον οποίο ο αιτητής, κατά τη σύλληψή του, στις 17.5.2026, ανέφερε στα μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (ΥΑΜ) που τον συνέλαβαν ότι είναι πατέρας δυο παιδιών, δείχνοντάς τους και τα σχετικά πιστοποιητικά γέννησης. Όπως προκύπτει από την επιστολή της ΥΑΜ, ιδίας ημερομηνίας (παράρτημα 7 στο δικόγραφο της ένστασης), ο αιτητής δεν ανέφερε, κατά το χρόνο σύλληψής του, σε οποιοδήποτε μέλος της ΥΑΜ οτιδήποτε είτε περί της ύπαρξης ανήλικων εξαρτώμενων προσώπων, είτε περί της ύπαρξης συμβίας. Επιπρόσθετα, ούτε στην κατάθεση του Αστυφύλακα που συνέλαβε τον αιτητή, επίσης ημερομηνίας 17.5.2026 (παράρτημα 7 στην ένσταση), αναφέρεται ότι ο αιτητής έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη τέκνων ή/και συμβίας. Συνεπώς, και λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου της νομιμότητας που υπάρχει υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, το οποίο και δεν έχει ανατραπεί, η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επιπρόσθετα, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι εν έτει 2023, ο τότε δικηγόρος του αιτητή υπέβαλε προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης αίτημα για αφαίρεση του αιτητή από τον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stoplist) δι’ επιστολής ημερομηνίας 19.4.2023 (παράρτημα 6 στο δικόγραφο της ένστασης), στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται για ύπαρξη τέκνων του αιτητή, ούτε καν για ύπαρξη συμβίας από την Ινδία, παρά μόνον ανέφερε ότι ο αιτητής «συμβιώνει μέχρι και σήμερα αρμονικά με τη [Ρουμάνα] σύζυγό του». Συνεπώς, με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα απουσίας στοιχείων από τον διοικητικό φάκελο, η δε σχετική νομολογία που επικαλέστηκε επί του θέματος η κα Χαραλαμπίδου κατά την ακρόαση της αίτησης, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Αντίθετα, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η νομολογία, σύμφωνα με την οποία πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία, αποτελεί ο διοικητικός φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Ρούσος, ανωτέρω, Ράφτη, ανωτέρω, D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, ανωτέρω),
Εν πάση περιπτώσει, τόσο τα δυο πιστοποιητικά γέννησης, όσο και οι δυο βεβαιώσεις φοίτησης που περιέχονται ως τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, βρίσκονται καταχωρημένα στον διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1Α» κατά την ακρόαση της αίτησης, ενώ επισυνάπτονται αυτά και στην αίτηση ακυρώσεως. Παρομοίως, εντός του διοικητικού φακέλου εντοπίζονται και τα έγγραφα που περιέχονται ως τεκμήρια 6 και 7 στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση και τα οποία επίσης επισυνάπτονται στην αίτηση ακυρώσεως (ενοικιαστήριο έγγραφο του διαμερίσματος στο οποίο, ως αναφέρει, διαμένει η ενόρκως δηλούσα με τον αιτητή και τα προαναφερθέντα ανήλικα πρόσωπα και βεβαιωτική επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας που είχε υποβάλει η M. B. στις 12.10.2017). Συνεπώς, κρίνεται αχρείαστη και περιττή η εκ νέου προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων, τα οποία ήδη βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, σε σχέση με τα έγγραφα που περιέχονται ως τεκμήρια 5 και 8 στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση (αποτελέσματα τεστ πατρότητας των G. B. και P. B. από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, ημερομηνίας 15.6.2026 και επιστολή των δικηγόρων του αιτητή και της ενόρκως δηλούσας προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 11.6.2026), διαπιστώνω ότι αυτά πράγματι εκφεύγουν του ουσιώδους χρόνου έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων και αποτελούν έγγραφα που δεν ήσαν ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων, οι οποίες εκδόθηκαν στις 17.5.2026. Συνεπώς, τα εν λόγω έγγραφα δεν θα μπορούσαν, ούτως ή άλλως, να προσθέσουν οτιδήποτε στην επιχειρηματολογία της συνηγόρου του αιτητή ούτε και να ενισχύσουν τους εγειρόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται.
Ως εκ των πιο πάνω, η αιτούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η υπό κρίση αίτηση κρίνεται απορριπτέα.
Το κατά πόσον οι καθ’ ων η αίτηση ορθά και νόμιμα εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες πράξεις, είναι θέμα που θα κριθεί στο πλαίσιο εξέτασης της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθούνται, με βάση το υλικό του οικείου διοικητικού φακέλου και τα στοιχεία που είχε ενώπιον της η Διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης.
Κατά συνέπεια, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της προσφυγής.
Η προσφυγή ορίζεται για περαιτέρω οδηγίες στις 9.7.2026 και ώρα 9.30 π.μ..
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο