PIERROT ILEKA NGANYA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασία, Υπόθεση Αρ. 599/2026, 20/7/2026
print
Τίτλος:
PIERROT ILEKA NGANYA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασία, Υπόθεση Αρ. 599/2026, 20/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 599/2026 (K) iJustice

                                             

      20 Ιουλίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

   PIERROT ILEKA NGANYA, από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Αιτητή

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Παναγιώτης Πιερίδης, δικηγόρος για Αιτητή

Αφροδίτη Αναστασιάδη, Δικηγόρος για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε για Καθ' ων η αίτηση.

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Ο Αιτητής είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο οποίος, εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και στις 19.11.2021, υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας, το οποίο απορρίφθηκε στις 20.07.2023 από την Υπηρεσία Ασύλου.

Στη συνέχεια, ο Αιτητής καταχώρησε προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία, απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 13.05.2026 («ΔΔΔΠ»). Έκτοτε παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Στις 30.05.2026 ο Αιτητής συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής και στις 30.05.2026, κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εναντίον εκδόθηκε διάταγμα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Τις εν λόγω πράξεις προσβάλλει με τα αιτητικά Α-Γ της παρούσας προσφυγής του. Με το αιτητικό Δ ζητεί διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης, το οποίο ως ορθά θέτει και η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 146(4) του Συντάγματος και το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 (Ν. 131(I)/2015) ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή εγείρεται με τον πρώτο λόγο ακύρωσης ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των άρθρων 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105 καθότι η ανακήρυξη του Αιτητή ως παράνομου μετανάστη είναι προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Δεν μπορεί, κατά την εισήγηση, να θεωρηθεί ότι η επιστολή ημερ. 30.05.2026 (Παράρτημα Β στην αίτηση - ερ. 6) που επιδόθηκε στον Αιτητή μετά την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (και όχι πριν) και χωρίς να δίδεται με αυτή χρόνος να αναχωρήσει αποτελεί απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ.

 

Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης τίθεται ζήτημα έλλειψης δέουσας έρευνας/ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο και παραβίασης της αρχής μη επαναπροώθησης (άρθρο 18ΟΖ κεφ. 105). Υποβάλλει ότι εσφαλμένα εκδόθηκε το διάταγμα κράτησης στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α) δηλ. στην ύπαρξη κινδύνου διαφυγής (ως η αναγραφόμενη αιτιολογία επί του διατάγματος). Όσον αφορά τη διεύθυνση του Αιτητή στην Αγλαντζιά αυτή ήταν δηλωμένη στο σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ερ. 24) και αυτή κατά τον ισχυρισμό είναι δηλωμένη για τη συμβία και τον υιό του. Τίθεται επίσης ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΟΔ για ύπαρξη κινδύνου διαφυγής ούτε έχει εξεταστεί από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (εφεξής η «Διευθύντρια») η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

 

Παράλληλα τίθεται ότι δεν λήφθηκαν οι απόψεις από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας («ΥΚΕ») προτού αποφασιστεί η κράτηση και η απέλαση του Αιτητή ενώ η εισήγηση στην επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) ημερ. 30.05.2026 για κράτηση βασίζεται σε μη συμμόρφωση προηγούμενης απόφασης επιστροφής και ύπαρξης κινδύνου διαφυγής, που ουδέν εξ αυτών υφίσταται. Ως αποτέλεσμα η Διευθύντρια ενέργησε κατόπιν μη δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα και άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική της ευχέρεια.

 

Κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δεν προηγήθηκε, λέγει ο Αιτητής, η ετοιμασία έκθεσης-εισήγησης ή άλλου έγγραφου που να δηλώνει την οποιαδήποτε επεξεργασία/αξιολόγηση της εισήγησης της ΥΑΜ Πάφου (για κράτηση και απέλαση – ερ. 5) από λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και/ή του προσώπου που αποφάσισε την κράτηση. Ως αποτέλεσμα η Διευθύντρια ενέργησε κατόπιν μη δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα.

 

Επιπροσθέτως ο Αιτητής θέτει ότι οι πληροφορίες που αφορούν το άτομο του Αιτητή και την οικογένεια του βρίσκονται κατατεθειμένες στο διοικητικό φάκελο, τον οποίο όφειλε η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να μελετήσει και να λάβει υπόψη προτού αποφασίσει για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ώστε να προβεί στη δέουσα έρευνα και να μπορεί εκ των πραγμάτων να δικαιολογήσει το συμπέρασμα της για κίνδυνο διαφυγής και να αποκλείσει παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105. Εντός του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου που αφορά τον Αιτητή υπάρχουν όλα τα στοιχεία ότι συμβιώνει με το ανήλικο τέκνο του και τη μητέρα, στοιχεία που θα έπρεπε να λάβει υπόψη η Διευθύντρια.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν και ή παρέλειψαν να αναβάλουν την απόφαση απομάκρυνσης του Αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΑ.-(1) εφόσον αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης. Παραλείφθηκε η ανάγκη προστασίας του Αιτητή κατ' εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης, η οποία συνιστά αναγκαστικό δίκαιο και θα πρέπει να έχει πρωταρχικό ρόλο σε σχέση με οποιαδήποτε απόφαση απομάκρυνσης του Αιτητή, και ειδικότερα όταν υπάρχει ανήλικο τέκνο.

 

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος διαφυγής και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΟΔ. Διαφαίνεται, ισχυρίζεται, από το περιεχόμενο του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου ότι ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο συμβίωνε με τη μητέρα του παιδιού του και το παιδί του και η οποία διαμένει μόνιμα στην Κύπρο και ουδέποτε αποπειράθηκε να εξαφανιστεί/να διαφύγει από τις αρχές. Αντιθέτως πήγε ο ίδιος στην Υπηρεσία Ασύλου με την οικογένεια του για να προβεί σε επικαιροποίηση στοιχείων (να δηλώσει την ύπαρξη τέκνου). Τα συμπεράσματα του Υπεύθυνου της ΥΑΜ (Ερ. 13) ότι δεν μπορούν να επιβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα είναι αυθαίρετα εφόσον ουδέποτε λήφθηκε συνέντευξη από τον Αιτητή.

 

Κατόπιν έλλειψης δέουσας έρευνας και/ή «ηθελημένα» οι καθ’ ών η αίτηση δεν προβαίνουν σε αναγκαίες διαδικασίες ως η νομική τους υποχρέωση για να αξιολογηθεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού προ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης αγνοώντας παντελώς τα δικαιώματα του Αιτητή και του παιδιού του παραβιάζοντας το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989) και την αρχή της μη επαναπροώθησης. Παραπέμπει συναφώς στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Αναθ. Έφεση 15/25 ημερ. 04.12.2025.

 

Περαιτέρω στα πλαίσια του ιδίου λόγου ακύρωσης εγείρεται ότι η επιβολή κράτησης στον Αιτητή καθιστά παραβίαση του δικαιώματος τους στο γάμο και στην ίδρυση οικογένειας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 22 του Συντάγματος και το άρθρο 12 της ΕΣΔΑ, το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 15 του Συντάγματος και στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, καθώς και τα άρθρα 6, 7 και 9 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, και με αναφορά στην καταγραφή ότι «υπάρχει κίνδυνος διαφυγής… Δεδομένης της μη συμμόρφωσης του με προηγούμενη απόφαση επιστροφής»  εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη είναι πλημμελώς αιτιολογημένη και παράλληλα τίθεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν το άρθρο 18ΠΕ(1)(α).

 

Με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης, αναφορικά με το λεκτικό των επίδικων διαταγμάτων υποβάλλεται ότι δε φαίνεται να ακολουθήθηκε η διαδικασία των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105 ενώ δεν προκύπτει από το φάκελο ότι ο Αιτητής υπάγεται σε οποιανδήποτε από τις εξαιρέσεις των εν λόγω άρθρων και ούτε τηρήθηκαν οι πρόνοιες που επιβάλλουν την έκδοση απόφασης επιστροφής, η οποία να προβλέπει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης που να κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών (άρθρο 18ΟΘ). Ο Αιτητής δεν ενημερώθηκε δεόντως για το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (ΚΔΠ 242/1972.) αλλά η πρώτη ενημέρωση που είχε ήταν στις 30.05.2026 με την επίδοση των πρώτων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση, διά της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της, υπερασπίζεται τη νομιμότητα και το ορθό των ενεργειών της παραπέμποντας στις νομοθετικές πρόνοιες και σε νομολογία.

 

Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι, πέραν του διοικητικού φακέλου του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία, κατόπιν αιτήματος εκ μέρους της πλευράς του Αιτητή κατατέθηκε και ο φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τον Αιτητή, καθότι ετέθησαν ισχυρισμοί που αφορούν έγγραφα εντός του φακέλου αυτού. Ο εν λόγω φάκελος σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2.

 

Εξέτασα λοιπόν τις θέσεις των μερών έχοντας υπόψη μου και το περιεχόμενο των ως άνω δύο φακέλων. Η κατάληξή μου είναι η ακόλουθη:

 

Δε συμφωνώ, καταρχάς, ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των άρθρων 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105 ούτε ότι ο Αιτητής δεν έλαβε ειδοποίηση  σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών, για την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη.

 

Είναι σαφές ότι ο Αιτητής κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης με την επιστολή ημερ. 30.05.2026 (Παράρτημα Β στην αίτηση ακυρώσεως), η οποία αποτελεί αφενός την ειδοποίηση δυνάμει του ως άνω Κανονισμού 19 αφετέρου την απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ. Στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Αναθ. Έφεση 15/25 ημερ. 04.12.2025, στην οποία ο Αιτητής παραπέμπει στα πλαίσια του δεύτερου λόγου ακύρωσης, ακριβώς αναφέρθηκε ότι μια ανάλογη αυτής πράξη αποτελεί την «απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ». Ουδέν δε μεμπτό εντοπίζεται στο ότι ταυτόχρονα εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης. Σχετική είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην C-166/13 Mukarubega (σκ. 58) όπου αναφέρεται ότι τα κράτη μέλη δεν εμποδίζονται να εκδίδουν απόφαση όσον αφορά τη λήξη της νόμιμης παραμονής ταυτοχρόνως με απόφαση περί επιστροφής και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση όλων των πράξεων διαπιστώθηκαν την ίδια ημέρα με την έκδοσή τους, λόγω δεδομένων που αφορούσαν τον Αιτητή και διαπιστώθηκαν κατά τη σύλληψή και εξέτασή του. Ως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση:

 

«Εξάλλου, ο ορισμός της έννοιας «απόφαση περί επιστροφής» του άρθρου 3, σημείο 4, της εν λόγω οδηγίας συναρτά τη δήλωση περί παράνομης διαμονής με την υποχρέωση επιστροφής».

 

Άρα ο πρώτος λόγος ακύρωσης καθώς και ο ισχυρισμός (στα πλαίσια του τέταρτου λόγου ακύρωσης) περί μη αποστολής ειδοποίησης δυνάμει του κανονισμού 19, απορρίπτονται.

 

Δε με βρίσκουν σύμφωνο ούτε οι υποβολές του Αιτητή στα πλαίσια του δεύτερου λόγου ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας/ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο, παραβίασης της αρχής μη επαναπροώθησης (άρθρο 18ΟΖ κεφ. 105) κτλ.

 

Καταρχάς δε θεωρώ ότι εσφαλμένα εκδόθηκε το διάταγμα κράτησης στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α) δηλ. στην ύπαρξη κινδύνου διαφυγής (ως η αναγραφόμενη αιτιολογία επί του διατάγματος) ούτε όμως ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΟΔ για ύπαρξη κινδύνου διαφυγής ή δεν εξετάστηκε η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Ούτε συμφωνώ ότι των προσβαλλόμενων δεν προηγήθηκε η έκθεση της ΥΑΜ, την οποία δεν έλαβε υπόψη η Διευθύντρια των Καθ΄ων η αίτηση.

 

Σχετική είναι η έκθεση της ΥΑΜ ημερ. 30.05.2026 (Παράρτημα 1 σε ένσταση), η οποία φέρει την αυθημερόν έγκριση της Διευθύντριας των Καθ΄ων η αίτηση. Στην έκθεση αυτή, η οποία προπαρασκεύασε τις προσβαλλόμενες συμπληρώνοντας την αιτιολογία τους, φαίνεται ότι ο κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή εδράστηκε στη διαπίστωση ότι αυτός δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, γεγονός του υποδηλώνει «πρόθεση μη συμμόρφωσης σε ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής». Άρα εδράστηκε στην περίπτωση (β) του ορισμού «κίνδυνος διαφυγής» (άρθρο 18ΟΔ Κεφ. 105), ο οποίος αναφέρει ότι εικασία διαφυγής μπορεί να θεμελιώσει και η «δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής».

 

Εξάλλου στην εν λόγω Έκθεση της ΥΑΜ, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν υπόψη ότι η αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία απερρίφθη ως απερρίφθη και η προσφυγή του στο ΔΔΔΠ αλλά και ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία αλλά και ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών μέτρων πέραν της κράτησης του ως επίσης δεν παραβιάζεται η αρχή της επαναπροώθησης.

 

Τα πιο πάνω δείχνουν, κατά την κρίση μου, ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξάσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και θεώρησαν ότι η παρούσα περίπτωση δεν προσφερόταν. Θεωρώ ότι η κρίση τους αυτή, ως τεκμηριώνεται από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, είναι αναλογική και εντός των πλαισίων των εξουσιών τους και της Νομολογίας (Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Δημοκρατίας ημ. 09.08.2013, Υπ. Αρ. 716/2014 El Khouri v. Δημοκρατίας ημερ. 24.06.2016  Υπ. Αρ. 3/2021 Muhammad v Δημοκρατίας ημερ. 24.11.2021, Υπ. αρ. 547/23 J S ν. Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 30.06.2023 μεταξύ άλλων) η οποία μάλιστα έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και ο Αιτητής «εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή» (αλλά και δεδομένου του ορισμού «κίνδυνος διαφυγής» δυνάμει του άρθρου 18ΟΔ του Κεφ. 105 λόγω μεταξύ άλλων, στη δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής), δεν τίθεται ζήτημα παρανομίας του διατάγματος κράτησης ούτε παραβιάζεται το πιο πάνω άρθρο 18ΠΣΤ του Κεφ. 105.

 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η διεύθυνση του Αιτητή στην Αγλαντζιά ήταν δηλωμένη στο σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ερ. 24) και αυτή κατά τον ισχυρισμό είναι δηλωμένη για τη συμβία και τον υιό του, δεν παραπέμπομαι σε οποιοδήποτε έγγραφο που να τον τεκμηριώνει. Ενώ δηλαδή πράγματι στο Ερ. 24 φαίνεται η τελευταία διεύθυνση του Αιτητή να είναι στην οδό Μακαρίου με ΤΚ 2107 στην Αγλαντζιά, ουδέν αναφέρεται αναφορικά με την ισχυριζόμενη συμβία και τέκνο του. Μάλιστα στο ερ. 50 (τελευταία γραμμή), φαίνεται ότι η εν λόγω συμβία του Αιτητή διέμενε σε εντελώς διαφορετική διεύθυνση ήτοι στην οδό Σάμου με ΤΚ 1086 στη Λευκωσία.

 

Δε με βρίσκουν, συναφώς, σύμφωνο ούτε οι λοιποί ισχυρισμοί του Αιτητή ως προς την κατ’ ισχυρισμό πλάνη της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να μελετήσει και να λάβει υπόψη τα περιεχόμενα του φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου που αφορά τον Αιτητή όπου κατά τον ισχυρισμό υπάρχουν τα στοιχεία ότι συμβιώνει με το ανήλικο τέκνο του και τη μητέρα, στοιχεία που θα έπρεπε να λάβει υπόψη η Διευθύντρια.

 

Ως προς αυτό σημειώνω ότι διαφωνώ ότι μέρος του διοικητικού φακέλου που όφειλε να λάβει υπόψη η Διευθύντρια των Καθ΄ων η αίτηση ήταν ο φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου. Ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε συγκεκριμένο επιχείρημα ή παραπομπή. Στην παρούσα, επίδικα είναι τα διατάγματα κράτησης και απέλασης και η απόφαση κήρυξης του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη. Δε θεωρώ ότι χωρεί αμφισβήτησης ότι η αρμόδια αρχή, βάσει του Κεφ. 105 για την έκδοση των πράξεων αυτών είναι το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και όχι η Υπηρεσία Ασύλου. Άρα δε θεωρώ ότι όφειλε να λάβει υπόψη της η Διευθύντρια την όποια επιστολή είχε ο Αιτητής στείλει στα πλαίσια εξέτασης αίτησης ασύλου (άλλου προσώπου) και μάλιστα μετά την απόρριψη της δικής του αίτησης αλλά και προσφυγής του στο ΔΔΔΠ. Στην απόφαση C‑249/13 Boudjlida σκέψη 50 αναφέρθηκε (υπογράμμιση και έμφαση του παρόντος):

 

 

50 Συναφώς, στον ενδιαφερόμενο εναπόκειται να συνεργαστεί με την αρμόδια εθνική αρχή κατά την ακρόασή του ώστε να της παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση και, ειδικότερα, τις πληροφορίες που μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη έκδοση αποφάσεως επιστροφής.

 

Άρα είναι από την νομολογία του ΔΕΕ σαφές ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να συνεργαστεί με την αρμόδια εθνική αρχή κατά την ακρόασή του ώστε να της παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση που μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη έκδοση αποφάσεως επιστροφής. Αυτή η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας του επιβάλλει να ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την εν λόγω αρμόδια εθνική αρχή σχετικά με οποιεσδήποτε εξελίξεις της οικογενειακής του ζωής και το δικαίωμα του να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που αφορούν την οικογενειακή ζωή του δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο προς επανεκκίνηση ή παράταση της διοικητικής διαδικασίας στο διηνεκές (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση C‑166/13 Mukarubega, σκέψη 71).

 

Στην παρούσα ουδόλως προκύπτει κάτι τέτοιο εφόσον ο Αιτητής ουδέν ανέφερε στην αρμόδια εθνική αρχή, την επιφορτισμένη με το καθήκον έκδοσης απόφασης επιστροφής ως η επίδικη, εν προκειμένω δηλαδή το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για την ύπαρξη τέκνου ή συμβίας αλλά το έπραξε όψιμα μετά τη σύλληψή του και όταν πλέον ήγειρε την παρούσα δικαστική διαδικασία και ενώ το τέκνο ήταν ήδη σχεδόν ενός έτους. Συμπεριφορά που κάθε άλλο θα μπορούσε να ενταχθεί στην έννοια μιας καλόπιστης συνεργασίας που επιβάλλει στον Αιτητή τη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ενημέρωση των Καθ΄ων η αίτηση ως την αρμόδια εθνική αρχή σχετικά με τα κρίσιμα στοιχεία και εξελίξεις της οικογενειακής του ζωής αλλά μάλλον ως ανεπίτρεπτη χρήση τους ως ουσιαστικά μέσο προς παράταση της παραμονής του στη Δημοκρατία.

 

Εξ άλλου, η διαπίστωση του παράνομου της παραμονής ενός αλλοδαπού έχει δεδομένα, συνέπειες για το πρόσωπο αυτό. Η κύρια είναι ότι το κράτος πρέπει πλέον υποχρεωτικά να εκδώσει εναντίον του απόφαση επιστροφής το συντομότερο δυνατό (βλ. απόφαση C-430/11 Sagor ημερ. 06.12.2012 σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) άλλωστε σκοπός της Οδηγίας 2008/115 είναι να καθιερώσει μια αποτελεσματική πολιτική απομάκρυνσης και επαναπατρισμού. Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-38/14 Samir Zaizoune αναφέρθηκε:

 

«30. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός της οδηγίας 2008/115, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4, είναι να καθιερώσει μια αποτελεσματική πολιτική απομάκρυνσης και επαναπατρισμού. Η οδηγία αυτή θεσπίζει, δυνάμει του άρθρου 1, τους «κοινούς κανόνες και διαδικασίες» που εφαρμόζει κάθε κράτος μέλος για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.

 

31. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της αποφάσεως El Dridi (C-61/11 PPU, EU:C:2011:268), το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει καταρχάς, κατά κύριο λόγο, υποχρέωση των κρατών μελών να εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής εις βάρος κάθε υπηκόου τρίτης χώρας που  διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους.

 

32. Πράγματι, εφόσον διαπιστώνουν το παράνομο της διαμονής, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, δυνάμει του άρθρου αυτού και υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5 του ίδιου άρθρου, να εκδίδουν απόφαση περί επιστροφής (απόφαση Achughbabian, C-329/11, EU:C:2011:807, σκέψη 31). Ως προς τούτο, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που κατατέθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι ο S. Zaizoune εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις των ανωτέρω παραγράφων.

 

(...)

 

34. Επιπροσθέτως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, τόσο από το καθήκον πίστεως που υπέχουν τα κράτη μέλη όσο και από τις επιταγές αποτελεσματικότητας που υπενθυμίζονται, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2008/115, προκύπτει ότι η υποχρέωση την οποία επιβάλλει το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής στα κράτη μέλη να προβαίνουν, στις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού περιπτώσεις, στην απομάκρυνση, πρέπει να εκπληρώνεται το συντομότερο δυνατό (βλ. απόφαση Sagor, C-430/11, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) (έμφαση του Δικαστηρίου)».

 

Δε βλέπω άρα και από αυτή τη σκοπιά, πως θα μπορούσε, αφενός ο Αιτητής να θεωρηθεί ότι συνεργάστηκε με τους Καθ΄ων η αίτηση ώστε να τους παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση, αφετέρου οι Καθ΄ων η αίτηση να επιτελέσουν τον σκοπό της Οδηγίας για άμεση απομάκρυνσή του ως παρανόμως παραμένοντος, εφόσον όσα ανέφερε σε αυτούς ως αρμόδια εθνική αρχή, ήταν κατόπιν τη σύλληψης/έκδοσης των προσβαλλομένων.

 

Σε κάθε δε περίπτωση εν παρόδω αναφέρω ότι η επιστολή, στην οποία ο συνήγορος του Αιτητή με παρέπεμψε στις διευκρινίσεις (Ερ. 113), αποτελούσε μια πληροφόρηση από τον δικηγόρο του προς την Υπηρεσία Ασύλου για σκοπούς διόρθωσης των στοιχείων της αίτησης ασύλου του ισχυριζόμενου τέκνου του Αιτητή (ήδη τότε 10 μηνών) ώστε να καταγράφει ότι ο ίδιος είναι πατέρας του. Δεν αναφέρει οτιδήποτε πέραν αυτού ούτε αποτελεί αίτημα που αφορά τον ίδιο τον Αιτητή (βλ. διαπίστωση Διοικ. Εφετείου σε ΕΔΔ 3/2026 S.I.U. v. Δημοκρατίας ημερ. 16.07.2026 αναφορικά με εκεί ερ. 31) ενώ ουδέν στοιχείο διεύθυνσης διαμονής παρατίθεται ούτε ότι ο ίδιος συμβιώνει με το τέκνο αυτό. Αντιθέτως, τα στοιχεία του φακέλου του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (Τεκμήριο 1), στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω δεν καταγράφουν οτιδήποτε τέτοιο αλλά διαφορετική διεύθυνση του Αιτητή με την αναφερόμενη ως συμβία του. Συνεπώς ακόμα κι αν θεωρούσα ότι όφειλε η αρμόδια αρχή Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να είχε αναζητήσει και ερευνήσει το σύνολο των επιστολών του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου μετά και την απόρριψη της αίτησης ασύλου του και την απόρριψη της προσφυγής του στο ΔΔΔΠ  (που  κάτι τέτοιο ως ανέφερα δεν είναι η περίπτωση βάσει των ως άνω αποφάσεων του ΔΕΕ) και πάλι δε θα μπορούσα να οδηγηθώ σε εύρημα παροχής από τον Αιτητή οποιασδήποτε «κρίσιμης πληροφορίας» για την οικογενειακή κατάσταση, την οποία αμέλησαν οι Καθ΄ων η αίτηση να διερευνήσουν.

 

Σημειώνω δε παρενθετικά ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, παρά την εν λόγω όψιμη ενημέρωση, άμα τη λήψη της, προχώρησαν και ζήτησαν τις απόψεις των ΥΚΕ αναστέλλοντας την εκτέλεση του διατάγματος απέλασης μέχρι την απόφαση του παρόντος και την αποστολή των απόψεων από τις ΥΚΕ, γεγονός που θεωρώ δεικνύει καλόπιστη στάση έναντι του Αιτητή και συμμόρφωση με το άρθρο 18ΟΖ του Κεφ. 105. Σχετική επί τούτου η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (Φ. Κωμοδρόμος, ΠΔΔ) στην  Υπόθεση Αρ. 325/2025 T.D.E ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α. ημερ. 23.05.2025 και η απόφαση του παρόντος στην Υπόθεση Αρ. 53/2026 Oluwabiyi Ademola Adesanya ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης ημερ. 16.02.2026, στις οποίες παραπέμπει η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση. Στην πρώτη εξ αυτών αναφέρθηκε:

 

«Πράγματι, οι καθ' ων η αίτηση (Τμήμα Μετανάστευσης), προς συμμόρφωση με την πιο πάνω υποχρέωση, απέστειλαν επιστολή προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, ημερομηνίας 24.3.2025 (παράρτημα 5 στο δικόγραφο της ένστασης), με την οποία ζητούσαν τις απόψεις και/ή θέσεις των Υπηρεσιών για την κράτηση και τον επαναπατρισμό του αιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΖ (α) και (β) του Κεφ. 105. Το δε διάταγμα απέλασης ανεστάλη μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας.

 

Ως εκ των πιο πάνω, δεν παρατηρείται κενό έρευνας, ούτε και πλημμελής εφαρμογή του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, ενώ προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ευρήματα της προηγηθείσας ακυρωτικής δικαστικής απόφαση».

 

Ούτε όμως με βρίσκει σύμφωνο ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν και ή παρέλειψαν να αναβάλουν την απόφαση απομάκρυνσης του Αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΑ(1) εφόσον αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης. Πέραν της λεκτικής επίκλησης της αρχής της μη επαναπροώθησης, δεν αναφέρεται οτιδήποτε που να τεκμηριώνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αμέλησαν να την τηρήσουν αλλά ούτε και πόθεν προκύπτει επίκληση της αρχής αυτής για τον Αιτητή, του οποίου η Αίτηση για διεθνή προστασία έχει απορριφθεί όπως απορρίφθηκε και η προσφυγή του στο ΔΔΔΠ.  Στο μέτρο δε που ο Αιτητής στηρίζεται στην ύπαρξη του τέκνου του, το ζήτημα αυτό δεν άπτεται της αρχής της μη επαναπροώθησης, αλλά των βέλτιστων συμφερόντων των ανήλικων τέκνων/οικογενειακής του κατάστασης, έννοιες διακριτές (βλ. ως άνω Boudjlida, σκέψη 48[1]) άλλωστε οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας δε συνδράμουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο προς την αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Δε θεωρώ άρα, έχοντας υπόψη και όσα έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω, ότι οι Καθ΄ων η αίτηση αστόχησαν με οποιονδήποτε τρόπο κατά την εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης ούτε ασφαλώς η (επίσης) λεκτική επίκληση, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση, του ισχυρισμού ότι το διάταγμα κράτησης του Αιτητή παραβιάζει το δικαίωμα του Αιτητή στο γάμο, ίδρυση οικογένειας/ιδιωτική και οικογενειακή ζωής (Άρθρα 15 και 22 του Συντάγματος, Άρθρα 8 και 12 της ΕΣΔΑ, Άρθρα 6, 7 και 9 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) μπορεί να επιτύχει.

 

Συνεπώς, δεδομένων των πιο πάνω, ο δεύτερος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος ακύρωσης. Η αναφορά επί του διατάγματος κράτησης περί μη συμμόρφωσης του Αιτητή  με «προηγούμενη απόφαση επιστροφής» δε θεωρώ ότι θα μπορούσε να πλήξει την αιτιολογία του. Αυτό διότι το παράνομο της παραμονής του Αιτητή ήταν δεδομένο, όπως δεδομένη ήταν και η μη επιθυμία του για επαναπατρισμό του, τα οποία ως ανέφερα ήδη είναι επαρκή ως αιτιολογία για να εδράσουν την εικασία περί κινδύνου διαφυγής για έκδοση του διατάγματος κράτησης και είναι αυτά, τα οποία αναφέρθηκαν στην προπαρασκευαστική πράξη/έκθεση των Καθ΄ων η αίτηση (Παράρτημα 1 σε ένσταση) και, ακόμα κι αν η διοίκηση έσφαλλε ως προς την προηγούμενη έκδοση απόφασης επιστροφής επί του διατάγματος κράτησης αυτό δεν αποτελεί σφάλμα αιτιολογίας που να πλήξει καταλυτικά την αιτιολογία του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης. Σχετικά είναι ασφαλώς και τα άρθρα 31-32 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου.

 

Να σημειώσω άλλωστε ότι, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής φαίνεται ότι δεν είχε συμμορφωθεί με προηγούμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου (Ερ. 54 Τεκμηρίου 1), με την οποία, συμφώνως με το άρθρο 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, πληροφορήθηκε για την υποχρέωσή του να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, η οποία ακόμα κι αν δεν ήθελε θεωρηθεί ως «απόφαση επιστροφής εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου» (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Αναθ. Έφεση 15/25 ημερ. 04.12.2025), δεν παύει να αποτελεί μια πράξη εκ μέρους μια άλλης διοικητικής αρχής, της Υπηρεσίας Ασύλου, που ενημερώνει τον Αιτητή περί της εκ μέρους εκείνης της αρχής έκδοσης εναντίον του Αιτητή «απόφασης επιστροφής (return decision) κατ’ επίκλησιν όχι του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου αλλά του εν λόγω άρθρου 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου δίδοντας του προθεσμία επτά (7) ημερών για οικειοθελή αναχώρησή του. Άρα ακόμα κι αν θεωρήσω ότι η αναφορά επί του διατάγματος κράτησης περί προηγούμενης απόφασης επιστροφής αποτελεί εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό επειδή δεν αποτελεί «απόφαση επιστροφής εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου», δε παύει να αποτελεί ορθή διαπίστωση ως πραγματικό γεγονός. Σχετική ως προς «απόφαση επιστροφής δυνάμει του άρθρου 13(2)(δ)» του περί Προσφύγων Νόμου είναι η απόφαση του Εφετείου στην ΈΔΔ Αρ. 102/2023 S A v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 17.07.2025 όπου αναφέρθηκε (υπογράμμιση του παρόντος):

 

«Η σχετική απορριπτική της αίτησης απόφαση, λόγω μη πλήρωσης των Άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 (εφεξής «ο Νόμος») κοινοποιήθηκε στην Εφεσείουσα, ως προαναφέρθηκε. Μ' αυτήν αποφασίστηκε, πρόσθετα ή επακόλουθα, από την Εφεσείουσα, η επιστροφή της Εφεσίβλητης, δυνάμει του Άρθρου 13(2)(δ) του Νόμου και κλήθηκε όπως αναχωρήσει οικειοθελώς από την Κυπριακή Δημοκρατία εντός επτά (7) ημερών. Η απόφαση επιστροφής, η απόρριψη χορήγησης καθεστώτος ασύλου και η απόρριψη της χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας, αποτέλεσαν αντικείμενο της καταχωρηθείσας Προσφυγής Αρ. 1734/22».

 

Απορριπτέο, τέλος, είναι και το μέρος του τέταρτου λόγου ακύρωσης, βάσει του οποίου υποβάλλεται ότι από το λεκτικό των επίδικων διαταγμάτων δε φαίνεται να ακολουθήθηκε η διαδικασία των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105 ούτε τηρήθηκαν οι πρόνοιες που επιβάλλουν την έκδοση απόφασης επιστροφής, η οποία να προβλέπει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης που να κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών (άρθρο 18ΟΘ).

 

Οι καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν, έχοντας περί τούτου διακριτική ευχέρεια που τους παρέχεται από το άρθρο 18ΟΘ εδάφιο (4) του Κεφ. 105, να μην χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον Αιτητή, εφόσον διαπιστώθηκε, νομίμως και αιτιολογημένα, ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής του. Το εν λόγω εδάφιο (4) προβλέπει:

 

«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»

 

Ουδείς τελικά λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με €1.700 έξοδα (πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει) εναντίον του Αιτητή.

 

Υπενθυμίζεται ότι το προσβαλλόμενο, διά της παρούσας επικυρωθέν, διάταγμα απέλασης ανεστάλη από τη διοίκηση μέχρι τη λήψη των απόψεων των ΥΚΕ.

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1] Εκεί αναφέρθηκε διακρίνοντας τα δύο:

 

«..τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν την οδηγία αυτή, οφείλουν, αφενός, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή και την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου υπηκόου τρίτης χώρας καθώς και, αφετέρου, να τηρούν την αρχή της μη επαναπροωθήσεως»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο