ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 950/19
3 Ιουλίου, 2026
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με τα Άρθρα 25, 28, 29, 30, 35 και 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗ
Αιτητής,
ΚΑΙ
ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ
(ΑΤΗΚ-CYTA)
Καθ’ ης η αίτηση.
------------
Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για τον αιτητή.
Σ. Μαξούτη (κα) και Ι. Μιχαήλ (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την καθ’ ης η αίτηση.
Καμία εμφάνιση για τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο αιτητής αξιώνει από το Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες (διατηρείται η σύνταξη του κειμένου της προσφυγής):
«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της καθ’ ης η αίτηση ημερ. 9.4.2019 και η οποία γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή με το Παράρτημα Α ημερομηνίας 10.04.2019 και με την οποία προήγαγε τους 1. [Π.Χ.] κ.α. ως ο συνημμένος Πίνακας Α, στη θέση Ανώτερου Ειδικευμένου Τεχνίτη, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να εξετάσει τη διαμαρτυρία και/ή ένσταση και/ή αίτημα για επανεξέταση που υπέβαλε ο Αιτητής μέσω των Δικηγόρων του στις 25.04.2019 (Παράρτημα Β) εναντίον της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 9.4.2019 (Παράρτημα Α) με την παράνομα προήγαγε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ως πιο πάνω, είναι άκυρη παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και πως ότι παραλείφθηκε να διαταχθεί να γίνει».
Τα ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, έχουν συνοπτικά ως ακολούθως:
Το Διοικητικό Συμβούλιο της καθ’ ης η αίτηση (εφεξής «το Συμβούλιο»), σε συνεδρία του ημερομηνίας 31.10.2017, αποφάσισε όπως προχωρήσει η διαδικασία διενέργειας ενιαίων προαγωγών για αριθμό θέσεων στην Αρχή. Η εν λόγω απόφαση παγοποιήθηκε για ένα χρονικό διάστημα (εν αναμονή εξέτασης του θέματος από την Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας), στη συνέχεια όμως, σε συνεδρία ημερομηνίας 05.12.2017, επικυρώθηκε από το Συμβούλιο. Σε συνεδρία ημερομηνίας 12.03.2019, το Συμβούλιο αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας διενέργειας των προαγωγών σε βαθμούς, των οποίων οι θέσεις ορίζονται ενιαίες για το 2018 και στη συνέχεια, αφού εγκριθεί ο προϋπολογισμός 2019, για το 2019. Για το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο ζήτησε τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού και την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της Αρχής.
Η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση, λήφθηκε σε συνεδρία του Συμβουλίου ημερομηνίας 09.04.2019, κατά την οποία εξετάστηκε η προαγωγή υπάλληλων σε διάφορες θέσεις στην Αρχή. Σύμφωνα με τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας, η προαγωγή από το βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι στο Βαθμό του Ανώτερου Ειδικευμένου Τεχνίτη, η οποία εν προκειμένω ενδιαφέρει (εφεξής «ο επίδικος βαθμός»), αποτέλεσε το θέμα «Η» της εν λόγω συνεδρίας. Επισημαίνεται ότι, τόσο στο απόσπασμα των πρακτικών που επισυνάφθηκαν στην Ένσταση στην προσφυγή, όσο και στον διοικητικό φάκελο που προσκομίστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο, το απόσπασμα των πρακτικών των θεμάτων/αποφάσεων προαγωγών, που προηγήθηκαν της επίδικης εν προκειμένω, παραλείπεται. Στο σχετικό Παράρτημα 1 της Έντασης καταγράφεται μόνο ο τίτλος του κάθε θέματος που προηγήθηκε, με το θέμα «Ζ» να αφορά την προαγωγή από το Βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη ΙΙ στο Βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι.
Ειδικότερα, στα πρακτικά καταγράφονται τα ακόλουθα (για ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει):
«[…] το Συμβούλιο σημείωσε ότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο Προσωπικού:
Στο πλαίσιο της πιο πάνω απόφασης του Συμβουλίου (συνεδρίαση 53/2017 ημερομηνίας 5.12.2017) και σύμφωνα με το άρθρο 4(4) του περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2011 [192(Ι)/2011], θα κριθούν για προαγωγή σε ενιαίο βαθμό όλοι οι υπάλληλοι που κατέχουν τον ενιαίο βαθμό θέσης που προηγείται ενιαίου βαθμού προαγωγής, εφόσον νοητά θα έφθαναν στο σημείο της μισθοδοτικής κλίμακας στο οποίο κρίνονται αν δεν υπήρχε η απαγόρευση του περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου.
Με βάση τον περί Προϋπολογισμού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Νόμο του 2000 (Ν25(ΙΙ)/2000), υιοθετήθηκε η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία υπογράφτηκε μεταξύ της Cyta και των συνδικαλιστικών οργανώσεων του προσωπικού στις 11.11.1999 και με την οποία οι βαθμοί του προσωπικού μετονομάζονται. Οι αντιστοιχίες των βαθμών φαίνονται και στον Προϋπολογισμό του 2018 που επισυνάπτεται στα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού.
Με βάση τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της 11.11.1999, οι προαγωγές προσωπικού από τις θέσεις Τεχνικού I σε Ανώτερο Τεχνικό, Γραφέα I σε Ανώτερο Γραφέα και Ειδικευμένου Τεχνίτη I σε Ανώτερο Ειδικευμένο Τεχνίτη είναι προαγωγές ενιαίου βαθμού.
Η εξέλιξη του υφιστάμενου προσωπικού με βαθμό Γραφέα I ή Ειδικευμένου Τεχνίτη I από το όγδοο σημείο (ΑΒ) της κλίμακας Α7 στην Κλίμακα Α8 καθώς επίσης και η εξέλιξη του υφιστάμενου προσωπικού με βαθμό Τεχνικού I από το εντέκατο σημείο (ΑΒ) της κλίμακας Α8 στην Κλίμακα Α9 με το θεσμό του ενιαίου βαθμού θα αρχίζει, σύμφωνα με τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της 11.11.1999, με τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης τουλάχιστον υπηρεσίας στα αντίστοιχα σημεία λαμβάνοντας υπ’ όψιν την απόφαση του Συμβουλίου της Cyta κατά τη συνεδρίαση 53/2017 ημερομηνίας 5.12.2017.
[…]
Στον κατάλογο των υποψηφίων θα περιληφθούν οι υπάλληλοι για τους οποίους πληρώθηκαν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις για έκαστο βαθμό και ειδικότητα εντός του 2018 και, κατά την ημερομηνία που λήφθηκε η απόφαση της Αρχής στη συνεδρίαση 53/2017 ημερομηνίας 5.12.2017, ήταν στην Υπηρεσία της Αρχής και εν τω μεταξύ δεν έχουν παραιτηθεί, με βάση τον Κανονισμό 22 των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών, από την Υπηρεσία της Αρχής.
[…]
Ζ. Προαγωγή από το Βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη ΙΙ στο Βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι.
[το κείμενο παραλείπεται και δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο]
Η. Προαγωγή από το Βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη I στο Βαθμό του Ανώτερου Ειδικευμένου Τεχνίτη
Το Συμβούλιο μελέτησε διεξοδικά τα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού, την εισήγηση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή και το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των 15 κρινόμενων υπαλλήλων[1].
Από τη μελέτη των πιο πάνω στοιχείων, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι:
- Οι 15 υπάλληλοι που κρίνονται για προαγωγή στο βαθμό του Ανώτερου Ειδικευμένου Τεχνίτη είναι αυτοί που με την αμέσως προηγούμενη απόφασή του Συμβουλίου προήχθησαν από το βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη I στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη II και οι οποίοι, με βάση τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της 11.11.1999 και τις αποφάσεις του Συμβουλίου (συνεδρίαση 53/2017 ημερομηνίας 5.12.2017 και συνεδρίαση 44/2018 ημερομηνίας 20.11.2018) κρίνονται για προαγωγή στο βαθμό του Ανώτερου Ειδικευμένου Τεχνίτη.
- Οι 15 υπάλληλοι προσλήφθηκαν στην υπηρεσία της Cyta μετά τις 13.5.1972, γι’ αυτό και στην περίπτωσή τους ισχύουν τα προσόντα που καθιερώνει ο Κανονισμός 8 των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών για το Μέσο Ειδικευμένο Προσωπικό. Ο Κανονισμός 8(1)(Γ)(β) προβλέπει τα ελάχιστα ειδικά προσόντα του Επιθεωρητή Ειδικευμένου Προσωπικού/Ανώτερου Ειδικευμένου Τεχνίτη που είναι «συμπλήρωση 18ετούς περιόδου στην υπηρεσία της Αρχής ή 12ετούς εάν έχει αποκτήσει ενδεικτικό 2ου έτους του City and Guilds ή ισότιμου σχολής».
- Με βάση την Πρόνοια IB, Παράρτημα Β, Παράγραφος A(xi) της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που υπογράφτηκε στις 30.3.2007, το Μέσο Προσωπικό 1ης Τάξης που κατέχει Απολυτήριο Μέσης Εκπαίδευσης ή ισοδύναμα προσόντα ανελίσσεται στο βαθμό του Ανώτερου.
Το Συμβούλιο διαπίστωσε περαιτέρω ότι οι 15 κρινόμενοι υπάλληλοι καλύπτουν την Πρόνοια IB, Παράρτημα Β, Παράγραφος A(xi) της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της 30.3.2007 ή/και του Κανονισμού 8(1)(Γ)(β), είναι καλοί υπάλληλοι και κατάλληλοι για προαγωγή και αποφάσισε την προαγωγή τους στο βαθμό του Ανώτερου Ειδικευμένου Τεχνίτη από την ημερομηνία που φαίνεται πιο κάτω δίπλα από το όνομά τους, η οποία αντιστοιχεί στην ημερομηνία που έπεται της συμπλήρωσης δωδεκάμηνης υπηρεσίας στην ανώτατη βαθμίδα της κλίμακας του βαθμού τους (Β7):
|
1. [Π.Χ.] (….) |
Από την 1η Δεκεμβρίου 2017 |
|
|
|
|
2. [Γ.Χ.] (….) |
Από την 1η Ιανουαρίου 2018 |
|
|
|
|
3. [Φ.Μ.] (….) |
Από την 1η Φεβρουαρίου 2018 |
|
4. [Η.Μ.] (….) |
|
|
5. [Δ.Μ.] (….) |
|
|
6. [Μ.Μ.] (….) |
|
|
7. [Π.Ν.] (….) |
|
|
8. [Α.Ο.] (….) |
|
|
9. [Μ.Π.] (….) |
|
|
10. [Α.Χ.] (….) |
|
|
11. [Κ.Κ.] (….) |
|
|
|
|
|
12. [Α.Α.] (….) |
Από την 1η Μαρτίου 2018 |
|
13. [Γ.Ν.] |
|
|
|
|
|
14. [Α.Μ.] (….) |
Από την 1η Οκτωβρίου 2018 |
|
15. [Γ.Σ.] (….)». |
|
Οι προαγωγές που αποφασίστηκαν κατά την εν λόγω συνεδρία του Συμβουλίου, γνωστοποιήθηκαν στο προσωπικό της Αρχής στις 10.04.2019.
Στις 25.04.2019 ο αιτητής, μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε στον Πρόεδρο και τα Μέλη του Συμβουλίου επιστολή με θέμα τις εν λόγω προαγωγές σε ενιαίες θέσεις, εκφράζοντας την έντονη διαμαρτυρία του, ως αναφέρεται στην επιστολή, για την παράλειψη του Συμβουλίου να τον προάξει στον επίδικο βαθμό. Τούτο δε, ως περαιτέρω αναφέρει η επιστολή, κατά άνιση μεταχείριση και θυματοποίηση του και παρά το γεγονός ότι προήχθησαν αρκετοί νεότεροί του, τόσο στην επίδικο βαθμό όσο και σε προηγούμενους βαθμούς. Επικαλούμενος το δικαίωμα για σεβασμό της ομαλής σταδιοδρομίας του για ένταξη σε ανώτερη βαθμίδα σε ενιαία θέση, ζήτησε την αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του στον επίδικο βαθμό, με την καταβολή όλων των μισθολογικών ωφελημάτων αναδρομικά από 01.09.2018, κατά ίση μεταχείριση με τους υπόλοιπους ομοιόβαθμούς του.
Στις 24.06.2019 ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή, αιτούμενος τις ανωτέρω θεραπείες.
Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων του, διατείνεται ότι η καθ’ ης η αίτηση, κατά παράβαση του Άρθρου 29 του Συντάγματος και του άρθρου 33 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/99), παρέλειψε να απαντήσει και/ή να εξετάσει το αίτημα, το οποίο υπέβαλε με την επιστολή ημερομηνίας 25.04.2019 και με το οποίο αξίωνε να τύχει νόμιμης μεταχείρισης, ως τα Ε/Μ.
Ακολούθως, παραπέμποντας στις πρόνοιες του Κανονισμού 10 των περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικοί Κανονισμοί, ως αυτός τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 91/89[2] και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο αιτητής επικαλείται παραβίαση των αρχών της ισότητας, της χρηστής διοίκησης και της νομιμότητας καθότι η καθ’ ης η αίτηση παρέλειψε να τον προάξει από την 01.09.2018, ημερομηνία από την οποία θεωρεί ότι εδικαιούτο ανέλιξης και προαγωγής στον επίδικο βαθμό, έχοντας συμπληρώσει 6 έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι, ενώ προήγαγε παράνομα, ως η θέση του, τα Ε/Μ, τα οποία δεν είχαν συμπληρώσει την απαιτούμενη εξαετή υπηρεσία στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι.
Ο αιτητής διατείνεται ακολούθως ότι η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση να προάξει τα Ε/Μ αναδρομικά στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι και ακολούθως στον επίδικο βαθμό, είναι παράνομη και εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας καθότι τα Ε/Μ δεν είχαν συμπληρώσει την απαιτούμενη πραγματική υπηρεσία στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι και ως εκ τούτου δεν ήταν νομικά επιτρεπτό να προαχθούν στην επίδικη θέση. Για τον λόγο αυτό εισηγείται, περαιτέρω, ότι η καθ’ ης η αίτηση ενήργησε παράνομα και χωρίς δέουσα έρευνα ή αιτιολογία.
Στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης ο αιτητής εγείρει και τον επιπρόσθετο ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη τήρησης άρτιων πρακτικών, εφόσον δεν παρουσιάστηκε το απόσπασμα των πρακτικών για την αναδρομική προαγωγή των Ε/Μ στον προηγούμενο του επίδικου βαθμό, ήτοι στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι.
Η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει τους λόγους ακύρωσης και υποστηρίζει τη νομιμότητα της απόφασης για προαγωγή των Ε/Μ, εγείροντας προδικαστικώς ζήτημα ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αιτητή. Τούτο καθότι, αφενός, η προαγωγή σε ενιαία θέση (ως η επίδικη) δεν διενεργείται κατόπιν σύγκρισης των υποψηφίων και ως εκ τούτου τα Ε/Μ δεν προήχθησαν αντί του αιτητή και, αφετέρου, καθότι ο αιτητής δεν είχε συμπληρώσει 12μηνη υπηρεσία στην ανώτατη βαθμίδα της κλίμακας του βαθμού που κατείχε και ως εκ τούτου δεν δικαιούτο κρίσης. Επισημαίνοντας περαιτέρω ότι τα Ε/Μ δεν κατέλαβαν οργανικές θέσεις, είναι η θέση της καθ’ ης η αίτηση ότι ο αιτητής δεν επηρεάστηκε καθοιονδήποτε τρόπο από την προαγωγή των Ε/Μ, ούτε έχει προσδιορίσει το συμφέρον του που επηρεάζεται δυσμενώς από την εν λόγω προαγωγή. Για τον λόγο αυτό, κατά την περαιτέρω εισήγηση, η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί και ως αλυσιτελής, εφόσον τυχόν επιτυχία της δεν θα ωφελήσει τον αιτητή.
Επιπρόσθετα, η καθ’ ης η αίτηση επισημαίνει ότι, μετά την καταχώριση της παρούσας προσφυγής, συγκεκριμένα την 01.09.2019, ο αιτητής, έχοντας πλέον συμπληρώσει την απαιτούμενη 12μηνη υπηρεσία στην ανώτατη βαθμίδα της κλίμακάς του, προήχθη στον επίδικο βαθμό.
Ως προς την αιτούμενη με την παράγραφο Β της προσφυγής θεραπεία, η καθ’ ης η αίτηση υποβάλλει ότι με την επιστολή του ημερομηνίας 25.04.2019, ο αιτητής δεν επεδίωξε επανεξέταση ούτε υπέβαλε ένσταση εναντίον της προαγωγής των Ε/Μ, αλλά ζήτησε την αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του στον επίδικο βαθμό αναδρομικά από την 01.09.2018.
Στο πλαίσιο συμπληρωματικής αγόρευσης που καταχώρισαν, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση εγείρουν πρόσθετη προδικαστική ένσταση και εισηγούνται ότι απαραδέκτως προσβάλλονται με το ίδιο δικόγραφο οι δύο, περιεχόμενες στα αιτητικά (Α) και (Β) της υπό εκδίκαση προσφυγής, αιτούμενες θεραπείες, καθότι αυτές δεν έχουν καμία συνάφεια μεταξύ τους.
Κατά την περαιτέρω θέση της καθ’ ης η αίτηση, ως προς την ουσία της επίδικης διαφοράς, το σφάλμα του αιτητή εντοπίζεται στη διασύνδεση του δικαιώματος προαγωγής με τα έτη υπηρεσίας στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι, ενώ το δικαίωμα συναρτάται με τη συμπλήρωση 12μηνης υπηρεσίας στην ανώτατη βαθμίδα της κλίμακας του εν λόγω βαθμού. Ισχύουν δε εν προκειμένω και εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες των άρθρων 4(4) και 4Β του Ν.192(Ι)/2011[3], ενώ ο αιτητής εσφαλμένα συγκρίνει τον ίδιο με υπαλλήλους που προηγούνταν έναντι αυτού μισθολογικά, είτε διότι είχαν προσληφθεί στην Αρχή ενωρίτερα, είτε διότι έλαβαν σχετικές προσαυξήσεις λόγω προσόντων.
Εν πάση δε περιπτώσει, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση υποβάλλουν ότι ο αιτητής δεν είχε δικαίωμα σε αυτόματη μεταπήδηση στον επίδικο βαθμό, καθότι οι κρίσεις για προαγωγή, ακόμα και σε θέσεις των οποίων ο βαθμός είναι ενιαίος, δεν πραγματοποιούνται αυτοδικαίως αλλά θα πρέπει πάντοτε το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής να εξετάζει κατά πόσον ο υπάλληλος κατέχει τα απαιτούμενα εκ των Κανονισμών και της συλλογικής σύμβασης εργασίας προσόντα και υπηρεσία για να προαχθεί.
Ως προς την αναδρομική προαγωγή των Ε/Μ στο βαθμό του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι, απόφαση η οποία λήφθηκε κατά την ίδια συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής κατά την οποία αποφασίστηκε η επίδικη προαγωγή, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση, με τη συμπληρωματική τους αγόρευση, εισηγούνται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο. Τούτο καταρχάς καθότι η έγερση ως λόγου ακύρωσης του ισχυρισμού περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών, εγέρθηκε ανεπίτρεπτα, κατά την εισήγηση, στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης. Εν πάση δε περιπτώσει, η εν λόγω απόφαση αποτελεί ξεχωριστή και αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη, την οποία ο αιτητής ουδέποτε προσέβαλε και η οποία δεν καλύπτεται από τις αιτούμενες με την παρούσα προσφυγή θεραπείες, ούτε είναι επιτρεπτός ο παρεμπίπτων έλεγχος αυτής. Κατά την περαιτέρω θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων της καθ’ ης η αίτηση, η εν λόγω αναδρομική προαγωγή αποφασίστηκε ορθά και νόμιμα, βάσει των ρητών προνοιών του άρθρου 4(4) του Ν.192(Ι)/2011.
Ο αιτητής απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις και υποβάλλει ότι η παράνομη και πρόωρη προαγωγή των Ε/Μ, χωρίς να κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα, επηρέασε δυσμενώς τη δική του υπηρεσιακή κατάσταση στην ιεραρχία και στη δομή της υπηρεσίας της Αρχής και συνακόλουθα την απρόσκοπτη σταδιοδρομία του, αφού βρέθηκε παράνομα σε δυσμενέστερη θέση. Για τον λόγο αυτό απορρίπτει και τη θέση ότι η προσφυγή του είναι αλυσιτελής καθότι, κατά τη θέση του, σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής και έκδοσης ακυρωτικής απόφασης, η καθ’ ης η αίτηση θα πρέπει να προάξει μόνο όσους κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα, με τους υπόλοιπους να πρέπει να αναμένουν για να προαχθούν όπως και ο ίδιος, όταν θα καταστούν νόμιμα προσοντούχοι. Ως προς την αιτούμενη υπό την παράγραφο (Β) του αιτητικού θεραπεία, ο αιτητής επικαλείται το αναφαίρετο δικαίωμα αναφοράς προς διοικητικό όργανο, βάσει του Άρθρου 29 του Συντάγματος.
Έχοντας μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς και αξιολογώντας κατά προτεραιότητα τις προδικαστικές ενστάσεις, καταλήγω στα ακόλουθα:
Η προαγωγή των Ε/Μ, έστω και αν είναι σε ενιαίες θέσεις και δεν αποφασίζεται κατόπιν σύγκρισης μεταξύ υποψηφίων, εκτιμώ ότι επηρεάζει τον αιτητή, καθότι διαμορφώνει την ιεραρχία στην υπηρεσία της Αρχής. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον να την αμφισβητήσει.
Στην απόφαση Μίκης Σφηκουρής κ.ά. ν ΕΔΥ, (1995) 3 ΑΑΔ 327, κρίθηκαν τα ακόλουθα:
«Κατ' αρχή θα εξετάσουμε το παραδεκτό της προσφυγής με αναφορά στο συμφέρον των εφεσειόντων να προσβάλουν την αναδρομικότητα της προσφυγής του ενδιαφερομένου προσώπου. Κρίνουμε ότι οι εφεσείοντες ενομιμοποιούντο να προσφύγουν αναλογιζόμενοι ότι το μέρος της απόφασης που αφορούσε την αναδρομικότητα της προαγωγής επηρέαζε την ιεραρχία στο τμήμα όπου υπηρετούσαν οι εφεσείοντες και επομένως είχαν συμφέρον, το οποίο εδικαιούντο να προστατεύουν με προσφυγή στο Δικαστήριο. Η απόφαση επηρεάζει την ιεραρχία στο τμήμα στο βαθμό που αυτή καθορίζεται από την αρχαιότητα των ομοβάθμιων λειτουργών. Όπως διαφαίνεται από την απόφαση στην Petrakis Panayides v. Republic (1973) 3 C.L.R. 378 είναι παραδεκτή η προσφυγή υπαλλήλου κατά της προαγωγής άλλου μέλους της υπηρεσίας εφόσον το συμφέρον του προσφεύγοντος δεν είναι γενικής φύσης αλλά συναρτάται άμεσα με την ιεραρχία στο τμήμα όπου υπηρετεί.
Σχετικά είναι και τα ακόλουθα κριθέντα στην απόφαση Χρυστάλλα Ματσεντίδου – Τιμηλιώτου ν ΕΔΥ, Υπόθ. αρ. 1380/2010, ημερ. 18.09.2015, ECLI:CY:AD:2015:D616:
«Η αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση διορισμού/προαγωγής των Ενδιαφερομένων Μερών ως παράνομη σε σχέση με τους ίδιους, γιατί δεν είχαν τα προσόντα για διορισμό/προαγωγή αντίστοιχα. Υποστηρίζει ότι αντλεί το έννομο της συμφέρον από τον δυσμενή επηρεασμό που υφίσταται από την τοποθέτηση των Ενδιαφερομένων Μερών στο ίδιο τμήμα μαζί της, χωρίς όμως να είναι προσοντούχοι βάσει του Σχεδίου Υπηρεσίας.
Τόσο η συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Ενδιαφερομένων Μερών εγείρουν προδικαστική ένσταση υποστηρίζοντας ότι η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος να προωθεί την παρούσα, γιατί με την επίδικη απόφαση διορίστηκε στην ίδια θέση, κατά την ίδια ημερομηνία, με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη. Εφόσον και η ίδια επωφελήθηκε από την προσβαλλόμενη πράξη, με διορισμό της μάλιστα στην επίδικη θέση έναντι προαγωγής του Ε.Μ.2, δεν νομιμοποιείται στην προσβολή της. Η δε λαϊκή αγωγή «actio popularis» που επιτρέπει σε κάθε πολίτη που ενδιαφέρεται για τη διασφάλιση της ευνομίας να προσβάλει οποιαδήποτε πράξη της διοίκησης, δεν αναγνωρίζεται στην Κύπρο.
Προβάλλουν επίσης ότι το συμφέρον της αιτήτριας δεν είναι άμεσο και ενεστώς, αφού πιθανός μελλοντικός επηρεασμός δεν επενεργεί στο παρόν εκτός αν αποδειχθεί ότι καταφαίνεται στο εγγύς μέλλον με βεβαιότητα. Όπως υποστηρίζουν τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, στους προϋπολογισμούς του Υπουργείου Υγείας δεν προβλέπεται οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο μέλλον στο Τμήμα στο οποίο εργάζονται μαζί με την αιτήτρια, η οποία εξάλλου έχει απλή προσδοκία για μελλοντική προαγωγή.
Η αιτήτρια αντιτείνει ότι έχει έννομο συμφέρον διότι με τον διορισμό τους τα Ενδιαφερόμενα Μέρη θα αποκτήσουν την ίδια αρχαιότητα με την ίδια, ενώ δεν είναι προσοντούχοι, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά η επαγγελματική της ανέλιξη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η θέση είναι πρώτου διορισμού και προαγωγής και αντί να προΐσταται η ίδια του Τμήματος ως η μόνη κατέχουσα τα προσόντα, βρέθηκε ιεραρχικά κατώτερη (λόγω αρχαιότητας των Ενδιαφερομένων Μερών στο Τμήμα) και αναγκάζεται να υφίσταται τις συνέπειες από τον παράνομο διορισμό/προαγωγή τους.
Η επίδικη απόφαση προσβάλλεται από την αιτήτρια στο βαθμό που αφορά στην προαγωγή/διορισμό των Ενδιαφερομένων Μερών για το λόγο ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεν ήταν προσοντούχοι. Η θέση στην οποία διορίστηκαν η αιτήτρια και το Ε.Μ.1 και στην οποία προήχθη το Ε.Μ.2, βρίσκεται ψηλά στην ιεραρχία. Από τη θέση αξιώνουν μελλοντικής ανέλιξης ή προαγωγής σε διευθυντική θέση. Αναφορικά δε με την υφιστάμενη υπαλληλική ιεραρχία στο Τμήμα, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη με τον επίδικο διορισμό/προαγωγή τους είναι αρχαιότερα από την αιτήτρια λόγω της προηγούμενης υπηρεσίας τους ως μόνιμοι Ιατρικοί Λειτουργοί 1ης τάξης από το 2009 και 2004 αντίστοιχα, ενώ η αιτήτρια δεν έχει προηγούμενη αρχαιότητα αφού υπηρέτησε ως ειδικός εντατικολόγος, με συμφωνία αγοράς υπηρεσιών, από τις 24.1.2008. Κρίνω, επομένως, με βάση τις αρχές που διέπουν το θέμα, όπως αναδεικνύονται μέσα από την θεωρία και νομολογία, ότι τα παραπάνω θεμελιώνουν το αναγκαίο έννομο συμφέρον της αιτήτριας και την ατομική της βλάβη. Δεν πρόκειται εδώ για περίπτωση ανεπίτρεπτης διεύρυνσης της αίτησης ακυρώσεως. Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει επηρεασμός συμφέροντος, τότε υφίσταται και δικαίωμα προσφυγής.
Στο σύγγραμμα «Το Έννομο Συμφέρον στην Αίτηση Ακυρώσεως» της Γλυκερίας Π. Σιούτη, σελ. 94, αναφέρεται σχετικά με το έννομο συμφέρον των δημοσίων υπαλλήλων, ότι δεν γίνεται δεκτό το έννομο συμφέρον για προσβολή πράξης διορισμού ή μεταβολής της υπηρεσιακής κατάστασης άλλου υπαλλήλου, αν δεν συντρέχει και ατομική βλάβη του αιτούντος. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στα ακόλουθα αποσπάσματα (σελ. 94-95):
«(γ) Το έννομο συμφέρον του υπαλλήλου θεμελιώνεται όταν με την προσβαλλόμενη πράξη διορισμού ή γενικότερα της υπηρεσιακής κατάστασης άλλου υπαλλήλου, θίγεται ίδιο έννομο συμφέρον. Με έννομο συμφέρον προσβάλλουν απόφαση που επανέφερε υπάλληλο στην ενεργό υπηρεσία και τον προήγαγε συγχρόνως αναδρομικώς, ομοιόβαθμοι του, οι οποίοι με την αναδρομική προαγωγή του τίθενται στο αριστερό του.
….
(στ) Ειδικώς, όσον αφορά διορισμό ή προαγωγή τρίτου σε ανώτερη ή ανώτατη θέση ορισμένου κλάδου, πρόσφατη νομολογία, επικυρώνοντας σχετική παλαιότερη, κάνει δεκτό ότι έχουν ηθικό έννομο συμφέρον να προσβάλουν τη σχετική πράξη οι ανώτατοι υπάλληλοι του ιδίου κλάδου, που δεν έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία, «ως έχοντες εύλογο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας στην οποία ανήκουν» και επομένως χωρίς να συντρέχει ατομική βλάβη τους.»
Όπως διαφαίνεται από την απόφαση στην Petrakis Panayides v. Republic (1973) 3 C.L.R. 378, είναι παραδεκτή η προσφυγή υπαλλήλου κατά της προαγωγής άλλου μέλους της υπηρεσίας εφόσον το συμφέρον του προσφεύγοντος δεν είναι γενικής φύσης αλλά συναρτάται άμεσα με την ιεραρχία στο τμήμα όπου υπηρετεί.
Στην Κωνσταντή Χρυσόστομος του Φιλίππου κ.α. ν. Χαραλάμπους κ.ά. (2000) 3 Α.Α.Δ 743, λέχθηκε σχετικά:
«Σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση στην Παπακυριακού κ.ά ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 65, όπου θεωρήθηκε ότι υπήρχε το αναγκαίο έννομο συμφέρον αφού επηρεαζόταν άμεσα η υπηρεσιακή υπόσταση των αιτητών. Στην υπόθεση αυτή έγινε και αναφορά στη Σφηκουρή ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 327.
Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες θέσεις κρίνουμε ότι ήταν ορθή η πρωτόδικη απόφαση και ότι πράγματι οι αιτητές είχαν το αναγκαίο έννομο συμφέρον για να προσφύγουν, γιατί επηρεαζόταν άμεσα η υπηρεσιακή τους κατάσταση, αφού μεταξύ άλλων, με την πλήρωση των θέσεων, όπως πληρώθηκαν, καταφαίνεται ότι θα επήρχετο με βεβαιότητα επηρεασμός που θα εκδηλωνόταν στο μέλλον. Επιπρόσθετα, οι αιτητές είχαν έννομο συμφέρον για τη διασφάλιση ευνομίας στο σώμα που υπηρετούσαν.»
Επίσης στην Κεττένης ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ 279 η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι η μη διεκδίκηση από τον εφεσείοντα προαγωγής, δεν καταργεί το έννομό του συμφέρον, από τη στιγμή που η προαγωγή του ενδιαφερομένου μέρους επιδρά άμεσα και επηρεάζει την ιεραρχία στο τμήμα όπου υπηρετεί και, κατ' επέκταση, την υπηρεσιακή του κατάσταση.
Στην Μορίτσης ν. Καρσεράς (2009) 3 Α.Α.Δ 109 έγινε δεκτό το έννομο συμφέρον της εφεσίβλητης να προσβάλει τον αναδρομικό διορισμό του εφεσείοντα κατόπιν επανεξέτασης, σε θέση που ο εφεσείων κατείχε αρχικά αλλά ο διορισμός του είχε ακυρωθεί, παρά τον μετέπειτα διορισμό της στην ίδια θέση ως αποτέλεσμα ανεξάρτητης διαδικασίας, από ημερομηνία μεταγενέστερη, εφόσον διαπιστώθηκε επηρεασμός της υπηρεσιακής κατάστασης ή της ιεραρχίας στο τμήμα, στο βαθμό που αυτή καθοριζόταν από την αρχαιότητα των ομοβάθμιων λειτουργών και εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση μετέβαλλε το ισοζύγιο αρχαιότητας θέτοντας την εφεσίβλητη σε υποδεέστερη θέση έναντι των συναδέλφων της.».
Συνακόλουθα, ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την προαγωγή στον επίδικο βαθμό. Πλην, όμως, οι λόγοι ακύρωσης που προωθεί κρίνω ότι δεν είναι βάσιμοι.
Ειδικότερα, αξιολογώντας καταρχάς τον λόγο ακύρωσης περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών, διαπιστώνω ότι αυτός εγείρεται, πράγματι, για πρώτη φορά στο πλαίσιο της απαντητικής αγόρευσης. Τούτο, όμως, όχι ανεπίτρεπτα καθότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, λόγω καθυστέρησης των προηγούμενων δικηγόρων που εκπροσωπούσαν την καθ’ ης η αίτηση να καταχωρίσουν Ένσταση στην προσφυγή, είχαν δοθεί οδηγίες από το Δικαστήριο στον αιτητή να προχωρήσει με την καταχώριση γραπτής αγόρευσης. Η Ένσταση καταχωρίστηκε μετά την αγόρευση του αιτητή, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνη γνώμη του αιτητή, ο οποίος έλαβε γνώση των Παραρτημάτων της Ένστασης και του πρακτικού της συνεδρίας του Συμβουλίου, ημερομηνίας 09.04.2019, μετά την καταχώριση της γραπτή του αγόρευσης. Ως εκ τούτου, δικαιολογημένα ήγειρε τον σχετικό με τα πρακτικά λόγο ακύρωσης στην απαντητική του αγόρευση.
Η καθ’ ης η αίτηση, όμως, έχει δίκαιο να επισημαίνει ότι η αναδρομική προαγωγή των Ε/Μ στον προηγούμενο του επίδικου βαθμό, ήτοι στη θέση του Ειδικευμένου Τεχνίτη Ι, δεν αμφισβητείται με την παρούσα προσφυγή. Δοθέντος δε ότι, έστω και αν η εν λόγω απόφαση λήφθηκε στην ίδια συνεδρία του Συμβουλίου, εντούτοις αποτελεί, πράγματι, ανεξάρτητη και αυτοτελή διοικητική πράξη, ο παρεμπίπτων έλεγχος αυτής δεν είναι επιτρεπτός.
Εν προκειμένω, το ζήτημα που δύναται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι τις συνέπειες της εν λόγω αναδρομικής προαγωγής σε σχέση με την προαγωγή που ακολούθησε στον επίδικο βαθμό, στην οποία και περιορίζεται η προσφυγή. Κατά πόσον μπορούσε, δηλαδή, να προσμετρήσει η πλασματική υπηρεσία των Ε/Μ στον προηγούμενο βαθμό ή αν απαιτείτο πραγματική υπηρεσία, ως ο αιτητής διατείνεται προς υποστήριξη της θέση του ότι τα Ε/Μ δεν ήταν προσοντούχοι. Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του Ν.192(Ι)/2011, στις οποίες το Συμβούλιο ρητώς παρέπεμψε, καταλήγω ότι η απόφαση για προαγωγή των Ε/Μ, κατόπιν κρίσης ότι αυτοί έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη δωδεκάμηνη τουλάχιστον υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό, ήταν νόμιμη.
Τα άρθρα 4(4) και 4Β του Ν.192(Ι)/2011, προβλέπουν τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου):
(4) Κατά τη διάρκεια της ισχύος του παρόντος Νόμου όσο και μετά τη λήξη της ισχύος αυτού, για σκοπούς θεμελίωσης προσόντων και μόνο για σκοπούς διορισμού ή προαγωγής σε θέση για την οποία απαιτείται ελάχιστη υπηρεσία στην ανώτερη μισθοδοτική κλίμακα των συνδυασμένων μισθοδοτικών κλιμάκων της κατώτερης θέσης, εργοδοτούμενος, ο οποίος μη ισχύοντος του παρόντος Νόμου θα έφτανε στην ανώτερη μισθοδοτική κλίμακα, θα λογίζεται ότι υπηρέτησε στην ανώτερη μισθοδοτική κλίμακα των συνδυασμένων μισθοδοτικών κλιμάκων της κατώτερης θέσης για αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ως εάν να μην ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 3 αναφορικά με την μη παραχώρηση προσαυξήσεων.
[…]
4Β. Εξαιρουμένων των περιπτώσεων για τις οποίες προβλέπεται διαφορετικά από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών ή διοικητικών ρυθμίσεων ή πρακτικών που ρυθμίζουν θέματα υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια ισχύος του παρόντος Νόμου, η υπηρεσία εργοδοτουμένου σε θέση πρώτου διορισμού ή πρώτου διορισμού και προαγωγής ή προαγωγής θεωρείται, για όλους τους σκοπούς, ως πραγματική υπηρεσία στη θέση αυτή.
Ως εκ τούτου, παρόλο που η προσφυγή ως προς την αιτούμενη υπό την παράγραφο (Α) θεραπεία κρίνεται ως παραδεκτή, εντούτοις απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Ως προς την αιτούμενη υπό την παράγραφο (Β) του αιτητικού της προσφυγής θεραπεία, διαπιστώνω, σε συμφωνία με τους ευπαιδεύτους δικηγόρους της καθ’ ης η αίτηση, διάσταση στο εν λόγω αιτητικό με το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 25.04.2019.
Ειδικότερα, ενώ ο αιτητής με την εν λόγω επιστολή του διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να τον προάξει στον επίδικο βαθμό και αιτήθηκε την αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του, εντούτοις, με την αιτούμενη θεραπεία (Β) δεν προσβάλλει ούτε οποιαδήποτε απόφαση της καθ’ ης η αίτηση να μην τον προάξει στην επίδικη ενιαία θέση, ούτε όμως οποιαδήποτε παράλειψη για έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, κατ’ επίκληση συγκεκριμένης νομικής υποχρέωσης, ώστε, κατ’ εφαρμογή της νομολογίας που και η πλευρά του αιτητή επικαλείται, να τίθεται ζήτημα παραβίασης του Άρθρου 29 του Συντάγματος.
Υπενθυμίζεται ότι, τόσον η άσκηση προσφυγής όσο και ο καθορισμός του αντικειμένου της βαρύνουν τον προσφεύγοντα (Ανδρέας Οικονόμου ν Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 530).
Επισημαίνοντας την ορθή θέση της καθ’ ης η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει θεραπεία άλλη από αυτή που ο αιτητής αξιώνει, η αιτούμενη εν προκειμένω υπό την παράγραφο (Β) θεραπεία συγκεκριμενοποιείται και περιορίζεται από τον ίδιο τον αιτητή σε κατ’ ισχυρισμό παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να εξετάσει τη διαμαρτυρία και/ή ένσταση και/ή αίτημα για επανεξέταση της απόφασης της καθ’ ης η αίτηση για προαγωγή των Ε/Μ. Ο νόμος, όμως, δεν αναγνωρίζει δικαίωμα σε διοικούμενο να αξιώσει επανεξέταση ή ανάκληση απόφασης προαγωγής. Συνακόλουθα, το αποφασίζον την προαγωγή διοικητικό όργανο δεν υπέχει τέτοια νομοθετική υποχρέωση, ώστε τυχόν παράλειψη ενέργειας να μπορεί να θεωρηθεί εκτελεστή και παραδεκτώς να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.
Έστω, όμως, κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι με την εν λόγω θεραπεία ο αιτητής αμφισβητεί παράλειψη της καθ’ ης η αίτηση να εξετάσει και να απαντήσει στο αίτημά του για αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του, αποδέχομαι την προδικαστική ένσταση περί απαράδεκτης συμπερίληψης στο ίδιο δικόγραφο των αιτούμενων θεραπειών, καθότι αυτές δεν είναι συναφείς μεταξύ τους.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σωματείο «Φίλοι της Λευκωσίας» κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 3 ΑΑΔ 28:
«[…] Σύμφωνα με τη νομολογία του Ελληνικού Συμβουλίου Επικρατείας (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959) επιτρέπεται η προσβολή πλειόνων της μιας πράξεως με το ίδιο δικόγραφο όταν οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι συναφείς μεταξύ τους. Είναι δε συναφείς όταν στηρίζονται στις ίδιες διατάξεις του νόμου, φέρουν ταυτόσημη αιτιολογία, εκδόθηκαν από το ίδιο όργανο και κατά την ίδια διοικητική διαδικασία.
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμβαδίζει με την Ελληνική νομολογία επί του θέματος. (Βλέπε: Συμεωνίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 258, Μισιρλής ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 379).
Έχουμε καταλήξει πως οι δύο πράξεις δεν είναι συναφείς μεταξύ τους. Η μία δεν αποτελεί προϋπόθεση της άλλης. Η πράξη της 1.6.94, αντικείμενο των θεραπειών 2, 3 και 4, αποτελεί αυτοτελή διοικητική ενέργεια ανεξάρτητη από την πράξη της 14.7.94. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν συντρέχει η προϋπόθεση της συνάφειας η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνο ως προς την πρώτη αιτούμενη θεραπεία.
Στην απόφαση της Ολομέλειας Βάσος Χριστοφίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 766, έχουν λεχθεί τα εξής:-
"Εφόσο δεν συντρέχει η προϋπόθεση της συνάφειας η προσφυγή θα πρέπει να θεωρηθεί "ως παραδεκτώς ασκηθείσα" ως προς την πρώτη των προσβαλλόμενων πράξεων. Το δικόγραφο παραμένει ισχυρό ως προς την πρώτη των προσβαλλομένων πράξεων (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας, πιο πάνω, σελ. 274, Τσάτσου, πιο πάνω, σελ. 357-58 και Δαγτόγλου, "Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο", 2α έκδοση, παραγ. 487).
Η προσφυγή ήταν επομένως απαράδεκτη ως προς τη θεραπεία 2 σε σχέση με την οποία έχει εκδοθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Η κατάληξη αυτή θέτει τέρμα στη διαδικασία της έφεσης."».
Ως εκ τούτου, και η αιτούμενη υπό την παράγραφο (Β) θεραπεία απορρίπτεται.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Υπέρ της καθ’ ης η αίτηση επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.900, πλέον ΦΠΑ.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] Σημ. Δικαστηρίου: Τα Ε/Μ στην παρούσα, Πίνακας Α’ στην προσφυγή.
[2] 10.—(1) Αι προαγωγοί ενεργούνται κατά βαθμόν.
(2) Προαγωγή δεν δύναται να γίνη εάν δεν υπάρχη κενή οργανική θέσις είς τίνα βαθμόν, εκτός των βαθμών των οποίων αι θέσεις ορίζονται ενιαίαι.
(3) Η είς τίνα κατηγορίαν προσωπικού πρόσληψις, πλην του Τακτικού Προσωπικού, παρέχει το δικαίωμα προαγωγής εις όλους τους βαθμούς της κατηγορίας αυτής, υπό την προΰπόθεσιν ότι υφίστανται τα απαιτούμενα δι' έκαστον βαθμόν ειδικά προσόντα.
[3] Ο Περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμος του 2011 (192(I)/2011).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο