ALPHA TELEVISION CYPRUS ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Υπόθεση Αριθ. 1241/ 2020, 12/8/2026
print
Τίτλος:
ALPHA TELEVISION CYPRUS ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Υπόθεση Αριθ. 1241/ 2020, 12/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αριθ. 1241/ 2020

                                             

     12 Αυγούστου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τα Άρθρα (α) 19, 28, 30 και 146 του Συντάγματος.

 

Μεταξύ:

ALPHA TELEVISION CYPRUS Limited

Αιτήτριας

Και

 

Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου

Καθ' ης η Αίτηση

.........

 

 

Παναγιώτα Παπαπέτρου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδης Δ.Ε.Π.Ε. δικηγόροι για Αιτήτρια

Έλενα Τόλλα για Άντης Τριανταφυλλιδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε για Καθ' ης η αίτηση

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού «ALPHA Κύπρου» και παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων και υπάγεται στη δικαιοδοσία της Δημοκρατίας.

Η Καθ’ ης η αίτηση ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στον περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμο του 1998 (Ν.7(I)/1998) (στο εξής ο «Νόμος»), μεταξύ των οποίων, ο έλεγχος στις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων οι οποίες μεταδίδονται από παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που υπάγονται στη δικαιοδοσία της Δημοκρατίας να τηρούν το Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού.

 

Κατόπιν καταγγελίας ημερ. 20.11.2019,  Λειτουργός της Καθ΄ης η αίτηση, στην οποία ανατέθηκε η διερεύνηση της υπόθεσης, την 04.02.2020 υπέβαλε στην Καθ΄ης η αίτηση Σημείωμα για πιθανές παραβάσεις αναφορικά με τις τηλεοπτικές εκπομπές «Άλφα Ενημέρωση» και «Ρεπορτάζ Κεντρικού Δελτίου Ειδήσεων» ημερ. 14.10.2019 αμφότερες και «Ρεπορτάζ Κεντρικού Δελτίου Ειδήσεων» ημερ.  20.10.2019 (εφεξής οι «τηλεοπτικές εκπομπές»). Η Καθ΄ης η αίτηση στη συνεδρία της ημερομηνίας 08.04.2020 έλαβε υπόψη το Σημείωμα και αποφάσισε όπως η υπόθεση προωθηθεί και ενημερωθεί σχετικά η Αιτήτρια. Η Καθ΄ ης η αίτηση με επιστολή της ημερομηνίας 30.04.2020, ενημέρωσε την Αιτήτρια για την εν λόγω απόφασή της, έθεσε υπόψη της τις διερευνώμενες πιθανές παραβάσεις και την κάλεσε όπως υποβάλει οποιεσδήποτε σχετικές εξηγήσεις και/ή παραστάσεις εάν το επιθυμεί γραπτώς και/ή προφορικώς εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

 

Η Αιτήτρια υπέβαλε τις παραστάσεις της γραπτώς με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 22.05.2020. Με Σημείωμα Λειτουργού της ημερομηνίας 29.06.2020, η Καθ΄ης η αίτηση ενημερώθηκε και στη συνεδρία της ημερομηνίας 08.07.2020, επιληφθείσα του Σημειώματος έκρινε ότι υπάρχουν παραβάσεις των άρθρων 26(1)(ε) και 26(2) του Νόμου και του Κανονισμού 21(3) των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 10/2000) (εφεξής οι «Κανονισμοί») εκ μέρους της Αιτήτριας αναφορικά με τις τηλεοπτικές εκπομπές.

 

Η Καθ΄ης η αίτηση, με επιστολή της ημερομηνίας 10.08.2020, ενημέρωσε την Αιτήτρια για την ως άνω απόφαση που ελήφθη στη συνεδρία της ημερομηνίας 08.07.2020, καλώντας την όπως υποβάλει τις απόψεις της γραπτώς και/ή προφορικώς για σκοπούς επιβολής κυρώσεων, εάν το επιθυμεί, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

 

Η Αιτήτρια υπέβαλε τις απόψεις της για σκοπούς επιβολής κυρώσεων με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 14.08.2020. Με νεότερο Σημείωμα Λειτουργού της Καθ΄ης η αίτηση ημερομηνίας 09.09.2020, ενημερώθηκε η Αρχή και στη συνεδρία της ημερομηνίας 16.09.2020 αποφάσισε όπως επιβάλει στην Αιτήτρια διοικητικό πρόστιμο συνολικού ύψους €5.500,00. Η Καθ΄ης η αίτηση με επιστολή της ημερομηνίας 26.10.2020, ενημέρωσε την Αιτήτρια για την πιο πάνω απόφασή της, την οποία η Αιτήτρια προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

 

Με την αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας εγείρει λόγους ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει το κατ’ Άρθρο 19 του Συντάγματος προστατευόμενο δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και ότι είναι προϊόν νομικής και πραγματικής πλάνης ως προς το εν λόγω συνταγματικό Άρθρο, το άρθρο 26(1) του Νόμου και τους κανονισμούς 21(3) και 41(1) των Κανονισμών αλλά και κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης αρχής αμεροληψίας και ισότητας. Πλήττεται περαιτέρω ως αναιτιολόγητη και απότοκο πλημμελούς έρευνας αλλά και ως εκδοθείσα εκτός του ευλόγου χρόνου. Κατά τις δε διευκρινίσεις, εγέρθη ισχυρισμός περί πλημμέλειας σύνθεσης λόγω της καταγραφής στα πρακτικά ότι ένα μέλος απουσίαζε «για προσωπικούς λόγους».

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση με την ένσταση, την αγόρευση και την προφορική τοποθέτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της, υποστηρίζει πλήρως τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης, εγείρει δε προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω παραβίασης της σχετικής Νομολογίας και του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (Ν.3/1962) σύμφωνα με τον οποίο έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογώντας συγχρόνως αυτά πλήρως.

 

Εξέτασα με τη δέουσα προσοχή τις θέσεις των μερών και καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Καταρχάς θα απορρίψω την προδικαστική ένσταση ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη υποκείμενη σε απόρριψη λόγω μη δέουσας δικογράφησης. Εξ όσων διαπιστώνω στο δικόγραφο της προσφυγής παρατίθενται συγκεκριμένες παραβιάσεις άρθρων του Νόμου και των Κανονισμών (στο Αιτητικό της προσφυγής μάλιστα καταγράφεται ρητώς ο πλήρης τίτλος του Νόμου και Κανονισμών) και Άρθρων του Συντάγματος (Άρθρο 19) ενώ εγείρονται αρκούντως ευκρινώς για τους σκοπούς του δικογράφου της αίτησης ακυρώσεως λόγοι ακύρωσης ως προς την έρευνα και αιτιολογία της προσβαλλόμενης.

 

Συμφωνώ δε με τη θέση της Αιτήτριας ότι το δικόγραφο της προσφυγής αναγιγνώσκεται ως σύνολο και όχι αποσπασματικά ενώ από τα γεγονότα μπορούν να διευκρινιστούν και τα νομικά σημεία [Latomia Estate Ltd και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 672]. Για παράδειγμα ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης στα νομικά σημεία της προσφυγής αναφέρεται μεν στο νομικό σημείο 9 σελ. 3 της Αίτησης Ακυρώσεως όμως συμπληρώνεται και από το σημείο 17 στη σελ. 7 της Αίτησης Ακυρώσεως [«η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν λανθασμένης ερμηνείας του Νόμου και του Κανονισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση οι οποίοι βρίσκονται σε καθεστώς νομικής πλάνης κατά την λήψη απόφασης, καθώς βάσισαν την κατάληξη της προσβαλλόμενης …που προσφέρουν το άρθρο 26(1)(ε) του Νόμου και ο κανονισμός 21(3) του Κανονισμού] αλλά και το σημείο 18 της ίδιας σελίδας.

 

Ασφαλώς οι όποιες παραβιάσεις άρθρων του Νόμου ή των Κανονισμών δε δικογραφούνται δεν οδηγούν σε απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης αλλά σε μη εξέταση του συγκεκριμένου μη δικογραφημένου λόγου ακύρωσης. Προχωρώ στους λόγους ακύρωσης:

Ξεκινώντας θα απορρίψω τον ισχυρισμό περί πλημμέλειας σύνθεσης λόγω της καταγραφής στα πρακτικά ημερ. 16.09.2020 και 08.07.2020 ότι ένα μέλος απουσίαζε «για προσωπικούς λόγους». Το ζήτημα έχει ξεκαθαρίσει από την απόφαση του Εφετείου στην ΕΔΔ 24/2021 Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Thomas Sinclair ημερ. 17.06.2025, και  δεν αναμένεται η περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση του «προσωπικού λόγου» που ενδεχομένως άπτεται προσωπικών του δεδομένων.

 

Ως προς τον λόγο ακύρωσης περί παρόδου του ευλόγου χρόνου, οι θέσεις της Αιτήτριας επίσης δε με βρίσκουν σύμφωνο. Έχω παραθέσει τις σχετικές ημερομηνίες της όλης διαδικασίας που προηγήθηκε. Η προσβαλλόμενη εξεδόθη μεν σε ένα περίπου έτος από τις επίδικες εκπομπές αφού όμως είχε προηγηθεί έρευνα της ερευνώσας λειτουργού και οι διάφορες παραστάσεις της Αιτήτριας προς της Καθ’ ης η αίτηση. Συνεπώς ο χρόνος που απαιτήθηκε δε φαίνεται να εξήλθε το λογικού και εύλογου. Από τα δε περιορισμένα και, εν γένει, ατεκμηρίωτα στοιχεία που ετέθησαν για υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης που βασικά περιορίζονται στην αόριστη θέση ότι, λόγω της παρόδου του χρόνου αυτού, η Αιτήτρια δε μπόρεσε να εντοπίσει όλες τις πληροφορίες για σκοπούς υπεράσπισής της και την (επίσης ατεκμηρίωτη) θέση ότι η Καθ’ ης η αίτηση έλαβε υπόψη της τη δικαστική απόφαση στην υπόθεση απάτης, δε μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία του λόγου ακύρωσης (ΑΕ 143/2008 SUPER HOME CENTER DIY LTD ν. ΛΕΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ημερ. 25.09.2012). Συνεπώς δε θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις και συνθήκες, παρήλθε ο εύλογος χρόνος για την έκδοση της προσβαλλόμενης ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Από την άλλη όμως μεριά, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί ως προς το αναιτιολόγητο της προσβαλλόμενης, αναιτιολόγητο που δεν μπορεί να  αποκλειστεί πραγματική και νομική πλάνη ως προς το άρθρο 26(1) του Νόμου και τον κανονισμό 21(3) των Κανονισμών είναι βάσιμοι. Θα εξηγήσω την αντίληψή μου αυτή αφού παραθέσω πρώτα στο κείμενο της προσβαλλόμενης ως ολοκληρώθηκε και συμπληρώθηκε μέσα και από τις προηγηθείσες αποφάσεις της Καθ’ ης  η αίτηση. Συγκεκριμένα:

 

Ως αναφέρθηκε στα γεγονότα, η Καθ’ ης η αίτηση, με την επιστολή της ημερ. 30.04.2020 πληροφόρησε για την απόφασή της ημερ. 08.04.2020 να προωθήσει υπόθεση εναντίον της Αιτήτριας για παραβάσεις του Νόμου και του. Στο απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίας ημερ. 08.04.2020 δεν αναφέρεται οτιδήποτε πέραν ότι αποφασίσθηκε η προώθηση της υπόθεσης βάσει του Σημειώματος της ερευνώσας λειτουργού. Στο εν λόγω Σημείωμα αναφέρεται ότι πιθανολογούνται συγκεκριμένες παραβιάσεις για τις τηλεοπτικές εκπομπές με αναφορά των γεγονότων με λίαν συνοπτικό τρόπο  (Γεγονότα: αναφορά ονόματος, ιδιότητας και προβολή εικόνας) επισυνάπτοντας ως Πίνακα Α την πλήρη απομαγνητοφώνηση και τις πιθανές παραβάσεις των άρθρων της νομοθεσίας, οι οποίες εντοπίζονται στα πλαίσια των εκπομπών αυτών. Ακολούθως με επιστολή της ημερ. 10.08.2020, η Καθ΄ης η αίτηση ενημέρωσε την Αιτήτρια για την απόφαση της ημερ. 08.07.2020 ότι υπάρχουν παραβάσεις των άρθρων 26(1)(ε) και 26(2) του Νόμου και του κανονισμού 21(3) των Κανονισμών, καλώντας την όπως υποβάλει τις απόψεις της για σκοπούς επιβολής κυρώσεων. Στην εν λόγω απόφαση, η Καθ’ ης η αίτηση αρχικά κατέγραψε τις νομοθετικές πρόνοιες και την προηγηθείσα επιστολή της ημερ. 30.04.2020 παραθέτοντας εκ νέου το απομαγνητοφωνημένο κείμενο των σχετικών εκπομπών καθώς και τις παραβάσεις του Νόμου και των Κανονισμών, τις οποίες εντόπιζε στα πλαίσια των εκπομπών αυτών (βλ. σελίδες 1 έως 17 πρώτες δύο παράγραφοι). Στη συνέχεια, από την τρίτη παράγραφο της σελ. 17 και ακολούθως ανέφερε τα εξής προς αιτιολόγηση πλέον της απόφασης της:

 

«Αναφορικά με τις γραπτές θέσεις/εξηγήσεις του οργανισμού, όπως αυτές εμπεριέχονται στην επιστολή του δικηγόρου του ημερομ. 22.5.2020, η Αρχή έχει να παρατηρήσει τα εξής:

 

Αναφορικά με τις θέσεις του οργανισμού στην παρ. 5 της επιστολής του ότι πρόκειται για «μείζονος σημασίας υπόθεση ένεκα της φύσης της, καθώς η εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου μέσω τεχνασμάτων για αποκόμιση ιδίου οφέλους είναι καταδικαστέα και σε καμία περίπτωση υποθέσεις σαν την προβαλλόμενη δεν θα πρέπει να μένουν στην αφάνεια ή/και οι ένοχοι να υποθάλπονται», η Αρχή επισημάνει πως η εξέταση των συγκεκριμένων παραβάσεων εναντίον του οργανισμού, σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί ότι τέτοια θέματα πρέπει να παραμένουν στην αφάνεια. Σαφώς οι οργανισμοί έχουν υποχρέωση να τα προσεγγίζουν και να τα προβάλλουν, χωρίς ωστόσο να παραβιάζουν τον πιο πάνω Νόμο και Κανονισμούς.

 

Ο οργανισμός στην παρ. 6 και 7 της επιστολής του, αναφέρει:

 

Αρχικά μέσω έρευνας μας στην διαδικτυακή πλατφόρμα κοινωνικού περιεχομένου "Facebook", εντοπίσαμε σελίδα ανοικτού τύπου (επομένως, ο καθένας από εμάς έχει πρόσβαση σε αυτή) του κινήματος "ΕνΕργω" (εφεξής το «Κίνημα») η οποία ακολουθείται από περίπου 5500 ανθρώπους. Με μια γρήγορη ματιά μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιευμάτων στην ομάδα αυτή προέρχονται οπό τον ίδιο τον παραπονούμενο ο οποίος φαίνεται να χρήζει μεγάλης αποδοχής από τους ακόλουθους του Κινήματος και να ασκεί μεγάλη επιρροή σε αυτούς καθώς και ότι στην εν λόγω σελίδα υπάρχουν περιπτώσεις που ζητείται άμεσα βοήθεια είτε χρηματική είτε υλική, όπως τρόφιμα, είδη ένδυσης κλπ.

 

Η δημοσιοποίηση του ονόματος του συντονιστή του Κινήματος ήταν μια πράξη η οποία διασφάλιζε την προστασία αυτών των 5500 ανθρώπων άλλα και πλήθος άλλων προσώπων που δύνανται να συμμετείχαν στις ενέργειες του Κινήματος και να βοηθούσαν με οποιονδήποτε τρόπο. Επεξηγηματικά αν και η υπόθεση εκκρεμοδικεί, υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι τα αναφερόμενα στο ρεπορτάζ πρόσωπα μέσω του Κινήματος συγκεκαλυμμένα αποσπούσαν δημόσιο χρήμα. Συνεπώς οι Πελάτες μας θεώρησαν πως λόγω της θέσης δημόσιου ενδιαφέροντος που κατείχε ο παραπονούμενος, και λόγω της φύσεως του εγκλήματος για το οποίο ο ίδιος αντιμετωπίζει κατηγορίες, το τηλεοπτικό κοινό έπρεπε να γνωρίζει την διερευνώμενη υπόθεση εις βάρος του Κινήματος και του συντονιστή αυτού αποφεύγοντας έτσι την παραπλανησή τους και διασφαλίζοντας την επιλογή τους στο αν επιθυμούν τη συνέχιση η την παύση της συνεισφοράς τους σ' αυτό όσο εκκρεμεί η απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ όπως αυτό εκτίθεται στον ΠΙΝΑΚΑ Α’ ημερομ. 8.4.20, την επίδικη χρονική στιγμή, δηλ. στις 14.10.19, τέσσερις ύποπτοι είχαν οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ένας από αυτούς ήταν και ο παραπονούμενος, ενώ όπως ανέφερε κατά λέξη ο κ. Γιάννης Σωτηριάδης (Υπεύθυνος ΤΑΕ Αεμεσού): «Αυτή τη στιγμή είναι σε εξέλιξη (...) η διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου. Έχουν οδηγηθεί τρία άτομα ενώπιον δικαστηρίου. Πρόκειται για τον 57χρονο ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, τον 65χρονο υπάλληλο του ξενοδοχείου και ένα 46χρονο, οι οποίοι ενέχονται, θεωρούνται μάλλον ύποπτοι (...)», ενώ και πάλι σύμφωνα με το ρεπορτάζ όπως αυτό εκτίθεται στον ΠΙΝΑΚΑ Α’ ημερομ. 8.4.20, στις 20.10.19, ο παραπονούμενος νοσηλευόταν λόγω αδιαθεσίας στο νοσοκομείο και αναμενόταν απόφαση του Δικαστηρίου για κράτησή του.

 

Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, δηλ. στις 14.10.19 και στις 20.10.19 βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου ή στο νοσοκομείο αντίστοιχα, δεν θα μπορούσε να είχε τη δυνατότητα να παραπλανήσει, όπως ο οργανισμός ισχυρίζεται, το τηλεοπτικό κοινό. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου εκ μέρους του οργανισμού ήταν περιττή και δεν πρόσφερε καμία απολύτως επιπλέον ουσιαστική πληροφόρηση στο τηλεοπτικό κοινό. Όσα δε πρόσωπα επιθυμούσαν να παύσουν για τον οποιοδήποτε λόγο τη συνεισφορά τους στο Κίνημα, θα μπορούσαν να το πράξουν, πληροφορούμενοι μόνο την πιθανή ανάμειξη του συγκεκριμένου Κινήματος στην υπόθεση, χωρίς οποιαδήποτε άλλα επιπλέον στοιχεία, όπως τη δημοσιοποίηση του ονόματος του παράπονούμενου και την προβολή της εικόνας του, στοιχεία τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ήταν απαραίτητα και δεν συντελούσαν ουσιαστικά στην ενημέρωση του κοινού.

 

Συνεπώς, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του οργανισμού δεν γίνονται αποδεκτοί.

 

Ο οργανισμός στην παρ. 8 της επιστολής του αναφέρει:

 

Ωστόσο, επισημαίνουμε πως σε κάθε περίπτωση οι δημοσιογράφοι των εν λόγω ενημερωτικών εκπομπών κατέστησαν σαφές στο τηλεοπτικό κοινό πως ο παραπονούμενος δεν έχει καταδικασθεί για τα εν λόγω αδικήματα άλλο ότι αντιμετωπίζει κατηγορίες ως ύποπτος για τη διάπραξη τους και επουδενί δεν αμφισβητήθηκε το «τεκμήριο αθωότητας» του καθώς γινόταν απλή αναφορά σε αδιαμφισβήτητο γεγονότα τα οποίο είναι δημόσια και περαιτέρω αφορούν δημόσιο πρόσωπό,

 

Η Αρχή επισημαίνει ότι δεν διερευνά παραβάσεις σχετιζόμενες με την παράγραφο 10 (Τεκμήριο Αθωότητας) του Παραρτήματος VIII (Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για τα Ηλεκτρονικά ΜΜΕ) των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000). Ωστόσο η απόφαση του οργανισμού να προχωρήσει στην αχρείαστη δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου, δεν διασφάλισε τον σεβασμό προς την προσωπικότητα, την υπόληψη και τον ιδιωτικό του βίου.

 

Στις παραγράφους 9 και 10 της επιστολής του, ο οργανισμός εκφράζει τα εξής:

 

Παράλληλα με το πιο πάνω, σημειώνουμε πως την 11/10/2019 ο ίδιος ο συντονιστής του Κινήματος σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή «ALPHA ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ» δήλωσε ότι το Κίνημα ήταν έτοιμο να λάβει τις ποινικές ευθύνες που του αναλογούν. Ορμώμενοι από τη συγκεκριμένη δήλωση καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το Κίνημα επιθυμούσε να αντιμετωπίσει ανοικτά και με διαφάνεια τις οποιεσδήποτε υποψίες ή κατηγορίες.

 

Ανεξαρτήτως με τα πιο πάνω, χρήζει αναφοράς το γεγονός ότι προτού ο σταθμός δημοσιοποιήσει το όνομα του παροπονούμενου, αυτό ήταν ήδη δημοσιοποιημένο και συνδεδεμένο με τη διερευνώμενη υπόθεση σε πολλά διαδικτυακά άρθρα (ενδεικτικά αναφέρω www.reporter.com.cy, www.offsite.com.cy, www.omegalive.com.cy κ.ά) και αποτελούσε ήδη δημόσια πληροφορία που προέκυψε από απόφαση δικαστηρίου για προσωρινή κράτηση του ίδιου αλλά και των υπολοίπων υπόπτων γιο διευκόλυνση τη έρευνας.

 

Η Αρχή σημειώνει πως ένας από τους ρόλους του οργανισμού, είναι να ενεργεί ως μέσο ενημέρωσης, η λειτουργία του ωστόσο διέπεται από τον πιο πάνω Νόμο και Κανονισμούς, οι οποίοι θεσπίστηκαν για την προστασία του κοινού. Ως εκ τούτου εάν ο παραπονούμενος στις 11.10.19, είχε κρίνει ορθό, για τον οποιοδήποτε λόγο, να παραχωρήσει συνέντευξη στον οργανισμό, αυτό δεν αναιρούσε την υποχρέωση του οργανισμού να αντιμετωπίσει το όποιο θέμα προέκυπτε στη συνέχεια, με σεβασμό στο Νόμο και στους Κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία του, διασφαλίζοντας το σεβασμό προς τον παραπονούμενο και κατ' επέκταση στους οικείους του. Το εάν η δημοσιοποίηση του ονόματος του παραπονούμενου αποτελούσε ή όχι δημόσια πληροφορία σε ορισμένες διαδικτυακές πλατφόρμες, θα έπρεπε να αφήνει αδιάφορο τον οργανισμό, διότι γνωρίζει πολύ καλά πως η λειτουργία των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης δεν διέπεται από τον πιο πάνω Νόμο και Κανονισμούς. Εξάλλου επαναλαμβάνουμε για ακόμη μια φορά ότι η ορθή πληροφόρηση του κοινού, μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου. 

 

Ο οργανισμός στις παρ. 11 και 12 της επιστολής του ισχυρίζεται πως:

 

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της ακρίβειας της αντικειμενικότητας και της πολυφωνίας, θεωρούμε πως δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια των πραγμάτων ισχυρισμό που στηρίζουμε στη βάση δύο πυλώνων. Από  τη μία τα ρεπορτάζ ήταν εκτενή και προέβαλαν τις απόψεις των εμπλεκομένων ενώ παρουσίαζαν στοιχεία διαφορετικών πτυχών αυτής της είδησης. Από την άλλη είχε γίνει προσπάθεια προβολής της ευθύνης της διοίκησης σχετικά με την εν λόγω υπόθεση καθώς φαίνεται να υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες στους ελέγχους των υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας. Με αυτό τον τρόπο προσέγγισης ο σταθμός των Πελατών μας επεδίωκε μια σφαιρικότερη εικόνα του ζητήματος, αποφεύγοντας τη στοχοποίηση συγκεκριμένων ατόμων και προβάλλοντας το ζήτημα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που συμπεριλάμβανε και τη διοίκηση.

 

Περαιτέρω, όπως αναφέραμε και πιο πάνω την 14/10/2020, στην εκπομπή «ALPHA ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ» είχε παραχωρηθεί συνέντευξη από τον Υπεύθυνο του ΤΑΕ Λεμεσού Γιάννη Σωτηριάδη ο οποίος παρέθεσε το γεγονότα από την πλευρό της αστυνομίας, δηλώνοντας ότι θα προχωρήσει σε γραπτές καταγγελίες αφού η υπόθεση είναι "ξεκάθαρη''. Επιπρόσθετα, συνέντευξη είχε δοθεί από τη Διευθύντρια του Γραφείου Ευημερίας Μαρία Κυράτζη, κατά τη διάρκεια της οποίας επιχειρήθηκε προσπάθεια απόδοσης ευθυνών. Επίσης, συνέντευξη παραχώρησε και πρώην μέλος του Κινήματος Ρομίνα Τζιαουχάρη, η οποία παρέθεσε τη δική της εμπειρία στο Κίνημα και τέλος, στην εκπομπή έπαιξε απόσπασμα το οποίο ήταν σχετικό με την υπόθεση, στο οποίο προβλήθηκαν δηλώσεις του παραπονούμενου ημερομηνίας 11/10/2019.

 

Σε ότι αφορά στα πιο πάνω, επαναλαμβάνουμε πως ο στόχος της αντικειμενικότητας και της πολυφωνίας, μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου και χωρίς περιττά σχόλια και λεπτομέρειες από τρίτο άτομο. Ορθώς μεν ο οργανισμός έκανε αναφορά σε κάποια αδιαμφισβήτητα γεγονότα (λχ την αναφορά του αριθμού των υπόπτων και την ιδιότητα κάποιων εξ αυτών και το όνομα του Κινήματος. Επιπλέον, ορθά προβλήθηκαν οι θέσεις της Αστυνομίας και του Γραφείου Ευημερίας όπως αυτές εκφράστηκαν από τον κ. Γιάννη Σωτηριάδη (Υπεύθυνο ΤΑΕ Λεμεσού) και την κα Μαρία Κυρατζή (Διευθύντρια Γραφείου Ευημερίας). Αυτά και μόνο τα στοιχεία ήταν υπεραρκετά για τους σκοπούς την ενημέρωσης και πληροφόρησης του κοινού. Η επιλογή ωστόσο του οργανισμού να προβάλει με τον συγκεκριμένο τρόπο τις απόψεις της κας Ρομίνας Τζαουχάρη πρώην μέλους του Κινήματος ΕνΕργώ, όπως αυτές βρίσκονται καταγραμμένες στον ΠΙΝΑΚΑ Α' ημερομ. 8.4.20, καθώς και απόσπασμα από δηλώσεις του παραπονούμενου σε προηγούμενο πρόγραμμα του οργανισμού ημερομ. 11.10.19, δεν διασφάλισαν την αντικειμενικότητα, αλλά αντίθετα ξεπέρασαν το όριο και πέρασαν στη σφαίρα του κουτσομπολιού και της ανθρωποφαγίας. Ως εκ τούτου, η Αρχή δεν κάνει αποδεκτό τον ισχυρισμό του οργανισμού ότι απέφυγε τη στοχοποίηση συγκεκριμένων ατόμων, διότι αυτό ακριβώς είναι που συνέβηκε. Στοχοποιήθηκε συγκεκριμένο άτομο.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσέγγιση του θέματος εκ μέρους του οργανισμού, δεν χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα.

Ο οργανισμός στην παρ. 13 της επιστολής του, αναφέρει πως:

 

Ο σταθμός επεδίωξε να προβάλει πολύπλευρες πτυχές της είδησης. Λόγω του περιορισμένου τηλεοπτικού χρόνου κάθε ενημερωτικής εκπομπής ο σταθμός ασχολήθηκε με το εν λόγω θέμα και σε προηγούμενες αλλά και σε επόμενες μέρες δίνοντας την ευκαιρία μέσω των προγραμμάτων του σταθμού να εκφραστούν όλες οι απόψεις και να προβληθούν όλα τα γεγονότα ώστε να επιτευχθεί η σταδιακή μεν αλλά πολύπλευρη και αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών. Συγκεκριμένα στα δύο ενημερωτικά προγράμματα στο οποία γίνεται αναφορά στην Επιστολή κάθε συνεντευξιαζόμενος αποτελούσε διαφορετικό κομμάτι του ίδιου παζλ. Δηλαδή, παρά τον περιορισμό χρόνου, ο σταθμός παρουσίασε τρεις διαφορετικές οπτικές της υπόθεσης, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο στους συνεντευξιαζόμενους. Ταυτόχρονα, καθ’ όλη τη διάρκεια των συνεντεύξεων ο παρουσιαστής και οι δημοσιογράφοι υπογράμμιζαν ότι οι συνεντευξιαζόμενοι παραθέτουν τη δική τους υποκειμενική άποψη, λέγοντας μάλιστα φράσεις όπως "δεν υιοθετούμε αυτό", "αν επιβεβαιωθεί αυτό", "αναμένουμε τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου" κ.ό. Συνεπώς, είναι εμφανές ότι στο γενικό πλαίσιο, οι δημοσιογράφοι τόνιζαν ότι οι απόψεις που παρατίθενται από τους συνεντευξιαζόμενους είναι υποκειμενικές και δεν υιοθετούνται από τις εκπομπές.

 

Το εάν ο οργανισμός ασχολήθηκε με το θέμα προηγούμενες ή και επόμενες ημέρες δεν είναι κάτι που εξετάζει η Αρχή. Η αντικειμενική ενημέρωση, είναι κάτι που πρέπει να προσφέρεται στο κοινό σε κάθε πρόγραμμα ξεχωριστά και δεν πρέπει να αναμένεται ότι το κοινό θα την επιδιώκει παρακολουθώντας ανελλιπώς το πρόγραμμα ενός οργανισμού επί ημέρες. Δεν είναι αναμενόμενο ο μέσος ακροατής/τηλεθεατής να παρακολουθεί καθημερινά και επί 24ώρου βάσεως το πρόγραμμα ενός οργανισμού, για να εντοπίζει τί ακριβώς λέγεται για ένα θέμα ξεχωριστά. Ως εκ τούτου, η Αρχή δεν κάνει αποδεκτό τον ισχυρισμό του οργανισμού ότι η αντικειμενική ενημέρωση του κοινού επιτεύχθηκε μέσω των άλλων προγραμμάτων του. Επιπλέον το να επιτρέπει ο οργανισμός να εκτίθεται με τέτοια ωμότητα ένα άτομο, το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο τελούσε απλά ως ύποπτο και παράλληλα να αναφέρει, μέσω των δημοσιογράφων του, ότι δεν υιοθετεί τις απόψεις που ακούστηκαν, είναι το λιγότερο υποκριτικό και σαφέστατα παραβιάζει τις συγκεκριμένες πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου και Κανονισμών.

 

Σε ότι αφορά στη θέση του οργανισμού στην παρ. 14 ότι:

 

Καταληκτικά, εφιστούμε για μία ακόμα φορά την προσοχή της Αρχής στο γεγονός ότι η εν λόγω υπόθεση που διερευνάτε ακόμα και σήμερα (καθώς σύμφωνα με πληροφορίες η ακρόαση της θα πραγματοποιηθεί στις 30/05/2020) είναι υπόθεση ενάντια στο δημόσιο συμφέρον καθώς οι κατηγορίες αφορούν υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος. Άρα είναι έκδηλο πως για την εξασφάλιση της ενημέρωσης των κύπριων πολιτών ενώπιον του δημόσιου συμφέροντος το ατομικό δικαιώματα υποχωρούν. Η ελευθερία της ενημέρωσης και του λόγου υπερισχύει πάντοτε του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή όταν με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται το δημόσιο καλό και προστασία. Ο σταθμός των Πελατών μας δεν είχε καμία πρόθεση να προσβάλλει ή/και να στοχοποιήσει οποιοδήποτε πρόσωπο αντιθέτως στόχευε μόνο στην αντικειμενική ενημέρωση των τηλεθεατών. Σε αυτό συνηγορεί μάλιστα το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά σε κανένα άλλο από τα πρόσωπα με τρόπο που να το ταυτοποιεί και αυτό γιατί μόνο ο προπονούμενος είναι πρόσωπο δημόσιου ενδιαφέροντος πράξεις και παραλείψεις του οποίου έχουν αντίκτυπο στην κυπριακή κοινωνία.

 

Αναφορικά με τα πιο πάνω, η Αρχή επισημαίνει και πάλι ότι η αντικειμενική ενημέρωση όπως και η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, εύκολα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς να γίνουν αναφορές στο όνομα του παραπονούμενου και χωρίς να προβληθεί η εικόνα του με αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα η διαπόμπευσή τους, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ύποπτος και τίποτα περισσότερο. Η Αρχή δεν διαφωνεί γενικότερα με τη θέση του οργανισμού ότι «Η ελευθερία της ενημέρωσης και του λόγου υπερισχύει πάντοτε του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, όταν με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται το δημόσιο καλό και προστασία». Ωστόσο η ελευθερία της έκφρασης είναι γνωστό ότι υπόκειται σε περιορισμούς. Ειδικά σε αυτή την περίπτωση, έχει καταστεί σαφές από όλα τα πιο πάνω, ότι υπήρχε ο τρόπος να ενημερωθεί και να προστατευτεί το κοινό, χωρίς να εκτεθεί ο παραπονούμενος και κατά τον επίδικο χρόνο, ύποπτος- και κατά συνέπεια οι οικείοι του. Ωστόσο ο οργανισμός επίλεξε να αγνοήσει αυτό τον τρόπο, παραβιάζοντας τη σχετική Νομοθεσία.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η Αρχή κρίνει και αποφασίζει ότι υπάρχουν παραβάσεις των άρθρων 26(1)(ε) και 26(2) του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου 7(Ι)/98 (όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα) και του κανονισμού 21(3), των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000)».

 

Ακολούθως, αφού η Καθ΄ης η αίτηση παρέλαβε τις θέσεις των δικηγόρων της Αιτήτριας ημερ. 14.08.2020,  προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε τούτη αναφέρθηκε στο ιστορικό της προηγηθείσας απόφασής της ημερ. 08.07.2020 και στην επακόλουθη επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ημερ. 14.08.2020 αναφέροντας τα πιο κάτω προς αιτιολόγηση της:

 

«Ο οργανισμός στην επιστολή του αναφέρεται στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της Αρχής ημερ. 8.7.20 σελ. 18, σύμφωνα με το οποίο:

 

«...από τη στιγμή που ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρονο, δηλ. στις 14.10.19 και στις 20.10.19 βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου ή στο νοσοκομείο αντίστοιχα, δεν θα μπορούσε να είχε τη δυνατότητα να παραπλανήσει, όπως ο οργανισμός ισχυρίζεται, το τηλεοπτικό κοινό. Ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου εκ μέρους του οργανισμού ήταν περιττή και δεν πρόσφερε καμία απολύτως επιπλέον ουσιαστική πληροφόρηση στο τηλεοπτικό κοινό.» (Υπογραμμίσεις δικές μας.)

 

Αναφορικά με το πιο πάνω, ο οργανισμός στη σελ. 2 παρ. 2 της επιστολής του, ισχυρίζεται τα πιο κάτω:

 

Ωστόσο εν αντιθέσει με τα όσο η Αρχή παραθέτει, ο παραπονούμενος στο μεταξύ είχε όντως προβεί σε διάφορες δημοσιεύσεις στην ανοικτού τύπου σελίδα "Κίνημα ΕνΕρΥώ", είτε μέσω του προσωπικού του λογαριασμού είτε μέσω της εν λόγω σελίδας μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο, κατά ή περί των ημερομηνιών 13/10/2019, 16/10/2020, 22/10/2019 και 23/10/2019. Στις εν λόγω δημοσιεύσεις (στιγμιότυπα των οποίων εσωκλείονται στην παρούσα) μεταξύ άλλων, ο παραπονούμενος εξαπέλυσε δριμύ κατηγορώ εναντίον του κράτους χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «βρώμικο σύστημα», δίνοντας πληροφορίες για την υπόθεση και την ποινική δίωξη του, αναδημοσίευσε κοινοποίηση που ενείχε ειρωνικό χαρακτήρα έναντι του υπουργείου εργασίας και της δημοσιογραφίας γενικότερα καθώς, επίσης, κοινοποίησε και άλλων ειδών δημοσιεύσεις. Ως εκ των ανωτέρω, παρά τα όσο αναφέρονται στην Απόφαση, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων πως ο παραπονούμενος όλη την εν λόγω περίοδο είχε δημόσιο βήμα και λόγο, πράγμα που σημαίνει ότι δυνητικά θα μπορούσε να επηρεάσει ή/και να παραπλανήσει το κοινό όπως και έκανε. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της Αρχής με τον οποίο αναφέρεται ότι λόγω της κατάστασής του «δε θα μπορούσε να είχε τη δυνατότητα να παραπλανήσει» είναι προδήλως ανυπόστατοι και θα πρέπει να παραγκωνιστεί και σε καμία περίπτωση να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

Η Αρχή έχει μελετήσει τις δημοσιεύσεις όπως επισυνάφθηκαν από τον οργανισμό στην επιστολή του και έχει διαπιστώσει πως ορθά αναφέρει ο οργανισμός ότι αυτές δεν έγιναν στις 14.10.19 και στις 20.10.19, κατά τον επίδικο δηλ. χρόνο. Εν πάση περιπτώσει υπενθυμίζεται ότι δεν είναι η διαδικτυακή παρουσία του παραπονούμενου που κρίνεται στην παρούσα υπόθεση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε η εν λόγω είδηση από τον οργανισμό, με τρόπο κατά τον οποίο ξεκάθαρα παραβιάζεται ο πιο πάνω Νόμος και κανονισμοί.

 

Στην παρ. 3 σελ. 2 ο οργανισμός ισχυρίζεται πως:

 

«ο παραπονούμενος αποτελεί κατ' εκλογή του ιδίου δημόσιο πρόσωπο και άρα βάσει νομολογίας δεν μπορεί να απολαμβάνει την προστασία της ιδιωτικής του ζωής στο ίδιο βαθμό με τους άγνωστους στο ευρύ κοινό ιδιώτες. Πιο συγκεκριμένα, τα δημόσια πρόσωπα δεν μπορούν να επικαλούνται την ιδιωτικότητα ενεργειών που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων τους που προκύπτουν οπό τις δημόσιες ενέργειές τους, καθώς αυτά εντάσσονται στο δημόσιο βίο τους. Η δημόσια γνώμη δικαιούται να γνωρίζει αν ένας πρόεδρος κινήματος παροχής βοήθειας σε αστέγους, που μότο του έχει τις λέξεις Αξιοπρέπεια, Ισότητα Ανθρωποκεντρισμός και ζητεί από τους πολίτες να ακολουθήσουν το παράδειγμα του, κατηγορείται και θεωρείται ύποπτος αναφορικά με το ότι διάγει βίο άκρως αντίθετο και σκανδαλώδη.

 

Ο οργανισμός παραθέτοντας αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καταλήγει στο τέλος της σελ. 2 και στην αρχή της σελ. 3, πως:

 

Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από την πιο πάνω απόφαση επιβεβαιώνουν την ορθότητα των ενεργειών των πελατών μας καθότι στα πλαίσια μιας δημόσιας συζήτησης αποκάλυψαν γεγονότα τα οποία αφορούσαν όχι τον ιδιωτικό βίο του παραπονούμενου, αλλά τις ενέργειες του κατά την εκτέλεση των «καθηκόντων» του ως εκπρόσωπος του σχετικού κινήματος. Σημειώνουμε ότι για πρόσωπα όπως οι πολιτικοί το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού μπορεί να εκτείνεται ακόμα και σε εκφάνσεις του ιδιωτικού τους βίου, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις.

 

Ως εκ των ανωτέρω, θεωρούμε ότι η θέση της Αρχής ότι η «δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου, δεν διασφάλισε τον σεβασμό προς τη προσωπικότητα, την υπόληψη και τον ιδιωτικό του βίο» εκ των πραγμάτων αντίκειται στον ορισμό της ιδιωτικής ζωής των δημοσίων προσώπων ως αυτός καθορίστηκε από το ΕΔΑΔ όπως και ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή ισορρόπηση και εξέταση των αντικρουόμενων δικαιωμάτων της ελευθερίας της έκφρασης και του σεβασμού της ιδιωτικότητος.  Ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή της ποινής»

 

Ο σεβασμός της Αρχής προς τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι δεδομένος. Η Απόφαση του ΕΔΔΑ στην οποία αναφέρεται ο οργανισμός αναφέρεται σε γεγονότα (facts), όμως στην παρούσα υπόθεση ο οργανισμός δεν είχε γεγονότα, όπως ισχυρίζεται, αλλά υποψίες. Επιπρόσθετα, οι διαπιστωθείσες παραβάσεις εναντίον του οργανισμού, δεν προϋποθέτουν το άτομο να είναι μη δημόσιο πρόσωπο.

 

Ως εκ τούτου επαναλαμβάνουμε τη θέσης όπως εκφράσθηκε πολλάκις στην Απόφαση αρ. 16/2020 (92) με ημερ. 08/07/2020, πως η ορθή πληροφόρηση του κοινού, μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου, στοιχεία τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ήταν απαραίτητα και δεν συντελούσαν ουσιαστικά στην ενημέρωση του κοινού. Τα δε λεχθέντα εκ μέρους της πρώην συνεργατιδας του παραπονούμενου, όπως αυτά περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α ημερομ. 08/04/20 και όπως αυτά μεταδόθηκαν από τον οργανισμό, θα μπορούσαν να τροποποιηθούν με την κατάλληλη καθοδήγηση του οργανισμού, έτσι ώστε να μην παραβίαζαν τον πιο πάνω Νόμο και Κανονισμούς, ιδιαίτερα σε θέματα διατήρησης της αντικειμενικότητας.

 

Στη σελ. 3 παρ. 2 και 3, ο οργανισμός επιχειρηματολογεί ως εξής:

 

Εν συνεχεία επιθυμούμε να αναφέρουμε ότι πρώτος ο παροπονούμενος αυτοβούλως γνωστοποίησε ότι θεωρείται ύποπτος για την υπόθεση των αστέγων, μέσω της σελίδας "Κίνημα Ενεργώ", δημοσίευση που γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, δηλαδή στο όνομα του παραπονούμενου σε μία σελίδα ανοικτού τύπου που τότε περιλάμβανε 5,500 άτομα (εσωκλείουσα δημοσίευση ημερομηνίας 13/10/2019). Οι Πελάτες μας αμφισβητούν τον ισχυρισμό της Αρχής πως «Το εάν η δημοσιοποίηση του ονόματος του παραπονούμενου αποτελούσε η όχι δημόσια πληροφορία σε ορισμένες διαδικτυακές πλατφόρμες, θα έπρεπε να αφήνει αδιάφορο τον οργανισμό» αφού είναι ευρέως αποδεκτό πως αν ένα δημόσιο πρόσωπο καταστήσει το ίδιο δημόσιες πληροφορίες και στοιχεία που τον αφορούν (ασχέτως ον επιλέξει το διαδίκτυο για να το κάνει) αντιλαμβάνεται και αποδέχεται πως αυτά τα στοιχεία μπορεί να αναπαραχθούν και από άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ως εκ τούτου να γίνουν περαιτέρω γνωστά στο ευρύ κοινό, χωρίς τη προηγούμενη συγκατάθεση του και παρόλα αυτό τα δημοσιεύει. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι δημοσιεύσεις του και οι δηλώσεις του δεν συνοδεύονταν από οποιαδήποτε ανάρτηση που να υποδηλώνει πως ο ίδιος δεν επιθυμεί την περαιτέρω δημοσίευση τους και δεδομένου ότι η σελίδα στην οποία επέλεγε να τοποθετείται είναι ανοικτού τύπου και άρα προσβάσιμη στο ευρύ κοινό και σε καμία περίπτωση απευθυνόμενη αποκλειστικό σε περιορισμένο κοινό. Όπως είναι γνωστό τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης αποτελούν πλέον από τις σημαντικότερες πλατφόρμες προώθησης κοινωνικών και πολιτικών δράσεων ως και οι δράσεις του κινήματος ΕνΕργώ. Θα ήταν λοιπόν αδύνατο να αφήνουν αδιάφορο τον οργανισμό των Πελατών μας δημόσιες αναρτήσεις ενός δημόσιου κινήματος οι οποίες εκθέτουν ακριβώς τις ίδιες πληροφορίες τις οποίες αναφέρει και το ρεπορτάζ των πελατών μας. Εάν κάτι δημοσιεύεται μετά παρρησίας στο διαδίκτυο ιδιαίτερα αν η δημοσίευση γίνεται από το ίδιο πρόσωπο το οποίο αφορά, δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από την Αρχή κατά την εξέταση του τι εμπίπτει στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής αλλά αντιθέτως τέτοιες δημόσιες τοποθετήσεις θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο έρευνας από τους σχετικούς λειτουργούς κατά την εξέταση της υπόθεσης για τον ορθό προσδιορισμό του ορίου μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου.

 

Παράλληλα, η Απόφαση αναφέρει ότι η επιλογή του οργανισμού να προβάλλει με τον συγκεκριμένο τρόπο τις απόψεις της κας. Ρομίνας Τζαουχάρη καθώς και το απόσπασμα από δηλώσεις του παραπονούμενου σε προηγούμενο πρόγραμμα του οργανισμού ημερομηνίας 11.10.19 «ξεπέρασε το όριο και πέρασε στη σφαίρα του κουτσομπολιού και της ανθρωποφαγίας». Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σημειώσουμε πως οι Πελάτες αρνούνται και δεν αποδέχονται τον εν λόγω ισχυρισμό καθώς είναι δια μέτρου αντίθετος από τα όσα πρεσβεύουν χρόνια τώρα ως τηλεοπτικός οργανισμός. Η αντικειμενικότητα και η πολυφωνία δεν διακυβεύονται από την δημοσιοποίηση του ονόματος του παραπονούμενου καθώς όπως αναλύσαμε ανωτέρω Ί δημοσιοποίηση του ονόματος του παραπονούμενου ήταν σύννομη και όχι μόνο αναγκαία.

 

Επίσης, στη σελ. 3 παρ. 5 με συνέχεια στη σελ. 4, ο οργανισμός επιχειρηματολογεί ως εξής:

 

Επιπρόσθετα, αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αρχής ότι «η ελευθερία έκφρασης είναι γνωστό ότι υπόκειται σε περιορισμούς» αντιλαμβανόμαστε πώς τα δημόσια πρόσωπα που με την βούληση τους εκτίθενται σε δημόσια κριτική οφείλουν να ανέχονται το ενδιαφέρον του κοινού ακόμα και για στοιχεία της ιδιωτικής τους ζωής, όχι όμως και για στοιχεία της σφαίρας του απορρήτου που ανάγονται στον απαραβίαστο πυρήνα της αξίας του ανθρώπου, ο οποίος ειδικότερα προσβάλλεται όταν αποκαλύπτονται ή περιγράφονται λεπτομερώς πλευρές της ενδόμυχης (συναισθηματικής, σεξουαλικής κ.λπ.) ζωής, σε βαθμό ή με τρόπο που να θίγεται η προσωπική αξιοπρέπεια του ατόμου. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει επί του παρόντος καθώς τα στοιχεία αφορούν το δημόσιο ρόλο ή/και καθήκοντα του παραπονούμενου.

 

Επαναλαμβάνεται πως οι διαπιστωθείσες παραβάσεις εναντίον του οργανισμού, δεν προϋποθέτουν το άτομο να είναι μη δημόσιο πρόσωπο. Συνεπώς η δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν απλά ύποπτος, και όλα τα υπόλοιπα που μεταδόθηκαν τηλεοπτικά, δεν ήταν αναγκαία και κατά συνέπεια ούτε σύννομα, εφόσον θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές συνέπειες στον ιδιωτικό του βίο, ενώ δεν χαρακτηρίζονται ούτε από αντικειμενικότητα, αφού οι αναφορές που έγιναν ως προς τις υποψίες εναντίον του, ήταν σε τέτοια έκταση (χρονικά αλλά και σε λεπτομέρειες), που αφηνόταν η αίσθηση ότι επρόκειτο για ένοχο και όχι για ύποπτο. Ως εκ τούτου οι πιο πάνω ισχυρισμοί του οργανισμού απορρίπτονται.

 

Ο οργανισμός στην παρ. 4 σελ. 3, αναφέρει:

 

Συγκεκριμένα, οι Πελάτες μας λειτουργούν ως οργανισμός που διέπεται οπό τα χρηστά ήθη και σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πρόκειται δηλαδή για έναν οργανισμό που σε καμία περίπτωση δε θα επέτρεπε ποτέ την προβολή είδησης με τέτοιο τρόπο που θα εξευτέλιζε την ανθρώπινη προσωπικότητα και αξιοπρέπεια. Αντιθέτως, η ελευθερία της έκφρασης και η αντικειμενική μετάδοση των ειδήσεων αποτελεί ένα οπό τα πρωταρχικά μελήματα των Πελατών μας. Βασιζόμενοι, ακριβώς, στην ελευθερία της έκφρασης και στην αντικειμενικότητα που πρέπει να διέπει την ειδησεογραφία, έδωσαν βήμα σε πρώην μέλος του κινήματος να προβάλει τη δική της πλευρά, χωρίς να καθοδηγούν ή να μοχλεύουν πληροφορίες. Αν δεν το έπρατταν θα ήταν συνένοχοί στην προσπάθεια του περιορισμού της πολυφωνίας καθώς η απόκρυψη μιας διαφορετικής πτυχής θα τους καθιστούσε μεροληπτικούς προς όφελος του παραπονούμενου.

 

Η Αρχή σε καμία περίπτωση δεν κρίνει την ενέργεια του οργανισμού να δώσει βήμα σε πρώην μέλος του κινήματος. Επαναλαμβάνουμε ωστόσο πως τα όσα λέχθηκαν και μεταδόθηκαν από τον οργανισμό θα μπορούσαν με την καθοδήγηση του οργανισμού, να μην παραβίαζαν τον πιο πάνω Νόμο και Κανονισμούς, ιδιαίτερα σε θέματα διατήρησης της αντικειμενικότητας και πολυφωνίας. Σε συνδυασμό δε με τη δημοσιοποίηση της εικόνας και του ονόματος του υπόπτου, είναι σαφής και η μη διασφάλιση του σεβασμού της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου του παραπονούμενου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο τελούσε ως ύποπτος και μόνο.

 

Αναφορικά με τα όσα αναφέρει ο οργανισμός στο υπόλοιπο μέρος της σελ.4 και ιδιαίτερα αναφορικά με το ότι:

 

Δε θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η υπόθεση αφορά αφενός, στην ανάδειξη της διαφθοράς σε κινήματα φιλανθρωπικού ενδιαφέροντος, και αφετέρου, στην εκμετάλλευση εκ μέρους ανώτατων μελών των προνομίων της θέσης τους για την εκμετάλλευση κονδυλίων και εισφορών μελών προς όφελος τους και εις βάρος προσώπων σε μεγάλη ανάγκη και δεινή θέση. Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαίωμα πληροφόρησης υπερτερεί καταφανώς.

 

η Αρχή επαναλαμβάνει τα όσα καταγράφονται στην Απόφαση αρ. 16/2020(92) με ημερομ. 08/07/2020, σελ. 22, ότι:

 

«...η αντικειμενική ενημέρωση όπως και η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, εύκολα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς να γίνουν αναφορές στο όνομα του παραπονούμενου και χωρίς να προβληθεί η εικόνα του με αποτέλεσμα τη διαπόμπευσή του, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ύποπτος και τίποτε περισσότερο. Η Αρχή δεν διαφωνεί γενικότερα με τη θέση του οργανισμού ότι «Η ελευθερία της ενημέρωσης και του λόγου υπερισχύει πάντοτε του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, όταν με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται το δημόσιο καλό και προστασία». Ωστόσο η ελευθερία της έκφρασης είναι γνωστό ότι υπόκειται σε περιορισμούς. Ειδικά σε αυτή την περίπτωση, έχει, καταστεί σαφές από όλα τα πιο πάνω, ότι υπήρχε ο τρόπος να ενημερωθεί και να προστατευτεί το κοινό, χωρίς να εκτεθεί ο παράπονούμενος και κατά τον επίδικο χρόνο, ύποπτος- και κατά συνέπεια οι οικείοι του. Ωστόσο ό οργανισμός επίλεξε να αγνοήσει αυτό τον τρόπο, παραβιάζοντας τη σχετική Νομοθεσία.»

 

Ενόψει των ανωτέρω η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα ενώπιον της στοιχεία συμπεριλαμβανομένου των γραπτών θέσεων του οργανισμού και τη φύση, τη βαρύτητα, τη συχνότητα και τη διάρκεια των παραβάσεων, αποφασίζει όπως επιβάλει στον οργανισμό κυρώσεις ως ακολούθως:

 

Για τις παραβάσεις που έγιναν στις 14.10.2019, επιβάλει διοικητικό πρόστιμο €3.000 ως εξής:»

 

Παρέθεσα τον βασικό κορμό της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη όσο και από τις αποφάσεις της Καθ’ ης η αίτηση που προηγήθηκαν για το θέμα αυτό. Δε θεωρώ πρακτικό να ασχοληθώ εξαντλητικά με μια προς μια τις προτάσεις της προσβαλλόμενης που κρίνω ως αναιτιολόγητες ή πεπλανημένες αλλά προτιμότερο και ευχερέστερο να συμπυκνώσω τις πλημμελείς αιτιολογικές κρίσεις της Καθ΄ης η αίτηση και εκεί που απαιτείται να παραθέσω συγκεκριμένες από τις κρίσεις αυτές.

 

Καταρχάς λοιπόν το σφάλμα αιτιολογίας που με οδηγεί να ακυρώσω την απόφαση είναι ότι κατά την αντίληψή μου, η Καθ’ ης η αίτηση στην όλη απόφασή της, τουλάχιστον στην παρασχεθείσα αιτιολογία της, ψέγει την Αιτήτρια κατά κύριο λόγο διότι δημοσιοποίησε την εικόνα και το ονοματεπώνυμο του παραπονούμενου θεωρώντας τις πληροφορίες αυτές ως «περιττές». Ανέφερε ειδικότερα ότι:

 

«(...) ως εκ τούτου, η δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παράπονούμενου εκ μέρους του οργανισμού ήταν περιττή και δεν πρόσφερε καμία απολύτως επιπλέον ουσιαστική πληροφόρηση στο τηλεοπτικό κοινό»

και:

«(..) τη δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου, στοιχεία τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ήταν απαραίτητα και δεν συντελούσαν ουσιαστικά στην ενημέρωση του κοινού»

 

Δεν έχω όμως αντιληφθεί ότι ο ρόλος της Καθ’ ης η αίτηση και δη σε συνάρτηση με το άρθρο 26 του Νόμου και τον Κανονισμό 21(3) των Κανονισμών είναι να υποδεικνύει τι είναι περιττό και τι όχι, ως συντακτικό έλεγχο των δημοσιογραφικών εκπομπών των υποκειμένων παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων.

 

Το εδάφιο (ε) του άρθρου 26(1) του Νόμου προβλέπει ότι η εκάστοτε εκπομπή πρέπει να διέπεται από τις αρχές του σεβασμού της προσωπικότητας, της υπόληψης και του ιδιωτικού βίου του ατόμου, το άρθρο 26(2) προβλέπει ότι τα δελτία ειδήσεων και τα επικαιρικά προγράμματα πρέπει να χαρακτηρίζονται από αντικειμενικότητα και πολυφωνία, ενώ ο κανονισμός 21(3) των Κανονισμών ειδικότερα προνοεί ότι:

 

«Οι σταθμοί υποχρεούνται όπως σ' όλες τις εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων) διασφαλίζουν σεβασμό προς την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό βίο, την επαγγελματική, επιστημονική, κοινωνική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου μεταδίδεται από σταθμό ή γίνεται αναφορά ή μεταδίδονται γι' αυτό στοιχεία τέτοια που οδηγούν στην αναγνώριση της ταυτότητας του. Η πιο πάνω υποχρέωση επεκτείνεται αναφορικά με κάθε άτομο ή την εικόνα γενικά του ανθρώπου ως ατόμου ή μέλους ομάδας».

 

Οι πιο πάνω συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες, δηλαδή το άρθρο 26 εδ. (1)(ε) και εδ. (2) του Νόμου και ο Κανονισμός 21(3), που η Καθ’ ης η αίτηση επικαλέστηκε για την έκδοση της προσβαλλόμενης, δεν αντιλαμβάνομαι να καθορίζουν ότι η προβολή της εικόνας ή του ονοματεπωνύμου ενός προσώπου απαγορεύεται εκ προοιμίου ούτε απλά και μόνον ότι η δημοσίευσή τους θεωρείται ότι προσβάλλει τον «ιδιωτικό βίο» ή την προσωπικότητα, υπόληψη κτλ. Οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες και δη ακόμα πιο ξεκάθαρα ο Κανονισμός 21(3) θέτει το πλαίσιο σεβασμού και αρχών που πρέπει να διέπει την εκπομπή όταν προβάλλεται η εικόνα και στοιχεία ταυτοποίησης ενός προσώπου και εντός των αρχών αυτών είναι ο σεβασμός και του ιδιωτικού βίου και λοιπά.  Άρα, βάσει των προνοιών αυτών, η προβολή εικόνας/στοιχείων ταυτοποίησης εντός μιας εκπομπής είναι καταρχάς επιτρεπτή εκτός εάν κριθεί ότι δε διασφαλίζει το σεβασμό όλων εκείνων που το άρθρο 26(1) του Νόμου και ο Κανονισμός 21(3) των Κανονισμών θέτουν, εντός αυτών και στα δύο νομοθετήματα είναι ο σεβασμός της προσωπικότητας, της υπόληψης και του ιδιωτικού βίου (για το ζήτημα του «ιδιωτικού βίου» επανέρχομαι ειδικότερα και πιο κάτω).

 

Όμως, εν προκειμένω από την προσβαλλόμενη φαίνεται ότι ο βασικός λόγος που η Αιτήτρια κρίθηκε ότι παραβίασε τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες ήταν ότι προέβαλε την εικόνα και ονοματεπώνυμο του παραπονούμενου κρίνοντας αυτή ως «περιττή» χωρίς να προσδιορίσει, άρα λοιπόν αναιτιολόγητα, με ποιον τρόπο η δημοσίευση αυτή παραβίασε τις αρχές σεβασμού προς την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό βίο, την επαγγελματική, επιστημονική, κοινωνική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα του. Αυτό ήταν το ζητούμενο ώστε η απόφασή της να είναι αιτιολογημένη σε συνάρτηση με τις υπό κρίση νομοθετικές/κανονιστικές πρόνοιες και η Καθ΄ης δε θεωρώ ότι το έπραξε.

 

Ασφαλώς στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι δεν παραβλέπω ότι η Καθ΄ης η αίτησης σε επιμέρους αιτιολογικές της κρίσεις προέβη και σε περαιτέρω αναφορές. Για παράδειγμα ανέφερε ότι:

 

«Ο οργανισμός στην παρ. 8 της επιστολής του αναφέρει:

 

Ωστόσο, επισημαίνουμε πως σε κάθε περίπτωση οι δημοσιογράφοι των εν λόγω ενημερωτικών εκπομπών κατέστησαν σαφές στο τηλεοπτικό κοινό πως ο παραπονούμενος δεν έχει καταδικασθεί για τα εν λόγω αδικήματα άλλο ότι αντιμετωπίζει κατηγορίες ως ύποπτος για τη διάπραξη τους και επουδενί δεν αμφισβητήθηκε το «τεκμήριο αθωότητας» του καθώς γινόταν απλή αναφορά σε αδιαμφισβήτητο γεγονότα τα οποίο είναι δημόσια και περαιτέρω αφορούν δημόσιο πρόσωπό,

 

Η Αρχή επισημαίνει ότι δεν διερευνά παραβάσεις σχετιζόμενες με την παράγραφο 10 (Τεκμήριο Αθωότητας) του Παραρτήματος VIII (Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για τα Ηλεκτρονικά ΜΜΕ) των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000). Ωστόσο η απόφαση του οργανισμού να προχωρήσει στην αχρείαστη δημοσιοποίηση του ονόματος και της εικόνας του παραπονούμενου, δεν διασφάλισε τον σεβασμό προς την προσωπικότητα, την υπόληψη και τον ιδιωτικό του βίου».

 

Περαιτέρω ότι:

 

«Η επιλογή ωστόσο του οργανισμού να προβάλει με τον συγκεκριμένο τρόπο τις απόψεις της κας Ρομίνας Τζαουχάρη πρώην μέλους του Κινήματος ΕνΕργώ, όπως αυτές βρίσκονται καταγραμμένες στον ΠΙΝΑΚΑ Α' ημερομ. 8.4.20, καθώς και απόσπασμα από δηλώσεις του παραπονούμενου σε προηγούμενο πρόγραμμα του οργανισμού ημερομ. 11.10.19, δεν διασφάλισαν την αντικειμενικότητα, αλλά αντίθετα ξεπέρασαν το όριο και πέρασαν στη σφαίρα του κουτσομπολιού και της ανθρωποφαγίας. Ως εκ τούτου, η Αρχή δεν κάνει αποδεκτό τον ισχυρισμό του οργανισμού ότι απέφυγε τη στοχοποίηση συγκεκριμένων ατόμων, διότι αυτό ακριβώς είναι που συνέβηκε. Στοχοποιήθηκε συγκεκριμένο άτομο.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσέγγιση του θέματος εκ μέρους του οργανισμού, δεν χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα».

 

και ότι:

 

«...η αντικειμενική ενημέρωση όπως και η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, εύκολα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς να γίνουν αναφορές στο όνομα του παραπονούμενου και χωρίς να προβληθεί η εικόνα του με αποτέλεσμα τη διαπόμπευσή του, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ύποπτος και τίποτε περισσότερο»

 

καθώς και ότι:

 

«Αναφορικά με τα πιο πάνω, η Αρχή επισημαίνει και πάλι ότι η αντικειμενική ενημέρωση όπως και η προστασία του δημοσίου συμφέροντος, εύκολα μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς να γίνουν αναφορές στο όνομα του παραπονούμενου και χωρίς να προβληθεί η εικόνα του με αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα η διαπόμπευσή τους, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ύποπτος και τίποτα περισσότερο.

(…)

Ειδικά σε αυτή την περίπτωση, έχει καταστεί σαφές από όλα τα πιο πάνω, ότι υπήρχε ο τρόπος να ενημερωθεί και να προστατευτεί το κοινό, χωρίς να εκτεθεί ο παραπονούμενος και κατά τον επίδικο χρόνο, ύποπτος- και κατά συνέπεια οι οικείοι του.

 

Όμως και τα ανωτέρω όχι απλά δεν συμβάλλουν θετικά στην αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης αλλά ουσιαστικά επιβεβαιώνουν το αναιτιολόγητο ή και πλημμελές της διότι:

 

Πρώτον, και από τα ανωτέρω, η προβολή της εικόνας και ονοματεπωνύμου παρουσιάζεται από την Καθ΄ης η αίτηση ως «διαπόμπευση» ενώ αυτό για να μπορούσε να διαπιστωθεί αιτιολογημένα θα έπρεπε να συνδεθεί με συγκεκριμένο γεγονός ή δηλώσεις που έγινε/αν στις εκπομπές που δύνανται να διαπομπεύσουν τον παραπονούμενο ή να προσβάλουν τον ιδιωτικό του βίο, την υπόληψη, προσωπικότητα κτλ. Ισχύει δηλαδή ότι ανέφερα πιο πάνω.

 

Δεύτερον, η απλή και μόνο παραπομπή είτε με τονισμένο (bold) είτε με υπογραμμισμένο κείμενο σε δηλώσεις χωρίς να υποδειχθεί τι ακριβώς και γιατί αυτό που το τρίτο αυτό πρόσωπο ανέφερε διαπόμπευσε τον παραπονούμενο και αστόχησε η Αιτήτρια να διαφυλάξει είναι επίσης αναιτιολόγητη κρίση. Ασφαλώς δεν αναμένεται από το παρόν, υποκαθιστώντας την αιτιολογία να αποφασίσει κατά πόσο το εκάστοτε τονισμένο κείμενο συνθέτει μέρος της αιτιολογίας αυτής ούτε να αποφασίσει πρωτογενώς επί των τηλεοπτικών εκπομπών χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη κρίση της διοίκησης. Δε μπορεί η αιτιολογία να συμπληρώνεται με υπόθεση τι από το κείμενο των εκπομπών είναι μέρος της αιτιολογίας και το λέω αυτό σημειώνοντας ότι ακόμα κι αν κάποιες τονισμένες αναφορές ήθελε υποθετικά θεωρηθούν ως μέρος της, τι γίνεται με άλλες μη τονισμένες που δεικνύουν πχ αντίλογο εκ μέρους του Κινήματος και φανερώνουν άρα ενδεχομένως την ανάδειξη πολυφωνίας/αντικειμενικότητας[1]; Απαιτείται άρα σαφήνεια στην αιτιολογία της διοικητικής απόφασης ώστε να μπορεί να τύχει του απαραίτητου δικαστικού ελέγχου.

 

Τρίτο, ενώ η Καθ’ ης η αίτηση στη σχετική υποβολή της Αιτήτριας ότι οι δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι ο παραπονούμενος είναι μόνο ύποπτος και ότι δεν παραβίασαν το τεκμήριο αθωότητας του, επεσήμανε ρητά ότι δε διερευνά παραβάσεις σχετιζόμενες με το τεκμήριο αθωότητας εντούτοις στα πιο πάνω αποσπάσματα αλλά και άλλα τα οποία διατρέχουν συνολικά την αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης (βλ ιδίως τα ανωτέρω που αφορούν την «αντικειμενικότητα»), ψέγει την Αιτήτρια ότι παραβίασε την «αντικειμενικότητα» όταν παρουσίασε την εικόνα και ονοματεπώνυμο του παραπονούμενου εφόσον αυτός ήταν «τότε ύποπτος μόνο», με αποτέλεσμα τη «διαπόμπευση» του. Και αυτό το θεωρώ υπό τις περιστάσεις αντιφατική αιτιολογία[2] εφόσον εμμέσως πλην σαφώς τελικά ψέγει την Αιτήτρια ότι παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας διαπομπεύοντας έναν ύποπτο ποινικού αδικήματος με τον τρόπο που παρουσίασε την εικόνα και το ονοματεπώνυμό του. Τι άλλη έννοια θα μπορούσε άλλωστε να ενέχει η αναφορά περί διαπόμπευσης ενός υπόπτου μόνο προσώπου για ποινική υπόθεση και η μη τήρηση της αντικειμενικότητας εκ μέρους της Αιτήτριας αν δεν υπονοεί ότι ο παραπονούμενος παρουσιάστηκε ως ένοχος ή σχεδόν ένοχος και όχι ως απλά ύποπτος;

 

Τέταρτον και επιπρόσθετα των πιο πάνω και ιδίως όσο αφορά το ζήτημα της προσβολής του «ιδιωτικού βίου», να σημειώσω ότι στη κρινόμενη περίπτωση, η Αιτήτρια είχε υποβάλει συγκεκριμένες θέσεις ότι δηλαδή ο παραπονούμενος είχε εμφανιστεί ήδη σε εκπομπή της, απόσπασμα της οποίας μάλιστα μεταδόθηκε κατά την εκπομπή που παρουσιάστηκε η πρώην συνεργάτιδά του προβάλλοντας τη θέση ότι το Κίνημα, του οποίου ο ίδιος ήταν διαχειριστής «ήταν έτοιμο να λάβει τις ποινικές ευθύνες που του αναλογούν» καθώς και ότι είχε ενεργή παρουσία σε ανοικτού τύπου σελίδα κοινωνικής δικτύωσης με 5500 ανθρώπους να την ακολουθούν  όπου δημοσίευε προς το κοινό τις θέσεις του και είχε ήδη τοποθετηθεί δημόσια, μεταξύ άλλων, για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Υπέβαλε συναφώς ότι θα έπρεπε να θεωρηθεί ως δημόσιο πρόσωπο και άρα στη βάση νομολογίας του ΕΔΑΔ [Applications nos. 40660/08 and 60641/08 CASE OF VON HANNOVER v. GERMANY (No. 2) ημερ.  7 Φεβρουαρίου 2012] και δη ενόψει της θεματικής που αφορούσε το ρεπορτάζ αναφορικά με τις πράξεις του μέσω του κινήματος προς το κοινό/κοινωνία για την τότε διερευνώμενη υπόθεση, δε θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι παραβιάστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο οι υπό κρίση νομοθετικές πρόνοιες επειδή προβλήθηκε η εικόνα και ονοματεπώνυμο ούτε επειδή παρουσιάστηκαν οι δηλώσεις τρίτου προσώπου σε ζωντανή ροή εκπομπής για σκοπούς ανάδειξης μιας ενδεχομένως άλλη άποψης αλλά και που εν πάση περιπτώσει οι δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι δεν υιοθετούν τα όσα εκεί αναφέρθηκαν σε διάφορες περιστάσεις.

 

Δε θεωρώ όμως τα όσα αναφέρθηκαν απαντητικά στα πιο πάνω αιτιολόγησαν την προσβαλλόμενη επαρκώς. Η Καθ΄ης η αίτηση ανέφερε ότι δεν είναι η διαδικτυακή παρουσία του παραπονούμενου που κρίνεται στην παρούσα υπόθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε η προηγούμενη συμμετοχή του σε εκπομπές, κάτι που είναι επίσης υπό τις περιστάσεις αναιτιολόγητο διότι η στάση του εκάστοτε προσώπου στη δημόσια σφαίρα είτε τηλεοπτικώς είτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δη η λίαν επίκαιρη/πρόσφατη με τις εκπομπές είναι θεωρώ εξεταστέα παράμετρος προκειμένου να κριθεί κατά πόσο η προβολή της εικόνας και ονοματεπωνύμου ήταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις όπου η Αιτήτρια κρίθηκε ως ένοχη για παράβαση της αρχής του σεβασμού της προσωπικότητας, της υπόληψης και του ιδιωτικού βίου του συγκεκριμένου παραπονούμενου, δικαιολογημένη. Για παράδειγμα στην υπόθεση VON HANNOVER (ανωτέρω) παράγραφοι 110-111 αναφέρθηκε (υπογράμμιση του παρόντος):

 

«(β)  How well known is the person concerned and what is the subject of the report?

 

110.  The role or function of the person concerned and the nature of the activities that are the subject of the report and/or photo constitute another important criterion, related to the preceding one. In that connection a distinction has to be made between private individuals and persons acting in a public context, as political figures or public figures. Accordingly, whilst a private individual unknown to the public may claim particular protection of his or her right to private life, the same is not true of public figures (see Minelli v. Switzerland (dec.), no. 14991/02, 14 June 2005, and Petrenco, cited above, § 55). A fundamental distinction needs to be made between reporting facts capable of contributing to a debate in a democratic society, relating to politicians in the exercise of their official functions for example, and reporting details of the private life of an individual who does not exercise such functions (see Von Hannover, cited above, § 63, and Standard Verlags GmbH, cited above, § 47).

 

While in the former case the press exercises its role of “public watchdog” in a democracy by imparting information and ideas on matters of public interest, that role appears less important in the latter case. Similarly, although in certain special circumstances the public’s right to be informed can even extend to aspects of the private life of public figures, particularly where politicians are concerned, this will not be the case – despite the person concerned being well known to the public – where the published photos and accompanying commentaries relate exclusively to details of the person’s private life and have the sole aim of satisfying public curiosity in that respect (see Von Hannover, cited above, § 65 with the references cited therein, and Standard Verlags GmbH, cited above, § 53; see also point 8 of the Resolution of the Parliamentary Assembly – paragraph 71 above). In the latter case, freedom of expression calls for a narrower interpretation (see Von Hannover, cited above, § 66; Hachette Filipacchi Associés (ICI PARIS), cited above, § 40; and MGN Limited, cited above, § 143).

 

(γPrior conduct of the person concerned

 

111.  The conduct of the person concerned prior to publication of the report or the fact that the photo and the related information have already appeared in an earlier publication are also factors to be taken into consideration (see Hachette Filipacchi Associés (ICI PARIS), cited above, §§ 52-53, and Sapan, cited above, § 34). However, the mere fact of having cooperated with the press on previous occasions cannot serve as an argument for depriving the party concerned of all protection against publication of the photo at issue (see Egeland and Hanseid, cited above, § 62)».

 

Η ανωτέρω υπόθεση, αν και επεξηγεί την έννοια του ιδιωτικού βίου ως προς το ανθρώπινο δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), θεωρώ ότι προφανώς και είναι λίαν χρήσιμη ως προς τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς διαπίστωσης παραβίασης του εν λόγω δικαιώματος «ιδιωτικού βίου» και για τους σκοπούς του Νόμου.

 

Και ασφαλώς το γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν έχει υπό τον εποπτικό της έλεγχο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δε θα μπορούσε να αποτελεί λόγο για να μην μπορεί να λάβει υπόψη θέσεις ή  τοποθετήσεις στα μέσα αυτά, τις οποίες της προσκόμισε η Αιτήτρια, ώστε να εξάγει συμπεράσματα κατά πόσο κάποιος αποτελεί δημόσιο ή μη πρόσωπο για τους σκοπούς άσκησης των εξουσιών της επί των υποκειμένων της. Άλλωστε δεν ετέθη από την Αιτήτρια ότι όφειλε να ασκήσει εποπτικό ρόλο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά να αξιολογήσει τα δημοσιεύματα στα μέσα αυτά ως προς τη ιδιότητα του παραπονούμενου προσώπου ως δημόσιου αλλά και αναφορικά με όλα όσα ακούστηκαν στις τηλεοπτικές εκπομπές.

 

Πέραν του ανωτέρω, δεν αιτιολογήθηκε τί ακριβώς στις τηλεοπτικές εκπομπές ήταν προσβλητικό για το πρόσωπο του παραπονούμενου και για ποιον λόγο η προβολή με τον αναφερόμενο ως «συγκεκριμένο τρόπο» των απόψεων του τρίτου προσώπου μπήκε στη «σφαίρα του κουτσομπολιού και της ανθρωποφαγίας» και οδηγεί σε «στοχοποίηση». Δεν αιτιολογείται ποιος είναι ο «συγκεκριμένος τρόπος» με αναφορά σε σαφή στοιχεία των δηλώσεων ή συμπεριφορών του εκδηλώνουν τον τρόπο αυτό, καλείται δηλαδή το παρόν να αξιολογήσει πρωτογενώς τις δηλώσεις χωρίς η Καθ΄ης η αίτηση να τοποθετείται με σαφήνεια επ’ αυτού, το οποίο θεωρεί προσβλητικό ενώ παράλληλα δεν γίνεται αντιληπτό με ποιον τρόπο θα μπορούσε η Αιτήτρια σε ζωντανή ροή προγράμματος να «τροποποιήσει με κατάλληλο τρόπο» τις δηλώσεις αυτές (και τούτο μάλιστα κρίθηκε και μεμπτό εκ μέρους της) αλλά και γιατί θεωρήθηκε υποκριτικό ότι ο δημοσιογράφος ανέφερε ρητώς ότι δεν υιοθετεί τα όσα αναφέρθηκαν. Δε θα έπρεπε ακριβώς στην προσπάθειά του να κρατήσει μια αντικειμενική στάση να μεταδώσει προς τους τηλεθεατές ότι όσα ακούγονται από το τρίτο πρόσωπο είναι κάποιες θέσεις/ισχυρισμοί του τρίτου αυτού προσώπου και όχι γεγονότα, τα οποία ο ίδιος δεν υιοθετεί; Για ποιον λόγο αυτό ήταν υποκριτικό;

 

Ούτε επί τούτων θεωρώ αιτιολογείται επαρκώς η προσβαλλόμενη.

 

Στο σύγγραμμα του Καθ. Μ. Ν. Πικραμένου, «Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων και ο ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος» 2012, σελ. 227 κ. επεκ. όπου επεξηγούνται τα χαρακτηριστικά της   δέουσας αιτιολογίας μιας ατομικής διοικητικής πράξης, ιδίως ως προς τη σαφήνεια αλλά και την επάρκειά της σε συνάρτηση με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει θέσει ο διοικούμενος, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα (υπογράμμιση είναι του παρόντος):

 

«Η ορθή γλωσσική διαμόρφωση του κειμένου αποτελεί το απαραίτητο υπόβαθρο επί του οποίου οικοδομείται η διοικητική πράξη, δεδομένου ότι πρωταρχικό μέλημα του αρμόδιου διοικητικού οργάνου είναι η κατανόηση των συλλογισμών του τόσο από τους άμεσα ενδιαφερομένους όσο και από τα λοιπά όργανα της Διοίκησης καθώς και τα δικαστήρια, τα οποία ενδεχομένως να επιληφθούν εφόσον γεννηθεί στο μέλλον σχετική διαφορά.(..)

 

Η αοριστία ως περίπτωση έλλειψης νομιμότητας συνάπτεται με τα πραγματικά δεδομένα που συνθέτουν τη διοικητική υπόθεση και υποδηλώνει ότι το διοικητικό όργανο, είτε δεν επεξεργάσθηκε καθόλου το πραγματικό υλικό είτε δεν ανέδειξε αυτή την επεξεργασία, αλλά κατέληξε στην κρίση του χρησιμοποιώντας στερεότυπες εκφράσεις, οι οποίες συχνά επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο των διεπουσών την υπόθεση διατάξεων. Επίσης, η καθιέρωση της σαφήνειας σημαίνει ότι οι διοικητικές πράξεις δεν πρέπει να περιορίζονται στην επανάληψη στερεότυπων εκφράσεων, προερχόμενων ενδεχομένως από το νόμο που διέπει τη διοικητική υπόθεση.(…)

 

Η σαφήνεια πρέπει να διακρίνει όλα τα έγγραφα στοιχεία του φακέλου που στηρίζουν την αιτιολογία της ατομικής διοικητικής πράξης. Και τούτο διότι όταν η αιτιολογία προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου μπορεί να υπάρχει ένας μεγαλύτερος αριθμός εγγράφων με κρίσιμες σκέψεις και διαπιστώσεις και επομένως ανακύπτει καταρχήν η ανάγκη οι διατυπώσεις να είναι σαφείς σε όλα αυτά τα κείμενα προκειμένου να αποκαλύπτονται με ευκρίνεια και καθαρότητα οι συλλογισμοί του διοικητικού οργάνου.

(…)

 

2. Η επάρκεια της αιτιολογίας κρίνεται σε σχέση τόσο με νομικά ζητήματα όσο και με πραγματικά δεδομένα. Εν πρώτοις το διοικητικό όργανο πρέπει να εντοπίσει, να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τον κρίσιμο κανόνα δικαίου, ο οποίος καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση μιας διοικητικής πράξης. Στην περίπτωση αυτή το διοικητικό όργανο οφείλει να καταστρώνει το συλλογισμό του διατυπώνοντας είτε πανηγυρικά είτε εμμέσως πλην σαφώς, με το χειρισμό των πραγματικών δεδομένων, τη θέση του για τα ανακύπτοντα νομικά ζητήματα. Στο σημείο αυτό δοκιμάζεται η επάρκεια της αιτιολογίας σε ό,τι αφορά το νομικό σκέλος της ατομικής διοικητικής πράξης, αποτελεί δε την «καρδιά» της νομιμότητάς της, διότι η ορθή ερμηνεία τού περιεχομένου των κανόνων δικαίου συνιστά την κρισιμότερη πτυχή της διοικητικής δράσης καθώς προετοιμάζει το έδαφος για την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση των πραγματικών δεδομένων.

 

3. Στην επόμενη φάση το διοικητικό όργανο προχωρεί στην αξιολόγηση των πραγματικών στοιχείων που συγκροτούν το φάκελο της υπόθεσης. Στο στάδιο αυτό, η επάρκεια της αιτιολογίας δοκιμάζεται στο επίπεδο της υπαγωγής του πραγματικού στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Μπορεί μάλιστα να ανακύψουν περισσότερες περιπτώσεις επάρκειας του πραγματικού αναλόγως με τη μορφή δράσης της Διοίκησης. Έτσι, επί ασκήσεως διοικητικής προσφυγής ή εν γένει επί προβολής ισχυρισμών από τον διοικούμενο, η επάρκεια της αιτιολογίας κρίνεται από το αν το αρμόδιο διοικητικό όργανο εκτιμά κατά τον προσήκοντα τρόπο τους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου και δεν αφήνει ανεξέταστο κανένα στοιχείο που μπορεί να έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προσφυγής».

 

Δεδομένων των όσων ανέφερα πιο πάνω θεωρώ βάσιμη την προσφυγή καθότι η Καθ΄ης η αίτηση δεν αιτιολόγησε με σαφήνεια και, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ισχυρισμούς της Αιτήτριας, επαρκώς την προσβαλλόμενη απόφασή της. Ως εκ της ελλιπούς αιτιολογίας, δε μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο και πλημμελούς έρευνας των όσων είχαν τεθεί ενώπιον της Αρχής από την Αιτήτρια και πλάνης ως προς την ερμηνεία των συγκεκριμένων νομοθετικών και κανονιστικών προνοιών, τις οποίες η Καθ΄ης η αίτηση επικαλέστηκε για τους σκοπούς έκδοσης της προσβαλλόμενης.

 

Παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης. Η προσβαλλόμενη ακυρώνεται με 1.900 ευρώ έξοδα (πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει) υπέρ της Αιτήτριας.

 

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1] Πχ στο ρεπορτάζ 14.10.2019 του κεντρικού δελτίου ειδήσεων αναφέρθηκε ως κατακλείδα:

 

«Στην οθόνη προβάλλεται λεκτικό στο οποίο αποδίδεται στο Κίνημα ΕνΕργώ

 

«Καταρρίπτονται σιγά-σιγά οι κατηγορίες. Μάθαμε σήμερα στο δικαστήριο ότι από τις 35 χιλιάδες, τώρα ψάχνουν μόνο 8! Θα τις βρουν και αυτές για να λάμψει η αλήθεια».

 

[2] Περί αντιφατικής αιτιολογίας βλ. Γεωργιάδης ν. Λοϊζίδη κ.α (2013) 3 ΑΑΔ 69 και Μ. Ν. Πικραμένου, «Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων και ο ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος» 2012, σελ. 307


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο