ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 701/2026 (Κ)
17 Αυγούστου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MEHDI MOMENI, από το Ιράν
Αιτητής,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω, Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω διά της Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ΄ ων η Αίτηση
__________________
Λ. Λυσάνδρου μαζί με Ν. Λεωνίδα, για ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, ΦΛΩΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι Αιτητή.
Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.: Η παρούσα υπόθεση στρέφεται κατά του Διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης του Αιτητή ημερομηνίας 2/07/2026, δυνάμει του άρθρου 6 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, αφού ο Αιτητής κηρύχθηκε παράνομος μετανάστης όταν απορρίφθηκε η Προσφυγή του, κατά της Απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 29/05/2024 και ακολούθως αυτός έκτοτε, μέχρι και την κράτηση του, παρέμεινε στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα.
Ως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα του διοικητικού φακέλου του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης αλλά και της Υπηρεσίας Ασύλου που αμφότεροι έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής.
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν με ημερομηνία γέννησης την 16/09/1984. Στις 31/10/2018 ο Αιτητής αφού εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε πρωτοβάθμια από την Υπηρεσία Ασύλου στις 13/09/2021, ενώ ακολούθως στις 29/05/2024 απορρίφθηκε και η σχετική Προσφυγή του στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας με αρ. 7696/21. Έκτοτε διέμενε παράνομα στη Λεμεσό, σε δηλωμένη από 25/08/2020 στις Αρχές διεύθυνση στη Γερμασόγεια και από 23/03/2026 σε νέα κατοικία σε βοηθητικά υποστατικά στην οδό Θεοφράστου στο Δήμο Λεμεσού (ερυθρά 33, 62, Τεκμηρίου 2).
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου και συγκεκριμένα την επιστολή της ΥΑΜ Λεμεσού προς την Διευθύντρια ημερ. 2/07/2026 η οποία οδήγησε στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων (ερυθρά 41 - 42, 71 - 72, Τεκμηρίου 2), ο αιτητής διαμένει μαζί με τη σύζυγο του, επίσης Ιρανή υπήκοο και τη θυγατέρα τους γεννηθείσα στη Λεμεσό στις 8/09/2022. Η σύζυγός του Αιτητή, που επίσης παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία αφού η προσφυγή της με αρ. 4684/24 απορρίφθηκε από το Δ.Δ.Δ.Πρ. την 1/12/2025, δεν συνελήφθη ταυτόχρονα με τον αιτητή, καθώς ανέλαβε τη φροντίδα και την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου τους. Η επιστολή της ΥΑΜ καταλήγει ότι, «Κάτω από τις περιστάσεις και επειδή είναι σίγουρο ότι εάν αφεθεί ελεύθερος θα εξαφανιστεί λόγω μη σταθερού τόπου διαμονής, και μη συμμόρφωσης του σε απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και λόγω ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης γίνεται εισήγηση όπως εκδοθούν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης για να καταστεί δυνατή η άμεση εκδίωξη του από την Κύπρο».
Στις 20/03/2026 ο Αιτητής, επικαλούμενος την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη χώρα, υπέβαλε νέα αίτηση την Υπηρεσία Ασύλου (ερυθρά 86 - 100, Τεκμηρίου 1), όπου καταγράφει ότι συμμετείχε σε πρόσφατες διαμαρτυρίες και συγκεντρώσεις ενάντια στη κυβέρνηση του Ιράν, ότι έχει αλλάξει τη θρησκεία του και συμμετέχει σε κατήχηση και χριστιανικές συγκεντρώσεις, καθώς και ότι οι συγγενείς του στη χώρα καταγωγής του συμμετέχουν στο σώμα των «Φρουρών της Επανάστασης» δεδομένο που αποτελεί απειλή κατά της ζωής του σε περίπτωση απέλασης του στη χώρα καταγωγής του. Στην νέα αυτή αίτηση επισυνάπτει, μεταξύ άλλων, κατάσταση πρόσφατου λογαριασμού της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου στο όνομα του, όπου φαίνεται η μόνιμη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό Θεοφράστου στο Δήμο Λεμεσού (ερυθρό 87, Τεκμηρίου 1). Ως είναι παραδεκτό και δηλώθηκε κατά τις Διευκρινήσεις από την εκπρόσωπο του Καθ΄ου η Αίτηση, η μεταγενέστερη αυτή αίτηση ασύλου, μέχρι και την επιφύλαξη της παρούσας απόφασης, δεν έχει ακόμη εξεταστεί από την Υπηρεσία Ασύλου.
Ενώ ανέμενε την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης ασύλου ημερ.20/03/2026, ο Αιτητής συνελήφθη στις 02/07/2026 για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Δημοκρατία, ενώ την ίδια ημέρα εκδόθηκε διάταγμα κράτησης και απέλασης εναντίον του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Στις 03/07/2026 καταχωρήθηκε η παρούσα Προσφυγή.
Κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τόσο ο διοικητικός φάκελος της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και ο φάκελος του Τμήματος Μετανάστευσης από την εκπρόσωπο του Καθ΄ου η Αίτηση, η οποία υπερασπίστηκε την νομιμότητα των προσβαλλομένων διαταγμάτων, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, αντίθετα, τόνισε την ύπαρξη οικογένειας και ανήλικου τέκνου του αιτητή, την συνεχιζόμενη εσωτερική έκρυθμη κατάσταση και πόλεμο στο Ιράν, την μεταστροφή της θρησκείας του πελάτη του τον οποίο χαρακτηρίζει ως «αντικαθεστωτικό» και κυρίως την εκκρεμότητα της νέας - μεταγενέστερη αίτησης του αλλοδαπού στην Υπηρεσία Ασύλου ημερ. 20/03/2026.
Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα ενώπιον μου ζητήματα, υπό το φως και των Τεκμηρίων 1 και 2 κατατέθηκαν στο Δικαστήριο στο στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων και προχωρώ στην εξέταση των επίδικων ζητημάτων.
Με την εδώ υπό κρίση προσφυγή, ο αιτητής μέσω του δικηγόρου του στρέφεται εναντίον των προαναφερθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του, προβάλλοντας ότι, οι αρχές της Δημοκρατίας δεν προέβησαν στην αναγκαία διερεύνηση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος του και σε κάθε περίπτωση ενήργησαν επί τη βάσει εσφαλμένων παραδοχών, χωρίς να λάβουν υπόψη ουσιώδη στοιχεία που υπήρχαν ήδη ενώπιον τους στον διοικητικό φάκελο, ως η μεταγενέστερη - εκκρεμούσα αίτηση ασύλου και η σταθερή διαμονή αυτού και της οικογένειας του, και εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες πράξεις επί εσφαλμένης πραγματικής και νομικής βάσης.
Όπως τονίζεται στην αγόρευση του δικηγόρου του, «ο Αιτητής ουδέποτε απέκρυψε τον τόπο διαμονής του ή επιχείρησε να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές. Από την ημέρα υποβολής της αίτησής του στην Υπηρεσία Ασύλου δήλωσε πλήρως και με ακρίβεια τη διεύθυνση της κατοικίας του, τα στοιχεία επικοινωνίας του και κάθε άλλη πληροφορία που του ζητήθηκε. Η διεύθυνση αυτή ουδέποτε μεταβλήθηκε και είναι ακριβώς η ίδια στην οποία οι αρμόδιες αρχές τον εντόπισαν και τον συνέλαβαν. Ομοίως, ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του παρέμεινε ο ίδιος επί σειρά ετών και ήταν ήδη καταχωρισμένος στον διοικητικό του φάκελο
Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής επιχείρησε να αποκρύψει την παρουσία του στη Δημοκρατία, να μεταβάλλει τον τόπο διαμονής του, να αποφύγει τον εντοπισμό του ή να παρακωλύσει οποιαδήποτε διοικητική διαδικασία. Αντιθέτως, τα στοιχεία που βρίσκονταν ήδη στη διάθεση της Διοίκησης αποδείκνυαν ότι ο τόπος διαμονής του ήταν γνωστός και ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούσαν οποτεδήποτε να επικοινωνήσουν μαζί του ή να τον εντοπίσουν.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν, πριν από την έκδοση μιας τόσο δυσμενούς διοικητικής πράξης όπως η κράτηση και η απέλαση, να προβούν στην αναγκαία και επιβαλλόμενη από τον νόμο διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών».
Πέραν της στην αμφισβήτηση της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης ως αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας που «οδηγεί ευθέως σε πλάνη περί τα πράγματα, η οποία καθιστά παράνομη την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη», ο αιτητής προτείνει ότι η έκδοση των διαταγμάτων αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης και προσκρούει ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 44 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/1999. Όπως προβάλλεται στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του, «ο Αιτητής ήταν ήδη γνωστός στις αρμόδιες υπηρεσίες. Τα στοιχεία της ταυτότητάς του ήταν γνωστά, η παρουσία του στη Δημοκρατία ήταν γνωστή και οι ίδιες οι αρχές γνώριζαν ότι είχε ήδη απευθυνθεί στην Υπηρεσία Ασύλου, υποβάλλοντας αίτηση διεθνούς προστασίας. Τα δεδομένα αυτά όχι μόνο δεν αξιολογήθηκαν αλλά ούτε καν μνημονεύονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Η παράλειψη αυτή στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να ελέγξει κατά πόσο η Διοίκηση προέβη πράγματι στη στάθμιση που επιβάλλει ο νόμος ή εάν, αντιθέτως, αντιμετώπισε την κράτηση ως αυτόματη συνέπεια της διοικητικής μεταχείρισης του Αιτητή». Τονίζοντας το ζήτημα περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας, προβάλει την παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας που απαιτεί από κάθε διοικητικό όργανο να επιλέγει, μεταξύ περισσότερων νόμιμων μέτρων, εκείνο που περιορίζει στον μικρότερο δυνατό βαθμό τα δικαιώματα του διοικουμένου. Όπως επίσης τονίζεται στην αγόρευση, εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση εξέτασαν οποιοδήποτε εναλλακτικό ή ηπιότερο μέτρο, ούτε αιτιολογείται γιατί η κράτηση κρίθηκε ως η μόνη διαθέσιμη επιλογή, ούτε γιατί τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης δεν επέτρεπαν την υιοθέτηση διαφορετικής αντιμετώπισης.
Αντίθετα, η ευπαίδευτη δικηγόρος των Καθ’ ων η αίτηση, επαναλαμβάνει την καλά γνωστή νομολογία των δικαστηρίων μας, η οποία διέπει το καθεστώς προσώπων μετά από απόρριψη της αρχικής τους αίτησης και την καταχώρησης μεταγενέστερων. Επαναλαμβάνει τα περιστατικά της υπόθεσης, ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο και έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των εγγράφων και προβάλει ότι, στη βάση των ιδιαίτερων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως αυτά μελετήθηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εξέδωσαν τα διατάγματα κράτησης και απέλασης του Αιτητή κατόπιν της κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη. Ειδικότερα ως προς την έκδοση του διατάγματος κράτησης, ισχυρίζεται πως οι Καθ’ ων η Αίτηση, αφού εξέτασαν το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές προσωπικές του συνθήκες, εύλογα διαπίστωσαν ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του Αιτητή, με αποτέλεσμα αυτός να τεθεί υπό κράτηση με σκοπό την απέλασή του. Προβάλει δε ότι, ακριβώς στη βάση των στοιχείων και δεδομένων που βρίσκονταν ενώπιον της Διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης, δεν παραβιάζεται από την κράτηση του αιτητή η αρχή της αναλογικότητας αφού σταθμίστηκαν όλα τα ουσιώδη για την υπό κρίση περίπτωση στοιχεία και αποφασίσθηκε η κράτηση του Αιτητή, προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση και διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσής του. Ως εκ τούτου, προβάλει, στην παρούσα περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης ασκήθηκε καλόπιστα και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και επομένως, το μέτρο κράτησής του κρίθηκε από τη Διοίκηση μέτρο αναλογικό προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ήτοι της απέλασης, ενώ όλοι οι λόγοι ακύρωσης θα πρέπει να απορριφθούν ως νόμω και ουσία αβάσιμοι.
Λέγοντας τούτα, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Καταρχήν, το Δικαστήριο κρίνει το διάταγμα απέλασης καθόλα νόμιμο και αιτιολογημένο, αφού ο αιτητής ορθά κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης, λόγω της παράνομης παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατίας μετά τις 29/05/2024, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, γεγονός το οποίο ο αιτητής γνώριζε έκτοτε. Αυτός ήταν και ο λόγος έκδοσης του επίδικου διατάγματος απέλασης του αιτητή το οποίο κρίνω ως ορθό και νόμιμο, ενώ η αιτιολογία του επίδικου διατάγματος προκύπτει ρητώς από κείμενο του και υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.
Απαντώντας στη θέση των δικηγόρων του Αιτητή, καταγράφω ότι, η καταχώρηση, αλλά και όπως γίνεται παραδεκτό και κατά τις Διευκρινήσεις η εκκρεμότητα εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή για χορήγηση ασύλου ημερ. 20/03/2026, ουδέποτε προσέδωσε στον Αιτητή δικαίωμα παραμονής και/ή επανέφερε το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας λόγω της φύσης της (KHADKA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. Ειδικό Μητρώο 2/2021, 5/11/2021).
Προς απάντηση της αντίθεσης θέσης του δικηγόρου του αιτητή, θα επαναλάβω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση μου ημερομηνίας 11.7.2023 στην Υπόθεση Αρ. 821/2023(Κ), S[…] M[…] T[…] A[…] ν. Κ. Δ. ΜΕΣΩ 1.ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, 2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, 3.ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, το οποίο βρίσκει εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση.
«Με σχετική, δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει κριθεί ότι, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει κατά πόσο όφειλαν να διατηρηθούν ή μη ήδη εκδοθέντα διατάγματα κράτησης και απέλασης, μετά από καταχώρηση μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή για χορήγηση ασύλου (βλ. απόφαση ημερομηνίας 20.4.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 126/2021 M S A LIMON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ). Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο εδικαιούτο να ασκήσει τέτοιο έλεγχο, η νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων και/ή διαταγμάτων δεν αναιρείται απλά και μόνο λόγω της καταχώρησης νέου μεταγενέστερου αιτήματος επανανοίγματος του φακέλου του αιτητή για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, αφού αυτός δεν καθίσταται, με αυτό τον τρόπο, αιτητής ασύλου. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 59/2021, ημερομηνίας 5/7/2021 λέχθηκαν, χαρακτηριστικά και τα εξής:
«Δυνάμει του άρθρου 6Β(1)(β), ο όρος «αιτητής διεθνούς προστασίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «αιτητής», σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου ορίζει ότι «αιτητής» σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή. Στο ίδιο άρθρο δίδεται και η ερμηνεία της «τελικής απόφασης.
Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής με βάση τα γεγονότα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν εμπίπτει στην κατηγορία αιτητή διεθνούς προστασίας, εφόσον η αίτησή του απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, όπως επίσης απορρίφθηκε και η προσφυγή που καταχώρησε εναντίον της εν λόγω απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Το γεγονός ότι εξετάζεται το αίτημα του για επανάνοιγμα του φακέλου του, δεν τον καθιστά αιτητή διεθνούς προστασίας, δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω Νόμου».
Περαιτέρω, παραπέμπω στο περιεχόμενο της γνωστής απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Sohel Madber v. Δημοκρατίας, Έφεση Κατά Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2022, ημερ. 17.11.2022. Στην εν λόγω περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη προσφυγή κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, ο οποίος είχε υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση, η οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη πριν από την έκδοση των διαταγμάτων. Έκρινε ότι, αυτά ήσαν έγκυρα και νόμιμα, εφόσον ο αιτητής, με την απόρριψη της αίτησής του ως απαράδεκτης, έστω και αν είχε ακολούθως καταχωρήσει κατ' αυτής της απόφασης προσφυγή στο ΔΔΔΠ, δεν διατηρούσε πλέον το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας και συνακόλουθα, η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε.
Παραθέτω το κατωτέρω απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (με τον τονισμό και τις υπογραμμίσεις να έχουν προστεθεί) όπου καταγράφεται αναφορικά με την πρωτόδικη απόφαση στη Προσφυγή 1152/22 ότι, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθώς: «Αποφάσισε, αντλώντας καθοδήγηση από τις πρόνοιες των άρθρων 40 και 41 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε σχέση με τις μεταγενέστερες αιτήσεις ασύλου, πως αυτές αφορούν σε περαιτέρω διαβήματα προσώπου που είχε υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία η οποία είχε απορριφθεί, χωρίς η αίτηση αυτή να συνιστά νέα αίτηση, γι’ αυτό είναι δυνατή η τυχόν απόρριψη αυτής στη βάση του δεδικασμένου. Η υποβολή μεταγενέστερης αίτησης ασύλου, ξεκινά με δεδομένο πως ο αιτητής δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας. Ξεκινά δηλαδή από το καθεστώς που ίσχυε με την απόρριψη της αρχικής (κυρίως) αίτηση ασύλου που είχε εν πρώτοις υποβάλει και απορρίφθεί.»
Ορθά, συνεπώς, η συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση, προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας της υπέρ της νομιμότητας και εγκυρότητας των επίδικων διαταγμάτων, επικαλέστηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων τα κριθέντα στην εν λόγω απόφαση, αφού στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει προαναφερθεί, κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε ενέργεια του Αιτητή και οποιαδήποτε αντίστοιχη υποχρέωση της διοίκησης. Επαναλαμβάνουμε ότι, όπως έγινε παραδοχή και κατά τις Διευκρινήσεις, μόνο μετά τη σύλληψη αυτού και την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων ο Αιτητής προχώρησε στην υποβολη νέας – δεύτερης – μεταγενέστερης Αίτησης.
Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι ακυρώσεως απορρίπτονται.»
Όπως έχω προαναφέρει, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος απέλασης, ο αιτητής ήταν παρανόμως διαμένοντας στο έδαφος της Κ.Δ. και συνεπώς ήταν εύλογα επιτρεπτή και νόμιμη η έκδοση του.
Αναφορικά δε με το διάταγμα κράτησης του αιτητή, παραπέμπω στο άρθρο 18ΟΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (ΚΕΦ.105) όπου γίνεται ρητή αναφορά σε δικαίωμα οικειοθελούς αναχώρησης τα οποίο λανθασμένα κρίνω δεν παραχωρήθηκε στη προκειμένη περίπτωση.
Ο Νόμος προβλέπει κατάλληλο χρονικό διάστημα για την οικειοθελή αναχώρηση που κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια (2) και (4) στο άρθρο 18ΟΘ.
Στο ίδιο άρθρο γίνεται αναφορά ότι «(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών. δίδει 18ΟΘ.-(1) Η απόφαση επιστροφής Το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο παρόν εδάφιο δεν αποκλείει τη δυνατότητα των υπηκόων τρίτων χωρών να αναχωρήσουν ενωρίτερα.»
Περαιτέρω, παραπέμπω στο άρθρο 18ΟΔ όπου γίνεται σχετική αναφορά ότι, για τους σκοπούς των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, «"κίνδυνος διαφυγής" σημαίνει την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους ακόλουθους λόγους, που οδηγεί στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει».
Στην ενώπιον μας περίπτωση, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στον φάκελο της υπόθεσης, ο Αιτητής διαμένει σε συγκεκριμένη διεύθυνση με την οικογένεια του, όπως έχει δηλωθεί κατ’ επανάληψη και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Καθ΄ων η αίτηση. Συνεπώς, κρίνω ως πεπλανημένη αλλά και παραπλανητική προς την Διευθύντρια την αναφορά στην επιστολή της ΥΑΜ Λεμεσού ημερ. 2/07/2026 η οποία οδήγησε στην έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων (ερυθρά 41 - 42, 71 - 72, Τεκμηρίου 2), ότι ο αιτητής «εάν αφεθεί ελεύθερος θα εξαφανιστεί λόγω μη σταθερού τόπου διαμονής» αφού ο συγκεκριμένος Αιτητής δήλωνε τυπικά τις διαδοχικές διευθύνσεις διαμονής του μαζί με τη σύζυγο και την τεσσάρων ετών θυγατέρα τους, μέχρι και τον χρόνο σύλληψης του, ενώ ακόμα ανέμενε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης τους αίτησης για Διεθνή Προστασία, υπό τις περιστάσεις που την συνοδεύουν.
Με αναφορά στα όσα προκύπτουν από τους φακέλους της υπόθεσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στη παρούσα περίπτωση δεν υπήρχε εύλογα κίνδυνος διαφυγής από το συγκεκριμένο πρόσωπο και παρεμπόδιση της όλης διαδικασίας επαναπατρισμού του. Το διάταγμα κράτησης του αιτητή, συμπεριλαμβανομένου και του ευρήματος περί κινδύνου διαφυγής του, δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου.
Κρίνω ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης και παραβιάζει τα ακόλουθα άρθρα της νομοθεσίας. Παραπέμπω σχετικά στο Άρθρο 18ΠΣτ και στα εδάφια (1), (6) και (7) του περί Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (εφεξής ο «Νόμος»)τα οποία παραθέτω, καθώς και το Άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2008/115/ΕΚ:
«(1) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν -
(α) υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, ή
(β) ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης.
Τέτοια κράτηση έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διατηρείται μόνο καθόσον χρόνο η διαδικασία απομάκρυνσης εξελίσσεται και εκτελείται με τη δέουσα επιμέλεια.»
«(6) Οσάκις καθίσταται πρόδηλο ότι δεν υφίσταται πλέον λογικά προοπτική απομάκρυνσης για νομικούς ή άλλους λόγους ή όταν παύουν να ισχύουν οι όροι του εδαφίου (1), η κράτηση παύει να δικαιολογείται και το συγκεκριμένο πρόσωπο απολύεται αμέσως»
«(7) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) και της παραγράφου (γ) του εδαφίου (5), η κράτηση εξακολουθεί καθ’ όλη τη χρονική περίοδο κατά την οποία πληρούνται οι όροι του εδαφίου (1) και είναι αναγκαία για να διασφαλισθεί η επιτυχής απομάκρυνση και δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.»
Ενόψει των πιο πάνω και των αντίστοιχων ευρημάτων μου, καταλήγω ότι, το διάταγμα απέλασης του αιτητή ημερομηνίας 02/07/2026 είναι νόμιμο και αιτιολογημένο, ενώ το διάταγμα κράτησης του αιτητή το οποίο επίσης εκδόθηκε στις 02/07/2026 δεν δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις, αφού οι Καθ΄ ων η Αίτηση υπό πλάνη παρέβλεψαν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του αλλοδαπού, απορρίπτοντας την πιθανότητα επιβολής στον Αιτητή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή, επιτυγχάνει κατά το μέρος που προσβάλει το διάταγμα κράτησης του αιτητή το οποίο και ακυρώνεται. Ο αιτητής θα πρέπει να αφεθεί αμέσως ελεύθερος.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους 1000 Ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο