ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
( Υπόθεση αρ. 1044/2020)
18 Σεπτεμβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
NEDAL MOHAMMAD,
Αιτητή,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω
1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΏΝ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………..
Ανδρέας Τσαγγαρίδης, για τον αιτητή.
Τατιάνα Ιακωβίδου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής ζητά την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 22.9.2020, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του, ημερομηνίας 12.10.2016, για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει πολιτογράφησης. Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στη μη διαπίστωση, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο Αιτητής πληροί την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα (άρθρο 111) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν.141(Ι)/2002, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι ότι είναι άτομο «καλού χαρακτήρα», επειδή στο παρελθόν απασχόλησε την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα, καθώς και στο ότι ο Αιτητής δεν έχει ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο.
Ο Αιτητής, γεννήθηκε στη Συρία στις 2.1.1980 και αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία παράνομα, μέσω των κατεχομένων περιοχών, την 1.7.2005. Στις 5.6.2006, υπέβαλε αίτηση ασύλου στην Υπηρεσία Ασύλου και ταυτόχρονα αίτηση στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (εφεξής «το Τμήμα») για άδεια προσωρινής παραμονής, η οποία και του χορηγήθηκε με ισχύ μέχρι τις 14.5.2007. Στις 25.10.2007, ο Αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο με Ευρωπαία πολίτη από τη Ρουμανία από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα στις 7.4.2009 και τις 3.10.2016 αντίστοιχα. Στις 14.1.2008, ο Αιτητής απέσυρε την αίτησή του για άσυλο και συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία κατόπιν ανανεωμένης άδειας για παραμονή και εργασία μέχρι τις 23.7.2009, ενώ στη συνέχεια του χορηγήθηκε Δελτίο Διαμονής, ως σύζυγος ευρωπαίας υπηκόου, με ισχύ μέχρι τις 9.3.2014.
Στις 5.7.2013 το Τμήμα ενημερώθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ότι ο Αιτητής είχε αναχωρήσει από τη Δημοκρατία περί τις 26.5.2013 με προορισμό τη Σουηδία, όπου υπέβαλε νέο αίτημα ασύλου και ακολούθως μεταφέρθηκε στην Κύπρο, ως υπεύθυνο κράτος δυνάμει του Κανονισμού του Δουβλίνου, για να εξετάσει την αίτηση ασύλου του, ενώ τα στοιχεία του καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων («stop-list»). Το Τμήμα, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (εφεξής «η Υπηρεσία»), διαπίστωσε περαιτέρω ότι η σύζυγος του Αιτητή είχε παύσει να καταβάλλει εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων από τον Μάιο του 2011, στοιχείο το οποίο έκρινε ως επαρκή ένδειξη απουσίας της από τη Δημοκρατία και, συνακόλουθα, μη πλήρωσης εκ μέρους του Αιτητή των προϋποθέσεων παραμονής ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Κατά συνέπεια, το Τμήμα ακύρωσε το Δελτίο Διαμονής του Αιτητή και εξέδωσε εναντίον του Διατάγματα Κράτησης και Απέλασης ημερομηνίας 17.12.2013. Κατά της κράτησης του, ο Αιτητής υπέβαλε την αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus υπ’ αρ. 219/2013, η οποία όμως και απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Παραταύτα, η απέλασή του αναστάλθηκε για ανθρωπιστικούς λόγους σε μεταγενέστερο χρόνο και κλήθηκε να αναχωρήσει οικειοθελώς από τη Δημοκρατία μέχρι τις 21.7.2014. Κατά της ως άνω απόφασης ο Αιτητής καταχώρισε την Προσφυγή υπ’ αρ. 319/2014, ενώ στις 15.4.2014 υπέβαλε νέα αίτηση για έκδοση Δελτίου Διαμονής, ως σύζυγος πολίτη της Ένωσης, το οποίο του χορηγήθηκε στις 7.8.2014, με ισχύ μέχρι τις 7.8.2019. Εκ των πραγμάτων, η απόφαση για αποχώρηση του από τη Δημοκρατία έπαυσε να ισχύει, εξού και η Προσφυγή υπ’ αρ. 319/2014 αποσύρθηκε.
Στις 12.10.2016, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει πολιτογράφησης, η απόρριψη της οποίας από τους Καθ’ ων η Αίτηση, ως του κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 22.09.2020, αποτελεί την προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή πράξη. Προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το περιεχόμενου του διοικητικού φακέλου ότι, ο Αιτητής συμπλήρωνε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνολική παραμονή στη Δημοκρατία 7 ετών, 4 μηνών και 12 ημερών (εκ των οποίων 6 έτη, 8 μήνες και 26 ημέρες νόμιμη παραμονή), ευρισκόμενος συνεχώς εντός της Δημοκρατίας καθ' όλο το δωδεκάμηνο αμέσως πριν την υποβολή της αίτησης (12.10.2015–12.10.2016). Η πλήρωση των υπό στοιχείων (α) και (β) προϋποθέσεων παραμονής του Τρίτου Πίνακα του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (141(I)/2002) (εφεξής «ο Νόμος»), ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέτασης της αίτησης του Αιτητή, δεν αμφισβητείται από τους Καθ' ων η αίτηση.
Διαπιστώνεται περαιτέρω από το διοικητικό φάκελο ότι η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή (Έντυπο Μ127), διεξήχθη στις 14.3.2019 στην ελληνική γλώσσα. Κατά τη συνέντευξη ο Αιτητής δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι διαμένει στο ίδιο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λευκωσία τα τελευταία τέσσερα έτη, ότι είναι αυτοτελώς εργαζόμενος (καλουψιής), με μηνιαίο εισόδημα περί τα €2.000, ότι διατηρεί καταθέσεις περί τα €10.000 σε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο, ότι τα παιδιά του ζουν στην Κύπρο, το ένα δε φοιτά σε δημόσιο σχολείο και είναι παντρεμένος με Ευρωπαία πολίτη. Ερωτηθείς ρητά αν είχε ποτέ οποιοδήποτε θέμα με την Αστυνομία, απάντησε αρνητικά. Στις ερωτήσεις βασικών γνώσεων κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας (Μέρος 10 του εντύπου), απάντησε ότι η Δημοκρατία εορτάζει την ανεξαρτησία της το «1974» και ότι το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Κύπρος είναι «κανένα», ενώ δήλωσε περαιτέρω ότι δεν έχει επισκεφθεί τις κατεχόμενες περιοχές και δεν επιθυμεί να το πράξει. Ως λόγους για τους οποίους επιθυμεί την κυπριακή ιθαγένεια ανέφερε ότι «τα παιδιά του ζουν εδώ» και ότι «δεν μπορεί να ζήσει σε άλλη χώρα». Στο μέρος του εντύπου («για υπηρεσιακή χρήση μόνο») η λειτουργός εξέτασης κατέγραψε ότι ο Αιτητής έδωσε περιορισμένες και ασαφείς απαντήσεις από τις οποίες δεν κατέδειξε βιοτικούς δεσμούς με την Κύπρο, ότι δεν απάντησε ορθά στις περισσότερες ερωτήσεις κυπριακής ιστορίας, και ότι έδωσε περιορισμένες και ασαφείς απαντήσεις ως προς τους λόγους και την πρόθεσή του να παραμείνει στη Δημοκρατία.
Στην Έκθεση της, η αρμόδια Λειτουργός Εξέτασης, η οποία υπογράφεται και από Λειτουργό Ελέγχου στις 14.8.2020 αναφέρεται ότι προέκυψαν στοιχεία, χαρακτηριζόμενα ως σοβαρά και βαρύνοντα, σχετικά με τις δραστηριότητες του Αιτητή, εφόσον ο Αιτητής απασχόλησε την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ) σε θέματα που εμπίπτουν στην αποστολή και αρμοδιότητες της, τα οποία κρίθηκε ότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη στη λήψη απόφασης για πολιτογράφηση. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Αιτητής δεν έχει ενταχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην κυπριακή κοινωνία και φαίνεται να αγνοεί βασικές πληροφορίες της κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας, σημειώνοντας ότι οι εξηγήσεις που έδωσε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξη δεν ήταν επαρκείς για να εξαλείψουν τις αμφιβολίες που δημιουργούνταν από τα στοιχεία του φακέλου, και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης δυνάμει του άρθρου 111 του Νόμου.
Με επιστολή ημερομηνίας 22.9.2020, οι Καθ' ων η αίτηση πληροφόρησαν τον Αιτητή ότι η αίτησή του «τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή αλλά δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί καθότι δεν πληροίτε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα άρθρο 111 του Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν.141(Ι)/2002, δηλαδή δεν έχει διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είστε άτομο καλού χαρακτήρα, επειδή στο παρελθόν έχετε απασχολήσει την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα. Επιπλέον, δεν έχετε ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο», καταλήγοντας ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος για την πολιτογράφησή του.
Με την Αίτηση Ακυρώσεως του, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι πάσχει η προσβαλλόμενη απόφαση, βασιζόμενος (α) στο ότι η κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι δε διαπιστώνεται ότι είναι άτομο καλού χαρακτήρα, δήθεν διότι έχει απασχολήσει την ΚΥΠ σε θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας της, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου και δεν επεξηγείται, με αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η Αίτηση να τελούσαν υπό καθεστώς πλάνης και η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει λόγω μη ορθής και/ή ικανοποιητικής αιτιολογίας και (β) στο ότι δεν υπήρξε η δέουσα έρευνα εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση και/ή ότι ευρίσκονταν σε πλάνη περί τα πράγματα σχετικά με την προσαρμογή του στην Κυπριακή Κοινωνία. Προς επίρρωση τούτου προβάλλει ο Αιτητής ότι δεν υπάρχουν πρακτικά της συνέντευξης του Αιτητή, ούτε και άλλες εκθέσεις που θα έπρεπε να ετοιμαστούν ώστε να παρθεί μια αιτιολογημένη απόφαση. Περαιτέρω, ο Αιτητής, με τη γραπτή του αγόρευση, θέτει ζητήματα περί ασυνέπειας, δυσανάλογης και κακόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας από τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Οι Καθ' ων η αίτηση, δια της Ενστάσεως και της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή ελήφθη κατόπιν δέουσας και ενδελεχούς εξέτασης της αίτησης του Αιτητή, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του το Τμήμα, περιλαμβανομένων της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή και απόρρητων πληροφοριών, και ότι ορθώς κρίθηκε πως δεν πληρείτο η προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του Νόμου, λόγω του ότι ο Αιτητής είχε απασχολήσει στο παρελθόν την Αστυνομία για ποινικά αδικήματα, καθώς και λόγω ανεπαρκούς ένταξής του στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο.
Το άρθρο 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν.141(Ι)/2002, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοούσε ότι ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιονδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος τον ικανοποιεί ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα του Νόμου, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι πλέον με την τροποποίηση του Νόμου 141(Ι)/2002 με τον τροποποιητικό Ν.149(Ι)/2023, οι προϋποθέσεις πολιτογράφησης που περιλαμβάνονταν στην παράγραφο 1 του Τρίτου Πίνακα μεταφέρθηκαν στο σώμα του Νόμου, ως νέο άρθρο 111Β(1), ενώ ο Τρίτος Πίνακας δεν περιέχει πλέον προϋποθέσεις, αλλά καθορίζει σήμερα αποκλειστικά τον τύπο του πιστοποιητικού πολιτογράφησης που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 111, κάτι βεβαίως που δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την κρίση επί της παρούσας προσφυγής, εφόσον η νομιμότητα διοικητικής πράξης εξετάζεται με βάση το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσής της.
Ο Αιτητής προωθεί πέντε λόγους ακύρωσης με τη γραπτή του αγόρευση, εντούτοις, παρότι διατυπώνονται χωριστά, αφορούν κατά βάση τα δύο αυτοτελή ευρήματα της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι την αμφισβήτηση του καλού χαρακτήρα του Αιτητή και τη διαπίστωση ανεπαρκούς κοινωνικής ένταξης, καθώς και την κατ’ ισχυρισμόν του Αιτητή ασυνέπεια, δυσανάλογη και κακόπιστη άσκησης της διακριτικής ευχέρειας από τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Επισημαίνεται, στο σημείο αυτό, ότι, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε δύο αυτοτελή ευρήματα, η διαπιστωθείσα νομιμότητα ενός εξ αυτών δύναται να αρκέσει για τη διατήρηση της πράξης, ανεξαρτήτως της τύχης του άλλου, σύμφωνα με την αρχή περί πολλαπλών ή διαζευκτικών αιτιολογιών. Σχετικό είναι το άρθρο 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999), καθώς και τα νομολογηθέντα στην απόφαση ΜΑΡΙΑ ΦΥΤΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 368/2012, ημερομηνίας 22/10/2013, όπου λέχθηκαν τα εξης:
«…είναι καλά θεμελειωμένη η αρχή ότι όπου η διοίκηση λαμβάνει μια απόφαση η οποία έχει πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες, μια εκ των οποίων είναι λανθασμένη ή ληφθείσα κατά πλάνη, η απόφαση δεν ακυρώνεται αυτόματα όταν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν δευτερεύουσα ή επικουρική (άρθρο 32 του Νόμου αρ. 158(Ι)/99). Αν η πλάνη δεν είναι ουσιώδης και παραμένει ισχυρή η άλλη ή έτερη αιτιολογία που είναι ουσιωδώς υποστηρικτική της απόφασης, η απόφαση δεν κρίνεται να πάσχει (Φωτίου ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 501). Το ίδιο ισχύει όταν η απόφαση μπορεί να στηριχθεί σε άλλη νόμιμη αιτιολογία και νομικό έρεισμα που την καθιστά έγκυρη, (Δήμος Αγίας Νάπας ν. Μαυρουδή (2003) 3 Α.Α.Δ. 542).»
Ο Αιτητής υποστηρίζει, μέσω των λόγων ακύρωσης Α, Β, Γ και Ε, ότι η αιτιολογία που προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση, ότι απασχόλησε την Αστυνομία στο παρελθόν για «διάφορα ποινικά αδικήματα», δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι διαθέτει καθαρό ποινικό μητρώο, δεν έχει απασχολήσει την Interpol και ερωτηθείς ρητά κατά τη συνέντευξη απάντησε ξεκάθαρα ότι ουδέποτε είχε οποιοδήποτε θέμα με την αστυνομία. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι δεν του δόθηκε καμία εξήγηση ως προς τη φύση των φερόμενων αδικημάτων, ότι η αοριστία αυτή ισοδυναμεί με ανυπόστατη αιτιολογία, ότι η διοίκηση βασίστηκε σε λανθασμένα ή ανύπαρκτα γεγονότα και κατά συνέπεια ευρισκόταν υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα, καταλήγοντας ότι, εφόσον πληρούσε όλα τα λοιπά κριτήρια του Τρίτου Πίνακα, η απόρριψη αποτελεί υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας και ισοδυναμεί με κατάχρηση εξουσίας. Προς τούτο επικαλείται, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις Akram Alhosin Alkadour ν. Δημοκρατίας Υπόθ. Αρ. 930/2006, 13.7.2007, Fengquin Lu Kyriakides ν. Δημοκρατίας Υπόθ. Αρ. 390/2011, ημερομηνίας 28.3.2013, Severin Hounzanme ν. Δημοκρατίας Υπόθ. Αρ. 297/2002, ημερομηνίας 30.10.2003 και Sharfuddin ν. Δημοκρατίας Υπόθ. Αρ. 210/2016, ημερομηνίας 31.5.2019, το αποτέλεσμα των οποίων ήτο η ακύρωση αποφάσεων της διοίκησης να απορρίψει αιτήσεις πολιτογράφησης, στη βάση αόριστης ή μη επαρκούς αιτιολογίας ή ελλιπούς έρευνας, καθώς και την απόφαση Boris Melikides ν. Δημοκρατίας Υπόθ. Αρ. 4129/2013, ημερομηνίας 23.5.2016, στην οποία το Δικαστήριο, ενόψει αμφιβολίας ως προς τα γεγονότα, ακύρωσε την εκεί προσβαλλόμενη πράξη.
Η θέση των Καθ' ων η Αίτηση είναι πως η απόφαση ελήφθη κατόπιν δέουσας εξέτασης του συνόλου του φακέλου, περιλαμβανομένης απόρρητης πληροφόρησης, η οποία τέθηκε ενώπιον του αποφασίζοντος οργάνου και στην οποία στηρίχθηκε η κρίση περί μη πλήρωσης του κριτηρίου του καλού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, το κριτήριο του καλού χαρακτήρα ερμηνεύεται, με βάση την ετυμολογική του σημασία, ως αναφερόμενο στον «ιδιαίτερο τρόπο συμπεριφοράς, ενεργείας, σκέψης κάθε ατόμου», η δε κατοχή των λοιπών τυπικών προσόντων του Τρίτου Πίνακα δεν συνεπάγεται αφ' εαυτής δικαίωμα πολιτογράφησης, παραπέμποντας στις αποφάσεις Ayman M. Kammis ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 96/2011, ημερομηνίας 26.3.2015, ECLI:CY:AD:2015:D214, Amer Nabil Mohamed Adel Fattah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 66, και Sohrab Bigvand ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1178/2008, ημερομηνίας 12.11.2009. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση τονίζουν ότι η πολιτογράφηση συνιστά εξουσία που ανάγεται στην κυριαρχική φύση του κράτους, η άσκηση της οποίας υπόκειται μόνο στον περιορισμό της καλής πίστης, και ότι, εφόσον η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε εντός αυτού του πλαισίου, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο πεδίο επέμβασης.
Πράγματι, πάγια νομολογιακή αρχή είναι ότι η πολιτογράφηση συνιστά εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους και δεν γεννά δικαίωμα, παρά μόνο προσδοκία καλόπιστης και εξατομικευμένης εξέτασης, όπως ούτε η κατοχή και μόνο των τυπικών προσόντων του Τρίτου Πίνακα συνεπάγεται αυτόματη έγκριση (Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3 C.L.R. 2583, Ήρωα Angela Siomina ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2005) 3 ΑΑΔ 307, Mohamad Yousife ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18, Ε.Δ.Δ. 141/18 Hamdan ν. Δημοκρατίας, 6.3.2024, Ε.Δ.Δ. 5/2021 Abdallah ν. Δημοκρατίας, 11.2.2026). Η ευρεία όμως διακριτική ευχέρεια της διοίκησης επί τούτου δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογίας, ο δε δικαστικός έλεγχος εκτείνεται στη διαπίστωση τυχόν κακής πίστης, πλάνης ή μη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας κατά την άσκηση της ευχέρειας της διοίκησης (βλ. απόφαση Amer ανωτέρω),
Ως προς το περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής, αιτιολογία διοικητικής πράξης αποτελεί η έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφασή της, καθώς και η παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων ασκήθηκε η διακριτική της ευχέρεια, αιτιολογία δε που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητας της πράξης, ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη (Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574, Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 298). Η αιτιολογία αυτή, όπως έχει κριθεί, δεν χρειάζεται να περιέχεται εξ ολοκλήρου στο σώμα της πράξης, δύναται δε να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, η δυνατότητα όμως αυτή δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει μόνον όταν τα στοιχεία του φακέλου είναι «σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα» με τη ληφθείσα απόφαση, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της, δηλαδή όταν καταδεικνύουν «αναμφίβολα και αναντίλεκτα» τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση (Συμεωνίδου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145).
Ως αναφέρθηκε στην απόφαση Preston ν. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. αρ.189/19, ημερομηνίας 10.12.2020 δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να μελετά το ίδιο τα διάσπαρτα στοιχεία του φακέλου και να διαμορφώνει το ίδιο κρίση για το τι θα μπορούσε να τα στηρίξει, ούτε να εντοπίζει το ίδιο τι θα αρκούσε για να αιτιολογήσει την πράξη. Είναι, αντιθέτως, υποχρέωση της ίδιας της διοίκησης να προβεί σε δέουσα έρευνα και να εντάξει η ίδια τα σχετικά στοιχεία στην απόφασή της, αιτιολογώντας την κρίση της (Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 ΑΑΔ 438).
Ειδικότερα ως προς τυχόν πληροφόρηση της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) σχετική με τον χαρακτήρα του αιτητή, η νομολογία δέχεται ότι τέτοια πληροφόρηση δεν συνιστά «αόριστη» ή «φημολογία» εφόσον παραπέμπει σε συγκεκριμένα στοιχεία, όπως αριθμό ποινικού μητρώου, ονόματα, ημερομηνίες ή συγκεκριμένα περιστατικά. (Wael Abbara ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1239/2019, ημερομηνίας 7.5.2026, M.J.A. ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1111/2020, ημερομηνίας 5.11.2024, F.A.B. ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 978/2020, ημερομηνίας 4.10.2024, N.M. ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 87/2020, ημερομηνίας 13.9.2024, Mohamad Yousife, ανωτέρω). Αρκεί, κατά τη νομολογία, και μόνη λογική αμφιβολία από αρμόδια πηγή, χωρίς να απαιτείται απόδειξη πέραν πάσης αμφιβολίας ή προηγούμενη ποινική καταδίκη (Eddine ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 95). Η αρχή αυτή προϋποθέτει όμως, σε κάθε περίπτωση, την ύπαρξη έστω μιας τέτοιας συγκεκριμένης πληροφορίας στον φάκελο. Αντιθέτως εκεί που δεν προκύπτει κανένα συγκεκριμένο, εξατομικευμένο στοιχείο επί του οποίου να μπορεί να στηριχθεί ο δικαστικός έλεγχος, η αιτιολογία καθίσταται αόριστη και ανεπαρκής (Τσίγκης ν. Δημοκρατίας (2001) 3(Α) Α.Α.Δ. 418) Ηροδότου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 220), όπως κρίθηκε και ειδικά επί πολιτογράφησης στην Akram Alhosin Alkadour (ανωτέρω), όπου η απλή αναφορά ότι «δεν ικανοποιείται το κριτήριο του καλού χαρακτήρα», χωρίς καμία εξήγηση, δεν κρίθηκε επαρκής αιτιολογία, παρά την εκεί αναφορά του Διευθυντή της ΚΥΠ σε ύποπτη δραστηριότητα του αιτητή.
Από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων διαπιστώνεται ότι κατά τη συνέντευξη στις 14.3.2019, ο Αιτητής δήλωσε ότι ουδέποτε είχε οποιοδήποτε θέμα με την αστυνομία, δήλωση που καταγράφηκε από τη λειτουργό εξέτασης χωρίς να προκύπτει ότι αμφισβητήθηκε ή ότι του τέθηκε υπόψη, για να τοποθετηθεί, οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο περί προηγούμενης ενασχόλησης της Αστυνομίας ή έστω της ΚΥΠ με το πρόσωπό του. Εντοπίζονται, επίσης, δύο έντυπα της Αστυνομίας Κύπρου και της Interpol, ημερομηνίας 16.5.2018, στα οποία δεν υπάρχει καταχώρηση αντιστοιχούσα στον Αιτητή, καθώς και έντυπο για το stop list, ίδιας ημερομηνίας, στο οποίο η μοναδική καταχώρηση στο όνομα NEDAL MOHAMMAD δεν ταυτίζεται, ούτε ως προς την ημερομηνία γέννησης ούτε ως προς τον αριθμό διαβατηρίου, με τα αντίστοιχα στοιχεία του παρόντος Αιτητή. Η αρμόδια λειτουργός εξέτασης κατέγραψε, στην Έκθεσή της, ότι προέκυψαν στοιχεία, χαρακτηριζόμενα ως σοβαρά και βαρύνοντα, εφόσον ο Αιτητής «απασχόλησε την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών σε θέματα που εμπίπτουν στην αποστολή και αρμοδιότητές της». Από τα ίδια έγγραφα προκύπτει, ωστόσο, ότι η αναφορά αυτή ανάγεται σε επιστολή της ΚΥΠ ημερομηνίας 20.6.2018, με την οποία η Υπηρεσία πληροφόρησε τους Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής την απασχόλησε αποκλειστικά ως προς την ψυχολογική του κατάσταση κατά την περίοδο κράτησής του δυνάμει των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης της 19.12.2013, ενώ η ίδια η ΚΥΠ διευκρίνισε ρητά ότι ο δικός της έλεγχος δεν υποκαθιστά τον έλεγχο που πρέπει να διενεργεί η Αστυνομία στο πλαίσιο της δικής της αποστολής, παραπέμποντας τους Καθ' ων η Αίτηση σε αυτήν για περαιτέρω πληροφόρηση.
Παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο δε στηρίχθηκε στην όποια πληροφόρηση της ΚΥΠ, αλλά αναφέρεται σε ενασχόληση «της Αστυνομίας» με το πρόσωπο του Αιτητή για «διάφορα ποινικά αδικήματα», χωρίς παράθεση κανενός συγκεκριμένου περιστατικού, ημερομηνίας ή αδικήματος, και χωρίς αναφορά σε καταδίκη, δίωξη ή έστω εκκρεμή ποινική υπόθεση. Το γεγονός ότι η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και η απουσία δίωξης δεν αποκλείουν, καθαυτά, την αξιοποίηση αξιόπιστης πληροφόρησης από τη διοίκηση (Imad M. Al Hamdan, ανωτέρω) δεν βοηθά εν προκειμένω τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση, διότι η αρχή αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας συγκεκριμένης πληροφορίας εις βάρος του αιτητή, έστω χωρίς καταδίκη. Εν προκειμένω, αντιθέτως δεν εντοπίζεται στους διοικητικούς φακέλους καμία τέτοια πληροφορία που να αφορά ενασχόληση της ίδιας της Αστυνομίας με τον Αιτητή, το δε όνομά του δεν εμφανίζεται καν στις καταχωρήσεις της, ενώ η ίδια η ΚΥΠ παρέπεμψε ρητά στην Αστυνομία ως χωριστή και ανεξάρτητη αρχή για τέτοιο έλεγχο.
Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων δεν είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένο με το εύρημα που πράγματι διατυπώνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε το καταδεικνύει αναμφίβολα και αναντίλεκτα, ως η απαίτηση της νομολογίας. Αντιθέτως, το μοναδικό έγγραφο που θα μπορούσε να τεκμηριώσει οποιαδήποτε ενασχόληση αρχής με τον Αιτητή, η επιστολή της ΚΥΠ, αφορά διαφορετικό ζήτημα, την ψυχολογική του κατάσταση κατά την κράτησή του περί το 2013, και ρητά παραπέμπει σε άλλη αρχή για ό,τι αφορά ποινικά ζητήματα, ενώ τα έγγραφα της ίδιας της Αστυνομίας και της Interpol δεν περιέχουν καμία καταχώρηση στο όνομά του Αιτητή.
Η ως άνω ασυμφωνία μεταξύ της διατύπωσης της προσβαλλόμενης πράξης και του περιεχομένου του φακέλου επί του οποίου φέρεται να στηρίχθηκε ενισχύει, αντί να άρει, την αοριστία της αιτιολογίας. Το μόνο στοιχείο που πράγματι προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης και θα μπορούσε, έστω και απομακρυσμένα, να συνδεθεί με ζήτημα αστυνομικής ή διοικητικής φύσης είναι η έκδοση, το 2013, των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Αιτητή, στο πλαίσιο διαδικασίας συνδεόμενης αποκλειστικά με την τότε παύση καταβολής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων εκ μέρους της συζύγου του, άσχετης προς οποιαδήποτε αίτηση ασύλου του Αιτητή. Τα διατάγματα αυτά έπαψαν ουσιαστικά να ισχύουν ήδη κατά ή περί τον Αύγουστο του 2014, όταν οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση χορήγησαν εκ νέου στον Αιτητή Δελτίο Διαμονής ως σύζυγο πολίτη της Ένωσης. Το εν λόγω γεγονός δε θα μπορούσε να αποτελέσει αιτιολογία, κατά την έννοια που επικαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση, και εφόσον η ίδια η Διοίκηση έκρινε, ήδη το 2014, ότι δε συνέτρεχε πλέον λόγος να παραμείνει σε ισχύ οποιοδήποτε δυσμενές μέτρο εναντίον του Αιτητή, δεν είναι εύλογο να αναβιώνει το ίδιο ζήτημα, έξι έτη αργότερα, ως στοιχείο εις βάρος του καλού χαρακτήρα του, πολλώ δε μάλλον όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν το επικαλείται καν ρητώς.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση περί μη πλήρωσης της προϋπόθεσης 1(γ) του Τρίτου Πίνακα πάσχει λόγω εμφιλοχώρησης πλάνης περί τα πράγματα, εφόσον δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη του γεγονότος στο οποίο φέρεται να στηρίζεται, όσο και λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Επί αμφιβολίας λοιπόν ως προς τα γεγονότα, δυνάμει σχετικής νομολογίας, το Δικαστήριο δεν κλίνει προς το τεκμήριο κανονικότητας, αλλά είτε διατάσσει αποδείξεις είτε ακυρώνει την πράξη ώστε η Διοίκηση να διαπιστώσει εκ νέου τα γεγονότα κατά τρόπο μη καταλείποντα αμφιβολία (Boris Melikides, ανωτέρω).
Προσβάλλεται επίσης από τον Αιτητή, με τους λόγους ακύρωσης Α και Γ και η κρίση περί ανεπαρκούς κοινωνικής ένταξης ως αναιτιολόγητη και υπερβολική, δεδομένου ότι διαμένει στη Δημοκρατία επί μακρόν, ομιλεί, γράφει και διαβάζει την ελληνική γλώσσα (η συνέντευξη διεξήχθη πλήρως στα ελληνικά), δε γνωρίζει άλλη χώρα πλην της Κύπρου, τα ανήλικα τέκνα του γεννήθηκαν στην Κύπρο και το ένα εξ’ αυτών, κατά το χρόνο της συνέντευξης φοιτούσε σε δημόσιο σχολείο, εργάζεται ως αυτοτελώς εργαζόμενος με ικανοποιητικό εισόδημα χωρίς επιβάρυνση του κράτους και μάλιστα συνεισφέρει σε αυτό. Ως προς τις δύο εσφαλμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις ιστορίας, ισχυρίζεται ότι δεν αρκούν, μόνες τους, για να στηρίξουν εύρημα ανεπαρκούς ένταξης, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ούτε μαθητές Λυκείου γνωρίζουν πάντοτε την ακριβή ημερομηνία ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας.
Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι, κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δε φαίνεται να έχει ενταχθεί και προσαρμοσθεί στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο, καθότι αγνοεί βασικές πληροφορίες της κυπριακής ιστορίας και πραγματικότητας, στοιχείο το οποίο, κατά τη θέση τους, είναι ικανοποιητικό για να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος του.
Η νομολογία δέχεται ότι η ανεπαρκής κοινωνική ένταξη, η άγνοια της ελληνικής γλώσσας ή της κυπριακής ιστορίας συγκαταλέγονται στους συχνότερα εξεταζόμενους λόγους απόρριψης αιτήσεων πολιτογράφησης, η δε διοίκηση δύναται να στηριχθεί σε έναν και μόνο λόγο ή σε σωρευτικούς λόγους, εφόσον έκαστος τεκμηριώνεται επαρκώς. Στην απόφαση Mangali Tamang ν. Δημοκρατίας Υπόθ. Αρ. 1159/2021 ημερομηνίας 11.6.2026 η απόρριψη αιτήματος πολιτογράφησης, στη βάση «έλλειψης κοινωνικών δεσμών» κρίθηκε επαρκώς αιτιολογημένη επειδή στηριζόταν στην ίδια την υπογεγραμμένη δήλωση της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη ότι όλοι οι φίλοι της είναι ομοεθνείς της και ότι δε γνωρίζει ελληνικά, ενώ το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολογία «συμπληρώνεται» επαρκώς από το ίδιο το έντυπο συνέντευξης. Αντίθετα, στις αποφάσεις Kozak ν. Υπουργείου Εσωτερικών Υπόθ. Αρ. 616/2015, ημερομηνίας 6.5.2019 και Sriyani Perera Gangodawilage ν. Δημοκρατίας Υπόθ. Αρ. 628/2011, ημερομηνίας 28.9.2012, ακυρώθηκαν αποφάσεις όπου δε μπορούσε να διακριβωθεί από το σκεπτικό ή τον φάκελο πώς ακριβώς προέκυψε το συμπέρασμα περί ανεπαρκούς προσαρμογής. Η δέουσα έρευνα, εξάλλου, κρίνεται επαρκής μόνον εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε ουσιώδους γεγονότος και παρέχει βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 507).
Εν προκειμένω, το έντυπο συνέντευξης καταγράφει, αφενός, στοιχεία που συνηγορούν υπέρ βιοτικού δεσμού με την Κύπρο, όπως η μακρόχρονη διαμονή, εργασία με ικανοποιητικό μισθό, γνώση της ελληνικής γλώσσας, παιδιά τα οποία γεννήθηκαν στην Κύπρο και φοιτούν σε δημόσιο σχολείο, μη λήψη δημόσιου βοηθήματος και μη επιβάρυνση της Δημοκρατίας και, αφετέρου, στοιχεία στα οποία φαίνεται να στηρίχθηκε η αρνητική κρίση της λειτουργού εξέτασης, τα οποία ως εξειδικεύονται στην Έκθεση προς τον Υπουργό αφορούν άγνοια του σε βασικές πληροφορίες της Κυπριακής Ιστορίας και πραγματικότητας. Η ίδια η λειτουργός εξέτασης κατέγραψε ρητά στο συμπερασματικό μέρος του εντύπου ότι ο Αιτητής «δεν κατάφερε να καταδείξει βιοτικούς δεσμούς με την Κύπρο» και ότι δεν απάντησε ορθά στις περισσότερες ερωτήσεις κυπριακής ιστορίας. Δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα έγγραφα ξεχωριστή, αναλυτική αιτιολογία της τελικής απόφασης ως προς το σημείο αυτό πέραν της γενικής διατύπωσης «δεν έχετε ενταχθεί επαρκώς στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο», ούτε αν και κατά πόσο συνεκτιμήθηκαν τα στοιχεία υπέρ του Αιτητή.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την ευρύτητα της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης κατά την αξιολόγηση αιτήσεων πολιτογράφησης, ενόψει της κυριαρχικής φύσης της σχετικής εξουσίας, ως αναλύθηκε ανωτέρω, ούτε βεβαίως και το ότι δεν επαρκεί μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων του Νόμου, όπως αναλύονται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου, αλλά επιβάλλεται, για την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Υπουργού, να διερευνηθούν και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι εκτιμώνται ελευθέρως με στάθμιση των γενικότερων συμφερόντων του κράτους και σε συνάρτηση με τα τυχόν δημογραφικά, οικονομικά και εθνικά προβλήματα (REYES ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/2018). Η ευρύτητα αυτή όμως δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση επαρκούς και ειδικής αιτιολογίας, ιδίως όταν το πραγματικό υπόβαθρο περιλαμβάνει στοιχεία προς αμφότερες τις κατευθύνσεις.
Εν προκειμένω, η κρίση περί ανεπαρκούς κοινωνικής ένταξης φαίνεται να στηρίχθηκε ουσιαστικά στη λανθασμένη απάντηση του Αιτητή για το έτος ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην απάντηση «κανένα» στην ερώτηση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κύπρος, χωρίς να εκτίθεται πουθενά αν και κατά πόσο συνεκτιμήθηκαν, έστω και αν εν τέλει κρίθηκαν ανεπαρκή, οι λοιπές περιστάσεις που περιβάλλουν τον Αιτητή, ως καταγράφηκαν ανωτέρω. Η κρίση αυτή παραμένει, στην παρούσα της μορφή, γενική και αόριστη κατά την έννοια που έχει κριθεί νομολογιακά ότι δεν επαρκεί.
Η περίπτωση του Αιτητή διαφοροποιείται, ως προς τούτο, τόσο από την Mangali Tamang ανωτέρω, όπου η απόρριψη στηριζόταν ευθέως στην ίδια την υπογεγραμμένη δήλωση της αιτήτριας περί έλλειψης κοινωνικών δεσμών, όσο και από την N.M. ανωτέρω, όπου ο σχετικός ισχυρισμός αντικρουόταν ευθέως από όσα ο ίδιος ο αιτητής είχε δηλώσει, και ομοιάζει περισσότερο με τις υποθέσεις Kozak και Sriyani Perera Gangodawilage ανωτέρω, όπου δεν μπορούσε να διακριβωθεί από το σκεπτικό ή τον φάκελο πώς ακριβώς προέκυψε το συμπέρασμα περί ανεπαρκούς προσαρμογής. Ως αναφέρθηκε και στην απόφαση REYES ανωτέρω:
«η διαπίστωση ότι η εφεσείουσα ως αλλοδαπή δεν έχει δεσμούς με τον τόπο, είναι κρίση που δύναται να αποδοθεί σε κάθε αλλοδαπό. Στην υπό κρίση περίπτωση, όχι μόνο δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην επιστολή της Διευθύντριας που να δικαιολογεί τη διαπίστωση, αλλά αντιθέτως δεν αποκαλύπτεται και ως στοιχείο δυνάμενο να επιδράσει στη μόρφωση της τελικής απόφασης ο συγγενικός δεσμός με την αδελφή της. Ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι η αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου είναι αβάσιμος. Οι αναφορές των αρμοδίων είναι γενικές και αόριστες. Εν πάση περιπτώσει η εν λόγω αρχή δεν αποτελεί πανάκεια για να καλύψει κάθε κενό. Η αιτιολογία αποτελεί εχέγγυο σύννομης άσκησης της διοίκησης αποκλείοντας την αυθαιρεσία. Η κρίση ότι «δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση» και «δεν έχει δεσμούς με την Κύπρο» πάσχει από αοριστία.
…
Τούτου δοθέντος, εμφιλοχώρησε πλάνη στην απόφαση της καθ΄ ης ως προς τα πράγματα, με αποτέλεσμα η απόφαση να πάσχει: Διαφορετική ενδεχομένως να ήταν η απόφαση, αν τα εν λόγω στοιχεία εντάσσονταν στην όλη εικόνα και απορρίπτονταν αιτιολογημένα. Εκ των πραγμάτων δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να εκτιμήσει σε ποιο βαθμό η πλάνη επηρέασε τη λήψη της απορριπτικής απόφασης, Ζένιος v. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 1181, 1183 και 1184, Κωνσταντίνου ν. Συμβ. Αμπελ. Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228, 235.»
Για τους λόγους αυτούς, η κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση και επί του δεύτερου ευρήματος πάσχει λόγω ενδεχομένου εμφιλοχώρησης πλάνης και ανεπαρκούς αιτιολογίας.
Ανεξαρτήτως των ως άνω διαπιστώσεων μου, οι οποίες σφραγίζουν την επιτυχία της παρούσας προσφυγής, προχωρώ να εξετάσω τον Δ λόγο ακύρωσης που προωθεί ο Αιτητής, ο οποίος αποτελείται από διάφορα σκέλη. Είναι ισχυρισμός του Αιτητή ότι η αμφισβήτηση του καλού του χαρακτήρα και της ένταξής του στο κοινωνικό σύνολο έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση για χορήγηση άδειας παραμονής του από το 2014 μέχρι το 2016 και ότι τούτο συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της καλής πίστης. Επικαλείται περαιτέρω ότι δεν κατέστησαν διαθέσιμα στον φάκελο τα πρακτικά της συνέντευξής του, γεγονός που, κατ' αναλογία προς τη νομολογία Sharfuddin (ανωτέρω), στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αντιληφθεί πώς ακριβώς προέκυψε η αρνητική κρίση, ενώ παραπονείται και για στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του.
Δε μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί ασυνέπειας, ενόψει της ανάκλησης του καθεστώτος παραμονής το 2013 και της μεταγενέστερης χορήγησης άδειας παραμονής το 2014, καθότι η χορήγηση Δελτίου Διαμονής ως συζύγου πολίτη της Ένωσης εξετάζεται υπό εντελώς διαφορετικό πρίσμα, διαδικασία και προϋποθέσεις από την αίτηση πολιτογράφησης, δυνάμει του άρθρου 111 και του Τρίτου Πίνακα, η οποία εξετάζει το σύνολο του ιστορικού και της προσωπικότητας του αιτούντος υπό αυστηρότερα κριτήρια. Το ότι η Διοίκηση έκρινε, σε προγενέστερο στάδιο και για σκοπούς άλλης διαδικασίας, ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις παραμονής ως μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης, δε συνεπάγεται δέσμευση ή αντίφαση ως προς τη μεταγενέστερη, αυτοτελή κρίση της επί της πολιτογράφησης, ούτε στοιχειοθετεί παραβίαση αναλογικότητας ή καλής πίστης.
Ως προς τον ισχυρισμό περί απουσίας του πρακτικού συνέντευξης από το φάκελο ούτε αυτός ευσταθεί, εφόσον το έντυπο Μ127, το οποίο καταγράφει την προσωπική συνέντευξη, όχι μόνο ευρίσκεται στο διοικητικό φάκελο, αλλά είναι πλήρως συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Αιτητή, οπότε το ζήτημα ανάγεται μάλλον στην επάρκεια της αιτιολογίας παρά στην, κατ’ ισχυρισμόν, απουσία τεκμηρίωσης.
Τέλος, ούτε το παράπονο του Αιτητή περί στέρησης του δικαιώματος ακρόασης του είναι βάσιμο, καθώς έχει πολλάκις νομολογηθεί ότι δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης επί αιτήσεων πολιτογράφησης πέραν της ίδιας της προσωπικής συνέντευξης, δεδομένου ότι η απόρριψή τους δεν έχει πειθαρχικό χαρακτήρα, χαρακτήρα κύρωσης ή δυσμενή χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 43 του Ν.158(Ι)/1999, η δε προσωπική συνέντευξη κρίνεται ότι παρέχει επαρκή ευκαιρία στον αιτητή να εκθέσει τη θέση του (Ε.Δ.Δ. 119/2020 Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, 25.2.2025).
Ως εκ των ανωτέρω, ο λόγος ακύρωσης Δ απορρίπτεται στο σύνολό του.
Ενόψει της κατάληξης ότι πάσχουν αμφότερα τα αυτοτελή ευρήματα επί των οποίων στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με έξοδα €1600 πλέον ΦΠΑ υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο