Μυροφόρα Κωνσταντίνου ν. Της Δημοκρατίας της Κύπρου μέσον του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 402/2022, 22/9/2026
print
Τίτλος:
Μυροφόρα Κωνσταντίνου ν. Της Δημοκρατίας της Κύπρου μέσον του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 402/2022, 22/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 402/2022 iJustice

                                             

    22 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Επί τοις αφορώσι το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

               Μυροφόρα Κωνσταντίνου

Αιτήτρια

                              και

Της Δημοκρατίας της Κύπρου μέσον του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Δημήτριος Παυλίδης για Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε,  Δικηγόροι Αιτήτριας

Αθανασία Αχιλλέως, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση

 

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.:  Στις 30.11.2021, η Αιτήτρια, πρόσωπο γεννηθέν το έτος 1961, υπέβαλε αίτηση για σύνταξη χηρείας κατόπιν του θανάτου στις 30.10.2021 του συζύγου της (εφεξής η «Αίτηση»). Με τον θανόντα είχε παντρευτεί στις 29.08.2019.

Η Αίτηση της απερρίφθη από τους Καθ΄ων η αίτηση και ενημερώθηκε με επιστολή ημερ. 30.12.2021, η οποία προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας με την αγόρευσή του εγείρει ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι δεόντως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη, καθότι δεν αναφέρεται ο νόμος και/ή κανονισμός, στον οποίο στηρίζεται η απόφασή τους. Περαιτέρω, ότι δεν αναφέρεται από τους Καθ' ων η Αίτηση αν ο αποβιώσας είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη

ηλικία και μετά σύναψε γάμο με την Αιτήτρια και συνεπώς, δεν συντρέχει η ειδική εφαρμογή του εδαφίου 4 του άρθρου 41 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν. 59(Ι]/2010)-εφεξής ο Νόμος].

 

Είναι περαιτέρω θέση της Αιτήτριας ότι δεν προκύπτει ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε από τα πιστοποιητικά που επισυνάπτουν οι Καθ' ων η Αίτηση στην ένστασή τους σε τι ηλικία απεβίωσε ο σύζυγος της και ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, ελήφθη αυθαίρετα χωρίς δέουσα έρευνα και πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα.

 

Περαιτέρω, τίθεται ότι δε λήφθηκε υπόψη ότι η Αιτήτρια συζούσε με τον αποβιώσαντα από το έτος 2004, ήτοι για 15 και πλέον χρόνια μέχρι τον θάνατό του, και αντ' αυτού εφάρμοσαν αυστηρά και άκαμπτα τον Νόμο. Τέλος, η πλευρά της Αιτήτριας θέτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση παρατύπως δεν την ενημέρωσαν για τα παράλληλα άλλα ωφελήματα που δικαιούται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με τον θάνατο του συζύγου της. Παραπέμπει συναφώς στο άρθρο 42 του Νόμου.

 

Ακολούθως στις σελίδες 3 (κεφ. 4) έως 23 της αγόρευσης της Αιτήτριας παρατίθενται διάφοροι λόγοι ακύρωσης σε συνδυασμό με αποσπάσματα νομολογίας και θεωρίας.

 

Οι Καθ΄ων η αίτηση, διά της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, υποστηρίζουν οριζόντια την προσβαλλόμενη υποδεικνύοντας ότι όσοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν έχουν την απαιτούμενη εξειδίκευση και/ή αιτιολόγηση πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο.

 

Εξέτασα τις εκατέρωθεν θέσεις και καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 41 του Νόμου, στην περίπτωση που ο αποβιώσας έχει τελέσει γάμο μετά τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας, η χήρα δε δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την ημερομηνία του γάμου μέχρι την ημερομηνία του θανάτου.

 

Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του Νόμου, «συντάξιμη ηλικία» σημαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε (65) ετών, σε περίπτωση όμως προσώπου που δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη με βάση το άρθρο 36, σημαίνει την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών και αυτή αναπροσαρμόζεται από το 2018, με τρόπο που θα καθορίζεται με Κανονισμούς, κάθε πέντε (5) χρόνια με βάση τη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής κατά τη συντάξιμη ηλικία, με πρώτη αναπροσαρμογή που θα αντιστοιχεί στη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής της πενταετίας 2018 μέχρι 2023.

 

Η πρόνοια του άρθρου 41(4) του Νόμου σε συνδυασμό με τον ως άνω ορισμό του άρθρου 2 του Νόμου, είναι, θεωρώ, σαφής και εμφανώς τύγχανε εφαρμογής στην περίπτωση της Αιτήτριας, εφόσον, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου, και βασικά από την ίδια την Αίτηση και το συνημμένο επ’ αυτής υλικό (βλ. Παράρτημα 1 σε ένσταση) ο αποβιώσας σύζυγός της γεννηθείς το έτος 1945 είχε τελέσει γάμο με την Αιτήτρια το έτος 2019, δηλαδή όταν ήταν σχεδόν 74 ετών και άρα είχε συμπληρώσει προ ετών τη συντάξιμη ηλικία. Περαιτέρω, ο σύζυγος της Αιτήτριας απεβίωσε στις 30.10.2021, δηλαδή περί τα δυο έτη και δύο μήνες μετά από την τέλεση γάμου με την Αιτήτρια (29.08.2019) και επομένως, δεν είχε παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα των τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την ημερομηνία του γάμου μέχρι την ημερομηνία του θανάτου.

 

Τα ανωτέρω είναι εμφανή και δε θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει σφάλμα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης λόγω μη αναφοράς επί της επιστολής ημερ. 30.12.2022 είτε του άρθρου 40 του Νόμου είτε της ημερομηνίας γάμου και θανάτου ή της ηλικίας του αποβιώσαντος.

 

Ως προς το πρώτο, δηλαδή τη μη αναφορά άρθρου 40, σημειώνεται ότι, η νομική αιτιολογία δεν είναι εν προκειμένω ουσιώδης για την νομιμότητα της πράξης, εφόσον παρατίθεται σαφώς ο λόγος απόρριψης της αίτησης («Δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών από την ημερομηνία του γάμου μέχρι την ημερομηνία του θανάτου») με αποτέλεσμα να γίνεται πλήρως κατανοητή στον διοικούμενο.

 

Ως δε προς το δεύτερο (μη αναφορά ηλικίας και ημερομηνιών), η πληροφόρηση ήταν πασίδηλη και γνωστή στην Αιτήτρια και εν πάση περιπτώσει δύναται να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου [σχ. το άρθρο 29 του 158(I)/1999] και δη την ίδια την Αίτηση και το επ’ αυτής υλικό (πιστοποιητικό θανάτου, πιστοποιητικό γάμου).

 

Από την άλλη μεριά, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι δε λήφθηκε υπόψη από τους Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια συζούσε με τον αποβιώσαντα σύζυγό της από το έτος 2004, ήτοι για 15 και πλέον χρόνια μέχρι τον θάνατό του, δε μπορεί να πλήξει τη νομιμότητα της παρούσας ούτε την προηγηθείσα αυτής έρευνα, εφόσον ουδέποτε ετέθη ενώπιον των Καθ΄ων η αίτηση ούτε καν στην Αίτηση ότι το ζεύγος συζούσε, και άρα δε θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από τους Καθ΄ων η αίτηση (βλ. σχετικώς Ανδρέας Γεωργίου ν Δημοκρατίας (2007) 4 ΑΑΔ 110 και Πρ. Αρ. 1233/2016 Ταντελέ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 27.02.2020 απόφαση εντ. Σεραφείμ, ΔΔΔ ως ήταν τότε).

 

Ως αναφέρθηκε στην Ράφτης Αντώνης ν. Kυπριακής Δημοκρατίας και Άλλων (2002) 3 ΑΑΔ 345:

«Η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τελική εκτίμηση των γεγονότων και η λήψη της σχετικής απόφασης αποτελεί καθήκον και υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Ζάμπογλου, πιο πάνω). Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447)».

 

Εν πάση περιπτώσει εν παρόδω να αναφέρω ότι το κείμενο του άρθρου 40(4) του Νόμου ομιλεί για γάμο με τον αποβιώσαντα και όχι για (ελεύθερη ή προγαμιαία) συμβίωση συνεπώς δε βλέπω πως, ακόμα κι αν η Αιτήτρια είχε θέσει υπόψη των Καθ΄ων η αίτηση την πληροφόρηση περί ύπαρξης μια τέτοιας συμβίωσης ή οι Καθ’ ων η αίτηση το είχαν υπόψη τους, θα μπορούσε το ζήτημα, στη βάση της γραμματικής ερμηνείας της εν λόγω πρόνοιας (ερμηνεία που είναι κρατούσα κατά πάγια νομολογία) να αντικριστεί διαφορετικά από  τους Καθ΄ων η αίτηση ερμηνεύοντας κατά τρόπο εισάγοντα νέα ή ξένα στοιχεία/ προϋποθέσεις στον Νόμο. Συναφής θεωρώ είναι η απόφαση του Εφετείου στην ΕΔΔ Αρ. 51/2019 BUI THI THUY v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ κ.α. ημερ. 16.10.2023 στην οποία κρίθηκε ότι:

 

«Η Διοίκηση δεν υποχρεούται να διεξάγει έρευνα για στοιχεία που είναι ξένα με τις κατά νόμο προϋποθέσεις προς αποδοχή της αίτησης του διοικούμενου».

 

Περαιτέρω συμφωνώ με την πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κατά παράβαση του άρθρου 42 του Νόμου δεν ενημέρωσαν την Αιτήτρια για παράλληλα άλλα ωφελήματα που δικαιούται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με τον θάνατο του συζύγου της, δεν είναι δικογραφημένος και άρα δεν μπορεί να τύχει αξιολόγησης από το παρόν και απορρίπτεται.

 

Καταλήγοντας θα συμφωνήσω και με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί και λόγοι ακύρωσης που εκτίθενται στις σελίδες 3 (κεφάλαιο 4 και εντεύθεν) έως και 23 της αγόρευσης της Αιτήτριας δεν περιέχουν την απαιτούμενη εξειδίκευση και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σε αυτούς ούτε αναπτύσσεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη/ τεκμηρίωσή τους. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν δεδομένης της αοριστίας που έχουν τεθεί στην αίτηση ακυρώσεως όσο και στην αγόρευση της Αιτήτριας (βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, στην οποία παραπέμπει η συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση]. Ασφαλώς όσοι από τους ισχυρισμούς αυτούς επαναλαμβάνουν τους προηγηθέντες ισχυρισμούς της Αιτήτριας (πχ περί πλημμελούς αιτιολόγησης/έρευνας/πλάνης) αναφορικά με τα ζητήματα, στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν ήδη στα πλαίσια των πιο πάνω λόγων ακύρωσης.

 

Ως εκ τούτου ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται. Εκ της φύσης της διαφοράς κρίνω εύλογο να περιορίσω τα έξοδα στα 1.300 ευρώ υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

 

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο