ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 530/2019
29 Σεπτεμβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το άρθρο/τα άρθρα 146, 25, 26, 28, 29 και 35 του Συντάγματος
ΛΗΔΑΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ
Αιτήτριας
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ων η αίτηση
Μιχάλης Θεοδοσίου για Μιχάλης Θεοδοσίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Αιτήτρια
Παύλος Βασιλείου για Γενικό Εισαγγελέα, για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, η αιτήτρια αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 18/12/2018, με την οποία αποφασίστηκε η προαγωγή των δύο ενδιαφερόμενων προσώπων στη μόνιμη θέση Ανώτερου Μηχανικού Τεχνικών Υπηρεσιών, Υπουργείο Άμυνας (θέση Προαγωγής) από 15/01/2019 αντί της αιτήτριας.
Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία δεν αμφισβητούνται, προκύπτουν μέσα από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, που κατατέθηκαν κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, μετά από πρόταση της αρμόδιας αρχής, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας («η Επιτροπή») επιλήφθηκε του θέματος της πλήρωσης δύο μόνιμων θέσεων Ανώτερου Μηχανικού Τεχνικών Υπηρεσιών, Υπουργείο Άμυνας (θέση Προαγωγής), σε συνεδρία της ημερομηνίας 18/12/2018, κατά την οποία προσήλθε και ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας ώστε να προβεί στη σύστασή του. Κατά την εν λόγω συνεδρία, η Επιτροπή εξέτασε τον κατάλογο υποψηφίων και κατέληξε περί των προάξιμων και περί των προσοντούχων υποψηφίων, στη συνέχεια απέρριψε αίτημα ετέρου υποψηφίου για αναγνώριση της έκτακτης υπηρεσίας του για σκοπούς αρχαιότητας και, ακολούθως, προσήλθε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας ώστε να προβεί στη σύστασή του, ο οποίος πρότεινε τα δύο ενδιαφερόμενα πρόσωπα για προαγωγή και αποχώρησε. Έπειτα, η Επιτροπή αξιολόγησε τους υποψηφίους και, κατόπιν συγκριτικής αξιολόγησης, αποφάσισε όπως προσφέρει προαγωγή στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα για την πλήρωση των δύο επίδικων θέσεων για τους λόγους που καταγράφονται στα τηρηθέντα πρακτικά.
Με τη γραπτή της αγόρευση, η αιτήτρια προωθεί 10 από τα 13 νομικά σημεία της αίτησης ακύρωσης και εισηγείται ότι υπήρξε παραβίαση του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, Ν. 98(Ι)/2003 («ο Ν. 98(Ι)/2003»), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ («η Οδηγία») και της σχετικής κυπριακής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Επιπλέον, εγείρονται από την αιτήτρια λόγοι ακύρωσης περί έλλειψης αιτιολόγησης και δέουσας έρευνας σε σχέση με τα κριτήρια επιλογής και την πείρα και αρχαιότητα που κατέχει όπως και μεταπτυχιακό πρόσθετο προσόν, περί πλάνης και παραβίασης της αρχής της ισότητας.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Παράλληλα, κατά την αντίκρουση των ισχυρισμών της αιτήτριας, ήγειρε προδικαστική ένσταση σε σχέση με τη δέουσα δικογράφηση των λόγων ακύρωσης που η αιτήτρια προωθεί.
Οι θέσεις εκ μέρους των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως περιλήφθηκαν στο περιεχόμενο των γραπτών και προφορικών τους αγορεύσεων, και θα εξεταστούν συνολικά καθότι οι ισχυρισμοί είναι μεταξύ τους συναφείς και επάλληλοι.
Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας εκ μέρους της αιτήτριας αποτελεί ο ισχυρισμός της περί παραβίασης του Ν. 98(Ι)/2003 και της Οδηγίας λόγω του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη την προϋπηρεσία της ως έκτακτη υπάλληλος στο Υπουργείο από το 1991 μέχρι και τον αρχικό μόνιμο διορισμό της. Ισχυρίζεται δε ότι το άρθρο 49 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, Ν. 1/1990 («ο Ν. 1/1990»), παραβιάζει την Οδηγία και συνεπώς, οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να μην εφαρμόσουν το εν λόγω άρθρο 49.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, προς απάντηση, ισχυρίζεται ότι ο ισχυρισμός περί ασυμβατότητας του άρθρου 49 του Ν. 1/1990 με την Οδηγία δεν δικογραφείται δεόντως στην αίτηση ακύρωσης και ότι, εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής μόνο το άρθρο 49 του Ν. 1/1990 και ότι υπηρεσία ως έκτακτος υπάλληλος δεν προσμετρά για σκοπούς υπολογισμού της αρχαιότητας.
Εξετάζοντας, αρχικά, το δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης και τα νομικά σημεία αυτής, διαπιστώνεται ότι, πράγματι, δεν έχει δικογραφηθεί δεόντως εκ μέρους της αιτήτριας ο ισχυρισμός της περί ασυμβατότητας του άρθρου 49 του Ν. 1/1990 με την Οδηγία, ούτε δικογραφείται οποιοσδήποτε λόγος περί αντισυνταγματικότητας. Τέτοιοι ισχυρισμοί απαιτείται από τη νομολογία να δικογραφούνται δεόντως. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο καθότι δεν προκύπτει η δικογράφηση του ισχυρισμού περί ασυμβατότητας του εν λόγω άρθρου στα νομικά σημεία της αίτησης ακύρωσης και, συνεπεία τούτου, απορρίπτονται (Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 18/2021, Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά. v. Ιδρύματος «Ίδρυμα Ανδρέας Πάνου Λανίτη Λτδ» κ.α., ημερομηνίας 28/11/2024).
Παραμένει, βεβαίως, προς εξέταση η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 49 του Ν. 1/1990 και κατά πόσον το εν λόγω άρθρο 49 όφειλε να εφαρμοστεί υπό το πρίσμα της Οδηγίας και του εναρμονιστικού αυτής Ν. 98(Ι)/2003, έτσι ώστε η έκτακτη υπηρεσία της αιτήτριας πριν από τον αρχικό διορισμό της να εξομοιωθεί με υπηρεσία σε μόνιμη θέση για σκοπούς υπολογισμού της αρχαιότητας της αιτήτριας.
Το ζήτημα της εφαρμογής του Ν. 98(Ι)/2003, ο οποίος ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη τις διατάξεις της Οδηγίας, εξετάστηκε σε δεύτερο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Παναγίδης Χρίστος ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2012) 1 ΑΑΔ 1641, στην οποία παρέπεμψε η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση και η οποία πραγματεύτηκε το ζήτημα της εξομοίωσης των έκτακτων υπαλλήλων με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλου για σκοπούς συνταξιοδοτικών και άλλων ωφελημάτων στη βάση του εναρμονιστικού Ν. 98(Ι)/2003 και της Οδηγίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά από εκτενή ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου, έκρινε το ζήτημα ως εξής:
«Το ζητούμενο, είναι, κατά πόσο ο Nόμος 98(Ι)/2003 έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, πάντοτε με το δεδομένο ότι ο εφεσείων κατά την περίοδο της καταχώρησης της αρχικής του αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ήταν έκτακτος υπάλληλος αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου. Η διαφοροποίηση έγινε με βάση εγκύκλιο του Τμήματος Προσωπικού στις 5 Φεβρουαρίου 2006.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη απόφαση ότι ο Νόμος 98(1)/2003 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση.
Στην όλη δομή της υπόθεσης αυτής, υπάρχει, μια κατά τη γνώμη μας, θεμελιακή διαφορά. Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου και ο τρόπος διορισμού του, όπως επίσης και η ανέλιξη του, ρυθμίζονται, κατά αποκλειστικότητα, από τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, (Ν.1/90).
Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου, όπως αναφέραμε πιο πάνω, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξισωθεί με τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο ορισμένου χρόνου ή και ακόμη τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο αορίστου χρόνου, όπως προσδιορίστηκε με το Νόμο 98(Ι)/2003. Ο σκοπός της θέσπισης του εν λόγω νόμου, ήταν η προστασία των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου. Επιδιώχθηκε η άρση της δυσμενούς διάκρισης που, ενδεχομένως, θα υφίστατο ο υπάλληλος ορισμένου χρόνου με την κατάργηση των διαδοχικών συμβάσεων έναντι των υπαλλήλων αορίστου χρόνου.
Ούτε η απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 8 Σεπτεμβρίου 2011 C-177/10 Santana και Andaloucia, βοηθά την υπόθεση του εφεσείοντα. Στη συγκεκριμένη απόφαση σημειώθηκε ότι δεν μπορεί να υπάρχει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ τακτικών δημοσίων υπαλλήλων και αντίστοιχων εκτάκτων υπαλλήλων του κράτους, με μόνο το γεγονός ότι οι δεύτεροι ασχολούνται για ορισμένο χρόνο. Το θέμα είχε εγερθεί σε συνάρτηση με το χρόνο προϋπηρεσίας των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων.
Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων, όπως ο ίδιος παραδέχεται, υπέβαλε αίτηση, έστω και υπό διαμαρτυρία, για προαγωγή σε κενωθείσα θέση στη δημόσια υπηρεσία, η έκβαση της οποίας, ή και ακόμη ο συνυπολογισμός είτε του χρόνου υπηρεσίας, είτε των προσόντων του, θα κριθούν από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, που με βάση το Νόμο 1/90, είναι το ανεξάρτητο και μόνο αρμόδιο, συνταγματικά καθιερωμένο σώμα, με βάση το Άρθρο 122 του Συντάγματος, για την πρόσληψη ή και προαγωγή δημοσίων υπαλλήλων. Το θέμα αυτό επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας 2008 (3) Α.Α.Δ. 49. Σχετική επί του θέματος της διαφοροποίησης της πρόσληψης εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων και δημοσίων υπαλλήλων είναι η υπόθεση Μενελάου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 370. Η ορθότητα δε της ενδεχομένης απόφασης της ΕΔΥ, ως προς την πιο πάνω προαγωγή, ή ανέλιξη του εφεσείοντα, θα κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, στην οποία εμπίπτει η κρίση ή και αναθεώρηση αποφάσεων της ΕΔΥ. Συνεπώς, αποτελεί θέμα εκτός του πλαισίου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, όπως ρυθμίζεται με βάση το Άρθρο 10 του Νόμου 98(Ι)/2003.
Και αν ακόμη θα μπορούσε το θέμα αυτό να ενταχθεί στα πλαίσια της πιο πάνω νομοθεσίας, που δεν είναι η περίπτωση, η «διαφορετική μεταχείριση», θα μπορούσε ίσως να αιτιολογηθεί με βάση τη ρήτρα 4(1) της Συμφωνίας Πλαισίου και του Άρθρου 5(1) του Νόμου 98(Ι)/2003, βασιζόμενη σε «αντικειμενικούς λόγους». Η αντικειμενικότητα αυτή εδράζεται στον τρόπο πρόσληψης των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων που στηρίζεται στους περί Διαδικασίας Πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμο του 1995-2004, κατ' αντίθεση προς τους δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι προσλαμβάνονται με τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο 1/90.»
Το πιο πάνω απόσπασμα απαντά ευθέως στους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί εφαρμογής του Ν. 98(Ι)/2003 και της Οδηγίας στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι δεν μπορούν παρά να απορριφθούν.
Πέραν αυτού, μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου αλλά και μέσα από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, διαπιστώνεται ότι η αιτήτρια ουδέποτε υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα ενώπιον της Επιτροπής για αναγνώριση της υπηρεσίας της ως έκτακτη υπάλληλος ούτε για σκοπούς υπολογισμού της αρχαιότητας ούτε για σκοπούς προσμέτρησης της πείρας, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις που έχουν απασχολήσει τη Νομολογία (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 38/2017, Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας v. Δημήτρη Μιχαήλ κ.ά., ημερομηνίας 06/03/2024).
Δεν τέθηκε κανένα απολύτως στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε ενώπιον της Επιτροπής, με το οποίο να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έκτακτη υπηρεσία της αιτήτριας ήταν σε συγκρίσιμη θέση με αντίστοιχη μόνιμης θέσης. Για να δύναται να ελεγχθεί το εν λόγω ζήτημα από το ακυρωτικό Δικαστήριο, πρέπει να υπάρχει προηγουμένως πρωτογενής εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, νοουμένου ότι θα έχει τεθεί ενώπιόν του σχετικό τεκμηριωμένο αίτημα από την αιτήτρια. Ενδεικτική με το ζήτημα και τα στοιχεία που απαιτούνται για να εξεταστεί ο ισχυρισμός της αιτήτριας είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-96/17, Gardenia Vernaza Ayovi κατά Consorci Sanitari de Terrassa, ημερομηνίας 25/07/2018.
Στην προκειμένη, μέσα από τους διοικητικούς φακέλους δεν προκύπτει να υποβλήθηκε οποιοδήποτε αίτημα εκ μέρους της αιτήτριας, πόσο μάλλον επαρκώς τεκμηριωμένο αίτημα. Δεν μπορεί το αναθεωρητικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει την κρίση του διοικητικού οργάνου προβαίνοντας σε πρωτογενή αναζήτηση και ανάλυση συγκεκριμένων δεδομένων και συγκριτική αξιολόγηση των στοιχείων, τα οποία αφορούν στην περίπτωση της αιτήτριας και απαιτούνται για την εξέταση του ζητήματος αυτού (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 115/2021, Cyfield Development Public Limited v. Δήμου Λευκωσίας, ημερομηνίας 16/06/2026). Τέτοια στοιχεία ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου ώστε να τα αξιολογήσει και να καταλήξει κατά πόσο θα μπορούσε να κριθεί η έκτακτη υπηρεσία της αιτήτριας, η οποία αφορούσε σε εργασιακή σχέση ιδιωτικού δικαίου, ως εξομοιωμένη με την υπηρεσία ενός μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου με δημοσίου δικαίου σχέση και κατά πόσον η υπηρεσία της αιτήτριας θα μπορούσε να κριθεί ως συγκρίσιμη υπηρεσία ή εργασία υπό συγκρίσιμους όρους υπηρεσίας και συγκρίσιμους όρους ανάληψης της αντίστοιχης μόνιμης θέσης. Απλή και γενική επίκληση της έκτακτης υπηρεσίας της αιτήτριας δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποτελέσει επαρκές έναυσμα για εξέταση του ζητήματος υπό το πρίσμα της ίσης μεταχείρισης που κατοχυρώνεται μέσα από τις διατάξεις της Οδηγίας και του εναρμονιστικού Ν. 98(Ι)/2003, ούτε από το ακυρωτικό Δικαστήριο ούτε από το αρμόδιο διοικητικό όργανο.
Ως εκ των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας αναφορικά με την εφαρμογή του Ν. 98(Ι)/2003 και της Οδηγίας για σκοπούς υπολογισμού του κριτηρίου της αρχαιότητας ή για σκοπούς προσμέτρησης της έκτακτης υπηρεσίας της ως πείρα που προσδίδει προβάδισμα στις διεκδικήσεις της για προαγωγή, απορρίπτονται, αφενός, διότι κρίθηκε ήδη από τη Νομολογία ότι η επικαλούμενη νομοθεσία δεν τυγχάνει εφαρμογής και ότι τυγχάνει εφαρμογής μόνο ο Ν. 1/1990 και, αφετέρου, διότι δεν τέθηκε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ή έστω συγκριτικός ισχυρισμός εκ μέρους της αιτήτριας που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εξέταση τέτοιας επιχειρηματολογίας, πέραν της απλής και γενικής αναφοράς στην έκτακτη προϋπηρεσία της. Εν πάση περιπτώσει, παρόμοιοι ισχυρισμοί εγέρθηκαν και απορρίφθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο στην πρόσφατη απόφασή του στις Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 100/2022 κ.ά., Δήμος Δημοσθένους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ημερομηνίας 29/06/2026.
Επιπλέον, εγείρονται εκ μέρους της αιτήτριας και λόγοι ακύρωσης περί έλλειψης αιτιολόγησης και δέουσας έρευνας σε σχέση με τα κριτήρια επιλογής και την πείρα και αρχαιότητα που κατέχει όπως και μεταπτυχιακό πρόσθετο προσόν, περί πλάνης και παραβίασης της αρχής της ισότητας.
Αναφορικά με τα κριτήρια επιλογής, μέσα από τα τηρηθέντα πρακτικά ημερομηνίας 18/12/2018 και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, προκύπτει ότι (α) σε βαθμολογημένη αξία η αιτήτρια και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είναι πλήρως ισοδύναμοι, (β) σε αρχαιότητα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υπερέχουν της αιτήτριας κατά τρία χρόνια και πέντε περίπου μήνες, και (γ) σε πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αρ. 2 υπερέχει ως εκ της κατοχής πρόσθετου σχετικού μεταπτυχιακού ακαδημαϊκού τίτλου σπουδών επιπέδου MSc.
Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας και πλάνη ως προς την αρχαιότητα και την πείρα της. Το ζήτημα της αρχαιότητας, έχει ήδη κριθεί πιο πάνω και, συνεπώς, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί υπεροχής της σε αρχαιότητα και οι σχετικοί λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται.
Ως προς το ζήτημα της πείρας της αιτήτριας, αφενός, η υπεροχή των ενδιαφερόμενων προσώπων σε αρχαιότητα επιφέρει μαζί και την αντίστοιχη υπεροχή σε πείρα, αφού πρόκειται για πείρα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέσης. Επίσης, επισημαίνεται το γεγονός ότι και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αρ. 1 κατείχε πείρα λόγω της προϋπηρεσίας του από το 1989 ως εκ του προηγούμενου διορισμού του σε μόνιμη θέση Τεχνικού 1ης και 2ης Τάξης.
Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα έχει κριθεί νομολογιακά τόσο στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 36/2020, Θεοδώρα Ευσταθίου v. Μαριλένα Λοϊζίδου, ημερομηνίας 24/01/2025 όσο και στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στις Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 100/2022 κ.ά., Δήμος Δημοσθένους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ημερομηνίας 29/06/2026, ανωτέρω, στην οποία το ζήτημα κρίθηκε ως εξής:
«Κατά τη νομολογία, κατά την πλήρωση θέσεων προαγωγής όπως οι επίδικες, η πείρα η οποία απορρέει από την αμέσως προηγούμενη (της επίδικης) θέση είναι σχετική (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 109/2009 Θεόδωρου ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 11.6.2012) ή αποφασιστικής σημασίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 61/2020 Γεωργίου v. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 24.1.2025· συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 98/20 και 111/20 Κοτζιάπασιη κ.ά. ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 10.7.2025).
Εν προκειμένω, τόσο Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ δήλωσαν ότι μελέτησαν (μεταξύ άλλων) τους προσωπικούς φακέλους των υποψήφιων, όπερ σημαίνει ότι μελέτησαν και τον προσωπικό φάκελο του Εφεσείοντα ο οποίος -ως προαναφέρθηκε- παραθέτει την έκτακτη υπηρεσία του Εφεσείοντα. Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι η έκτακτη υπηρεσία του Εφεσείοντα λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσεως, αλλά δεν θεωρήθηκε ότι αυτό το στοιχείο καθιστούσε τον Εφεσειόντα υπέρτερο των Ενδιαφερομένων Μερών 1, 6 και 8.
Αφού η έκτακτη υπηρεσία του Εφεσείοντα λήφθηκε υπόψη από τη Διευθύντρια και την ΕΔΥ, το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η Διοίκηση στάθμισε αυτό το κριτήριο πεπλανημένα ώστε να χωρεί δικαστική επέμβαση.
Κατά τη γνώμη μας, η απάντηση είναι αρνητική διότι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είναι νομολογημένο ότι η πείρα, ως παράγοντας που επηρεάζει τις προαγωγές, για να είναι αποφασιστικής σημασίας πρέπει να έχει αποκτηθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων στην τελευταία θέση που προηγείται της επίδικης. Κατά τα δεδομένα της περίπτωσης, κατά την οποία τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1, 6 και 8 και Εφεσείων είναι ισοδύναμοι σε αξία και προσόντα, με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη να υπερέχουν έναντι του Εφεσείοντα σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση, ορθά κρίθηκε πρωτόδικα ότι η πείρα του Εφεσείοντα ορθά δεν ανέτρεπε το ουσιαστικό ισοζύγιο σε σχέση με τα νομολογηθέντα κριτήρια και δεν του προσέδιδε έκδηλη υπεροχή έναντι των Ενδιαφερομένων Μερών.
Συνάγεται ότι δεν αναφύεται πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης που να επιτρέπει την επέμβασή μας προς ανατροπή της (επικυρωτικής για τη νομιμότητα των επίδικων προαγωγών) πρωτόδικης κρίσης.»
Δεδομένης της πιο πάνω δεσμευτικής Νομολογίας, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας αναφορικά με την πείρα της ως εκ της έκτακτης υπηρεσίας της στο Υπουργείο, η οποία αποτελεί απομακρυσμένη προϋπηρεσία, απορρίπτονται.
Τέλος, σε σχέση με την επίκληση της αιτήτριας της κατοχής εκ μέρους της "μεταπτυχιακού διπλώματος/τίτλου", επισημαίνεται ότι, μέσα από τον προσωπικό της φάκελο, διαφαίνεται η κατοχή εκ μέρους της δύο επαγγελματικών προσόντων / τίτλων και όχι η κατοχή μεταπτυχιακού ακαδημαϊκού τίτλου σπουδών. Είναι σαφές ότι η κατοχή των επαγγελματικών τίτλων εκ μέρους της αιτήτριας λήφθηκε δεόντως υπόψη, εφόσον καταγράφεται ρητώς στον κατάλογο υποψηφίων που είχε ενώπιόν της η Επιτροπή (Παράρτημα 4 στην ένσταση).
Εν πάση περιπτώσει, και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα κατείχαν, επίσης, ο καθένας από δύο επαγγελματικούς τίτλους / προσόντα, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει υπεροχή της αιτήτριας ούτε σε αυτό το κριτήριο επιλογής αλλά και να προβάλλεται εκ μέρους της αλυσιτελώς ο υπό εξέταση ισχυρισμός.
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 43A/2020, Μιχάλης Χατζηκύρου v. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ημερομηνίας 23/01/2025:
«Όλα τα προσόντα του εφεσείοντα, συμπεριλαμβανομένων των πιστοποιητικών κατοχής και παρακολούθησης μαθημάτων ξένων γλωσσών και του πιστοποιητικού με τίτλο «Certificate of Diplomatic Law: Privileges and Immunities, Diplofoundation Malta», περιλαμβάνονταν στους προσωπικούς φακέλους του εφεσείοντα. Ο εφεσείοντας δεν ήταν ο μόνος που ήταν γνώστης ξένων γλωσσών, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με βάση το περιεχόμενο των προσωπικών τους φακέλων, ήταν γνώστες της Αγγλικής και της Γαλλικής γλώσσας, ενώ το ΕΜ1 γνώριζε επίσης Πορτογαλικά και Τούρκικα, το ΕΜ5 Τούρκικα (basic), το ΕΜ6, Ρωσικά και το ΕΜ7, Ιταλικά. Στα πρακτικά της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ. δεν γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο εφεσείοντας και οι υπόλοιποι υποψήφιοι, συμπεριλαμβανομένων των ενδιαφερόμενων μερών, ήταν γνώστες ξένων γλωσσών, τα σχετικά όμως στοιχεία, ως προαναφέραμε, περιλαμβάνονταν στους προσωπικούς τους φακέλους. Οι πιο πάνω φάκελοι ήταν ενώπιον τόσο του Διευθυντή όσο και της Ε.Δ.Υ.. Στο πρακτικό δε της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 11.09.2017, στο σημείο που καταγράφεται η σύσταση του Διευθυντή, γίνεται ρητή αναφορά ότι αυτός έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων όλων των υποψηφίων. Παρόμοια αναφορά γίνεται στο ίδιο πρακτικό και σε σχέση με την Ε.Δ.Υ.. Το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων ήταν ένα από τα στοιχεία που αυτή έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση της τελικής της κρίσης.
Το γεγονός ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στα πρακτικά της συνεδρίας, στα πιο πάνω προσόντα του εφεσείοντα, δεν οδηγεί από μόνο του στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη από τη διοίκηση. Το διορίζον όργανο δεν είναι υποχρεωμένο να αναφερθεί στα πρόσθετα προσόντα του κάθε υποψηφίου, με λεπτομέρεια (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Μεταξά (2013) 3 Α.Α.Δ. 341).»
Σχετική αναφορά για το ζήτημα αυτό γίνεται και στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 97/2022, Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας v. Θεοδώρας Δημητρίου, ημερομηνίας 26/05/2026.
Κατά συνέπεια, και ο ισχυρισμός της αιτήτριας αναφορικά με το πρόσθετο επαγγελματικό προσόν που κατέχει, απορρίπτεται τόσο ως αβάσιμος όσο και ως απαραδέκτως προβαλλόμενος.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται νόμιμη, εφόσον διαφάνηκε ότι ήταν προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας, χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη και χωρίς να έχει καταφέρει η αιτήτρια να καταδείξει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την ακύρωσή της. Η δε επιλογή των δύο ενδιαφερόμενων προσώπων ήταν καθόλα εύλογη αφού είχαν υπέρ τους και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, σε αντίθεση με την αιτήτρια, σύσταση για την οποία δεν προωθήθηκε κανένας λόγος ακύρωσης ως προς τη νομιμότητά της και συνεπώς, έγινε αποδεκτή εκ μέρους της αιτήτριας ως νόμιμη και ορθή. Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η αιτήτρια δεν υπερείχε σε κανένα κριτήριο επιλογής. Τουναντίον, η αιτήτρια υστερούσε σε αρχαιότητα έναντι των δύο ενδιαφερόμενων προσώπων, τα οποία είχαν υπέρ τους και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, και σε πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα έναντι του ενδιαφερόμενου προσώπου αρ. 2.
Βάσει όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε περιθώριο για δικαστική επέμβαση.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα €2000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο