W. K. G. K. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1001/2026, 26/10/2026
print
Τίτλος:
W. K. G. K. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 1001/2026, 26/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1001/2026(Κ))

26 Οκτωβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

W. K. G. K.,

Aιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Γεώργιος Βασιλόπουλος, για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον αιτητή.

Νικόλας Κουρσάρης, για Κίτσιου Δημητρίου Παπανικολάου ΔΕΠΕ, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Δικαστήριο: Λόγω αναφοράς σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του αιτητή, κρίνεται αναγκαία η ανωνυμοποίηση της απόφασης, για σκοπούς διασφάλισης των προσωπικών του δεδομένων.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Π.Δ.Δ.: Στις 17.9.2026 ο αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία επιζητεί έλεγχο νομιμότητας της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης ημερομηνίας 12.7.2026, με την οποία κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, λόγω παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία από την 14.11.2024 και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, ίδιας ημερομηνίας.

 

  Ο αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν. Από τον διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, προκύπτει πως στις 14.4.2010 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, η οποία έτυχε απόρριψης από την Υπηρεσία Ασύλου στις 9.2.2012. Ομοίως, απορριπτική ήταν και η διοικητική προσφυγή που άσκησε ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, με την απόφαση ημερομηνίας 7.5.2012, η οποία του γνωστοποιήθηκε στις 18.7.2012.

 

  Ο αιτητής δεν διευθέτησε την παραμονή του στη Δημοκρατία. Συνελήφθη στις 14.2.2016, λόγω παράνομης παραμονής και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 15.2.2016. Με οδηγίες του Αναπληρωτή Διευθυντή, αυτός αφέθηκε ελεύθερος, προκειμένου να διευθετήσει την παραμονή του. Στις 5.10.2016, συνελήφθη εκ νέου και εκδόθηκαν εναντίον του, για δεύτερη φορά, διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 6.10.2016. Στις 10.10.2026, αφέθηκε ελεύθερος, βάσει οδηγιών. Την 1.6.2021 εντοπίστηκε να διαμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας και στις 2.6.2021 εκδόθηκαν τα τρίτα στη σειρά διατάγματα κράτησης και απέλασης. Ο αιτητής και πάλιν αφέθηκε ελεύθερος.

 

  Στις 16.6.2021 υπέβαλε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, το οποίο απερρίφθη στις 30.1.2023, απόφαση που του γνωστοποιήθηκε στις 24.4.2023. Κατά της απορριπτικής αποφάσεως, ο αιτητής άσκησε την προσφυγή με αρ. 1319/2023, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (στο εξής «ΔΔΔΠ»).

 

  Στην αίτηση ακυρώσεως, επισυνάπτεται ως Παράρτημα 6, επιστολή που εστάλη από τον δικηγόρο του αιτητή, ημερομηνίας 4.4.2024, προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με την οποία υποβάλλεται αίτημα του αιτητή για εγγραφή και εξασφάλιση άδειας παραμονής και εργασίας, για λόγους οικογενειακής επανένωσης και για ανθρωπιστικούς λόγους. Εντός του διοικητικού φακέλου, εντοπίζεται και δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 20.9.2024, απευθυνόμενη και πάλιν προς το εν λόγω Τμήμα, υποβάλλοντας ξανά αίτημα για έκδοση άδειας παραμονής, με αναφορά στη σύζυγο και στον ανήλικο υιό του, οι οποίοι είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες.

 

  Μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ημερομηνίας 17.10.2024 (Παράρτημα 7 της αίτησης ακυρώσεως), το Τμήμα ανέφερε στον αιτητή πως ο ίδιος είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και πως εκκρεμούσης της προσφυγής 1319/2023 ενώπιον του ΔΔΔΠ, δεν τίθεται θέμα αναχώρησής του από τη Δημοκρατία. Όπως του επισημάνθηκε, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ασύλου, να υποβληθεί εκ νέου αίτημα στο Τμήμα Μετανάστευσης, έτσι ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραχώρησης άδειας διαμονής, βάσει οικογενειακού δεσμού με δικαιούχους διεθνούς προστασίας.  Στις 14.11.2024, ακολούθησε η απόσυρση της προσφυγής 1319/2023 η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του ΔΔΔΠ.

 

  Ενώ το αίτημα που είχε υποβληθεί στις 20.9.2024 για έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας δεν απαντήθηκε, ο αιτητής συνελήφθη στις 11.7.2026, λόγω παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας.

 

  Στην έκθεση της ΥΑΜ Λευκωσίας ημερομηνίας 11.7.2026, γίνεται αναφορά στο μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή, όπως επίσης και σε πληροφορίες που έχουν ληφθεί από αξιόπιστη πηγή, περί εμπλοκής του σε κύκλωμα διακίνησης παράτυπων μεταναστών, όπου, μεταξύ άλλων, καταρτίζει και προμηθεύει πλαστά παραποιημένα έγγραφα σε υπηκόους τρίτων χωρών με σκοπό να παρουσιαστεί η διαμονή τους στη Δημοκρατία, ως νόμιμη. Γίνεται αναφορά και σε προηγούμενο εντοπισμό του στις 25.3.2025, που για λόγους που σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας του, αυτός δεν συνελήφθη, αλλά του δόθηκε το δικαίωμα να διευθετήσει την παραμονή του. Όσον αφορά την σύλληψή του κατά την 11.7.2026, αναφέρεται από την ΥΑΜ πως μετά από έλεγχο των στοιχείων του, διαπιστώθηκε η παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία.

 

  Εναντίον του εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 12.7.2026, λόγω της κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι διέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από τις 14.4.2024, ημερομηνία που η προσφυγή που άσκησε στο ΔΔΔΠ απερρίφθη.

 

  Θα πρέπει να λεχθεί πως στις 14.7.2026 η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, αποφάσισε την ακύρωση του διατάγματος κράτησης, λόγω έκδοσης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, ενώ στις 15.7.2026, αποφάσισε και την αναστολή του διατάγματος απέλασης, μέχρι την λήψη απόφασης από το  Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, σχετικά με την αίτησή του για έκδοση άδεια παραμονής, ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα (σελίδωση 187 Τεκμηρίου 1).

 

  Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ο ευπαίδευτος δικηγόρος που εμφανίστηκε για τη Δημοκρατία, κατέθεσε τον διοικητικό φάκελο του Τμήματος Μετανάστευσης, ως επίσης και κλειστό φάκελο με απόρρητα έγγραφα, οι οποίοι σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα.

 

  Αποτέλεσε βασική θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή πως δεν προηγήθηκε της απόφασης κήρυξης του αιτητή, ως απαγορευμένου μετανάστη, επίδοση σχετικής ειδοποίησης βάσει του Κανονισμού 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972. Υποβάλλεται πως δεν υπήρξε εξατομικευμένη εκτίμηση των προσωπικών του περιστάσεων, ήτοι δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός πως η σύζυγος και τα δύο του τέκνα είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες. Πρόσθετα,  προωθείται η θέση πως δεν υπήρξε εκ μέρους της διοίκησης εξέταση και απάντηση επί του αιτήματός του για έκδοση άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα, κυρίως σε ότι αφορά την απόσυρση της προσφυγής που εκκρεμούσε ενώπιον του ΔΔΔΠ, απόσυρση η οποία έλαβε χώρα μετά από παρότρυνση Λειτουργού του Τμήματος.

 

  Υποβάλλεται, πρόσθετα, ισχυρισμός περί μη εφαρμογής της αρχής της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, παράβασης της αρχής της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου. Κατά τις εισηγήσεις, ακόμα και εάν θεωρηθεί πως ο αιτητής δεν είχε νόμιμο καθεστώς παραμονής στη Δημοκρατία, η διοίκηση όφειλε να συνεκτιμήσει τον προσφυγικό χαρακτήρα της οικογένειάς του, το συμφέρον των τέκνων του, τον σκοπό για τον οποίο απεσύρθη η προσφυγή του ενώπιον του ΔΔΔΠ και τη δυνατότητα λήψης άλλων ηπιότερων μέτρων.

 

  Προς υποστήριξη της νομιμότητας της επίδικης διοικητικής απόφασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση απορρίπτει τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις. Κάνει αναφορά στο μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή, που κατά τις εισηγήσεις, δεικνύεται συνεχιζόμενη μη συμμόρφωση με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ αναφορά γίνεται και σε πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές σε σχέση με την εμπλοκή του αιτητή σε κύκλωμα διακίνησης παράτυπων μεταναστών. Τονίζεται η μη διευθέτηση της παραμονής του στη Δημοκρατία, ενώ όπως αναφέρεται, λίγους μήνες μετά την απόρριψη της προσφυγής του που εκκρεμούσε στο ΔΔΔΠ και προτού εξεταστεί το αίτημά του για παραχώρηση άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων, ο ίδιος απασχόλησε τις διωκτικές αρχές με την εμπλοκή του σε κύκλωμα παράτυπων μεταναστών. Κατά τις εισηγήσεις των καθ’ ων η αίτηση, η υποβολή και μόνον αιτήματος για παραχώρηση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, δεν προσδίδει στον αιτητή δικαίωμα παραμονής, ενώ ο ίδιος από τις 14.11.2024 διέμενε παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας.

 

  Έχοντας μελετήσει των σύνολο των ενώπιον μου εγγράφων, ως αυτά προκύπτουν, κυρίως από το Τεκμήριο 1 και τα συνημμένα στην προσφυγή έγγραφα, διαπιστώνω πως πράγματι, ο αιτητής δεν είχε νόμιμη παραμονή στη Δημοκρατία κατά τον χρόνο της σύλληψής του στις 11.7.2026. Το δικαίωμα παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας, έπαυσε να υφίσταται με την απόρριψη της προσφυγής 1319/2023 που εκκρεμούσε ενώπιον του ΔΔΔΠ, μετά την απόσυρσή της στις 14.11.2024.

 

  Πράγματι, προηγήθηκαν της επίδικης διαδικασίας και άλλα διατάγματα κράτησης και απέλασης του αιτητή, ημερομηνίας 15.2.2016, 6.10.2016 και 2.6.2021, χωρίς αυτά όμως να υλοποιούνται, με οδηγίες προς τον αιτητή να διευθετήσει την παραμονή του.

  Από την άλλη, αποτελεί παραδεκτό γεγονός και γνωστό προς τη διοίκηση η ύπαρξη οικογένειας του αιτητή, δύο ανήλικων τέκνων και συζύγου, όλοι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες και στη βάση τούτου, υπήρχε σε εκκρεμότητα αίτηση για έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας, ημερομηνίας 8.4.2024 και 20.9.2024. Ως Παράρτημα 7 στην αίτηση ακυρώσεως, επισυνάφθηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία του δικηγόρου του αιτητή με Λειτουργό του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 17.10.2024, βάσει της οποίας αναφέρεται στον αιτητή πως θα πρέπει να υποβάλει αίτημα για εξέταση του ενδεχόμενου παραχώρησης άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας δικαιούχων διεθνούς προστασίας, αφού όμως ολοκληρωθεί η διαδικασία που εκκρεμούσε στο ΔΔΔΠ.

 

  Μετά την απόσυρση της προσφυγής που εκκρεμούσε στο ΔΔΔΠ εκ μέρους του αιτητή, το αίτημά του, δεν εξετάστηκε. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται προς την Επίτροπο Διοίκησης με την επιστολή ημερομηνίας 31.7.2026, η οποία καίτοι είναι εκτός ουσιώδους χρόνου, εντούτοις, διαφωτίζει ως προς τις σκέψεις της διοίκησης (σελίδωση 229 Τεκμηρίου 1). Όπως αναφέρεται σε αυτήν, η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής για έκδοση άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων, δεν ολοκληρώθηκε, καθότι πρόκειται για πρόσωπο που απασχολεί τις αρμόδιες υπηρεσίες, βάσει εμπιστευτικών και απόρρητων στοιχείων. Όπως αναφέρεται, το Τμήμα Μετανάστευσης θα τοποθετηθεί οριστικά επί του αιτήματος, μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών.

 

  Βάσει των πιο πάνω, προκύπτει πως ο αιτητής διαμένει πράγματι παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Είναι όμως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων. Υπέβαλε αίτηση για έκδοση άδειας παραμονής υπό αυτό το καθεστώς, αίτηση η οποία εκκρεμεί από το 2024 και παραδεκτά, από τη διοίκηση, αυτή δεν έχει ακόμα εξεταστεί, λόγω του ότι εξετάζονται εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες που σχετίζονται με τη δράση του αιτητή στο έδαφος της Δημοκρατίας. Εκκρεμούσης της εξέτασής της, ο αιτητής συλλαμβάνεται λόγω παράνομης παραμονής. Το διάταγμα απέλασης αναστέλλεται, μέχρι την εξέταση της αίτησης για έκδοση άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφυγών. Το δε διάταγμα κράτησης ακυρώθηκε, ενόψει επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

  Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω αναφερόμενων ενεργειών, κρίνεται πως η δράση της διοίκησης, δεν υπήρξε συνεπής, αλλά και δυσανάλογη. Η εκκρεμότητα αίτησης για διευθέτηση της παραμονής του ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων, από το 2024, αίτηση η οποία δεν εξεταζόταν παραδεκτά από την διοίκηση, εν αναμονή ολοκλήρωσης ελέγχων ως προς τις εμπιστευτικές πληροφορίες που σχετίζονταν με τη δράση του - πληροφορίες που δόθηκαν στο Δικαστήριο και αποτελούν το περιεχόμενο του απόρρητου φακέλου που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 - δεν δικαιολογούσε την κήρυξή του ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω παράνομης παραμονής, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη η προηγούμενη έκδοση άλλων τριών διαταγμάτων κράτησης και απέλασης για τον ίδιο σκοπό, χωρίς αυτά να υλοποιηθούν ποτέ.

 

  Θα αναμένετο από τη διοίκηση σαφής τοποθέτηση ως προς την τύχη της αίτησης που υπέβαλε ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων, λαμβάνοντας υπόψη και σταθμίζοντας τις πληροφορίες που περιέχονται στο Τεκμήριο 2, πληροφορίες, όμως, που δεν σχετίζονται με την έκδοση των εδώ επίδικων διοικητικών αποφάσεων, οι οποίες εκδόθηκαν μόνον στη βάση της παράνομης παραμονής και όχι σε σχέση με άλλες δράσεις του αιτητή.

 

  Εξάλλου, δεν είναι αντιληπτό σε τι θα εξυπηρετούσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, θέτοντας αναβλητική αίρεση, δεδομένης της αναστολής της απέλασης μέχρι την ολοκλήρωση της εξέτασης της εκκρεμούσας αίτησης για έκδοση άδειας παραμονής ως μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένων προσφύγων. Και σε κάθε περίπτωση, δεδομένης και της ύπαρξης οικογένειας και ανήλικων τέκνων, οι οποίοι όλοι έχουν δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, προτού ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα για την απομάκρυνση του αιτητή, θα πρέπει να τηρηθούν τα όσα επιβάλλονται από τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Κεφ. 105, που αν και γνωστή η ύπαρξη οικογένειας, ουδεμία έκθεση ζητήθηκε από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

 

  Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει και οι προσβαλλόμενες διοικητικές αποφάσεις ακυρώνονται, βάσει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση €1.900 πλέον Φ.Π.Α.

 

                       

 

         Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο