ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥΣΑΦΙΝΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1186/2019, 30/10/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥΣΑΦΙΝΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1186/2019, 30/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση Αρ. 1186/2019

30 Οκτωβρίου 2026

[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥΣΑΦΙΝΗ

Αιτητή

v.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Καθ' ης η Αίτηση

……………………………

Χριστάκης Χριστάκη, δικηγόρος για τον Αιτητή

Μαρία Κοτσώνη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ' ης η Αίτηση

Νίκη Κλεάνθους, για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για το Ενδιαφερόμενο Μέρος

ΑΠΟΦΑΣΗ

Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Η παρούσα προσφυγή επανεκδικάζεται κατόπιν της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 29.9.2026 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 157/2022, με την οποία παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 24.11.2022 και παραπέμφθηκε στο παρόν Δικαστήριο, για την εξέταση των λόγων ακύρωσης που δεν έτυχαν πρωτόδικης δικαστικής κρίσης.

 

Ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση προαγωγής της κας Λένιας Π. Ορφανίδου (εφεξής το «Ενδιαφερόμενο Μέρος» και/ή «Ε/Μ») από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «η Ε.Δ.Υ.») στη μόνιμη θέση Διευθυντή Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού από τις 15.6.2019, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28.6.2019.

 

Για την επίδικη θέση, η οποία ήταν Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής, υποβλήθηκαν 271 αιτήσεις, μεταξύ των οποίων του Αιτητή και του Ε/Μ. Επειδή, κατά το άρθρο 32(1) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/1990) (εφεξής «ο Νόμος»), οι θέσεις Προϊσταμένων Τμημάτων εξαιρούνται από τη διαδικασία σύστασης Συμβουλευτικών Επιτροπών, δε συστάθηκε Συμβουλευτική Επιτροπή και η εξέταση των αιτήσεων των υποψηφίων και η προφορική εξέταση διενεργήθηκε από την ίδια την Ε.Δ.Υ. Στην προφορική εξέταση των υποψηφίων κλήθηκε και παρίστατο ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών (εφεξής «ο Γενικός Διευθυντής»), προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση και να υποβάλει τη σύσταση του, σύμφωνα με το άρθρο 34(9) του Νόμου. Μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης ο Γενικός Διευθυντής, αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων (τον Αιτητή ως «Πάρα πολύ καλό» και το Ε/Μ ως «Εξαίρετη») και στη συνέχεια στη βάση των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του, ήτοι τις αιτήσεις, τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων που ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, σύστησε για προαγωγή το Ε/Μ. Στη συνέχεια αποχώρησε από τη συνεδρία και η Ε.Δ.Υ. προέβη στη δική της αξιολόγηση, επιλέγοντας για προαγωγή το Ενδιαφερόμενο Μέρος.

 

Το Διοικητικό Εφετείο αποφάσισε ότι η σύσταση του Γενικού Διευθυντή δε διαμορφώθηκε στη βάση της προφορικής εξέτασης των υποψηφίων και ότι ο ρόλος του ήταν καθαρά καθοδηγητικός, συμβουλευτικός και υποβοηθητικός του έργου της Επιτροπής. Επίσης, έκρινε πως το γεγονός ότι ο Γενικός Διευθυντής και η Ε.Δ.Υ. αξιολόγησαν με την ίδια βαθμολογία τον Αιτητή και το Ε/Μ, τούτο δεν οδηγεί άνευ ετέρου στο συμπέρασμα ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στην κρίση της Ε.Δ.Υ. και ήταν εντός της ευχέρειας των δύο οργάνων η αξιολόγηση του Αιτητή ως «Πάρα Πολύ Καλού» και του Ε/Μ ως «Εξαίρετης». Τέλος, ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, το Διοικητικό Εφετείο διαπίστωσε ότι το εν λόγω θέμα δεν είχε εγερθεί ως λόγος ακύρωσης και δεν μπορούσε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως, αλλά σε κάθε περίπτωση ανέφερε ότι η μη σύσταση Συμβουλευτικής Επιτροπής από τους Καθ’ ων η Αίτηση δεν πλήττει τη νομιμότητα, αφού ορθώς εφαρμόστηκε το άρθρο 32(1) του Νόμου.

 

Ενόψει των ως άνω δεσμευτικών ευρημάτων, παραμένουν προς εξέταση τρία ζητήματα, που απορρέουν από τους λόγους ακύρωσης που προωθεί ο Αιτητής.  Πρώτον, κατά πόσον η σύσταση του Γενικού Διευθυντή πάσχει επειδή συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων, δεύτερον, σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσον η πάσχουσα σύσταση επηρεάζει τη νομιμότητα της τελικής απόφασης της Ε.Δ.Υ., είτε επειδή η Ε.Δ.Υ. τη συνεκτίμησε ή στηρίχθηκε σε αυτήν είτε επειδή ο Αιτητής στερήθηκε ένα επιπλέον ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης, και τρίτον, κατά πόσον η τελική κρίση της Ε.Δ.Υ. πάσχει αυτοτελώς λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης και αιτιολογίας.

 

Τα στοιχεία των δύο υποψηφίων από τους φακέλους δεν αμφισβητούνται. Και οι δύο έχουν εξαίρετες Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, το πλεονέκτημα της παραγράφου (6) του Σχεδίου Υπηρεσίας, δηλαδή πενταετή τουλάχιστον πείρα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης πέραν της δεκαετούς απαιτούμενης και μεταπτυχιακό προσόν σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης. Ο Αιτητής διαθέτει επιπλέον συγγραφικό έργο σε θέματα Κυπριακής Δημόσιας Διοίκησης, ενώ ως προς την αρχαιότητα, ο Αιτητής υπηρετούσε από τις 15.3.2017 ως Έπαρχος (Κλ. Α15(i)) και το Ε/Μ ως Πρώτος Λειτουργός Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (Κλ. Α14(ii)) από την 1.11.2003.

 

Σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 6.6.2019, ο Γενικός Διευθυντής σύστησε για προαγωγή το Ενδιαφερόμενο Μέρος, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε αιτιολογία. Δυνάμει του άρθρου 34(9) του Νόμου, τέτοια σύσταση δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη, νοουμένου όμως, όπως έχει πολλάκις νομολογηθεί, αυτή να μη συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων  (βλ. Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 171/2010, ημερ. 28.7.2015). Η σύσταση εξετάζεται σε συσχετισμό με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στη βάση των θεσμοθετημένων κριτηρίων (αξία, προσόντα, αρχαιότητα), ούτως ώστε η αιτιολογία της να προκύπτει μέσα από ότι αποτυπώνεται σ' αυτούς (βλ. Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695). Στην απόφαση Δημοκρατία ν Χατζηγεωργίου, ΑΕ 3585  (2006) 3 ΑΑΔ 265, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι «όπου η σύσταση του Διευθυντή αντιμάχεται τα στοιχεία των φακέλων, αυτή δεν έχει καμία αξία και δεν πρέπει να ακολουθείται.».

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (εφεξής το «ΑΣΔ») στην πρόσφατη απόφαση του ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ, Ε.Δ.Δ. Αρ. 150/21, ημερομηνίας 8/4/2026, έκρινε σχετικά ότι:

 

«Η σύσταση όμως τότε μόνο έχει σημασία και βαρύτητα αποτελώντας ένα σημαίνον ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης που άπτεται της αξίας των υποψηφίων εάν εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων.  Όπως αποφασίστηκε στην Κωνσταντίνου ν. ΑΗΚ (2005) 3 Α.Α.Δ. 250, η σύσταση του Διευθυντή δεν μπορεί να ακολουθείται όταν συγκρούεται με τα υπηρεσιακά στοιχεία (Δημοκρατία ν. Χ"Γεωργίου κ.ά (2006) 3 Α.Α.Δ. 265).  Παραπέμπουμε επίσης στην  Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (2015) 3 Α.Α.Δ. 230, όπου αναφέρθηκε ότι:

 

«Η σύσταση όμως αποτελεί σημαίνον ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης που άπτεται της αξίας των υποψηφίων (Μουρτζή v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 915, 918, Χατζηγεωργίου v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 23). Η δε σημασία και βαρύτητα της σύστασης εξαρτάται από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου (Μεστάνας v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 213, Στυλιανού κ.ά. v. Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 384).

 

Οι συστάσεις του διευθυντή πρέπει να εναρμονίζονται με τα στοιχεία των φακέλων διαφορετικά δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, διατηρούν δε την εγκυρότητα τους, μόνο όταν δεν αντιμάχονται τα στοιχεία των φακέλων (Ρούσος v Ιωαννίδη κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Δημοκρατία κ.ά. v. Αγγελή κ.ά. (1999) 3 Α.Α.Δ. 161, Μεστάνας (ανωτέρω), Σταυρινίδης v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 145 και Σολωμού v. Δημοκρατίας (2001) 4(Β) Α.Α.Δ. 881).»

 

Ο Αιτητής, εν προκειμένω, ισχυρίζεται ότι ο Γενικός Διευθυντής σύστησε το Ε/Μ αντίθετα προς τα στοιχεία των φακέλων, εφόσον ο Αιτητής υπερέχει αυτού σε αρχαιότητα στη βάση υψηλότερων μισθοδοτικών όρων και σε επιπρόσθετα προσόντα, λόγω του συγγραφικού του έργου, ενώ είναι ίσοι στο κριτήριο της αξίας. Από την άλλη, η Καθ' ης η Αίτηση και το Ενδιαφερόμενο Μέρος απαντούν ότι η σύσταση είναι νόμιμη, σύμφωνη και εναρμονισμένη με τα στοιχεία των φακέλων, χωρίς όμως να είναι σε θέση να καταδείξουν οποιαδήποτε υπεροχή του Ε/Μ σε οποιοδήποτε κριτήριο. Αρκούνται να αναφέρουν ότι, παρότι ο Αιτητής υπερτερεί σε αρχαιότητα, αυτή, ως αποτέλεσμα κλίμακας, έχει περιορισμένη σημασία, ειδικά σε θέσεις, ως η επίδικη, που βρίσκεται ψηλά στην ιεραρχία, αλλά και επειδή δε θεμελιώνεται έκδηλη υπεροχή του Αιτητή έναντι του Ε/Μ.

 

Ως προς το συγγραφικό έργο του Αιτητή είναι δεδομένο ότι δεν αποτελεί ακαδημαϊκό προσόν, εντούτοις, στην έκταση που αφορά θέματα Κυπριακής Δημόσιας Διοίκησης, είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη, έστω και αν είναι περιορισμένης σημασίας και δε μεταβάλλει ουσιωδώς τις διεκδικήσεις του κατόχου για διορισμό και δεν αποδεικνύει από μόνος του έκδηλη υπεροχή (βλ. Αυγούστη ν. Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 2351/2006 κ.ά., ημερομηνίας 4.11.2010). Σημειώνεται ότι και η ίδια Ε.Δ.Υ. το συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα κριτήρια, κατά τη σύγκριση των υποψηφίων, λαμβάνοντας το με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά υπόψη.

 

Αναφορικά με την αρχαιότητα, σχετικά με τα επίδικα γεγονότα είναι τα εδάφια (4) και (7) του άρθρου 49 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 49(4) του Νόμου, «Η αρχαιότητα μεταξύ υπαλλήλων που κατέχουν θέσεις με διαφορετικούς μισθοδοτικούς όρους κρίνεται σύμφωνα με τους μισθοδοτικούς όρους των αντίστοιχων θέσεων», ενώ κατά το άρθρο 49(7) του Νόμου, μισθοδοτικοί όροι είναι ο πάγιος μισθός των θέσεων ή, για μισθοδοτικές κλίμακες, το ανώτατο σημείο των κλιμάκων.

 

Συνεπώς, με βάση τα στοιχεία των φακέλων, τα οποία δεν αμφισβητούνται, ο Αιτητής υπερέχει σε αρχαιότητα στη βάση υψηλότερων μισθοδοτικών όρων έναντι του Ενδιαφερόμενου Μέρους, κάτι το οποίο αναγνωρίζεται και από την ίδια την Ε.Δ.Υ. στο πρακτικό της ημερ. 6.6.2019, όπου σημείωσε ότι ο Αιτητής και άλλος υποψήφιος «υπερέχουν αυτής σε αρχαιότητα, αφού κατέχουν θέσεις με υψηλότερους μισθοδοτικούς όρους». Διαπιστώνοντας την υπεροχή του Αιτητή σε αρχαιότητα στη βάση μισθοδοτικών όρων, αλλά και το ότι διέθετε συγγραφικό έργο, έστω και αν αυτά είναι μικρής και/ή περιορισμένης σημασίας, προχωρώ στην εξέταση του πρώτου εκκρεμούντος ζητήματος, ήτοι του κατά πόσον η σύσταση του Γενικού Διευθυντή πάσχει λόγω σύγκρουσης με τα στοιχεία των φακέλων.

 

Στην απόφαση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΜΙΧΑΛΗ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ, Ε.Δ.Δ. Αρ. 4/2022, 27/2/2026, όπου οι υποψήφιοι ήταν ίσοι στις ετήσιες εκθέσεις και στο πλεονέκτημα και ο εφεσίβλητος υπερτερούσε σε αρχαιότητα και πρόσθετα προσόντα, το ΑΣΔ έθεσε το ερώτημα, «αν η σύσταση ήταν παράνομη ως ασύμβατη με τους υπηρεσιακούς φακέλους, με βάση τη νομολογία» και ακολούθως απάντησε, με παραπομπή στις συνεκδικασθείσες Ε.Δ.Δ. Αρ. 39/2020 και 40/2020 Δημοκρατία μέσω Ε.Δ.Υ. κ.ά. ν. Γένη κ.ά., ημερ. 12.5.2025 και στην Ε.Δ.Δ. Αρ. 191/2020 Κούννου ν. Ράπτου, ημερ. 7.5.2025 ότι: «η σύσταση της Διευθύντριας υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους ήταν ασύμβατη με τους διοικητικούς φακέλους και την υπηρεσιακή εικόνα του Εφεσίβλητου και πως ήταν παράνομη η απόφαση της Ε.Δ.Υ. για επιλογή του Ενδιαφερόμενου Μέρους προς προαγωγή, αφού στηρίχτηκε (μεταξύ άλλων) σε αυτή την παράνομη σύσταση.».

 

Το ερώτημα που τίθεται είναι συνεπώς αν, η έστω και οριακή ή ακόμα και περιορισμένη υπεροχή ανήκει στον μη συστηθέντα, ως ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση, η σύσταση άλλου υποψηφίου κινείται εντός των επιτρεπτών ορίων.

 

Στην ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Ε.Δ.Δ. Αρ. 71/2020, 19/2/2025, λέχθηκε ότι όταν όλα τα άλλα στοιχεία των υποψηφίων είναι ισοδύναμα «η ισχνή έστω υπεροχή ενός των στοιχείων σε αξιολογήσιμες παραμέτρους (λόγου χάριν στην αρχαιότητα), επανακτά τη δική της ισχύ, η οποία και (κατά κανόνα) προσμετρά πια, αναλόγως, υπέρ του εν λόγω υποψηφίου», αποδεχόμενη ότι ακόμη και η ηλικιακή αρχαιότητα, παρότι συνήθως είναι συμβολική και δύσκολα μπορεί να συνεκτιμηθεί προς μεταβολή της υπηρεσιακής εικόνας των υποψηφίων, λαμβάνεται υπόψη σε τέτοια περίπτωση.

 

Επίσης, στην απόφαση Χαρτούτσιος ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου (2003) 4 Α.Α.Δ. 444 (Υπόθεση Αρ. 361/1999, 16.5.2003), όπου το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ υιοθέτησε τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, στην οποία όμως παραγνωρίστηκε η αρχαιότητα, ενώ οι υποψήφιοι ήταν ισοδύναμοι σε αξία και προσόντα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τα εξής:

 

«Το παραγνωρίζει τελικά και το διοικητικό συμβούλιο του ΡΙΚ στην τελική επίδικη απόφαση. Η νομολογία όμως επιτάσσει ότι η αρχαιότητα, ένα από τα τρία νομοθετημένα κριτήρια για προαγωγή, δεν παραγνωρίζεται χωρίς αιτιολογημένο λόγο, ιδιαίτερα όταν στα δύο άλλα νομοθετημένα κριτήρια, της αξίας και των προσόντων, οι υποψήφιοι είναι ισοδύναμοι.» και «Η πλήρης παραγνώριση του κριτηρίου της αρχαιότητας στη σύσταση του Γενικού Διευθυντή την καθιστά τρωτή ως μη επαρκώς αιτιολογημένη.»

 

Η Καθ' ης η Αίτηση και το Ενδιαφερόμενο Μέρος δεν επικαλούνται οποιοδήποτε κριτήριο στο οποίο το Ε/Μ υπερέχει του Αιτητή στα στοιχεία των φακέλων, αλλά περιορίζονται στο ότι το Ε/Μ δεν υστερεί σε τίποτα πλην της αρχαιότητας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, έχει περιορισμένη σημασία, παραπέμποντας και στην απόφαση Παπά ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1044/2016, ημερομηνίας 28.8.2019, η οποία αφορούσε αρχαιότητα που οφείλεται σε υψηλότερη μισθολογική κλίμακα και στην οποία λέχθηκε ότι, «είναι μικρής και/ή οριακής σημασίας, όπως επίσης μικρής και/ή περιορισμένης σημασίας είναι η αρχαιότητα που αφορά πλήρωση θέσης που είναι ψηλά στην ιεραρχία».

 

Η βαρύτητα όμως που αποδίδεται σε οριακή αρχαιότητα σε υψηλή θέση αφορά τη στάθμιση των στοιχείων, η οποία ανήκει στην Ε.Δ.Υ., και όχι το αν η σύσταση συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων. Εν προκειμένω, εφόσον τα λοιπά στοιχεία ήταν ισοδύναμα, η έστω ισχνή υπεροχή σε αρχαιότητα και η κατοχή συγγραφικού έργου θα έπρεπε να προσμετρήσουν  υπέρ του υποψηφίου που υπερείχε, ήτοι του Αιτητή, ως αντίστοιχα στην απόφαση Λαμπρινού ανωτέρω.

 

Κατά συνέπεια, η σύσταση του Γενικού Διευθυντή υπέρ του Ε/Μ συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων, έστω και αν η υπεροχή του Αιτητή, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, είναι οριακής σημασίας.

 

Παρά ταύτα η πιο πάνω διαπίστωση δεν οδηγεί, από μόνη της, σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτό εξαρτάται από το κατά πόσον η πάσχουσα σύσταση του Γενικού Διευθυντή επέδρασε στην τελική κρίση της Ε.Δ.Υ.. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, είναι περαιτέρω η θέση του Αιτητή ότι, αφ’ ης στιγμής η σύσταση, ως ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης, πάσχει, τότε ακόμα και αν η Ε.Δ.Υ. δεν τη συνεκτίμησε ή δεν την έλαβε υπόψη, ο ίδιος στερήθηκε ένα επιπλέον κριτήριο υπέρ του, που θα προέκυπτε αν η σύσταση είχε γίνει ορθά με βάση τα στοιχεία των φακέλων.

 

Η θέση της Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι η Ε.Δ.Υ. επέλεξε το Ε/Μ, αιτιολογώντας πλήρως την απόφασή της, ότι η απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και ότι σταθμίστηκαν όλα τα στοιχεία κρίσης με την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. Το Ε/Μ προσθέτει ότι η αρχαιότητα του Αιτητή λήφθηκε υπόψη από την Επιτροπή όπως διαφαίνεται από το σχετικό πρακτικό.

 

Το πρακτικό της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 6.6.2019, καταγράφει μεταξύ άλλων, ότι η Ε.Δ.Υ., κατόπιν αποχώρησης του Γενικού Διευθυντή, προέβη στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων, έκανε ρητή καταγραφή και της σχετικής νομολογίας που έλαβε υπόψη, ενώ «προβληματίστηκε ιδιαίτερα» για τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, αναφέροντας ότι: «Αναφορικά με τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, η οποία είναι υπέρ της Οικονομίδου-Ορφανίδου Λένιας, η Επιτροπή προβληματίστηκε ιδιαίτερα, έχοντας υπόψη ότι δύο εκ των ανθυποψηφίων της συστηθείσας, ο Χρυσαφίνης Γεώργιος και η Σανταφιανού Μαίρη, υπερέχουν αυτής σε αρχαιότητα, αφού κατέχουν θέσεις με υψηλότερους μισθοδοτικούς όρους.».

 

Στη συνέχεια για την επιλογή του Ενδιαφερόμενου Μέρους, η Ε.Δ.Υ., μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής:

 

«Συγκρίνοντας την Οικονομίδου-Ορφανίδου με όσους από τους ανθυποψηφίους της είναι επίσης δημόσιοι υπάλληλοι, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι η επιλεγείσα αξιολογήθηκε σε υψηλότερο επίπεδο αξιολόγησης από τους μη επιλεγέντες στην ενώπιον της προφορική εξέταση, διαθέτει το προβλεπόμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας πλεονέκτημα, ουδενός υστερεί σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις […], και ουδενός υστερεί σε προσόντα. Σε ό,τι αφορά το στοιχείο της αρχαιότητας, […] η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι η επιλεγείσα υπερέχει έναντι των ανθυποψηφίων της που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, πλην των Χρυσαφίνη και Σανταφιανού, οι οποίοι κατέχουν θέσεις με υψηλότερους μισθοδοτικούς όρους. Η Επιτροπή δεν παρέλειψε, επίσης, να συνεκτιμήσει ότι οι μη επιλεγέντες Χρυσαφίνης και Σανταφιανού διαθέτουν, όπως άλλωστε και η επιλεγείσα, μεταπτυχιακό προσόν σχετικό με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης […], όπως επίσης και το γεγονός ότι είναι ίσοι με την επιλεγείσα σε αξία […]. Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη το συγγραφικό έργο του Χρυσαφίνη σε θέματα που σχετίζονται με την Κυπριακή Δημόσια Διοίκηση. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιλεγείσα έχει αξιολογηθεί σε υψηλότερο από αυτούς επίπεδο στην ενώπιον της προφορική εξέταση, ήτοι ως Εξαίρετη, ενώ ο Χρυσαφίνης ως Πάρα πολύ καλός και η Σανταφιανού ως Καλή, στοιχείο το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, όπως αυτή παρατίθεται πιο πάνω, έχει μεγαλύτερη σημασία σε Θέσεις Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής ψηλά στην ιεραρχία, όπως η παρούσα, που είναι Διευθυντική θέση, έκρινε ότι η επιλεγείσα γενικά υπερέχει και είναι η καταλληλότερη για την υπό πλήρωση θέση.

 

«Ειδικότερα, προβαίνοντας στην επιλογή της Οικονομίδου-Ορφανίδου, η Επιτροπή σημείωσε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η προφορική εξέταση κατά την πλήρωση θέσεων τέτοιου επιπέδου έχει μεγαλύτερη σημασία και ότι η προσωπικότητα και οι ικανότητες του υποψηφίου είναι σημαντικές για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης, ενώ η βαρύτητα της αρχαιότητας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι υποβαθμισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, […] η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσωπικότητα και οι ικανότητες του υποψηφίου που καταλαμβάνει τη θέση διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο και δεν μπορούν να υποσκελιστούν από τη βαρύτητα που αποδίδεται στο στοιχείο της αρχαιότητας.»

 

Είναι ξεκάθαρη η προσέγγιση της νομολογίας ότι, σε περίπτωση που η σύσταση συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων, ο λόγος ακυρότητας μεταφέρεται στην τελική απόφαση όταν η Ε.Δ.Υ. συνυπολόγισε τη σύσταση ή στηρίχθηκε σε αυτήν (βλ. Μοδίτης ανωτέρω, Λεμεσιανός ανωτέρω). Ομοίως, στη Λαμπρινού ανωτέρω (Ε.Δ.Δ. αρ.4/2022), μετά την κρίση ότι η σύσταση ήταν ασύμβατη με τους φακέλους, κρίθηκε ότι: «ήταν παράνομη η απόφαση της Ε.Δ.Υ. για επιλογή του Ενδιαφερόμενου Μέρους προς προαγωγή, αφού στηρίχτηκε (μεταξύ άλλων) σε αυτή την παράνομη σύσταση».

 

Σε αντιδιαστολή, στην Παπά ανωτέρω, η αναφορά του Γενικού Ελεγκτή στην αρχαιότητα της αιτήτριας κρίθηκε, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα της σύστασης, ότι δεν επηρέασε την τελική κρίση της Ε.Δ.Υ., επειδή η Ε.Δ.Υ. στην απόφασή της αναφερόταν ρητά στην υπεροχή της αιτήτριας: «Εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της απόφασης της καθ' ης η αίτηση, η αναφορά του Γενικού Ελεγκτή στο στοιχείο της αρχαιότητας της αιτήτριας δεν μπορεί επ' ουδενί να λεχθεί ότι υπήρξε καθοριστική και/ή ότι επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την τελική κρίση της Ε.Δ.Υ..».

 

Η διάκριση μεταξύ της πάσχουσας εισήγησης και της δικής του κρίσης του διορίζοντος οργάνου διατυπώνεται ρητά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λεωνίδου ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Ε.Δ.Δ. Αρ. 22/2016, ημερομηνίας 20.7.2022, κατά την οποία κρίθηκε ότι:

 

«Η Αρχή διενεργεί τη δική της έρευνα και μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο θα πρέπει να ακολουθήσει τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ή την εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και να ενεργήσει στη βάση τους ή να τους δώσει περιορισμένη ή και καθόλου σημασία. Ό,τι έχει σημασία είναι η απόφαση της ιδίας της Αρχής και η αιτιολόγηση της. Εάν υπήρχε σφάλμα ή παράλειψη, είτε στη συμβουλή του Συμβουλίου Προσωπικού ή και στην εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, αλλά η Αρχή, στη βάση της δικής της έρευνας, ενήργησε μέσα στα ορθά πλαίσια και έχει αιτιολογήσει την απόφαση της, αυτή είναι άτρωτη. Εάν πάλι βασίστηκε στην εσφαλμένη συμβουλή ή και εισήγηση, πάσχει η ίδια η απόφαση της Αρχής και είναι ακυρώσιμη.»

 

Στην ίδια απόφαση, στο πλαίσιο ισχυρισμού ότι έπασχε η εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, το Δικαστήριο κατέληξε ότι: «Εφόσον όμως η Αρχή προέβηκε η ίδια σε κρίσεις για όλους τους υποψηφίους, περιλαμβανομένης και της Εφεσείουσας, για την οποία δεν αναφέρεται οτιδήποτε ειδικά από τον Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή, η εισήγηση του δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα σε βλάβη της Εφεσείουσας.».

 

Στην απόφαση Δημοσθένους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ. (Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις Αρ. 100/2022 και 102/2022, 29.6.2026), το Διοικητικό Εφετείο, εξετάζοντας ισχυρισμό ότι η Ε.Δ.Υ. υιοθέτησε πάσχουσα σύσταση χωρίς έλεγχο νομιμότητας, παρατήρησε ότι η Ε.Δ.Υ. δε δικαιούται να υιοθετήσει παράνομη σύσταση, αλλά δεν τελεί σε ιεραρχική σχέση με τον προϊστάμενο. Έκρινε ότι, ορθά η Ε.Δ.Υ. υιοθέτησε τη σύσταση της Διευθύντριας επειδή αυτή ήταν νόμιμη σε σχέση με τα Ενδιαφερόμενα Μέρη και ότι ορθά προέβηκε και σε δική της κρίση, επιλέγοντας τα Ενδιαφερόμενα Μέρη μετά από δική της διενέργεια σύγκρισης.

 

Στην απόφαση Καραπατάκη ν. Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ. Υπ. Αρ. 518/2001, ημερομηνίας 18.10.2002, κρίθηκε ότι: «Η Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τη νομολογία, όχι μόνο μπορεί αλλά πρέπει να παραγνωρίζει τις συστάσεις στην έκταση που είναι ασύμφωνες με τα στοιχεία του φακέλου (Τριανταφυλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 429, 454). Η ασυμφωνία της σύστασης με το περιεχόμενο των φακέλων εξασθενεί την βαρύτητα της».

 

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, το κυρίαρχο ζήτημα είναι αν η Ε.Δ.Υ. συνεκτίμησε ή στηρίχθηκε στη σύσταση που διαπιστώθηκε ανωτέρω ότι πάσχει ή αν διαμόρφωσε δική της κρίση με βάση τα ορθά στοιχεία των υποψηφίων, εφόσον η πάσχουσα σύσταση δε μεταφέρεται αυτομάτως στην τελική απόφαση όταν το διορίζον όργανο διαθέτει τα ορθά στοιχεία, κρίνει το ίδιο, αιτιολογεί και καταλήγει σε εύλογο συμπέρασμα, και ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει έκδηλη υπεροχή.

 

Από το πρακτικό της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 6.6.2019, από το οποίο έχει παρατεθεί εκτενές απόσπασμα ανωτέρω, προκύπτει ότι η Ε.Δ.Υ.:

 

(α) είχε ενώπιον της όλα τα ορθά στοιχεία των υποψηφίων, αναγνώρισε ρητά την υπεροχή του Αιτητή έναντι του Ε/Μ σε αρχαιότητα, σημείωσε ότι είναι ίσοι σε αξία και έλαβε υπόψη το συγγραφικό έργο του Αιτητή,

 

(β) προβληματίστηκε ιδιαίτερα για τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, ακριβώς εξαιτίας της υπεροχής του Αιτητή σε αρχαιότητα, γεγονός που συνηγορεί ότι η Ε.Δ.Υ. δε στηρίχθηκε στη σύσταση, αλλά σε δική της αξιολόγηση, έρευνα και σύγκριση μεταξύ των υποψηφίων,

 

(γ) απαριθμεί τους λόγους της επιλογής του Ενδιαφερόμενου Μέρους και η σύσταση του Γενικού Διευθυντή δεν συγκαταλέγεται σ’ αυτούς. Αντιθέτως, η Ε.Δ.Υ. βασίστηκε στην εξαίρετη απόδοση του Ε/Μ στην προφορική εξέταση και τη βαρύτητα της προσωπικότητας και των ικανοτήτων σε διευθυντική θέση έναντι της οριακής αρχαιότητας του Αιτητή στη βάση των μισθοδοτικών όρων. Ειδικότερα, η καταγραφή στο πρακτικό ότι, «η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσωπικότητα και οι ικανότητες του υποψηφίου που καταλαμβάνει τη θέση διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο και δεν μπορούν να υποσκελιστούν από τη βαρύτητα που αποδίδεται στο στοιχείο της αρχαιότητας» δείχνει ότι η Ε.Δ.Υ. έλαβε υπόψη την αρχαιότητα του Αιτητή και τη συνεκτίμησε με την απόδοση στην προφορική εξέταση που αναδεικνύει την προσωπικότητα και τις ικανότητες των υποψηφίων.

 

Η Ε.Δ.Υ. δηλώνει επίσης ότι προέβη στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων «υπό το φως και των σχετικών κρίσεων του Γενικού Διευθυντή», και ο Αιτητής ερμηνεύει τις εν λόγω «κρίσεις» ως περιλαμβάνουσες τη σύσταση. Είμαι της άποψης ότι η φράση αφορά την αξιολόγηση της απόδοσης στην προφορική εξέταση, στην οποία ο ρόλος του Γενικού Διευθυντή, κατά τα δεσμευτικά ευρήματα του Διοικητικού Εφετείου, ήταν υποβοηθητικός. Η αναφορά του Διοικητικού Εφετείου ότι η Ε.Δ.Υ. έλαβε υπόψη τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 34(9), «περιλαμβανομένης και της σύστασης του Γενικού Διευθυντή», έγινε στο πλαίσιο της κρίσης του για τη νομιμότητα της συμμετοχής του Γενικού Διευθυντή και δεν αποτελεί εύρημα ότι η Ε.Δ.Υ. στηρίχθηκε στη σύσταση για την επιλογή της.

 

Κρίνω, ενόψει όλων όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ότι, από το λεκτικό του επίδικου πρακτικού της Ε.Δ.Υ., συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς, χωρίς να απαιτείται ρητή δήλωση, ότι η Ε.Δ.Υ. διαφοροποιήθηκε από τη σύσταση του Διευθυντή ως προς τα στοιχεία των φακέλων και δε στηρίχθηκε σε αυτήν, επιλέγοντας το Ε/Μ μετά από δική της αξιολόγηση και σύγκριση, στο πλαίσιο της οποίας σταθμίστηκαν η υπεροχή του Αιτητή σε αρχαιότητα, η ισοδυναμία σε αξία και προσόντα, το συγγραφικό έργο του Αιτητή και η εξαίρετη απόδοση του Ε/Μ στην προφορική εξέταση. Κατά συνέπεια η πάσχουσα σύσταση δεν επέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο στην τελική της επιλογή για προαγωγή του Ε/Μ στην επίδικη θέση,  ανεξαρτήτως ότι αυτή συνέπιπτε με το πρόσωπο που συστήθηκε.

 

Η πιο πάνω προσέγγιση, ότι η διαφωνία της Ε.Δ.Υ. με τη σύσταση μπορεί να συνάγεται από το λεκτικό του πρακτικού χωρίς ρητή δήλωση, επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη απόφαση στις συνεκδικαζόμενες Εφέσεις ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΟΥΠΕΠΙΔΟΥ κ.α. v. ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΙΔΟΥ, Ε.Δ.Δ. Aρ. 39/2022 & 42/2022, 19/3/2026, όπου επίσης κρίθηκε ότι, σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατοπίζεται στον προσφεύγοντα να καταδείξει, με βάση τα υπόλοιπα στοιχεία, έκδηλη υπεροχή. Ειδικότερα:

 

«Συνάγεται ότι η Ε.Δ.Υ. απέκλινε από τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή διότι -εμμέσως πλην σαφώς- την έκρινε ασύμβατη με τους διοικητικούς φακέλους, και ορθώς, κρίνουμε.

 

Δεδομένου τούτου, εναπόκειτο στην Εφεσίβλητη να καταδείξει, με βάση άλλα στοιχεία κρίσης, ότι υπερείχε και δη έκδηλα του ΕΜ για να νομιμοποιείται το πρωτόδικο Δικαστήριο να ανατρέψει την κρίση της Ε.Δ.Υ. (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 92/2021 Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ., απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 9.3.2026) καθότι το Δικαστήριο περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και, συνεπώς, δεν ανατρέπει τη διοικητική κρίση η οποία κείται εντός εύλογων ορίων, ακόμα και αν το ίδιο το Δικαστήριο θα επέλεγε άλλον υποψήφιο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 76/2021 Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ., απόφαση Εφετείου ημερ. 29.5.2025).

[…]

Κατά γενική αρχή, τα στοιχεία κρίσης ενώπιον της Ε.Δ.Υ. δεν προκαθορίζονται ως προς τη βαρύτητά τους (Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ. ανωτέρω).  Ως λέχθηκε στην Παναγή ν. Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 639:

 

«Εκείνο που εν τέλει παραγνώρισε ο εφεσείων κατά την ανάπτυξη των θέσεών του, είναι  ότι το διοικητικό όργανο διαμορφώνει κρίση έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ενώπιον του.  Η επιλογή γίνεται στη βάση της αξιολόγησης όλων των δεδομένων, η οποία αξιολόγηση εφόσον είναι εύλογη, σύμφωνη με τα στοιχεία και τα δεδομένα που είναι ενώπιον του διοικητικού οργάνου και δεν εκφεύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν είναι δυνατό να υποκατασταθεί από το αναθεωρητικό Δικαστήριο. Η θέση του εφεσείοντος κατατείνει στη λανθασμένη προσέγγιση ότι μπορεί στην ουσία να γίνεται μια αριθμητική ή μαθηματική συνεξέταση των στοιχείων κατά τρόπο που το ένα στοιχείο υπέρ του ενός υποψηφίου, να εξουδετερώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο υπέρ του άλλου υποψηφίου. Τέτοια άσκηση αναμφίβολα παραπέμπει σε μηχανιστικό υπολογισμό από τον οποίο όμως ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας και της καθολικής κρίσης υπό το φως του συνόλου των παραμέτρων.  Όπως υποδείχθηκε στην Πολυξένη Γρηγορίου (Μιχαηλίδου) v. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 275, δεν μπορεί να προκαθοριστεί η βαρύτητα των στοιχείων κρίσης ώστε οποιοδήποτε από αυτά να έχει και ορισμένη σημασία.  Το σύστημα αξιολόγησης πρέπει, καθώς υποδείχθηκε και στην Γιωργούδης v. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 116, να στοχεύει στην ανάδειξη του καταλληλότερου υποψηφίου, με μόνη δέσμευση να εξυπηρετείται η αξιοκρατία και το δημόσιο συμφέρον.»

 

Επίσης, ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής στερήθηκε ένα ακόμη ανεξάρτητο στοιχείο κρίσης, όπως η σύσταση του Διευθυντή, δεν ευσταθεί. Όπως λέχθηκε στη Λεωνίδου ανωτέρω, «Ό,τι έχει σημασία είναι η απόφαση της ιδίας της Αρχής και η αιτιολόγηση της», ενώ, κατά την Καραπατάκη και τη Δημοσθένους ανωτέρω, η Ε.Δ.Υ. δε δεσμεύεται από τη σύσταση. Εν προκειμένω, η Ε.Δ.Υ. στάθμισε όλα τα ορθά στοιχεία των υποψηφίων, περιλαμβανομένης της υπεροχής του Αιτητή σε αρχαιότητα, και η επιλογή της δεν αντλεί ισχύ από τη σύσταση.

 

Παραμένει προς εξέταση το τελευταίο ζήτημα που θέτει ο Αιτητής σχετικά με το ότι η τελική κρίση της Ε.Δ.Υ. πάσχει αυτοτελώς λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, καθώς και πλάνης, επειδή η Ε.Δ.Υ. κατέστησε την προφορική εξέταση, στην οποία η διαφορά είναι κατ' αυτόν οριακή, το μοναδικό κριτήριο επιλογής, ενώ ο ίδιος υπερέχει σε αρχαιότητα και δεν υστερεί σε αξία και προσόντα.

 

Ως προς τα κριτήρια, σε θέσεις Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής ψηλά στην ιεραρχία, στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΤΖΑΠΑΣΙΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Ε.Δ.Δ. Αρ. 98/20 & 111/20, 10/7/2025, λέχθηκε ότι:

 

«η νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν η πράξη αφορά πλήρωση διευθυντικής θέσης, όπου η διοικητική, οργανωτική και διευθυντική ικανότητα και η προσωπικότητα του υποψηφίου, υπευθυνότητα και πρωτοβουλία, θεωρούνται σημαντικές ιδιότητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης, όπως είναι η υπό κρίση θέση, δεν είναι άτοπο να δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης.».

 

Επίσης, στη Δημοκρατία ν. Ασσιώτη (2010) 3 Α.Α.Δ. 395 (Αναθεωρητικές Εφέσεις 201/2009 και 205/2009, 13.7.2010), το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι η Ε.Δ.Υ. έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στην προφορική εξέταση και παρέλειψε να αιτιολογήσει την απόκλιση από τη σύσταση, καταλήγοντας ότι:

 

«Σταθμίζοντας τα διάφορα αντίστοιχα δεδομένα των υποψηφίων, υπό το φως της δυνατότητας να δίδεται από την Ε.Δ.Υ. αυξημένη βαρύτητα στην ενώπιόν της προφορική εξέταση, καταλήγουμε ότι η απόφασή της για επιλογή του ενδιαφερομένου μέρους δε βρίσκεται εκτός των ορίων της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που αυτή είχε, η δε παράκαμψη της σύστασης του Γενικού Διευθυντή έχει αιτιολογηθεί με επάρκεια.»

 

Ο Αιτητής επικαλείται την απόφαση Χασάπης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (2002) 4 Α.Α.Δ. 903, Υπόθεση Αρ. 576/2001, 11.10.2002 και την Αντωνίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ. (2014) 3 Α.Α.Δ. 273, Υπόθεση Αρ. 217/2012, 3.7.2014, παραθέτοντας από την τελευταία απόσπασμα που αναφέρει ότι «όταν ένας υποψήφιος υπερέχει σε αρχαιότητα και δεν υστερεί σε αξία, τότε η προφορική εξέταση δεν έχει αυξημένη βαρύτητα σε θέσεις αυτού του επιπέδου». Εντούτοις, οι αποφάσεις αυτές δεν ενισχύουν, κατά την άποψη μου, τη θέση του Αιτητή. Τούτο διότι η Χασάπης διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα γεγονότα της παρούσας, αφού αφορούσε υπεροχή σε αρχαιότητα περίπου επτά ετών, η οποία χαρακτηρίστηκε «συντριπτική», ενώ εδώ η υπεροχή του Αιτητή προκύπτει από υψηλότερους μισθοδοτικούς όρους και είναι, όπως εξηγήθηκε, περιορισμένης σημασίας. Επίσης, η Αντωνίου παρατίθεται από τον Αιτητή αποσπασματικά, εφόσον η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου  είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «δύναται να αποδοθεί αυξημένη βαρύτητα στην απόδοση των υποψηφίων στις συνεντεύξεις, όταν ο διορισμός αφορά θέσεις ψηλά στην ιεραρχία» και ότι «Στις περιπτώσεις αυτές η αρχαιότητα, παρόλο που λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι ουσιαστικής σημασίας, δεδομένου του επιπέδου της θέσης (Πούρος κ.ά. v. Χατζηστεφάνου κ.α. (2001) 3 Α.Α.Δ., 374, 396-397)».

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί οριακής διαφοράς στην προφορική εξέταση, στην Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (2007) 3 Α.Α.Δ. 96 και στην Παναγή ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 639 νομολογήθηκε ότι σε θέσεις ψηλά στην ιεραρχία η βαρύτητα των εντυπώσεων της συνέντευξης είναι αυξημένη ώστε να μην χωρεί κατ' ανάγκην μικροσκοπική ανάλυση περί «οριακής» υπεροχής του ενός υποψηφίου έναντι του άλλου, ως διαβάθμιση μεταξύ του «εξαίρετα» και του «πολύ καλού».

 

Στην ίδια κατεύθυνση, στην Κοτζάπασιη ανωτέρω, όπου οι υποψήφιοι ήταν καθόλα εξαίρετοι στις υπηρεσιακές εκθέσεις των τελευταίων ετών και ο εφεσείων, ο οποίος κατείχε θέση της κλίμακας Α13(ii) από τον Οκτώβριο του 2005, αξιολογήθηκε ως «Πολύ καλός» στην προφορική εξέταση, ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος, που κατείχε θέση της ίδιας κλίμακας από τον Αύγουστο του 2010, ως «Εξαίρετος», το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχαιότητα σε θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής είναι περιορισμένης σημασίας, ότι σε διευθυντική θέση δεν είναι άτοπο να δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στα αποτελέσματα της προφορικής εξέτασης, και ότι «η στάθμιση των διαφόρων στοιχείων δεν γίνεται με αριθμητική εξίσωση […] αλλά υπό το φως του συνόλου των στοιχείων, με καθολική κρίση».»

 

Σημειώνεται επιπλέον ότι η αξιολόγηση των υποψηφίων από την Επιτροπή και η αιτιολογημένη απόδοση συγκεκριμένης βαθμολογίας σε κάθε υποψήφιο δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο (βλ. Νεοφύτου ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 8.), ενώ σύμφωνα και με το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Κυριάκου, Εφέσεις 147/21 και 154/21, ημερομηνίας 10.6.2026:

 

«η Ε.Δ.Υ. έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα να επιλέξει τους καταλληλότερους υποψηφίους για τις δύο κενές θέσεις, προκρίνοντας ως αποφασιστικά, κατά την κρίση της, κάποια από τα κριτήρια προαγωγής, τηρώντας όμως ίσο μέτρο κρίσεως για όλους τους υποψηφίους, και ενεργώντας πάντοτε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας».

 

Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι σε διευθυντική θέση, όπως η επίδικη, δεν είναι άτοπο να δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην προφορική εξέταση, η αιτιολογημένη αξιολόγηση των υποψηφίων δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο, η επιλογή γίνεται με καθολική κρίση και όχι με αριθμητική εξίσωση εντός της διακριτικής ευχέρειας της Ε.Δ.Υ., υπό τον όρο ίσου μέτρου κρίσεως και το Δικαστήριο παρεμβαίνει μόνο αν καταδειχθεί έκδηλη υπεροχή, η οποία πρέπει να είναι αυταπόδεκτη και προφανής από την εξέταση των φακέλων των υποψηφίων (βλ. Αλεξανδράκης ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 1248).

 

Εν προκειμένω, η Ε.Δ.Υ. αιτιολόγησε γιατί, σε διευθυντική θέση, η προσωπικότητα και οι ικανότητες των υποψηφίων, όπως αναδείχθηκαν στην προφορική εξέταση, δεν μπορούν να υποσκελιστούν από την περιορισμένης σημασίας υπεροχή του Αιτητή σε αρχαιότητα. Η αξιολόγηση του Ε/Μ ως Εξαίρετου και του Αιτητή ως Πάρα πολύ καλού κρίθηκε ήδη από το Διοικητικό Εφετείο ότι ήταν εντός της ευχέρειας της Ε.Δ.Υ. και αν ακόμη η διαφορά στη διαβάθμιση θεωρηθεί οριακή, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι από μόνος του καθοριστικός. Κρίσιμο είναι αν η βαρύτητα που αποδόθηκε από την Ε.Δ.Υ. στην προφορική εξέταση, σε συνδυασμό με το σύνολο των στοιχείων, ήταν αιτιολογημένη και εντός της ευρείας διακριτικής της ευχέρειας, και αν ο Αιτητής αποδεικνύει έκδηλη υπεροχή. Ως προς τη δέουσα έρευνα, από το πρακτικό προκύπτει ότι η Ε.Δ.Υ. εξέτασε τα στοιχεία κάθε υποψηφίου, χωρίς να καταδειχθεί παράλειψη ουσιώδους στοιχείου ή πλάνη. Τέλος, δεν στοιχειοθετείται έκδηλη υπεροχή του Αιτητή, αφού η υπεροχή του περιορίζεται σε στοιχεία περιορισμένης σημασίας.

 

Επομένως, παρά τη διαπίστωση ότι η σύσταση του Διευθυντή ήτο τρωτή, η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ. δεν επηρεάζεται, επειδή η κρίση της δε στηρίχθηκε σε αυτήν, προέκυψε κατόπιν δικής της αξιολόγησης και σύγκρισης των υποψηφίων, στη βάση των ορθών δεδομένων για έκαστο υποψήφιο, είναι πλήρως αιτιολογημένη και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειάς της, εύλογα επιτρεπτή και συνεπώς δε χωρεί οποιαδήποτε επέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, η Προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα  €1.800 υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο