Π. Σ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 1501/2021, 23/10/2026
print
Τίτλος:
Π. Σ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση αρ. 1501/2021, 23/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ.  1501/2021

 

23 Οκτωβρίου, 2026

 

[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]

 

Αναφορικά με τα Άρθρα 1Α, 9, 28, 29, 35, 146 και 150 του Συντάγματος.

 

Π. Σ.

Αιτήτριας

v.

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας

 

Καθ’ ης η αίτηση

 

 

 


Κατερίνα Παναγιώτου για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε., για την Αιτήτρια

Μαρία Δρυμιώτου για Γενικό Εισαγγελέα, για την Καθ’ ης η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, η αιτήτρια αξιώνει ακύρωση της απόφασης της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 24/09/2021, με την οποία «απέρριψε και/ή αρνήθηκε να εξετάσει το αίτημά της ημερ. 29.7.2021 για τροποποίηση του λόγου πρόωρης αφυπηρέτησής της».

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία σημειώνεται ότι δεν αμφισβητούνται, προκύπτουν μέσα από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που κατατέθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης, καθώς και τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στο επίδικο αίτημα της αιτήτριας με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29/07/2021. Συγκεκριμένα, κατόπιν αιτήματος της αιτήτριας ημερομηνίας 27/10/2011 για οικειοθελή πρόωρη αφυπηρέτησή της και μετά από πρόταση της αρμόδιας αρχής, η Καθ’ ης η αίτηση αποφάσισε να αποδεχτεί το αίτημα της αιτήτριας ως υποβλήθηκε και να επιτρέψει στην αιτήτρια να αφυπηρετήσει πρόωρα από 15/11/2011, κοινοποιώντας την απόφασή της στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 23/11/2011. Ακολούθως, με επιστολή ημερομηνίας 02/02/2012, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας ενημέρωσε την αιτήτρια για τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος του εφάπαξ ποσού που της είχε ήδη καταβληθεί και της ετήσιας σύνταξής της, η οποία θα ήταν καταβλητέα από τις ΧΧ/ΧΧ/ΧΧΧΧ, ήτοι από το 55ο έτος της ηλικίας της. Μετά την παρέλευση περίπου 9,5 ετών επιδιώχθηκε εκ μέρους της αιτήτριας η τροποποίηση ή αλλαγή του λόγου αφυπηρέτησης, έτσι ώστε η αφυπηρέτησή της να θεωρείται για λόγους υγείας για σκοπούς υπολογισμού του ύψους της σύνταξης που δικαιούται, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29/07/2021, η οποία απαντήθηκε με την προσβαλλόμενη επιστολή ημερομηνίας 24/09/2021.

 

Με τη γραπτή της αγόρευση, η αιτήτρια προωθεί λόγους ακύρωσης ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο και χωρίς να έχουν τηρηθεί πρακτικά από την Καθ’ ης η αίτηση. Εγείρει, επίσης, ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πάσχουσας αιτιολογίας, νομικής και πραγματικής πλάνης και παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση υποστήριξε τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, εγείροντας με τη γραπτή της αγόρευση προδικαστικές ενστάσεις ως προς το έννομο συμφέρον της αιτήτριας, την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης και το εκπρόθεσμο, χωρίς να αντικρούσει τους εγειρόμενους εκ μέρους της αιτήτριας λόγους ακύρωσης. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά τις Διευκρινίσεις της υπόθεσης ως προς τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με τους εγειρόμενους εκ μέρους της αιτήτριας λόγους ακύρωσης αναφορικά με την αρμοδιότητα του αποφασίζοντος οργάνου και τη μη τήρηση πρακτικών, η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση ανέφερε ότι επικεντρώθηκε μόνο στα προδικαστικά σημεία.

 

Οι θέσεις εκ μέρους των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως περιλήφθηκαν στο περιεχόμενο των γραπτών και προφορικών τους αγορεύσεων. Κατά λογική προτεραιότητα, προέχει η εξέταση των προδικαστικών ζητημάτων που τέθηκαν.

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος για την έγερση τόσο του επίδικου αιτήματός της όσο και της παρούσας προσφυγής (σελίδα 5 της γραπτής της αγόρευσης), με την παράλληλη εισήγηση ότι εγείρεται ζήτημα ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας (σελίδα 7 της γραπτής της αγόρευσης).

 

Η αιτήτρια, προς απάντηση, αναφέρει τα ακόλουθα (μεταφέρονται αυτούσια τα καταγεγραμμένα στο τέλος της 1ης σελίδας και στη σελίδα 2 της απαντητικής της γραπτής αγόρευσης):

 

«Η Αιτήτρια, με το που έλαβε γνώση του δυσμενούς επηρεασμού της, προέβη στα απαραίτητα διαβήματα για άρση της αδικίας και αποκατάσταση των δικαιωμάτων της.

 

[…]

 

Από τα ίδια τα παραρτήματα της ένστασης είναι φανερό πως η Αιτήτρια δεν ήταν δυνατό να λάβει γνώση προηγουμένως για την νομική φύση της πρόωρης συνταξιοδότησής της, καθώς συνέτρεχαν λόγοι ανωτέρας βίας και δει ψυχολογικοί λόγοι που δεν της επέτρεπαν να αντιληφθεί την κατάσταση κατά την έκδοση της απόφασης.

 

Συγκεκριμένα, με βάση τα ιατρικά πιστοποιητικά που είχαν γνωστοποιηθεί στην ΕΔΥ με την επιστολή μας ημερομηνίας 29.07.21 (Παράρτημα 4), η Αιτήτρια έπασχε από σύνδρομο μετατραυματικού στρες και κατάθλιψη. Ήταν δηλαδή πρόσωπο ψυχικά ασθενές, με θολωμένη κρίση και αντίληψη και αδύναμο να αντιδράσει αλλά και να κατανοήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε τότε, η εν λόγω απόφαση. Συνέτρεχαν δηλαδή λόγοι ανωτέρας βίας που τέλεσαν καθοριστικό ρόλο, εμποδίζοντας την Αιτήτρια από το να αντιληφθεί τη φύση της τότε απόφασης.»

 

Επίσης, για τη στοιχειοθέτηση του εμπρόθεσμου και του εννόμου συμφέροντος που απαιτείται για την υποβολή της παρούσας υπόθεσης, η αιτήτρια είχε καταγράψει τα ακόλουθα σχετικά στην παράγραφο ι. στα γεγονότα της υπό εξέταση αίτησης ακύρωσης, τα οποία επανέλαβε στην παράγραφο 1.11. της αρχικής γραπτής της αγόρευσης (μεταφέρονται αυτούσια):

 

«Η Αιτήτρια έλαβε πλήρη γνώση για το δικαίωμα που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, για υποβολή αιτήματος πρόωρης αφυπηρέτησης για λόγους υγείας, κατά και/ή περί τον Ιούνιο του 2021, όταν η κατάσταση της υγείας της, της επέτρεψε να ερευνήσει και/ή να διαπιστώσει η ίδια και/ή να λάβει πλήρη γνώση για τα δικαιώματά της, πριν την έναρξη καταβολής από το Γενικό Λογιστήριο στις ΧΧ.Χ.ΧΧΧΧ της ετήσιας σύνταξής της (κατά το 55ο έτος της ηλικίας της).»

 

Όλες οι πιο πάνω αναφορές της αιτήτριας, τόσο στα γεγονότα της αίτησης ακυρώσεως όσο και στην αρχική γραπτή της αγόρευση και την απαντητική γραπτή της αγόρευση, αποτελούν στην ουσία γεγονότα και ισχυρισμούς επί γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται μέσα από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία επικαλείται η αιτήτρια.

 

Επισημαίνεται ότι η αιτήτρια, παρόλο που έθεσε ενώπιον της Καθ’ ης η αίτηση τα επικαλούμενα ιατρικά πιστοποιητικά, ουδέν αναφέρεται επί της επιστολής, που στάλθηκε εκ μέρους της προς προώθηση του επίδικου αιτήματός της, σε σχέση με την ικανότητα ή την αδυναμία της να αντιληφθεί τις συνθήκες και τις συνέπειες της οικειοθελούς πρόωρης αφυπηρέτησης και το πότε η κατάσταση της υγείας της τής επέτρεψε να ανακτήσει αυτή την ικανότητα και αντίληψη. Έθεσε για πρώτη φορά τους εν λόγω ισχυρισμούς ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Εν πάση περιπτώσει, μέσα από τα ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία η αιτήτρια υπέβαλε προς την Καθ’ ης η αίτηση (Παράρτημα Δ στο επίδικο αίτημα που υποβλήθηκε εκ μέρους της), δεν προκύπτει ότι η αιτήτρια ανέκτησε την αντίληψή της κατά τον Ιούνιο του 2021, ούτε προκύπτει η επικαλούμενη εκ μέρους της αιτήτριας έλλειψη αντίληψης για συνεχή περίοδο 9,5 περίπου ετών. Πουθενά μέσα από τα προσκομισθέντα ιατρικά πιστοποιητικά δεν αναφέρεται ότι μόλις τον Ιούνιο του 2021 «η κατάσταση της υγείας της, της επέτρεψε να ερευνήσει και/ή να διαπιστώσει η ίδια και/ή να λάβει πλήρη γνώση για τα δικαιώματά της», ως οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε αποδεικνύεται με οποιονδήποτε τρόπο εκ μέρους της αιτήτριας ο ισχυρισμός, που προβάλλεται εκ μέρους της, ότι, μέχρι τον Ιούνιο του 2021, είχε θολωμένη κρίση και αντίληψη και αδυναμία αντίδρασης αλλά και κατανόησης των συνθηκών.

 

Αντιθέτως, προκύπτει ευθέως μέσα από το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ ημερομηνίας 29/05/2021, ότι περί το 2014 η αιτήτρια εργαζόταν σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο ως λέκτορας σε φοιτητές νοσηλευτικής (αναφέρεται στη σελίδα 3 αυτού: «Her medical therapy was augmented June 30, 2014 with [...]. Because she could not practice as a psychiatrist, she worked at Frederick University as a lectured to nursing student.»).

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί τους εν λόγω ισχυρισμούς της αιτήτριας επί της κατάστασης της υγείας της ούτε ότι η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον επηρεασμό της από τον λόγο της αφυπηρέτησής της για συνεχή περίοδο 9,5 ετών.

 

Διαπιστώνεται ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της αιτήτριας, με οποιονδήποτε δικονομικά αποδεκτό τρόπο, ή οποιοδήποτε στοιχείο που να είχε τεθεί ενώπιον της Καθ’ ης η αίτηση, που να αποδεικνύει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της αιτήτριας.

 

Ούτε η επικαλούμενη από την αιτήτρια απόφαση για έγκριση αίτησης για σύνταξη ανικανότητας, η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 75%, μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί στοιχείο που αποδεικνύει την έλλειψη αντίληψης της αιτήτριας για συνεχή περίοδο 9,5 ετών. Τούτο, εφόσον ο καθορισμός του ποσοστού ανικανότητας αναφέρεται στην ικανότητα της αιτήτριας για εργασία και αποκόμιση εισοδήματος βάσει, μεταξύ άλλων, της μόρφωσης και της συνήθους επαγγελματικής απασχόλησής της (άρθρο 40 (5) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 2010, Ν. 59(I)/2010) και όχι στην ικανότητά της για αντίληψη των συνθηκών και των νομικών και πραγματικών συνεπειών του αιτήματός της για οικειοθελή πρόωρη αφυπηρέτηση.

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 82/2018 σχετική με 83/2018, Ανδρέας Μιχαήλ κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας Της Κύπρου κ.ά., ημερομηνίας 11/01/2024, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα:

 

«Προκύπτει κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, στη βάση των επίδικων γεγονότων, πως  οι Εφεσείοντες είχαν πλήρη γνώση του γεγονότος της αναστολής καταβολής της μηνιαίας τους σύνταξης, για όσο χρόνο θα ελάμβαναν μισθό με βάση τη σύμβαση εργασίας που είχαν συνάψει με τους Εφεσίβλητους κατ' εφαρμογή των διατάξεων του  Άρθρου 3(β) του Ν. 88(Ι)/2011, τόσο με την κοινοποίηση σ' αυτούς των επιστολών των Εφεσίβλητων ημερ. 10.12.2012 και 2.8.2013 αντίστοιχα, όσο  και με την καταβολή του πρώτου μηνιαίου μισθού τους στη βάση της σύμβασης εργασίας, κατά τον οποίο μήνα, δεν τους είχε καταβληθεί η σύνταξη.   Ωστόσο, οι Εφεσείοντες αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να ασκήσουν το δικαίωμα τους για έλεγχο της νομιμότητας των πιο πάνω αποφάσεων των Εφεσίβλητων, εντός της προθεσμίας που τάσσει το Άρθρο 146 του Συντάγματος και ταυτόχρονα, για  έλεγχο της συμβατότητας των προνοιών του Άρθρου 3(β) του Ν. 88(Ι)/2011 με τις διατάξεις του Συντάγματος.  Συνεπώς, αποδέχθηκαν τις εν λόγω διοικητικές αποφάσεις ελεύθερα και χωρίς καμιά επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους (βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (2001) 3 ΑΑΔ 282).

 

Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνουμε πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, οι Εφεσείοντες παραιτήθηκαν σιωπηρώς από το δικαίωμα τους για άμεση έναρξη καταβολής της σύνταξης τους, με αποτέλεσμα να έχουν απωλέσει το έννομο τους συμφέρον να προωθήσουν τις Προσφυγές.  Παραθέτουμε αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από τη πρωτόδικη απόφαση, με το οποίο συμφωνούμε πλήρως:

 

"Οι αιτητές, λαμβάνοντας ανεπιφύλακτα τον μισθό τους, βάσει της προσωρινής σχέσης εργασίας που είχαν συνάψει, και μη λαμβάνοντας τη μηνιαία τους σύνταξη, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 3(β) του Ν. 88(Ι)/2011, χωρίς να αντιδράσουν, αποδέχτηκαν ουσιαστικά την αναστολή καταβολής της σύνταξης, για όσο χρονικό διάστημα αυτοί θα εργάζονταν προσωρινώς, εγκαταλείποντας το δικαίωμα τους να προσβάλουν τη νομιμότητα της μη καταβολής της σύνταξης τους. Το γεγονός αυτό, τους αποστερεί από το έννομο τους συμφέρον να προωθήσουν τις παρούσες προσφυγές.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η ελεύθερη και ανεπιφύλακτη αποδοχή μίας διοικητικής πράξης, συνεπάγεται αποστέρηση του έννομου συμφέροντος προσβολής της με προσφυγή (Myrianthis v. The Republic (1977) 3 C.L.R. 165, Hadjiconstantinou and others v. Republic (1984) 3 A C.L.R. 319, Κοζάκος v. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 3566, Γεωργίου ν. ΑΤΗΚ (1997) 4 Α.Α.Δ. 3240, Πέτρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3271).

 

Στο σύγγραμμα του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», 5η Έκδοση, 1991, παράγραφοι 457 - 458 αναφέρονται τα εξής:

 

"Το έννομο συμφέρον μπορεί να μη δημιουργηθεί ή μπορεί να εκλείψει μετά τη δημιουργία του για λόγους υποκειμενικούς, που αφορούν τον αιτούντα, ή αντικειμενικούς.

 

Έτσι, η δημιουργία έννομου συμφέροντος εμποδίζεται, αν η προσβαλλόμενη πράξη είναι θετική και εκδόθηκε μετά από αίτηση του προσώπου που ασκεί την αίτηση ακυρώσεως (ΣΕ 1275/1978, 694/1982) ή προκλήθηκε από αυτό, ή εάν ο αιτών έδωσε κατά οποιοδήποτε τρόπο τη συναίνεση του για την έκδοση της πράξης (ΣΕ 2356/1964).

 

[.]

Η αποδοχή πρέπει: i) να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη (ΣΕ 480/1970, 1745/1977), ii) να μην έγινε από νόμιμη υποχρέωση (ΣΕ 4528//1976) ή λόγω οικονομικής ανάγκης (ΣΕ 2407/1970) ή λόγω παράνομης βίας ή απειλής (ΣΕ 2013/1959) ή διότι η παράλειψη της θα είχε για τον αιτούντα δυσμενείς συνέπειες (ΣΕ 1568/1960) και (iii) να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (ΣΕ 2087/1970) ή, όταν δεν είναι ρητή, να συνάγεται από αναμφισβήτητες πράξεις (ΣΕ 1341/1966)."

 

Τη νομολογία απασχόλησε το ζήτημα του κατά πόσον χωρεί παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα, όπως είναι η σύνταξη. Στην Δ.Α. Παπαγιώργης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1996) 3 Α.Α.Δ. 563, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Κατά κανόνα δεν είναι δυνατή παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα. Τις αρχές που διέπουν το θέμα της παραίτησης από δημόσια δικαιώματα πραγματεύονται Ελληνικά συγγράμματα Διοικητικού Δικαίου. Στο σύγγραμμα "Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο" του Κυριακόπουλου, Β' Γενικό Μέρος, Έκδοση 4η στη σελίδα 289 αναφέρονται τα εξής μεταξύ άλλων:

 

"γ. Παραίτησις από δημοσίου δικαιώματος δεν είναι δυνατή και ουδέν έννομον αποτέλεσμα επάγεται, εφ' όσον τούτο δεν αναγνωρίζηται μόνον προς ικανοποίησιν ατομικού συμφέροντος αλλά και χάριν του γενικού συμφέροντος. Δημόσια δικαιώματα, συνιστάμενα ουχί χάριν των δημοσίων υπαλλήλων αλλά χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι κατ' εξοχή τα εκ του νόμου εις αυτούς αναγνωριζόμενα και εκ της δημοσιοϋπαλληλικής αυτών ιδιότητος απορρέοντα, και τα οποία, διά τούτο, είναι ανεπίδεκτα παραιτήσεως.  Ούτω, γενική παραίτησις από δικαιώματος προς λήψιν μισθού ή συντάξεως ή προαγωγής εις ανώτερον βαθμόν του δημοσίου υπαλλήλου, ή βοηθήματος ασφαλείας του εργάτου κ.ο.κ. είναι ανίσχυρος."

 

 Και στη σελίδα 291 του ίδιου πιο πάνω συγγράμματος    αναφέρονται:

 

"4. Παραίτησις από δημοσίου δικαιώματος χωρεί, κατά κανόνα, δια ρητής δηλώσεως βουλήσεως εκ μέρους του δικαιούχου πολίτου και δέον κατ' αρχήν να είναι έγγραφος. Εν τούτοις, είναι δυνατή και σιωπηρά παραίτησις, λ.χ. διά παραμελήσεως της ασκήσεως ωρισμένου δικαιώματος. Εν αμφιβολία όμως τεκμαίρεται έλλειψις παραιτήσεως. ούτως, η υπό του παρανόμως απολυθέντος δημοσίου υπαλλήλου είσπραξις της συντάξεως, δεν επιτρέπεται να θεωρηθή ως παραίτησις από της αξιώσεως επί την προς τον μισθόν διαφοράν. Εάν δε η γενομένη ρητή παραίτησις είναι έγκυρος και εγένετο αρμοδίως αποδεκτή, ο παραιτηθείς δεσμεύεται ανάκλησις δεν επιτρέπεται."

 

Είναι καθιερωμένη αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι κατά κανόνα δεν επιτρέπεται ρητή ή σιωπηρή παραίτηση ή εγκατάλειψη δημοσίου δικαιώματος. Είναι δυνατή όμως ρητή ή σιωπηρά παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Οι αρχές που διέπουν την παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα αναφέρονται με σαφήνεια από την ελληνική βιβλιογραφία καθώς και την ελληνική νομολογία επί του θέματος, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απεδέχθη σε πολλές αποφάσεις του. Το επίδικο θέμα άπτεται του εννόμου συμφέροντος του αιτητή και κατά συνέπεια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης.

 

Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος έχει δεχθεί, ότι χωρεί παραίτηση ή εγκατάλειψη δημοσίου δικαιώματος με συνέπεια την εξάλειψη του εννόμου συμφέροντος του αιτητή. (Βλέπε: Myrianthis v. The Republic (1977) 3 C.L.R. 165, Andreas Hadjiconstantinou v. Republic (1980) 3 C.L.R. 184).  Δε χωρεί όμως παραίτηση ρητή ή σιωπηρά σε θέματα θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικαιώματα τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα. (Βλέπε: Μέλπω Γρηγορίου v. Δήμου Λευκωσίας, Προσφυγή Αρ. 541/86, ημερ. 12.9.1991)."

 

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι δυνατή και σιωπηρή παραίτηση εκ τοιούτου δικαιώματος, διαπιστώνω ότι, υπό τις περιστάσεις που ανέφερα ανωτέρω, οι αιτητές παραιτήθηκαν σιωπηρώς εκ του δικαιώματος τους σε άμεση έναρξη καταβολής της σύνταξης τους (από το χρόνο της οικειοθελούς τους αφυπηρέτησης και μετά), αφού παραμέλησαν να ασκήσουν το δικαίωμα τους να ζητήσουν έλεγχο νομιμότητας και παρεμπιπτόντως έλεγχο συμβατότητας των προνοιών του άρθρου 3(β) του Ν. 88(Ι)/2011 με τις διατάξεις του Συντάγματος.

 

Για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, διαπιστώνω ότι οι αιτητές έχουν απωλέσει το έννομο τους συμφέρον να προωθήσουν τις υπό εκδίκαση προσφυγές."

 

Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές,  η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εφεσειόντων περί αποδοχής εκ μέρους τους των προσβαλλόμενων αποφάσεων, λόγω νόμιμης υποχρέωσης ή λόγω οικονομικής ανάγκης, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.   Αφενός γιατί ουδέποτε τέθηκε, ούτε και τεκμηριώθηκε πρωτόδικα, ζήτημα οικονομικής ανάγκης των Εφεσειόντων και αφετέρου γιατί, αν και  με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις έγινετο ειδική αναφορά στις πρόνοιες του Ν.88(Ι)/2011 - οι οποίες επηρέαζαν την καταβολή της σύνταξης των Εφεσειόντων για όσο χρόνο ίσχυε η σύμβαση εργασίας - ωστόσο, αυτοί παραμέλησαν να ασκήσουν το δικαίωμα τους για προσβολή της νομιμότητας τους.

 

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί αποδοχής λόγω νόμιμης υποχρέωσης, ενόσω είχαν κάθε δικαίωμα να την προσβάλουν ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου, με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

 

Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε πως καθηκόντως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την προδικαστική ένσταση των Εφεσίβλητων περί έλλειψης έννομου συμφέροντος εκ μέρους των Εφεσειόντων, ως ζήτημα του οποίου η εξέταση προείχε και ορθά κατέληξε ως ανωτέρω, ότι δηλ. συνεπεία της σιωπηρής παραίτησης τους από την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος τους, αυτοί απώλεσαν το έννομο συμφέρον τους να προωθήσουν τις Προσφυγές.»

 

Σχετική είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στις Εφέσεις κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 143/2019 κ.ά., Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Λογιστηρίου v. Κωνσταντίνος Λύρας κ.ά., ημερομηνίας 08/10/2025.

 

Ομοίως, με τις πιο πάνω δεσμευτικές αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, και στην προκειμένη προκύπτει, στη βάση των επίδικων γεγονότων, ότι η αιτήτρια είχε πλήρη γνώση του υπολογισμού των συνταξιοδοτικών της ωφελημάτων και το ύψος του εφάπαξ ποσού και της ετήσιας σύνταξης, που θα ελάμβανε κατά το 55ο έτος της ηλικίας της, με την επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας ημερομηνίας 02/02/2012 και τα επισυνημμένα σε αυτή στοιχεία υπολογισμού. Επισημαίνεται δε ότι η αιτήτρια ήδη έλαβε από τον Ιανουάριο του 2012 το εφάπαξ ποσό, το οποίο υπολογίστηκε στη βάση της οικειοθελούς πρόωρης αφυπηρέτησής της, χωρίς καμία επιφύλαξη και χωρίς να έχει διαμαρτυρηθεί έκτοτε για τον υπολογισμό του εφάπαξ ποσού. Ωστόσο, η αιτήτρια αμέλησε και/ή παρέλειψε για περίοδο 9,5 ετών να υποβάλει το επίδικο αίτημά της ή να ασκήσει το δικαίωμά της για έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της Καθ’ ης η αίτηση για οικειοθελή πρόωρη αφυπηρέτησή της ή του υπολογισμού των συνταξιοδοτικών της ωφελημάτων, εντός της προθεσμίας που τάσσει το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Συνεπώς, αποδέχθηκε τον καθορισμό του λόγου αφυπηρέτησής της ως καθορίστηκε στις εν λόγω διοικητικές αποφάσεις χωρίς καμιά επιφύλαξη των δικαιωμάτων της και ελεύθερα, δεδομένου ότι δεν τέθηκε κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει έλλειψη αντίληψης εκ μέρους της αιτήτριας για συνεχή περίοδο 9,5 ετών.

 

Βάσει των πιο πάνω, η παρούσα υπόθεση προωθείται εκ μέρους της αιτήτριας άνευ εννόμου συμφέροντος και, συνεπώς, απαράδεκτα.

 

Ενόψει της κατάληξης επί του ζητήματος του εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων προδικαστικών ζητημάτων και των εγερθέντων εκ μέρους της αιτήτριας λόγων ακύρωσης.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ακύρωσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη με έξοδα €2000 υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

                             Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο