ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 225/2023
6 Οκτωβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
ΛΙΛΙΑ ΣΩΖΟΣ
Αιτήτριας
v.
Κυπριακή Δημοκρατία, δια του
1. Υπουργείου Εσωτερικών
2. Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ’ ων η αίτηση
Ζήνωνας Σάντης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την αιτήτρια
Αθανασία Αχιλλέως για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, η αιτήτρια αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 19/12/2019 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, τα οποία δεν αμφισβητούνται, η αιτήτρια είναι υπήκοος τρίτης χώρας και, στις 28/02/2005, αφίχθηκε στη Δημοκρατία με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως βοηθός κουζίνας. Την 01/08/2005, παραχωρήθηκε συμφωνία αποδέσμευσης από τον εργοδότη της αιτήτριας με σκοπό η ίδια να εξεύρει νέο εργοδότη και, στις 23/09/2005, τα στοιχεία της αιτήτριας καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων, καθότι δεν εξηύρε νέο εργοδότη και συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία παράνομα σε άγνωστη διεύθυνση.
Η αιτήτρια παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από την 01/09/2005 μέχρι τις 27/05/2009, ημερομηνία κατά την οποία προκύπτει ότι αποχώρησε από τη Δημοκρατία, και, στις 03/06/2009, τα στοιχεία της καταχωρίστηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων με την ένδειξη ότι απαγορεύεται η είσοδός της στη Δημοκρατία.
Στις 19/08/2009, η αιτήτρια τέλεσε πολιτικό γάμο με Κύπριο πολίτη στην Τιφλίδα της Γεωργίας και, στις 02/09/2010, η αιτήτρια επανήλθε στη Δημοκρατία με άδεια εισόδου ως σύζυγος Κύπριου πολίτη.
Στις 19/12/2019, η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, η οποία απορρίφθηκε στις 13/10/2022 από τον Υπουργό Εσωτερικών και, στις 23/12/2022, λειτουργός του Τμήματος απέστειλε σχετική ενημέρωση προς την αιτήτρια, η οποία αντέδρασε με την παρούσα αίτηση ακύρωσης.
Με τη γραπτή της αγόρευση, η αιτήτρια εγείρει, μεταξύ άλλων, λόγους ακύρωσης σχετικά με την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενη ότι οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να δικαιολογήσουν γιατί δεν ενεργοποιήθηκαν οι διατάξεις της τρίτης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμος του 2002, Ν. 141(I)/2002 («ο Νόμος»). Επιπλέον, η αιτήτρια εισηγείται ότι υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας και πλάνη περί τα πράγματα και περί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 110 (2) του Νόμου και ότι υπήρξε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεών του ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος για την έγκριση της επίδικης αίτησης και ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας, θέτοντας αυστηρότερα κριτήρια από αυτά που απαιτεί ο Νόμος. Επίσης, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν άσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια και ότι ενήργησαν δεσμίως χωρίς να εξετάσουν τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, χωρίς να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί και κατά παράβαση Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επικαλούμενη και σχετική νομολογία προς αντίκρουση των ισχυρισμών της αιτήτριας.
Επισημαίνεται ότι, σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά τις Διευκρινίσεις της υπόθεσης, η πλευρά της αιτήτριας επιβεβαίωσε ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι η αιτήτρια παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα στο παρελθόν για κάποιο χρονικό διάστημα και διευκρινίστηκε ότι η ουσία των ισχυρισμών της είναι ότι έπρεπε να τύχει εφαρμογής η τρίτη επιφύλαξη του άρθρου 110 (2) του Νόμου και όχι η δεύτερη.
Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, που κατατέθηκαν κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης.
Οι λόγοι ακύρωσης εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.
Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας εκ μέρους της αιτήτριας αποτελεί ο ισχυρισμός της ότι όφειλε να εξεταστεί και να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της η τρίτη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Νόμου.
Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο της επίδικης αίτησης για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή, ως ρυθμίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 110 του Νόμου, έχει ως ακολούθως:
«(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι-
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·
(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι ο Υπουργός μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης, να μεριμνήσει για τη συντέλεση της εγγραφής δυνάμει του παρόντος εδαφίου, έστω και αν ο/η σύζυγος είχε διαμείνει με τη/το σύζυγο του/της στην Κύπρο για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών χρόνων, αλλά όχι μικρότερο των δύο χρόνων. Στις περιπτώσεις προσώπων που μένουν μόνιμα ή προσωρινά στο εξωτερικό, η διαμονή με το/τη σύζυγο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να είναι λιγότερη από τρία χρόνια:
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο που απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν δύναται να μεταφέρει το δικαίωμα εγγραφής ως Κυπρίου πολίτη σε τέκνο του που δεν είναι τέκνο του/της συζύγου ή σε επόμενο αλλοδαπό ή αλλοδαπή σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση.
Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου "διαμένει με το/τη σύζυγο της/του στην Κύπρο" σημαίνει διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο τουλάχιστο για έξι μήνες κάθε χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, η συνολική διαμονή του ζεύγους στην Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων τριών χρόνων, αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, να μην είναι λιγότερη από δύο χρόνια.»
Σύμφωνα με τη Νομολογία, η διακριτική ευχέρεια του Κράτους στις περιπτώσεις παραχώρησης υπηκοότητας είναι ευρεία και, εφόσον ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση της εξουσίας, η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα που επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης (Mohamad ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18). Δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα απόκτησης υπηκοότητας αλλά προσδοκία ότι το αίτημα θα τύχει καλόπιστης κρίσης μέσα στα πλαίσια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης (απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 124/2021, Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10/12/2025, απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 141/2018, Hamdan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 06/03/2024 και απόφαση Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 124/2022, D. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Του Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 15/07/2026).
Η αιτήτρια βασίζει την υπόθεσή της στην τρίτη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Νόμου («η τρίτη επιφύλαξη»). Η εν λόγω επιφύλαξη αποτελεί νομοθετική δυνητική εξαίρεση από τον γενικό κανόνα και παρέχει διακριτική ευχέρεια – και όχι υποχρέωση – στον Υπουργό να μην εφαρμόσει κατ’ εξαίρεση τον κανόνα της απαγόρευσης παραχώρησης υπηκοότητας σε σύζυγο κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία, ο οποίος κανόνας περιέχεται στη δεύτερη επιφύλαξη του ίδιου εδαφίου («η δεύτερη επιφύλαξη»). Με άλλα λόγια, αυτό που ρυθμίζει η τρίτη επιφύλαξη είναι η εξαίρεση στον κανόνα της μη παραχώρησης υπηκοότητας, εξαίρεση η οποία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού στο πλαίσιο της ευρείας εξουσίας που διατηρεί το Κράτος για παραχώρηση της υπηκοότητάς του σε πρόσωπα που επιθυμεί. Σημειώνεται ότι η εξαίρεση της τρίτης επιφύλαξης εισήχθη στον Νόμο με τη δημοσίευση του Τροποποιητικού Ν. 44(Ι)/2015 στις 09/04/2015 και ότι, πριν από τη θέσπιση της τροποποίησης αυτής, δεν παρείχετο καμία ευχέρεια ή δυνατότητα για εξαίρεση από τη δεύτερη επιφύλαξη και τον κανόνα που αυτή επιβάλλει.
Στην παρούσα περίπτωση, ο Υπουργός διαπίστωσε την εφαρμογή του κανόνα στην περίπτωση της αιτήτριας, ήτοι της δεύτερης επιφύλαξης, αποφασίζοντας με αυτό τον τρόπο να μην ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για εξαίρεση της αιτήτριας από τον κανόνα και να μην εφαρμόσει την τρίτη επιφύλαξη, ευχέρεια η οποία, εφόσον ασκείται καλόπιστα, όπως εν προκειμένω, ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους. Επισημαίνεται ότι η αιτήτρια δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο ισχυρισμό που να αποδεικνύει ή να υποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκδόθηκε καλόπιστα.
Σε κάθε περίπτωση, η αιτήτρια δεν παρέθεσε και δεν επικαλέστηκε κανένα στοιχείο ή γεγονός, ούτε ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση ούτε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που να αποδεικνύει ή έστω να υποδεικνύει οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την εφαρμογή της τρίτης επιφύλαξης, επιφύλαξη η οποία επιτρέπει την εξαίρεση από την αυστηρή διάταξη της δεύτερης επιφύλαξης. Αντιθέτως, όλες οι επαναλαμβανόμενες αναφορές της αιτήτριας στις αγορεύσεις της περί πολυετούς εργασίας της στη Δημοκρατία, περί συμβίωσης με τον σύζυγό της, τον οποίο συντηρεί, και περί τήρησης των υποχρεώσεών της έναντι του Κράτους, καθώς και όλα τα ενώπιον της Διοίκησης στοιχεία φαίνεται να καταδεικνύουν ότι εύλογα αντιμετωπίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ως μια συνήθης περίπτωση που εμπίπτει στον κανόνα της δεύτερης επιφύλαξης, παρά ως μια εξαιρετική περίπτωση που θα μπορούσε ενδεχομένως να εμπίπτει στην τρίτη επιφύλαξη.
Η Διοίκηση δεν υποχρεούται να παραθέτει ή να αποκλείει ρητά κάθε δυνητική εξαίρεση ή εναλλακτική νομοθετική ρύθμιση, όταν από την αιτιολογία και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ευθέως και σαφώς ότι η συγκεκριμένη περίπτωση υπάγεται στον γενικό κανόνα και ότι δεν συνέτρεχαν πραγματικά περιστατικά που να ενεργοποιούν την εξαίρεση. Τουναντίον, είναι η αιτήτρια που έφερε το βάρος να προσκομίσει τα στοιχεία εκείνα που θα ήταν ικανά να δικαιολογήσουν την εξαίρεσή της από τον κανόνα και την εφαρμογή της τρίτης επιφύλαξης (Mouska v. Improvement Board of Paralimni (1986) 3 CLR 1887). Η μη ρητή αναφορά στους όρους της νομοθετικής εξαίρεσης δεν συνεπάγεται πλημμελή αιτιολογία, όταν από το σύνολο της απόφασης και τον διοικητικό φάκελο προκύπτει σαφώς ότι η Διοίκηση γνώριζε και εφάρμοσε το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και αποφάσισε ότι δεν συνέτρεχαν οι περιστάσεις εκείνες που θα δικαιολογούσαν την εξαίρεση. Στην προκειμένη, στη συνοπτική έκθεση που τέθηκε ενώπιον του Υπουργού προς λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, ρητώς αναφέρεται η δυνατότητα εξαίρεσης της αιτήτριας από τον κανόνα δυνάμει της τρίτης επιφύλαξης. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ερευνήθηκε ή δεν εξετάστηκε η εξαίρεση της τρίτης επιφύλαξης ή ότι αναιτιολόγητα ή πεπλανημένα δεν ενεργοποιήθηκε.
Τέλος, επί του ισχυρισμού της αιτήτριας, ότι δεν της παρασχέθηκε δικαίωμα ακρόασης πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η απλή υποβολή αίτησης από τον διοικούμενο δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αυτοδικαίως και δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Όταν ο διοικούμενος, με την αίτησή του, έχει την ευκαιρία να προβάλει ενώπιον της Διοίκησης τα στοιχεία και τους ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματός του, η Διοίκηση δύναται να εξετάσει και να αποφασίσει επί της αίτησης στη βάση του ενώπιόν της υλικού, χωρίς να υποχρεούται να καλέσει προηγουμένως τον διοικούμενο σε ακρόαση, ιδίως δε όταν η απόρριψη της αίτησης οφείλεται στη μη πλήρωση των προβλεπόμενων από τον Νόμο προϋποθέσεων και δεν συνιστά κύρωση ή άλλο δυσμενές διοικητικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 43(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/1999 (Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας (2013) 3 ΑΑΔ 629). Αυτή είναι και η παρούσα περίπτωση και, κατά συνέπεια, ο υπό εξέταση λόγος ακύρωσης, περί μη παραχώρησης δικαιώματος ακρόασης, απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Εν πάση περιπτώσει, ο σχετικός λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί και ως αλυσιτελής, καθότι η αιτήτρια δεν προσδιορίζει κανένα συγκεκριμένο ουσιώδες πραγματικό ή νομικό στοιχείο, ισχυρισμό ή αποδεικτικό υλικό που είχε πρόθεση να θέσει ενώπιον της Διοίκησης, το οποίο να μην είχε ήδη ενώπιόν της, ούτε εξηγεί κατά ποιον τρόπο, η παραχώρηση ευκαιρίας να ακουστεί και πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση της Διοίκησης επί της επίδικης αίτησης (απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 79/2018, Papouis Dairies Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας Και Τουρισμού, ημερομηνίας 15/03/2024, και απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 1002/2021, M. K. κ.ά. ν. Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, ημερομηνίας 11/12/2024).
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται νόμιμη, εφόσον διαφάνηκε ότι εκδόθηκε καλόπιστα, κατόπιν νόμιμης άσκησης της εξουσίας των Καθ’ ων η αίτηση, μετά από δέουσα έρευνα και με επαρκή και νόμιμη αιτιολογία, χωρίς να έχει καταφέρει η αιτήτρια να καταδείξει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την ακύρωσή της.
Βάσει όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε περιθώριο για δικαστική παρέμβαση.
Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ακύρωσης απορρίπτεται με έξοδα €2000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο