ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 285/2023(iJ))
14 Οκτωβρίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
IOSIF ILYAEV
Αιτητής,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Αντώνης Σατολιάς, για Κώστας Σατολιάς Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.
Παύλος Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Π.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία αξιώνει ακύρωση της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 15.12.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε, ημερομηνίας 7.4.2021, για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, δυνάμει εγγραφής.
Ο αιτητής είναι υπήκοος Γεωργίας. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 25.7.2005, ως επισκέπτης και στις 8.8.2005 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ενώ η συνέντευξή του είχε προγραμματιστεί για τις 16.8.2005, ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε, με αποτέλεσμα ο φάκελος του να κλείσει. Ενόψει τούτου, καίτοι ο αιτητής έπρεπε να αναχωρήσει από το έδαφος της Δημοκρατίας, παρέλειψε να το πράξει και συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, χωρίς να μεριμνήσει να νομιμοποιήσει στην παραμονή του. Τα στοιχεία του, τοποθετήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.
Πέντε χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 3.5.2011, ο αιτητής αναχώρησε για τη χώρα του και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο stop-list ως απαγορευμένος μετανάστης.
Περί το έτος 2014, επανήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, από άγνωστο σημείο. Στις 3.7.2014, εντοπίστηκε να εργάζεται παράνομα στην Πάφο και εναντίον καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση για παράνομη παραμονή και παράνομη απασχόληση και στις 4.7.2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 16.7.2014, λόγω της κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη, λόγω της καταδίκης του. Στις 17.8.2014 απελάθηκε για την χώρα του. Τα δε στοιχεία του, τοποθετήθηκαν ξανά στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων.
Ένα μήνα μετά την απέλασή του, ο αιτητής τέλεσε γάμο στη Γεωργία με Ελληνίδα υπήκοο, η οποία διέμενε μόνιμα στη Δημοκρατία, η οποία ζήτησε όπως τα στοιχεία του συζύγου της, αφαιρεθούν από τον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων, τα στοιχεία του οποίου αφαιρέθηκαν στις 25.6.2015. Στις 16.9.2017, ο αιτητής επισκέφθηκε τη Δημοκρατία και παράμεινε μέχρι και τις 8.12.2017.
Στις 26.2.2018 τέλεσε δεύτερο γάμο με υπήκοο Ουκρανίας, η οποία στις 10.7.2017 πολιτογραφήθηκε Κύπρια και έκτοτε διαμένει στη Δημοκρατία, ως σύζυγος Κύπριας πολίτιδας.
Ο αιτητής υπέβαλε στις 7.4.2021, την επίδικη αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει εγγραφής. Σχετικό σημείωμα ημερομηνίας 26.4.2022, με απορριπτική εισήγηση, ετοιμάστηκε από Λειτουργό του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών. Στις 12.12.2022 ο Υπουργός ενέκρινε το υποβληθέν σημείωμα με την απορριπτική εισήγηση και στον αιτητή γνωστοποιήθηκε η εδώ προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση ημερομηνίας 15.12.2022, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο:-
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτηση σας με ημερ. 07/04/2021 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και να σας πληροφορήσω ότι μετά από δέουσα έρευνα, η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να εγκριθεί, βάσει της δεύτερης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 141(Ι)/2002, καθότι είχατε παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία».
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, στη γραπτή του αγόρευση, υποστηρίζει πως η επίδικη απόφαση πάσχει ως αναιτιολόγητη και πως αυτή ελήφθη χωρίς να προηγηθεί η δέουσα διερεύνηση. Αναφέρεται πως πρόκειται περί νομοταγούς πολίτη, ο οποίος διαμένει στη Δημοκρατία από το 2017, χωρίς να έχει απασχολήσει τις αρχές της Δημοκρατίας. Αναφορά γίνεται στην τέλεση του γάμου του κατά το έτος 2018 με Κύπρια πολίτιδα, με την οποία ζει αρμονικά στο έδαφος της Δημοκρατίας, όπου και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος. Όπως αναφέρεται, ως κύριος λόγος απόρριψης της αιτήσεώς του, υπήρξε η ισχυριζόμενη παράνομη διαμονή του στο παρελθόν, ασχέτως του γεγονότος πως στη συνέχεια αυτή νομιμοποιήθηκε. Υποβάλλεται η θέση πως ο ίδιος απέκτησε δεσμούς με τη Δημοκρατία, έχει αφομοιωθεί στην ελληνοκυπριακή κουλτούρα και πως δεν διατηρεί δεσμούς με το εξωτερικό, εφόσον η οικογένειά του βρίσκεται πλέον στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Προβάλλεται, πρόσθετα, η θέση πως οι καθ’ ων η αίτηση κατά κατάχρηση εξουσίας, προτίμησαν να απορρίψουν την αίτησή του, αντί να ζητήσουν την υποβολή περισσότερων πληροφοριών ή διευκρινίσεων, υποστηρίζοντας πως πεπλανημένα δεν εξετάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002, βάσει των οποίων ο ίδιος θεμελιώνει δικαίωμα για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας. Τέλος, διατυπώνεται κι η θέση πως δεν υπήρξε ουσιαστική διερεύνηση της άποψης της διοίκησης πως ο ίδιος είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία στο παρελθόν, ισχυρισμός που είναι αβάσιμος και στηρίχθηκε στις απόψεις της Αστυνομίας, χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα και η ευκαιρία να τοποθετηθεί σε αυτές, ενώ υποβάλλεται πως η επίδικη διοικητική απόφαση στερείται της δέουσας αιτιολογίας.
Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, υπήρξε αντίθετη και υποστηρικτική της νομιμότητας της απόρριψης της αιτήσεως. Αφού αναφέρεται στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002, καθώς και στη νομολογία του Δικαστηρίου, υπέδειξε πως ισχύει απόλυτη απαγόρευση για εγγραφή, προσώπου το οποίο είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία, καθ΄οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, έστω και εάν αυτή νομιμοποιήθηκε στη συνέχεια. Τόνισε δε το γεγονός πως τα πρόσωπα που αιτούνται να πολιτογραφηθούν Κύπριοι πολίτες, δεν έχουν δικαίωμα, παρά μόνον προσδοκία, καθότι αναγνωρίζεται στο ίδιο το Κράτος, ευρεία διακριτική ευχέρεια, στη βάση της κυριαρχικής αρμοδιότητας και εξουσίας του ίδιου του Κράτους.
Σημειώνεται πως κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων κατατέθηκαν οι σχετικοί διοικητικοί φάκελοι του Υπουργείου Εσωτερικών που αφορούν στο πρόσωπο του αιτητή, οι οποίοι σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2.
Είναι γνωστές οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις για τη δυνατότητα του Υπουργού Εσωτερικών να εγγράψει, ως πολίτη της Δημοκρατίας, οποιοδήποτε πρόσωπο. Ως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 110 του Ν. 141(Ι)/2002:-
«110.—(1) […]
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός μπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για
την εγγραφή ως πολίτη της Δημοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι—
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της Δημοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας·
(β) διαμένει με το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των τριών χρόνων·
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία ή, ανάλογα με την περίπτωση, να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην Αστυνομική Δύναμη της Δημοκρατίας και μετά την εγγραφή του ως πολίτη της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι […]
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρμογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: […]»[1]
Η απορριπτική κατάληξη του Υπουργού Εσωτερικών, στηρίχθηκε στη μη πλήρωση της δεύτερης επιφύλαξης της παραγράφου (2) του άρθρου 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, Ν. 141(Ι)/2002, αφού διαπιστώθηκε πως ο αιτητής είχε παράνομη είσοδο και παραμονή στη Δημοκρατία. Για τις πιο πάνω διαπιστώσεις, ο Υπουργός Εσωτερικών, έλαβε ενημέρωση από το σημείωμα ημερομηνίας 26.4.2022 που τέθηκε υπόψη του, στο οποίο και καταγράφεται όλο το ιστορικό του αιτητή στη Δημοκρατία. Μαζί με το σημείωμα, αποστάλθηκαν και οι σχετικοί φάκελοι που αφορούν το ιστορικό του, σε ό,τι αφορά την παραμονή του στη Δημοκρατία.
Έγινε λόγος από τον αιτητή πως πρόκειται περί ενός νομοταγούς πολίτη, που διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία από το 2017, μαζί με τη σύζυγό του, πολιτογραφημένη Κύπρια πολίτιδα, χωρίς να έχει απασχολήσει τις Αρχές.
Από τα στοιχεία, όμως, του διοικητικού φακέλου, προκύπτει πως ο αιτητής, απασχόλησε τις Αρχές, τόσο με παράνομη παραμονή, όσο και με παράνομη απασχόληση, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, απελάθηκε στη χώρα του, αφού κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στη λίστα απαγορευμένων προσώπων και εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, από τις μη ελεγχόμενες περιοχές.
Ειδικότερα, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, από τις 16.8.2005 που ο φάκελος του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου έκλεισε, λόγω της παράλειψης του να παρουσιαστεί στην προγραμματισμένη συνέντευξη, όφειλε να είχε αναχωρήσει για την χώρα του. Εντούτοις, συνέχισε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, για περίπου πέντε έτη, αδιαφορώντας για την υποχρέωσή του να εξασφαλίσει νόμιμη παραμονή, μέχρι τις 3.5.2011 που αναχώρησε οικειοθελώς για τη χώρα του.
Η επόμενη είσοδός του στη Δημοκρατία, ήταν παράνομη. Κατά το έτος 2014, εισήλθε από τις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Ενώ και πάλιν δεν φρόντισε να εξασφαλίσει νόμιμη άδεια προσωρινής παραμονής, αυτή τη φορά εντοπίστηκε να απασχολείται και παράνομα σε οικοδομή. Καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 4.7.2014 σε τετράμηνη ποινή φυλάκισης. Ενόψει της καταδίκης του, κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6(1)(δ) του Κεφ. 105. Εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερομηνίας 16.7.2014 και απελάθηκε για την χώρα του στις 17.8.2014.
Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του αιτητή, ήταν έκνομες και καταδεικνύουν αδιαφορία ως προς τους Νόμους της Δημοκρατίας, ασχέτως εάν αυτές έχουν τελεστεί στο παρελθόν. Στην Ε.Δ.Δ. 18/2017 Mkrtchyan ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.9.2023, με αναφορά στη Mohamad v. Δημοκρατίας (2010)3 Α.Α.Δ. 18, στις οποίες με έχει παραπέμψει και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημορκατίας, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, έκρινε πως, η παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ακόμη και στο παρελθόν (πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης) αποτελεί ένα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης.
Σε κάθε περίπτωση, το εάν απέκτησε ή όχι δεσμούς με τη Δημοκρατία, ως οι ατεκμηρίωτοι και αόριστοι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον αιτητή, δεν αποτελεί κριτήριο εξέτασης αυτής της φύσεως αιτήσεως, βάσει και των όσων ορίζονται στην επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002, στις οποίες ορίζεται ρητώς, πως, εγγραφή αλλοδαπού προσώπου, ως πολίτη της Δημοκρατίας, δεν είναι δυνατή, εφόσον ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας, όπως ακριβώς η περίπτωση του αιτητή.
Δεν ευσταθεί ούτε κι η θέση του πως η διοίκηση όφειλε να λάβει περισσότερες πληροφορίες ή διευκρινίσεις σε σχέση με την αίτησή του. Όλες οι πληροφορίες που όφειλε να αναζητήσει η διοίκηση, υπήρχαν εντός του διοικητικού φακέλου, το περιεχόμενο του οποίου κρίνεται ιδιαιτέρως κατατοπιστικό.
Το γεγονός της ύπαρξης παράνομης εισόδου, παράνομης παραμονής και εν προκειμένω και έκδοσης διατάγματος απέλασης, λόγω της καταδίκης του αιτητή από αρμόδιο Δικαστήριο, δεν παρέχει διακριτική ευχέρεια στον Υπουργό Εσωτερικών ως προς την εξέταση της αίτησης, παρά μόνον δέσμια αρμοδιότητα για την απόρριψή της.
Δεν συμφωνώ με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν προβεί σε δέουσα έρευνα επί των πραγματικών δεδομένων του αιτητή, αφού στο σημείωμα που υπεβλήθη προς τον Υπουργό Εσωτερικών, καταγράφηκαν όλες οι προσωπικές του περιστάσεις.
Στην επίδικη απόφαση που του γνωστοποιήθηκε, καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους η επίδικη αίτηση απερρίφθη και δίδεται επαρκής αιτιολόγηση, στη βάση της μη πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 110(2) του Ν. 141(Ι)/2002.
Η προσέγγιση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με αιτήσεις για απόκτηση της ιδιότητας πολίτη της Δημοκρατίας με εγγραφή, σκιαγραφήθηκε στην Mohamad ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), τα κριθέντα της οποίας υιοθετήθηκαν και στην Δημοκρατία ν. Ζ.Μ. (2011) 3Α Α.Α.Δ. 20.
Όπως λέχθηκε, η πολιτογράφηση, συνιστά μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης.
Κρίθηκε, πρόσθετα, πως η έννοια της λέξης «παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία», όπως αυτή αναφέρεται στην δεύτερη επιφύλαξη της παραγράφου (2)(δ) του άρθρου 110 του Νόμου, ερμηνεύεται πως καλύπτει και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία που έλαβε χώρα στο παρελθόν, ενώ η παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, δεν καθίσταται νόμιμη εκ του γεγονότος ότι εγκρινόταν μεταγενέστερα αίτημα προσωρινής παραμονής.
Επίσης, στην Motilla v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 29, κρίθηκε πως ο ίδιος ο νόμος, δεν παρέχει, ούτε στη διοίκηση, αλλά ούτε και στο Δικαστήριο περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας ανάλογα με το πόσο μακρά ή σύντομη υπήρξε η διακοπή της νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το θέμα της πολιτογράφησης, άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας και το Δικαστήριο δύσκολα επεμβαίνει στην άσκηση μιας τέτοιας εξουσίας. Κανένας δεν έχει απόλυτο νομικό δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, παρά μόνον προσδοκία να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας, εφ’ όσον, όμως, ικανοποιήσει τον Υπουργό Εσωτερικών ότι συντρέχουν στην περίπτωσή του οι προϋποθέσεις του άρθρου 110(2), κάτι που ο αιτητής δεν πέτυχε στην παρούσα υπόθεση.
Τα ίδια επαναλήφθηκαν και σχετικά προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ε.Δ.Δ. 124/21 Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.12.2025.
Απορριπτέος τυγχάνει και ο λόγος ακύρωσης περί παράβασης του δικαιώματος ακρόασης. Όπως έχει νομολογηθεί, η απόρριψη αίτησης για πολιτογράφηση, ομοίως, η ακύρωση, ή μη ανανέωση άδειας προσωρινής παραμονής υπηκόου τρίτης χώρας, αποτελούν πράξεις έκφανσης της κυριαρχίας ενός κράτους και δεν θεωρούνται, ούτε τιμωρία, ούτε πειθαρχική κύρωση, έτσι ώστε να προκύπτει άμεσα υποχρέωση να ακουστεί ο αιτητής (Joudine ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 500).
Επί της ίδιας θεώρησης, παραπέμπω και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 199/2020 Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.2.2025, από την οποία μεταφέρω το εξής απόσπασμα:-
«Κρίνουμε πως η επίκληση του Εφεσείοντα των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου δεν ενισχύει την πιο πάνω θέση του. Όπως είναι νομολογημένο, οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα και ισχύουν όταν δεν υπάρχει σχετικός κανόνας ο οποίος έχει θεσπισθεί με πράξη νομοθετικού οργάνου και διέπει ειδικά το θέμα. (βλ. Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου Λτδ ν. Δήμου Λάρνακας (2000) 3 ΑΑΔ 345, Reza Ghasemi v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (2006) 3 ΑΑΔ, 383 και Σύγγραμμα Ε. Π. Σπηλιωτοπούλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 7η έκδοση, σελ. 73).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης σε αιτήσεις πολιτογράφησης, δεν προβλέπεται από τον ειδικό Νόμο (Ν.141(Ι)/2002). Περαιτέρω, κρίνουμε πως η έκδοση απόφασης σε αιτήσεις πολιτογράφησης, δεν είναι πειθαρχικής φύσεως, ούτε έχει το χαρακτήρα της κύρωσης, ούτε και είναι δυσμενούς φύσης, ως οι ρητές πρόνοιες του Άρθρου 43 του Ν.158(Ι)/1999. Κάθε αίτηση για πολιτογράφηση, εξετάζεται σύμφωνα με το σύνολο των στοιχείων που έχουν ενώπιον τους οι αρμόδιες αρχές και στηρίζεται στα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Συνιστά συνεπώς, ζήτημα που, όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης».
Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω πως η διοίκηση διεξήγαγε δέουσα έρευνα, αφού έλαβε υπόψη της, όλα τα ενώπιον της στοιχεία και ορθά και νόμιμα απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση, εντός των πλαισίων της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης.
Στη βάση των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.
[1] Η έμφαση προστέθηκε από το Δικαστήριο.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο