CAYAN PADMAPRIYA JAYASINGHE ARACHCHIGE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις αρ. 522/2026, 614/26, 5/10/2026
print
Τίτλος:
CAYAN PADMAPRIYA JAYASINGHE ARACHCHIGE ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις αρ. 522/2026, 614/26, 5/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

(Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις  αρ. 522/2026 (Κ) και 614/26)

                                                                                   (i-Justice)       

 

                             5  Οκτωβρίου 2026

                             [ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

                                                         (Υπόθεση αρ. 522/26 (Κ)

 

 

          CAYAN PADMAPRIYA JAYASINGHE ARACHCHIGE

 

                                                                                           Αιτητής,

                                       και

                 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

    ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση

__________________________________

(Υπόθεση αρ. 614/2026)

          CAYAN PADMAPRIYA JAYASINGHE ARACHCHIGE

 

                                                                                           Αιτητής,

                                       και

                 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

    ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση

––––––––––––––––––––––––––––––––

Παναγιώτης Πιερίδης, δικηγόρος για τον αιτητή.

Γ. Χατζηπροδρόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Οι δύο Προσφυγές και μετά από έκδοση σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου συνεκδικάστηκαν λόγω του ότι το αντικείμενο της Προσφυγής με αρ.614/26 αποτελεί το υπόβαθρο για την έκδοση της διοικητικής απόφασης κατά της νομιμότητας της οποίας στρέφεται η Προσφυγή με αρ. 522/2026.

 

Με την Προσφυγή αρ.522/26 ο αιτητής- και δια των αιτητικών υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Γ)- στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 19.5.2026 να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης καθώς και κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.

Στο σημείο αυτό οφείλει να επισημανθεί ότι η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) δια της οποίας ο αιτητής εξαιτείται την έκδοση διατάγματος για άμεση απελευθέρωση του αιτητή δεν δύναται να αποδοθεί από το παρόν Δικαστήριο, η εξουσία του οποίου είναι αποκλειστικά αναθεωρητικής φύσεως και συνεπώς απορρίπτεται ως μη παραδεκτή.

 

Με την Προσφυγή αρ.614/26 ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 5.5.2026 με την οποία η άδεια παραμονής και εργασίας του ανακλήθηκε δυνάμει άρθρου 18ΥΣΤ(θ) του Κεφ.105 καθότι, ως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή αποκτήθηκε με δόλιο τρόπο.

 

Σημειώνεται ότι η καταχώρηση της Προσφυγής αρ. 614/26 ακολούθησε χρονικά την καταχώρηση της Προσφυγής αρ.522/26.

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης καθώς και από το περιεχόμενο των τριών διοικητικών φακέλων και των απόρρητων εγγράφων της Αστυνομίας που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4 Α και 4Β, ο αιτητής με όνομα Gayan Padnapriya Jayasinghe Arachchige είναι υπήκοος Σρι Λάνκας ο οποίος εισήλθε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 30.9.2006 για σκοπούς φοίτησης. Κατόπιν δε σχετικής αίτησης, του παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής διαμονής ως φοιτητή σε συγκεκριμένο κολλέγιο με ισχύ μέχρι τις 30.9.2007. Ο αιτητής αναχώρησε από τη Δημοκρατία στις  2.8.2013. Κατά την αναχώρηση του και δη στο πλαίσιο διαβατηριακού ελέγχου διαπιστώθηκε, ως καταγράφεται σε σχετική επιστολή της Αστυνομίας ημερομηνίας 8.8.2013, ότι ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από την 1.10.2007.

 

Στις 28.8.2015 αφίχθηκε στη Δημοκρατία ο αλλοδαπός επ΄ ονόματι Charith Ruwinda Dissanayake Dissanayake  Mudiyanselage με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως οικιακός βοηθός σε συγκεκριμένο εργοδότη. Στον αλλοδαπό παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας, η ισχύς της οποίας τύγχανε ανανέωσης κατά καιρούς με την τελευταία εξ αυτών να έχει ισχύ μέχρι την 12.6.2020. Σημειώνεται ότι κατ΄ αυτό το διάστημα ο αλλοδαπός προέβηκε σε διαδοχική αλλαγή εργοδοτών.

 

Στις 13.5.2019, ο αλλοδαπός υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 29.7.2021. Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης, ο αλλοδαπός καταχώρησε την Προσφυγή αρ.6029/2021 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 8.11.2022. Ακολούθως υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 16.10.2023. Στις 12.11.2023 και ένεκα της παράνομης παραμονής του αλλοδαπού στη Δημοκρατία εκδόθηκαν διατάγματα απέλασης και κράτησης του.  Εν τέλει, ο αλλοδαπός επαναπατρίστηκε στη χώρα καταγωγής του αφού πρώτα, ως καταγράφεται σε σχετική επιστολή της ΥΑΜ ημερομηνίας 17.11.2023, έλαβε χρηματικό κίνητρο ύψους €1000 για οικειοθελή αναχώρηση του από τη Δημοκρατία.

 

Ακολούθησε, στις 30.11.2024, η εκ νέου είσοδος του αιτητή στη Δημοκρατία με το ονοματεπώνυμο Gayan Padnapriya Jayasinghe Arachchige για σκοπούς εργασίας ως οικιακός βοηθός σε συγκεκριμένο εργοδότη. Δια τον σκοπό αυτό παραχωρήθηκε στον αιτητή προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας με ισχύ μέχρι τις 30.11.2026. Μετά την υπογραφή συμφωνίας αποδέσμευσης του από τον μέχρι τότε εργοδότη του, η οποία ακολούθησε, ο αιτητής εξηύρε νέο εργοδότη και ως εκ τούτου στις 10.7.2025 εξασφάλισε προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας με ισχύ μέχρι τις 6.5.2027.

 

Ωστόσο-ως προκύπτει από τα ενώπιον μου Τεκμήρια 4Α και 4Β-με επιστολή ημερομηνίας 5.5.2026, το Κλιμάκιο Καταπολέμησης Παράνομης Διακίνησης Μεταναστών ενημέρωνε το Διοικητή της ΥΑΜ ότι ο αλλοδαπός με το όνομα Gayan Padnapriya Jayasinghe Arachchige ήτοι ο αιτητής είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αλλοδαπό επ΄ ονόματι Charith Ruwinda Dissanayake Dissanayake  Mudiyanselage. Στην εν λόγω επιστολή, καταγραφόταν μεταξύ άλλων και στη βάση πληροφοριών που είχαν συλλεχθεί η δράση του αιτητή στη Δημοκρατία καθώς και το όλο το ιστορικό του αιτητή αναφορικά με την παρουσία του στη Δημοκρατία είτε υπό το όνομα Gayan Padnapriya Jayasinghe Arachchige είτε με τ΄όνομα Charith Ruwinda Dissanayake Dissanayake  Mudiyanselage.

 

Οι πιο πάνω πληροφορίες καθώς και το μεταναστατευτικό ιστορικό του αιτητή περιλήφθηκαν στην επιστολή του Διοικητή της ΥΑΜ ίδιας ημερομηνίας προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης. Η εν λόγω επιστολή κατέληγε με την εισήγηση όπως η άδεια παραμονής που κατείχε ο αιτητής ακυρωθεί με σκοπό την απομάκρυνση του από τη Δημοκρατία.

 

Ως εκ τούτου, το Τμήμα Μετανάστευσης με επιστολή του ημερομηνίας 5.5.2026 πληροφορούσε τον αιτητή ότι η άδεια παραμονής και εργασίας του ανακλήθηκε και θεωρείται ως άκυρη δυνάμει άρθρου 18ΥΣΤ(θ) του Κεφ.105 καθότι, ως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή αποκτήθηκε με δόλιο τρόπο.

 

Στις 19.5.2026, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Αστυνομίας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και ακολούθως την ίδια ημέρα εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, έρεισμα των οποίων, αποτέλεσε η κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω του ότι, ως αναγράφεται στις επίδικες αποφάσεις, δεν έχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης (Τεκμήρια 1,2 και 3) και των απόρρητων εγγράφων της Αστυνομίας τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 4 Α και 4Β.

 

Προέχει η εξέταση της Προσφυγής αρ.614/26. Τούτο διότι ως ήδη επεξηγήθηκε η απόφαση που προσβάλλεται δια της εν λόγω Προσφυγής αποτελεί το υπόβαθρο έκδοσης της προσβαλλόμενης με την Προσφυγή αρ.522/26 απόφαση.

Με τη γραπτή της αγόρευση, η πλευρά του αιτήτή προέβαλε ότι η απόφαση των καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 5.5.2026 είναι προϊόν πλάνης καθότι, ως ισχυρίζεται, «ουδέποτε υπήρξε δόλος/απάτη από πλευράς του αιτητή για την έκδοση της άδειας παραμονής του και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 18ΥΣΤ(θ) του Κεφ. 105». Συνεπώς, κατά τον αιτητή και η δοθείσα αιτιολογία είναι εσφαλμένη. Με την απαντητική του αγόρευση ο κ. Πιερίδης τόνισε ότι ο αιτητής δεν προέβηκε σε καμία ψευδή παράσταση για να εξασφαλίσει άδεια εισόδου και την υπό αμφισβήτηση άδεια παραμονής καθώς και ότι δεν κωδικοποιείται ή ποινικοποιείται στο νόμο η μη αποκάλυψη πληροφοριών «και περαιτέρω το πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 18ΥΣΤ δεν διευρύνεται σε άλλες παρελθοντικές άδειες» αλλά αφορά τη συγκεκριμένη άδεια του αλλοδαπού που εκδόθηκε/ανανεώθηκε. Κατά το δε στάδιο των διευκρινήσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος υπόμνησε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία πράγματι να προκύπτουν ότι ο αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία με άλλο όνομα ήτοι δεν υπάρχει οποιαδήποτε έκθεση πραγματογνώμονα που να συγκρίνει τα διαβατήρια των δύο προσώπων ή κάποια διερεύνηση στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης ή έστω ταύτιση δακτυλικών αποτυπωμάτων από την οποία να προκύπτει ότι οι δυο αλλοδαποί με διαφορετικό διαβατήριο και όνομα είναι το ίδιο πρόσωπο.

 

Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πως ορθά και νόμιμα η άδεια παραμονής και εργασίας του αιτητή ανακλήθηκε στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της διοίκησης από τα οποία, ως ειδικότερα τόνισε και κατά το στάδιο των διευκρινήσεων ο κ. Χατζηπροδρόμου, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για τον ίδιο αλλοδαπό o οποίος αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 28.8.2015 με ψευδή στοιχεία υπό το όνομα Charith Ruwinda Dissanayake Dissanayake  Mudiyanselage.

 

Οι ισχυρισμοί του αιτητή θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 18ΥΣΤ του Κεφ.105 για την έκδοση, τροποποίηση ή ανανέωση ενιαίας άδειας πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά σωρεία προϋποθέσεων. Μια εξ΄ αυτών, ως προβλέπεται στο εδάφιο (θ) είναι ότι η διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας στις ελεγχόµενες από την Κυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας περιοχές δεν έχει εξασφαλιστεί µε δόλο ή ψευδείς παραστάσεις.

 

Περαιτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 54 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (Ν 158(Ι)/99), πράξεις που εκδόθηκαν παράνομα μπορούν να ανακληθούν και μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου, αν αυτές εκδόθηκαν έπειτα από δόλια ή απατηλή ενέργεια του ενδιαφερομένου ή αν ο ενδιαφερόμενος ήταν ενήμερος της παρανομίας της πράξης κατά το χρόνο της έκδοσής της ή για λόγους δημόσιου συμφέροντος.

 

Εν προκειμένω από τα ενώπιον μου στοιχεία και δη από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται ως απόρρητα στο Τεκμήριο 4Α και 4 Β προκύπτει ότι το Κλιμάκιο Καταπολέμησης Παράνομης Διακίνησης Μεταναστών και στη βάση πληροφοριών που είχε συλλέξει διαπίστωσε ότι ο αιτητής είχε εισέλθει τρεις φόρες στη Δημοκρατία εξασφαλίζοντας άδεια διαμονής και εργασίας χρησιμοποιώντας όμως διαφορετικό, ανά περίπτωση, όνομα. Συγκεκριμένα κατά την πρώτη του άφιξη στις 7.7.2006 εισήλθε στη Δημοκρατία με το ονοματεπώνυμο Gayan Padnapriya Jayasinghe Arachchige και εξασφάλισε άδεια διαμονής για σκοπούς φοίτησης, την οποία όμως ανανέωσε μόνο μέχρι τις 30.9.2007 με αποτέλεσμα να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία μέχρι τις 2.8.2013 όταν και αναχώρησε από τη Δημοκρατία. Κατά την επανείσοδο του στη Δημοκρατία ο αιτητής, ως καταγράφεται στην εν λόγω επιστολή του Κλιμακίου προς το Διοικητή της ΥΑΜ ημερομηνίας 5.5.2026, αφίχθηκε με άλλα στοιχεία ήτοι υπό το ονοματεπώνυμο Charith Ruwinda Dissanayake Dissanayake  Mudiyanselage. Κατά τη δεύτερη αυτή παραμονή του στη Δημοκρατία ο αιτητής εξασφάλισε άδεια διαμονής για σκοπούς εργασίας ως οικιακός βοηθός. Αφού δε, ως καταγράφεται, προέβηκε σε επανειλημμένες και διαδοχικές αλλαγές εργοδότη και αφού εξάντλησε τον αριθμό εργοδοτών στους οποίους δύνατο να εργοδοτηθεί, δυνάμει των σχετικών κανονισμών, υπέβαλε αίτηση για χορήγηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Απόρριψης, ως περαιτέρω επεξηγείται, έτυχε τόσο η Προσφυγή που καταχώρησε ο αιτητής κατά της νομιμότητας της εν λόγω απορριπτικής απόφασης από το Δ.Δ.Δ.Π όσο και η μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε από την Υπηρεσία Ασύλου. Ένεκα δε της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία, ως περαιτέρω διαπιστώθηκε, συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής και εκδοθήκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Ο αιτητής και αφού έλαβε χρηματικό ποσό ύψους €1000 ως χρηματικό κίνητρο στις 20.11.2023 επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του και τα στοιχεία του, ως σημειώνεται, τοποθετήθηκαν στο stop list ως απαγορευμένου μετανάστη. Κατά δε την τρίτη του είσοδο στη Δημοκρατία, ως επεξηγείται στη ρηθείσα επιστολή, ο αιτητής εισήλθε χρησιμοποιώντας το όνομα που χρησιμοποίησε και κατά την πρώτη του άφιξη ήτοι Gayan Padnapriya Jayasinghe Arachchige εξασφαλίζοντας άδεια εισόδου και περαιτέρω άδεια διαμονής για να εργαστεί ως οικιακός βοηθός.

 

Η πληροφόρηση αυτή μαζί με έτερη πληροφόρηση για τη δράση του αιτητή στη Δημοκρατία καθώς και η καθοριστική ρητή διαπίστωση του Κλιμακίου Καταπολέμησης Παράνομης Διακίνησης Μεταναστών ότι ο αλλοδαπός με το όνομα Gayan Padnapriya Jayasinghe Jayasinghe Arachchige ήτοι ο αιτητής είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αλλοδαπό επ΄ ονόματι Charith Ruwinda Dissanayake Dissanayake  Mudiyanselage, διαβιβάστηκε προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης από το Διοικητή της ΥΑΜ με επιστολή ίδιας ημερομηνίας. Η πιο πάνω άλλωστε πληροφόρηση στην ολότητα της προκύπτει να αποτελεί το περιεχόμενο του ερυθρού 162 του διοικητικού φακέλου (Τεκμήριο 3).

 

Δεν διαβλέπω οτιδήποτε μεμπτό. Καθίσταται φανερό ότι οι αιτιάσεις του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη και ότι η δοθείσα αιτιολογία είναι εσφαλμένη είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Εν προκειμένω ουδεμία αμφιβολία αφήνεται για το ποιες ήταν εκείνες οι συλλεχθείσες πληροφορίες που λήφθηκαν υπόψη και οδηγήσαν, αφού γνωστοποιήθηκαν στη διοίκηση, στη ληφθείσα απόφαση για ανάκληση της άδειας διαμονής και εργασίας του αιτητή. Η χρήση πλαστών εγγράφων και άλλου ονόματος εκ μέρους του αιτητή με σκοπό την (δεύτερη) είσοδο και την νομιμοποίηση της παραμονής του στη Δημοκρατία, αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία τέθηκαν ενώπιον της Διευθύντριας του Τμήματος.

Η δε εισήγηση του αιτητή ότι «το πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 18ΥΣΤ δεν διευρύνεται σε άλλες παρελθοντικές άδειες» αλλά «αφορά τη συγκεκριμένη άδεια του αλλοδαπού που εκδόθηκε/ανανεώθηκε» παραβλέπει αφενός τη σοβαρότητα του ζητήματος αφετέρου δε ότι ο αιτητής δεν έχει κεκτημένο δικαίωμα παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας και πως η όποια νομιμοποίηση της παραμονής του ήτοι η όποια ανανέωση της ισχύος της χορηγηθείσας άδειας διαμονής και εργασίας που κατέχει, τελεί πάντοτε υπό τη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, διεργασία ασφαλώς εμπίπτουσα εντός των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους. Με άλλα λόγια η  περίπτωση του αιτητή, ως και έκαστου αλλοδαπού, καλύπτεται από το κυριαρχικό δικαίωμα της Δημοκρατίας να ελέγχει την είσοδο, παραμονή και διακίνηση ατόμων που δεν είναι πολίτες της Δημοκρατίας στο έδαφος της, περιλαμβανομένου και της δυνατότητας να αποκλείει ως απόρροια της αρχής της εθνικής και εδαφικής της κυριαρχίας, αλλοδαπούς από το έδαφος της. Τούτο δε, ως είναι παγίως νομολογημένο, με μοναδικό περιορισμό να εξετάζει την κάθε περίπτωση με καλή πίστη, κάτι που εν προκειμένω ως διαβλέπω τηρήθηκε (Moyo and another v. Republic (1988) 3 CLR 1203, Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307).

 

Κατά συνέπεια, το γεγονός o αιτητής κατόρθωσε να εισέλθει για τρίτη φορά στη Δημοκρατία και να εξασφαλίσει μάλιστα άδεια διαμονής και εργασίας χωρίς όμως η διοίκηση να γνωρίζει τι είχε προηγηθεί, ουδόλως συνεπάγεται ότι το αρμόδιο όργανο δεν θα μπορούσε να αξιολογήσει και ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου στο οποίο ανάγονται, τα νέα στοιχεία που προέκυψαν και τέθηκαν ενώπιον του αναφορικά με το πρόσωπο και το μεταναστευτικό ιστορικό του αιτητή (Yousife Mohamad v Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20). Συναφώς, στο σημείο αυτό, υπενθυμίζεται, η παγίως νομολογημένη αρχή, η οποία αναγνωρίζει στη διοίκηση σύμφυτο δικαίωμα για ανάκληση διοικητικών πράξεων( KUZICHAVA MARCOU κ.α v Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 107/2020, ημερομηνίας 1.2.22) Σύλβια Π. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 149), O LYKOS SERVICES AND SECURITY SYSTEMS-PRIVATE INVESTIGATORS LTD κ.α και Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 1/2016, ημερομηνίας 20.7.21). Η ενδιάθετη αυτή εξουσία, ως νομολογιακά έχει τονιστεί, είναι συνυφασμένη προς την ίδια την αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου (Αλέξανδρος Σολέας & Υιός ΛΤΔ v Δημοκρατίας (2002 4Β Α.Α.Δ (704) και επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις και δη όταν προκύπτουν νέα γεγονότα που διασαλεύουν το θεμέλιο της απόφασης, την εκ των υστέρων αναθεώρηση του θέματος προς αποκατάσταση της νομιμότητας. Ούτε όμως και η όποια χορήγηση άδειας παραμονής η οποία εξασφαλίσθηκε με τα πραγματικά στοιχεία του αιτητή κατά την τελευταία αυτή είσοδο του στη Δημοκρατία δύναται να ιδωθεί αποσπασματικά από την όλη συμπεριφορά του και να αίρει το στοιχείο της παρανομίας, διαγράφοντας επί της ουσίας το καθοριστικό εύρημα της Αστυνομίας ότι ο αλλοδαπός Charith Ruwinda Dissanayake Dissanayake  Mudiyanselage ήταν ακριβώς ο ίδιος ο αιτητής.

 

Απορριπτέα κρίνεται και η θέση του αιτητή ότι δήθεν δεν υφίστανται στοιχεία από τα οποία πράγματι να προκύπτουν ότι ο αιτητής εισήλθε στη Δημοκρατία με άλλο όνομα ήτοι ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε έκθεση πραγματογνώμονα που να συγκρίνει τα διαβατήρια των δύο προσώπων  ή κάποια διερεύνηση στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης ή έστω ταύτιση δακτυλικών αποτυπωμάτων από την οποία να προκύπτει ότι οι δυο αλλοδαποί με διαφορετικό διαβατήριο και όνομα είναι το ίδιο πρόσωπο. Ο αιτητής σαφώς παραβλέπει ότι η απόφαση της διοίκησης δεν στηρίχθηκε σε αδιευκρίνιστης και άγνωστης πηγής, γενικές πληροφορίες, αλλά τουναντίον σε επαρκές πραγματικό και αιτιολογικό έρεισμα, το οποίο αποτέλεσε απότοκο συλλογής πληροφορίων από κατάλληλη και αξιόπιστη πηγή, όπως την Αστυνομία του κράτους. Με τη λήψη αυτών των δεδομένων, δεν απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση, ούτε προσκόμιση άλλου εγγράφου προς περαιτέρω επιβεβαίωση των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν από κατάλληλη πηγή όπως η Αστυνομία, αφού κάτι τέτοιο, θα αντέβαινε στην φύση και τη λειτουργία της (Eddine v Δημοκρατίας 2008 (3 ΑΑΔ 95) INAD M. AL. HAMDAN v Δημοκρατίας (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 141/2018, ημερομηνίας 6/3/24). Καθίσταται δε σαφές ότι το βάρος απόδειξης, δεν ήταν στους ώμους της διοίκησης προκειμένου να αποδείξει ή να διερευνήσει περαιτέρω τα ευρήματα της Αστυνομίας. Τουναντίον εναπόκειτο στον αιτητή να αποδείξει ότι οι δυο αλλοδαποί δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο και να κλονίσει το τεκμήριο νομιμότητας που περιβάλλει την επίδικη κρίση (Γιώργου Θεοφάνους v Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 142/19, ημερομηνίας 25/1/24) Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού κ.ά., (ΑΕ Αρ. 129/2015, ημερομηνίας 2/11/2022), ECLI:CY:AD:2022:D417.

 

Απορριπτέα θα πρέπει να κριθεί και η γενική αναφορά του αιτητή ότι στη σχετική επιστολή ημερομηνίας 5.5.2026 δεν υπήρξε ενημέρωση για τα μέσα θεραπείας κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν 158(Ι)/99. Σε συμφωνία με την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση αρκεί να σημειωθεί ότι και με δεδομένο ότι ο αιτητής καταχώρησε εμπρόθεσμα Προσφυγή κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδέν δυσμενή επηρεασμό υπέστη στα δικαιώματα του και συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης εγείρεται αλυσιτελώς (Χατζηγεωργίου v. Δημοκρατίας Αναθεωρητική Έφεση (2013) 3 Α.Α.Δ 108) KUZICHAVA MARCOU κ.α v Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 107/2020, ημερομηνίας 1.2.22).

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, καταλήγω πως η προσβαλλόμενη απόφαση των καθ΄ων η αίτηση για ανάκληση της άδειας παραμονής και εργασίας του αιτητή η οποία σηματοδοτούσε την παράνομη παραμονή του αιτητή στη Δημοκρατία και η οποία αποτέλεσε το υπόβαθρο για την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και την έκδοση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης ήταν καθόλα νόμιμη και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον της διοίκησης, στοιχείων.

 

 Συνεπώς η Προσφυγή αρ.614/2026 απορρίπτεται, η δε προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 5.5.2026 επικυρώνεται.

 

Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα όσα ο αιτητής εισηγείται στα πλαίσια της Προσφυγής αρ.522/26, οφείλει να σημειωθεί ότι η πλευρά του αιτητή απέσυρε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων το λόγο ακύρωσης που προβλήθηκε περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε τα προσβαλλόμενα διατάγματα, ως αυτός εκτέθηκε στις γραπτές του αγορεύσεις.

 

Προέχει η εξέταση της εισήγησης του αιτητή ότι η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ήταν πρόωρη και παράτυπη και τούτο, ως εισηγείται, διότι  «δεν έγινε κοινοποίηση της επιστολής ημερ. 5/5/26 πριν τη σύλληψη του αιτητή και έκδοση των επίδικων διαταγμάτων» γεγονός που καθιστά τη διοικητική πράξη της ανάκλησης της άδειας παραμονής του αιτητή μη ολοκληρωμένη (ως internum) και συνακόλουθα το υπόβαθρο επί του οποίου εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, παράνομο. Κατά τον αιτητή η αναγραφή στην ίδια την επιστολή ότι αυτή ταχυδρομήθηκε στις 5.5.2026 δεν έχει αποδεικτική αξία αφού πουθενά στο διοικητικό φάκελο δεν υπάρχει ένδειξη πότε και εάν πράγματι ταχυδρομήθηκε και από ποιον. Σημειώνει δε περαιτέρω ότι ο χρόνος που απαιτείται και είναι νομολογιακά αποδεκτός να φθάσει μία επιστολή στον προορισμό της με το κοινό ταχυδρομείο είναι περίπου 7-10 ημέρες ενώ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο διοικούμενος δεν ανοίγει καθημερινώς το ταχυδρομικό κιβώτιο της κατοικίας του, αλλά κάθε 3 με 4 ημέρες. Καταλήγει δε ο αιτητής ότι «ενόψει του ότι ουδέποτε επιδόθηκε στον αιτητή απόφαση ανάκλησης της άδειας παραμονής του την επιστολή ημερ. 5/5/26 προ της σύλληψης του, η ισχυριζόμενη απόρριψη ημερ. 5/5/26 δεν μπορεί να αποτελέσει εκτελεστή πράξη παρά μόνον με την κοινοποίησή της και άρα ως τέτοια ουδέποτε κατέστη ικανή να θέσει σε κίνηση όλες εκείνες τις έννομες συνέπειες και προϋποθέσεις που θα καθιστούσαν την παραμονή του Αιτητή ως παράνομη προ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων.» Περαιτέρω η πλευρά του αιτητή διατείνεται ότι η μη έγκαιρη κοινοποίηση της εν λόγω επιστολής αποστέρησε από τον αιτητή και το εύλογο χρονικό διάστημα που του παραχωρήθηκε δια αυτής για να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία.

 

Ο ισχυρισμός του αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς οφείλει να υπομνησθεί ότι ο αιτητής δεν απώλεσε το δικαίωμα του να προσφύγει κατά της νομιμότητας της απόφασης ανάκλησης της άδειας παραμονής του αλλά ούτε και το δικαίωμα η Προσφυγή αυτή να τύχει εξέτασης πριν από την εξέταση της Προσφυγής του που στρέφεται κατά της νομιμότητας των διαταγμάτων. Επομένως το κατά πόσο έλαβε γνώση ή μη της εν λόγω απόφασης πριν από τη σύλληψη του και έκδοση των επίδικων διαταγμάτων στις 19.5.2026 είναι αδιάφορο και ουδόλως μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων, αφού καθοριστικό παραμένει ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων η εν λόγω απόφαση είχε ήδη εκδοθεί και συνεπώς ο αιτητής δεν κατείχε κανένα δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία. Η θέση του αιτητή ότι η μονή εκτελεστή απόφαση θα ήταν αυτή που θα κοινοποιείτο στον αιτητή ουδόλως ευσταθεί αφού η μόνη εκτελεστή πράξη είναι και παραμένει η απόφαση της Διευθύντριας για ανάκληση της άδειας διαμονής και εργασίας του αιτητή ανεξαρτήτως του πότε και πως αυτή κοινοποιήθηκε στον αιτητή. Συνεπώς το όλο ζήτημα, ως το θέτει ο αιτητής, προφανώς και δεν συναρτάται με το ζήτημα της εκτελεστότητας, παρά μόνο αφορά στη δυνατότητα για λήψη γνώσης της απόφασης η οποία συναρτάται μόνο με το ζήτημα έναρξης της προθεσμίας καταχώρησης της Προσφυγής.  Τέτοιο ζήτημα όμως ουδόλως τέθηκε αφού η Προσφυγή αρ.614/26 καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα.

 

Εν πάση περιπτώσει και για σκοπούς πληρότητας σημειώνω και τα ακόλουθα:

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης επιβεβαιώνεται με τρόπο αναντίλεκτο ότι η τελευταία δεδηλωμένη διεύθυνση διαμονής του αιτητή ήταν η οδός Ανδρέα Παρασκευά 21, Στρόβολος, Λευκωσία, Ταχ. Κώδικα  2024, διεύθυνση την οποία ο ίδιος ο αιτητής κατονόμασε ως τόπο διαμονής του σε σχετική αίτηση που υπέβαλε στο Υπουργείο Εσωτερικών και η οποία παραλήφθηκε στις 28.5.2026 για ανανέωση της άδειας διαμονής του λόγω αλλαγής εργοδότη (ερυθρό 88 του Τεκμηρίου 3). Μάλιστα η εν λόγω διεύθυνση καταγράφεται και στην τελευταία εκδοθείσα προσωρινή άδεια διαμονής και εργασίας του αιτητή ημερομηνίας 10.7.2025 (ερυθρό 90 του Τεκμηρίου 3).

 

Σημειώνεται ότι η πλευρά του αιτητή ουδόλως αμφισβήτησε ότι η εν λόγω διεύθυνση συνιστά και την τελευταία δηλωθείσα εκ του αιτητή διεύθυνση διαμονής. Το μόνο δε που αντέτεινε είναι ότι η εν λόγω επιστολή δεν κοινοποιήθηκε πριν από τη σύλληψη του αιτητή και την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων στις 19.5.2026. Έπεται ότι αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η επιστολή αυτή πράγματι απεστάλη και πότε στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής του αιτητή.

 

Εν προκειμένω παρατηρώ ότι η επιστολή ημερομηνίας 5.5.2026 (ερυθρό 93 του Τεκμηρίου 3), το περιεχόμενο της οποίας παρέχει πληροφόρηση για την απόφαση ανάκλησης της άδειας διαμονής του αιτητή, απευθύνεται προς τον αιτητή και φέρει σχετική σημείωση ότι η επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και αποσταλεί στη τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του αιτητή στις 5.5.2026 συνοδευόμενη μάλιστα και από σχετική υπογραφή της λειτουργού κας Ειρήνης Κάργα. Περαιτέρω δε ως παρατηρώ τόσο ο αριθμός του ταχυδρομικού κώδικα όσο και η διεύθυνση που αναγράφεται στη συγκεκριμένη επιστολή ως διεύθυνση αποστολής είναι αυτοί που ο ίδιος ο αιτητής είχε δηλώσει στη τελευταία αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής του προς τη διοίκηση.

Σημειώνεται δε ότι η γενική αναφορά του αιτητή ότι δεν έχει αποδεικτική αξία η εν λόγω καταγραφή περί ταχυδρόμησης της επιστολής επειδή δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη σχετική καταγραφή στο φάκελο εμφανώς παραβλέπει ότι η εν λόγω καταγραφή της διοίκησης περιβάλλεται από το τεκμήριο κανονικότητας, το οποίο ο αιτητής ουδόλως κατόρθωσε, ως η υποχρέωση του, να κλονίσει (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).

 

Στη βάση των ανωτέρω και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν εντοπίζω από το διοικητικό φάκελο η επιστολή αυτή να έχει επιστραφεί στον αποστολέα της, δημιουργείται, συνεπώς, τεκμήριο παράδοσης και λήψης της επιστολής ημερομηνίας 5.5.2026.

 

Κατά πάγια νομολογία όταν μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, αλλά δεν έχει επιστραφεί, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο παράδοσης στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά. (2003) 1 ΑΑΔ 670, Άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 415 Σάββα ν. Δημοκρατίας (Αναθ. Έφεση Αρ. 49/2012, ημερομηνίας 7.2.2018 Theodorou v. The Abbot of Kykko Monstery (1965)1 C.L.R.9, 18). Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Ιακώβου και Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ. αρ. 63/20, ημερ. 24/1/ 25) με αναφορά στο δικαστικό λόγο της Δημοκρατία v. Μ.Ε Λεωφορεία Αμμοχώστου Λτδ, ημερομηνίας (Ε.Δ.Δ. 57/2018, ημερ. 9/2/2024) τονίστηκε πως δεν επιβάλλεται η αποστολή της επιστολής με συστημένο ταχυδρομείο και πως η φράση «με τη συνηθισμένη πορεία του ταχυδρομείου» που αναφέρεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 1 σημαίνει τη λήψη της επιστολής σε 2 με 3 μέρες. Επισημάνθηκε δε με αναφορά στις Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 και HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(A) C.L.R 52, πως εναπόκειται σε ένα αιτητή να αποδείξει ότι παρέλαβε εκπρόθεσμα ή καθόλου την διοικητική απόφαση και πως εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό θα πρέπει να τον τεκμηριώσει.

 

Επομένως, σύμφωνα και με τη πάγια νομολογία, η πλευρά του αιτητή είχε πλέον το βάρος να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο παραλαβής και εναπόκειτο σ΄αυτήν να αποδείξει ότι η επιστολή που ταχυδρομήθηκε στις 5.5.2026 και η οποία έφθασε στον προορισμό της 2-3 ημέρες μετά την αποστολή της ήτοι το αργότερο μέχρι και τις 9.5.2026 δεν κοινοποιήθηκε στον αιτητή ή παραλήφθηκε αργότερα από τις 19.5.2026, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση απέτυχε να πράξει (Taranjit Singh v Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.86/22, ημερομηνίας 20/7/22) Eze v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ Αρ.36/2016, ημερ.19. 5.2022).

Συνεπώς ο αιτητής μέχρι και τις 19.5.2026 που συνελήφθη είχε στη διάθεση του επαρκή χρόνο για να αναχωρήσει οικειοθελώς από τη Δημοκρατία δοθέντος μάλιστα ότι δια της επιστολής ημερομηνίας 5.5.2026 η διοίκηση καλούσε τον αιτητή να αναχωρήσει άμεσα από τη Δημοκρατία, αλλιώς, ως καταγράφετο, θα λαμβάνονταν μέτρα για την απομάκρυνσή του, κάτι που ο αιτητής δεν έπραξε.

 

Αυτό που εν προκειμένω εντοπίζεται και στη βάση των προεκτεθείσων διαπιστώσεων και της κατάληξης αναφορικά με την Προσφυγή αρ. 614/26 είναι ότι ο αιτητής, κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων ημερομηνίας δεν διέθετε καθεστώς νόμιμης διαμονής στη Δημοκρατία. Επομένως διαπιστώνεται ότι ο αιτητής και επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6(1) του Κεφ.105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του ήτοι στις 19.5.2026 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, αφού, ως άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στη δοθείσα αιτιολογία της απόφασης για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη αλλά και του διατάγματος απέλασης, δεν είχε δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία.

 

Επομένως οι ισχυρισμοί του αιτητή που εγείρονται στα πλαίσια της Προσφυγής αρ.522/26, περί εσφαλμένης νομικής βάσης και μη επαρκούς αιτιολογίας του επίδικου διατάγματος απέλασης απορρίπτονται συλλήβδην ως ανεδαφικοί, αφού ουδεμία αμφιβολία αφήνεται ως προς την ορθότητα και τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση του.

 

Περαιτέρω εισηγείται ο αιτητής ότι εσφαλμένα και κατά παραβίαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ.105 εκδόθηκε το διάταγμα κράτησης αφού δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 18ΟΔ για ύπαρξη κινδύνου διαφυγής.  Η δε απόφαση για έκδοση του διατάγματος κράτησης είναι αναιτιολόγητη ενώ λήφθηκε χωρίς να εξεταστεί από τη Διευθύντρια η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και χωρίς να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας. Κατά την πλευρά του αιτητή δεν υφίστατο κανένας κίνδυνος διαφυγής δεδομένου ότι η διεύθυνση διαμονής του αιτητή ήταν δηλωμένη.

 

Δεν θα συμφωνήσω με τους ισχυρισμούς του αιτητή. Όπως ρητά αναγράφεται και επεξηγείται και στο ίδιο το διάταγμα κράτησης διαπιστώθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1)(α) του Κεφ.105 ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή, λόγω του ότι είναι αρνητικός στον επαναπατρισμό του, χωρίς να υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Συνεπώς τα όσα ο αιτητής αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση περί ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας και περί του ότι δεν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής, ουδόλως αντικρούουν τα όσα νομίμως καταγράφονται στην ίδια την αιτιολογία του διατάγματος κράτησης και τα οποία επιβεβαιώνονται ευθέως από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης. Άλλωστε η πλευρά του αιτητή ουδόλως αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν αρνητικός στο επαναπατρισμό του. Παρεμβάλλεται δε ότι ούτε η αναφορά του αιτητή ότι δεν ελλόχευε κανένας κίνδυνος διαφυγής του διότι η διεύθυνση διαμονής του ήταν δηλωμένη στις αρχές μπορεί να αναιρέσει τη νομιμότητα των πιο πάνω διαπιστώσεων των καθ΄ων η αίτηση και να επηρεάσει τη νομιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος, στη βάση και των στοιχείων που ήταν ενώπιον της διοίκησης αναφορικά με το ιστορικό του αιτητή.

 

Συναφώς επισημαίνεται ότι η έκδοση διατάγματος κράτησης για σκοπούς απέλασης, αποτελεί παρεχόμενη εξουσία του άρθρου 14(1) του Κεφ.105, η οποία σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 ΠΣΤ(1), επιτρέπεται ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εξουσία η οποία κατά την κρίση μου, εύλογα ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση ένεκα και του ιστορικού του αιτητή καθώς και της στάσης του ίδιου του αιτητή, η οποία αντικατοπτρίζεται στο περιεχόμενο της επιστολής ΥΑΜ ημερομηνίας 19.5.2026, στην οποία καταγράφεται ρητώς ότι ο αιτητής «ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του» καθώς και της συναφούς διαπίστωσης ότι «υπάρχει πιθανότητα διαφυγής του [.] αφού αυτός δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του να αναχωρήσει» κάτι που συνιστά δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής (βλ. σχετικά άρθρο 18ΟΔ). Άλλωστε και κατά πάγια νομολογία η κήρυξη ενός προσώπου ως παράνομου εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής ανά πάσα στιγμή (Mensah ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ.5735/13, ημερομηνίας 9/8/2013) El Khouri v. Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ.716/2014, ημερομηνίας 24/6/2016) Bibilashvili και Δημοκρατίας (Υπόθεση Αρ. 1954/2022(Κ), ημερομηνίας 20/12/22). Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής του αιτητή χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς έρευνας ή πλάνης ή παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της. Επομένως το επίδικο διάταγμα κράτησης το οποίο είναι προορισμένο για να διαφυλάξει την υλοποίηση του διατάγματος απέλασης εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και είναι επαρκώς αιτιολογημένο (Κ.Α.Α. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.1242/2022 ημερομηνίας 18/8/2022) G. S. D. A. M. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023, ημερομηνίας 9/6/23) M.I.U.H και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 1507/23(Κ), ημερομηνίας 25/10/23).

 

Περαιτέρω και στο στάδιο αυτό, οφείλει να επισημανθεί, ότι η πλευρά του αιτητή απέσυρε κατά το στάδιο των διευκρινήσεων το λόγο ακύρωσης που τίθεται στη γραπτή του αγόρευση ήτοι περί μη ορθής εφαρμογής των άρθρων 18ΠΣΤ και 18 ΟΔ του Κεφ. 105, κατά το σκέλος που αυτός εδράζετο στη θέση ότι η επιστολή ημερομηνίας 19.5.2026 δεν συνιστά απόφαση επιστροφής εφόσον αυτή δεν προηγήθηκε της έκδοσης των διαταγμάτων τα οποία ήταν ήδη εκδομένα και επισυνάπτονταν σε αυτή. Παρεμβάλλεται δε –και μάλλον εκ του περισσού- ότι καθόλα ορθά η  πλευρά του αιτητή απέσυρε το συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης αφού δια της επιστολής ημερομηνίας 19.5.2026 ο αιτητής κηρύσσεται ως απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105 και του επιβάλλεται υποχρέωση επιστροφής δια των επίδικων διαταγμάτων[1], γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την εν λόγω επιστολή όπου ρητώς αναγράφεται ότι συνεπεία («consequently») της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη εκδοθήκαν τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασής του, ώστε να μην τίθεται βασίμως ζήτημα ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, δεν υφίστατο ήδη απόφαση επιστροφής του αιτητή εν τη εννοία των προαναφερόμενων άρθρων (βλ. Δημοκρατία v. KARSANG DORJE LAMA (Ε.Δ.Δ αρ.15/25, ημερομηνίας 4/12/25, S.S v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ αρ.34/25, ημερομηνίας 27/2/26).

 

Ωστόσο, οφείλει να αποσαφηνιστεί ότι ο κ. Πιερίδης ενέμεινε στη θέση του ότι δεν επιτρέπεται με την απόφαση επιστροφής να μη δίδεται χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, θέση την οποία προχωρώ να εξετάσω.

 

Ειδικότερα υποβάλλεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105 καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες που επιβάλλουν την έκδοση απόφαση επιστροφής, η οποία να προβλέπει χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης που να κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών, ως προβλέπεται στο άρθρο 18ΟΘ. Πρόσθετα διατείνεται ότι ο αιτητής δεν ενημερώθηκε δεόντως για το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί απαγορευμένος μετανάστης, σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972), παρά μόνο έλαβε για πρώτη φορά γνώση περί τούτου με την επίδοση σε αυτόν των επίδικων διαταγμάτων.

 

Δεν θα συμφωνήσω. Καθίσταται σαφές ότι οι καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχεται από τις πρόνοιες της  παραγράφου (4)  του  άρθρου 18ΟΘ του Κεφ.105 να μην χορηγήσουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, εφόσον, όπως νομίμως ήδη κρίθηκε, υπήρχε κίνδυνος διαφυγής του. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:

 

«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»

(η έμφαση προστέθηκε)

Υπενθυμίζεται δε ότι ο αιτητής και για τους λόγους που ενδελεχώς εξηγήθηκαν ανωτέρω παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία, δηλώνοντας μάλιστα, ακόμα και κατά το χρόνο σύλληψης του, στους αστυνομικούς της ΥΑΜ, την άρνηση του για να επιστρέψει στη χώρα του. Συνεπώς και στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, η κρίση της διοίκησης να μην παραχωρήσει στον αιτητή χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση, κρίνεται ορθή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας (G.S.D.A.M και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 626/2023(Κ) (i-Justice), ημερομηνίας 9/6/23), V.E.A v Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.583/2023 (i-JUSTICE), ημερομηνίας 2/6/23). Άλλωστε και υπό μορφή σχολίου δεν μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι ο αιτητής είχε ήδη κληθεί να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία δια της επιστολής ημερομηνίας 5.5.2026, κάτι που εν προκειμένω και πάλι δεν έπραξε.

 

Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπό αναφορά Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972, τον οποίον επικαλείται η πλευρά του αιτητή, ουδόλως συναρτά τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με την προϋπόθεση προηγηθείσας ειδοποίησης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη (Mensah ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ.5735/2013, ημερ. 31.5.2017, M.S v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ.164/2021, ημερ. 12.3.2021). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου  Islam ν. Δημοκρατίας (Υποθ. Αρ. 997/2013, ημερομηνίας 9.7.2013) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Παρατηρείται ότι ο Κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε συσχετίζει την έκδοση του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγηθείσα ειδοποίηση ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε απαγορευμένο μετανάστη. Εκείνο που προνοεί είναι ότι πρέπει να επιδοθεί ειδοποίηση περί του γεγονός ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα της Κ.Δ.Π 242/72. Αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα, αλλά δεν είναι επιτακτική η προηγούμενη ειδοποίηση, θεωρούμενης μάλιστα ως ουσιώδους τύπου».

 

Απορριπτέοι δε κρίνονται και οι ισχυρισμοί του αιτητή περί κατάχρησης και παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αιτητή.  Αρκεί δε να επισημανθεί ότι αφ΄ης στιγμής οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν δυνάμει συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή των προνοιών του Κεφ.105, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, οι οποίες έχουν μόνο συμπληρωματικό χαρακτήρα εκεί όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191) και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α. (Αναθεωρητική Έφεση αρ.19/11, ημερομηνίας 22/12/2016).

 

Ούτε όμως ευσταθεί η γενική και αποσπασματική αναφορά του αιτητή ότι δεν απασχολήσαν τη διοίκηση οι οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του αιτητή αφού, ως το περιεχόμενο των ενώπιον μου φακέλων επιβεβαιώνει, δεν τέθηκαν από μέρους του αιτητή οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις τις οποίες η διοίκηση παρέλειψε να εξετάσει. Αντιθέτως από τα στοιχεία τα οποία ήταν ενώπιον των καθ΄ων η αίτηση κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, ως αυτά περιλαμβάνονται στο διοικητικούς φακέλους της υπόθεσης, προκύπτει ότι ήταν ο ίδιος ο αιτητής που δήλωνε αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση «άγαμος» στα πλαίσια της τελευταίας υποβληθείσας αιτήσεως του για ανανέωση της άδειας παραμονής του για σκοπούς εργασίας του ως οικιακός βοηθός .

 

Τελικώς δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε η θέση του αιτητή ότι θα έπρεπε της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων να προηγηθεί «η ετοιμασία έκθεσης-εισήγησης ή άλλου έγγραφου που να δηλώνει την οποιαδήποτε επεξεργασία/αξιολόγηση της εισήγησης της ΥΑΜ (για κράτηση και απέλαση) από λειτουργό του Τμήματος Μετανάστευσης και/ή του προσώπου που αποφάσισε την κράτηση». Αφενός διότι ο αιτητής ουδόλως υπέδειξε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη που να επιβάλλει την ετοιμασία τέτοιου εγγράφου αφετέρου δε θα πρόσθετα ότι η τιθέμενη χειρόγραφη υπογραφή της Ανώτερης Λειτουργού Μετανάστευσης ίδιας ημερομηνίας επί της ρηθείσας επιστολής της ΥΑΜ είναι αρκετή για να καταδείξει τη συμφωνία των καθ΄ων η αίτηση με το περιεχόμενο της, περιλαμβανομένου δε και των όσων καταγράφονται περί της μη παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και της τελικής εισήγησης για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων (VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερ. 27/9/23).

                 

Καταληκτικά επισημαίνω ότι η απόφαση έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων υπήρξε σύννομη και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023).

 

Στη βάση των ανωτέρω, ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Κατά συνέπεια, η Προσφυγή αρ.522/26 θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη.

Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους οι Προσφυγές αποτυγχάνουν και απορρίπτονται και οι επίδικες αποφάσεις επικυρώνονται με έξοδα €1700 εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

                                                   Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.

 

 

 



[1] Σημειώνεται ότι αποτέλεσε κοινή θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων ότι η απόφαση ημερομηνίας 5.5.2026 δια της οποίας ο αιτητής πληροφορείτο για την ανάκληση της άδειας διαμονης του δεν συνιστούσε την απόφαση επιστροφής.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο