ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 539/2026 (Κ)
16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
KEMOKAI HAJI MALIKIE
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ' ων η αίτηση
-------------------
Νατάσα Στυλιανού, για NATASA STYLIANOU & CO LLC, για τον Αιτητή Χαράλαμπος Καστάνας, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα τριών συναφών πράξεων των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 27.4.2026, ήτοι της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 (εφεξής «ο Νόμος»), του διατάγματος απέλασής του δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου, με πενταετή απαγόρευση επανεισόδου και του διατάγματος κράτησής του δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α) του Νόμου, λόγω κινδύνου διαφυγής. Περαιτέρω αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απέλασή του στη Σιέρρα Λεόνε είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων που έχουν κατατεθεί (Φάκελος Υπηρεσίας Ασύλου ως Τεκμήριο 1 και Φάκελος Τμήματος Μετανάστευσης ως Τεκμήριο 2), ο Αιτητής, υπήκοος Σιέρρα Λεόνε, εισήλθε στη Δημοκρατία παράτυπα και στις 28.6.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Η αίτηση απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στις 21.3.2022 και κατά αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ’ αρ. 1999/2022 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (εφεξής «το ΔΔΔΠ»), η οποία απορρίφθηκε στις 14.7.2023.
Στις 22.8.2023 ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τότε τον Αιτητή ζήτησε εκ μέρους του από τον Υπουργό Εσωτερικών αλλαγή του καθεστώτος παραμονής του και άδεια εργασίας ως καθαριστή, δηλώνοντας ότι ο Αιτητής «εργάζεται αδιάλειπτα» από την άφιξή του (βλ. Τ.2, ερυθ. 14 και 15). Στις 27.9.2023, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης απάντησε ότι το αίτημα δεν μπορεί να εξεταστεί, καθότι ο Αιτητής είναι απορριφθείς αιτητής ασύλου εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής, και τον κάλεσε να αναχωρήσει άμεσα (βλ. Τ.2, ερυθ. 16).
Ο Αιτητής δε συμμορφώθηκε με την απόφαση επιστροφής και, στις 11.2.2025, υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη αυθημερόν, κατόπιν έκθεσης της αρμόδιας λειτουργού. Στην απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση υποβλήθηκε για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την επιστροφή του (βλ. Τ.1, ερυθ. 109). Στις 23.12.2025 υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, επαναλαμβάνοντας τον ισχυρισμό που είχε προβάλει και στην αρχική αίτηση και στην πρώτη μεταγενέστερη, ότι δηλαδή ήρθε για άσυλο στην Κύπρο επειδή στη χώρα του απειλούν να τον σκοτώσουν, ενώ δήλωσε επίσης ότι είναι πληγωμένος (βλ. Τ.1, ερυθ. 139). Η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι ο ισχυρισμός είχε εξεταστεί και απορριφθεί προηγουμένως και δεν αποτελούσε νέο στοιχείο (βλ. Τ.1, ερυθ. 137), απορρίπτοντας και αυτή την αίτηση ως απαράδεκτη στις 29.12.2025, με τη διευκρίνιση ότι η προηγούμενη απόφαση επιστροφής της 21.3.2022 παραμένει σε ισχύ και του δόθηκε νέα προθεσμία οικειοθελούς αναχώρησης επτά ημερών.
Ως προς τη διαμονή του, ο Αιτητής διέμενε αρχικά στο Κέντρο Υποδοχής Πουρνάρα και στη συνέχεια δήλωσε διεύθυνση στην Πάφο (βλ. Τ.1, ερυθ. 27). Έκτοτε, με όσα δήλωνε ο ίδιος, άλλαξε άλλους τρεις τόπους διαμονής (δύο στη Λεμεσό και μια στη Λάρνακα - βλ. Τ.2, ερυθ. 62). Στις 14.1.2026 το κινητό του τηλέφωνο φερόταν αποσυνδεδεμένο και η διπλοσυστημένη επιστολή προς την τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση με τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή του επιστράφηκε ως «αζήτητο» (βλ. Τ.1, ερυθ. 141 έως 143).
Στις 27.4.2026 ο Αιτητής, μαζί με άλλον αλλοδαπό, εντοπίστηκε από μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας Λεμεσού (εφεξής «η ΥΑΜ») στον Ύψωνα και συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Ο αστυνομικός που τον συνέλαβε κατέθεσε ότι εξήγησε τους λόγους σύλληψης και ότι ο Αιτητής απάντησε «ΟΚ», ενώ ο Αιτητής αρνήθηκε να υπογράψει όταν ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του (βλ. Τ.2, ερυθ. 17). Στην έκθεση της ΥΑΜ προς τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (εφεξής «η Διευθύντρια»), η οποία αφορά και τους δύο αλλοδαπούς και καταγράφει το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή ως Α/Α 2, αναφέρεται ότι εναντίον τους δεν εκκρεμεί ποινική υπόθεση ή ένταλμα, ότι τα διαβατήριά τους δεν ήταν διαθέσιμα, ότι δεν κατείχαν εισιτήρια επιστροφής και ότι παρέμεναν παράνομα «σε άγνωστο μέρος», και συνεχίζεται ως εξής: «Κάτω από τις πιο πάνω περιστάσεις και επειδή είναι σίγουρο ότι εάν αφεθούν ελεύθεροι θα εξαφανιστούν λόγω μη ύπαρξης σταθερού τόπου διαμονής, μη συμμόρφωσης τους σε απορριπτικές αποφάσεις της Υπηρεσίας ασύλου, της μη επιθυμίας τους για επαναπατρισμό και λόγω του ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης γίνεται εισήγηση όπως εναντίον τους εκδοθούν διατάγματα κράτησης και απέλασης για να καταστεί δυνατή η άμεση εκδίωξη τους από την Κύπρο.». Αυθημερόν, η Διευθύντρια εξέδωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, στις οποίες μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο Αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ), καθότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 14.7.2023, διαπιστώνοντας παράλληλα ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής και πως δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, λόγω της άρνησης του για επαναπατρισμό.
Έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, συμπεριλαμβανομένων των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων και του περιεχομένου των διοικητικών φακέλων. Καταλήγω, για τους λόγους που αναλύω κατωτέρω, ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί και ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν νόμιμα, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση και κατόπιν επαρκούς, υπό τις περιστάσεις, έρευνας και αιτιολογίας.
Κατ’ αρχάς, διαπιστώνω ότι, οι αναφορές που γίνονται στις αγορεύσεις των διαδίκων σε δημόσια και εθνική ασφάλεια, δημόσια τάξη, καταδίκη, άρθρο 6(1)(δ) του Νόμου, άρθρα 9Δ και 9ΣΤ του Ν.6(Ι)/2000, Οδηγία 2013/33/ΕΕ, Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας, άρθρο 9 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης και Ομάδα Εργασίας του ΟΗΕ για την Αυθαίρετη Κράτηση, καθώς και οι ισχυρισμοί ότι ο Αιτητής είναι «καταζητούμενος» στη χώρα του και ότι δεν υπάρχει διάταγμα απέλασης σε ισχύ λόγω αιτήματος ασύλου, είναι λανθασμένοι, πεπλανημένοι και δε σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, καθώς δεν προκύπτουν από τα επίδικα διατάγματα ή το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων. Ουδέποτε η Υπηρεσία Ασύλου ή το Τμήμα Μετανάστευσης ασχολήθηκε ή έθεσε τέτοια ζητήματα σχετικά με τον Αιτητή και συνεπώς ως μη σχετικές απορρίπτονται.
Επισημαίνω επίσης εκ προοιμίου ότι ο δικαστικός έλεγχος στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος περιορίζεται στα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων, ήτοι στις 27.4.2026. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου M.S.A. Limon ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 126/2021, ημερομηνίας 20.4.2022, λέχθηκε ότι:
«Η ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με μεταγενέστερα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης γεγονότα δεν ήταν ορθή αφού τα γεγονότα αυτά δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης. Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, ως αναθεωρητικού Δικαστηρίου εξαντλείτο στα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο της Διοικητικής Πράξης. Δηλαδή της πράξης ή των πράξεων ημερ. 13.8.2021. Γι΄αυτό και δεν μπορούσε αλλά ούτε είχε δικαιοδοσία να ελέγξει τη νομιμότητα της κράτησης ως προς τη διάρκεια της, θέμα που ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη διαδικασία ελέγχου που αφορούσε προνομιακό ένταλμα habeas corpus, ως κατ΄επανάληψη έχει νομολογηθεί.»
Ο Αιτητής προβάλλει ότι, κατά την κράτησή του, δεν του παρέχεται ιατρική φροντίδα και ότι δέχεται ψυχολογική πίεση από λειτουργό να αναχωρήσει. Τα γεγονότα αυτά είναι μεταγενέστερα της έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων και, κατά την Limon ανωτέρω, εκφεύγουν του ελέγχου. Ούτε έχει το Δικαστήριο εξουσία να καθορίσει τους όρους κράτησης (βλ. M.M.G.M. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 7/2022, ημερομηνίας 30.6.2026). Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται.
Επίσης, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι, αφού το διάταγμα απέλασης ανεστάλη ή πρόκειται να ανασταλεί, η κράτηση δεν εξυπηρετεί σκοπό και παραβιάζει το άρθρο 11 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος. Η αναστολή απορρέει εκ του νόμου από την καταχώριση της προσφυγής (άρθρο 11Α του Ν.131(Ι)/2015), δε συνδέεται με τη νομιμότητα της κράτησης και, ως μεταγενέστερη των προσβαλλόμενων πράξεων, δεν επηρεάζει τη νομιμότητά τους κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατά τον οποίο ο Αιτητής κρατήθηκε για την προετοιμασία της επιστροφής του, όπως προβλέπει το άρθρο 18ΠΣΤ(1) του Νόμου.
Ως προς την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και το διάταγμα απέλασης, ο Αιτητής προβάλλει, χωρίς ανάπτυξη, ότι δεν εμπίπτει στο άρθρο 6(1)(κ) του Νόμου και ότι ουδέποτε κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις του. Στην Kamara Ibrahim ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 640/2026, ημερομηνίας 6.8.2026, λέχθηκε ότι: «Επίσης, η κρίση της διοίκησης για την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, δεν συνδέεται με την υποκειμενική του συμπεριφορά, αλλά στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν ευκρινώς από τον διοικητικό φάκελο και συνεπώς δεν καθίσταται αναγκαία η προηγούμενη ακρόαση του αιτητή».
Επίσης, στην E.S.K. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 2153/2023, ημερομηνίας 23.1.2024, κρίθηκε ότι:
«Καθοριστική είναι η διαπίστωση, την οποία ο αιτητής φαίνεται να παραβλέπει και την οποία ορθώς υποδεικνύει η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση, ότι ο αιτητής και επί τη βάση των γεγονότων της υπόθεσης και της εκ μέρους του διαπιστωθείσας παραβίασης της παραγράφου (κ) του άρθρου 6 (1) του Κεφ. 105, νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης, κρίση η οποία καθόλα ορθώς αποτέλεσε το έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, την οποία ο αιτητής ουδόλως αμφισβητεί. Συνεπακόλουθα καθόλα ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης βάσει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105) αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του, ήτοι στις 17.12.23 ο αιτητής αναντίλεκτα παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, από τις 20.11.23, όταν και απορρίφθηκε η προσφυγή του από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, ως άλλωστε καταγράφεται ρητώς και στο σώμα της επίδικης απόφασης.»
Η κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη στηρίζεται, εν προκειμένω, σε αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τους διοικητικούς φακέλους (βλ. απόφαση ΔΔΔΠ ημερ.14.7.2023, επιστολή ημερ. 27.9.2023 προς το δικηγόρο του, απόρριψη πρώτης μεταγενέστερης αίτησης ημερ. 11.2.2025, επαναβεβαίωση απόφασης επιστροφής στις 29.12.2025 και απόρριψη δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης) και ο Αιτητής είχε ούτως ή άλλως ενημερωθεί επανειλημμένα για την ύπαρξη της απόφασης επιστροφής, κατά την οποία μάλιστα του δόθηκε πολλάκις προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση (βλ. Τ.1, ερυθ. 109 και 140, Τ.2, ερυθ. 16), με την οποία δε συμμορφώθηκε. Επομένως, κρίνω ότι ο Αιτητής νομίμως κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης και νομίμως εκδόθηκε το διάταγμα απέλασης.
Ο Αιτητής ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι οι πράξεις εκδόθηκαν χωρίς δέουσα έρευνα, εξατομικευμένη αξιολόγηση και επαρκή αιτιολογία, αφού οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τα προβλήματα υγείας και την ευαλωτότητα του, λόγω τραυματισμών στο δεξί χέρι και πόδι που τον δυσκολεύουν στο περπάτημα και που είχε αναφέρει, όπως ισχυρίζεται, στον αρμόδιο λειτουργό στα κρατητήρια. Ισχυρίζεται ότι λόγω των προβλημάτων υγείας του δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, ενώ για το σκοπό αυτό οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία που τους παρείχε ο Αιτητής αναφορικά με τη διεύθυνση διαμονής του, καθώς και με τον τόπο που προτίθετο να εργαστεί.
Στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Israel Maweja ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 14/2025, ημερομηνίας 15.9.2025, αναφέρθηκε ότι: «Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Εφεσείων ανέφερε στη Διοίκηση τις προσωπικές του συνθήκες κατά τη σύλληψη του, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Εφεσίβλητη, τεκμαίρεται σύμφωνα με το τεκμήριο της κανονικότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, ότι αποτελούσε στοιχείο που λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.»
Ως προς την αιτιολογία, στην πολύ πρόσφατη απόφαση H.K. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. Αρ. 18/2026, ημερομηνίας 7.9.2026, το Διοικητικό Εφετείο, στη βάση σημειώματος της ΥΑΜ, που υιοθετήθηκε από τη Διευθύντρια, έκρινε ότι:
«Τα προρρηθέντα καταδεικνύουν ότι η ΥΑΜ, αφενός, ασχολήθηκε με τη δυνατότητα εφαρμογής υπαλλακτικών (της κράτησης) μέτρων και, αφετέρου, έκρινε ότι αυτή η δυνατότητα δεν υφίστατο λόγω της στάσης του ίδιου του Εφεσείοντα. Δεδομένου ότι τα ανωτέρω ήταν υπόψη της Διευθύντριας κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης, μπορεί να θεωρηθεί ότι υιοθέτησε και την προρρηθείσα άποψη της ΥΑΜ όταν υιοθετούσε την εισήγησή της προς έκδοση του διατάγματος κράτησης η οποία ακριβώς ερείδεται στην άνω άποψη.»
Εν προκειμένω, η Διευθύντρια είχε ενώπιον της την έκθεση της ΥΑΜ η οποία, παρά τη διατύπωσή της στον πληθυντικό, περιέχει το ατομικό ιστορικό του Αιτητή και λόγους για την εισήγηση, την οποία και υιοθέτησε. Τα θέματα υγείας και οι τραυματισμοί που επικαλείται ο Αιτητής, κατά την ίδια την αγόρευσή του, οφείλονται σε επίθεση στη Σιέρρα Λεόνε πριν από την άφιξή του στην Κύπρο. Ο ισχυρισμός περί δίωξης στη χώρα καταγωγής, στον οποίο εντάσσονται, εξετάστηκε και απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και το ΔΔΔΠ, ενώ στις μεταγενέστερες αιτήσεις αναφέρεται από τον ίδιο γενικά ότι είναι «πληγωμένος», στο πλαίσιο του ιστορικού δίωξης, χωρίς καταγραφή ιατρικού προβλήματος ή ανάγκης θεραπείας. Ιατρικό έγγραφο ή αίτημα ιατρικής εξέτασης δεν υπάρχει στον φάκελο, ενώ ο Αιτητής απάντησε στον αστυνομικό μόνο «ΟΚ» κατά τη σύλληψη του, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά σε θέματα υγείας. Ούτε το αίτημα του 2023 για άδεια εργασίας ως καθαριστής, με δήλωση ότι «εργάζεται αδιάλειπτα», περιέχει αναφορά σε πρόβλημα υγείας. Αντ’ αυτού, το αίτημα του και το περιεχόμενου αυτού έρχεται και σε ευθεία αντίφαση με τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν υπήρξε έλλειψη έρευνας, εξατομικευμένης αξιολόγησης ή αιτιολογίας και οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίπτονται. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής, ο οποίος φέρει το σχετικό βάρος, δεν ανέτρεψε το τεκμήριο κανονικότητας των επίδικων διαταγμάτων.
Ως προς τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί μη ύπαρξης κινδύνου διαφυγής, λόγω των θεμάτων υγείας του, τα οποία εξετάστηκαν ανωτέρω, αλλά και στη βάση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση γνώριζαν τη διεύθυνση διαμονής του από τη δήλωσή του στις 10.8.2021 και τον χώρο εργασίας του από τα έγγραφα του 2023, αυτοί δεν ευσταθούν, για τους λόγους που επεξηγώ κατωτέρω. Υποστηρίζει επίσης ότι η παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία από τις 14.7.2023 δεν αρκεί από μόνη της για να καταδειχθεί η ανάγκη της κράτησής του, η οποία συνιστά έσχατο μέτρο και θα έπρεπε να εξεταστούν εναλλακτικά μέτρα, όπως η τακτική εμφάνιση στις αρχές και όχι να γίνεται μια γενική αναφορά περί απουσίας περιθωρίου εναλλακτικών μέτρων.
Το άρθρο 14(1) του Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 18ΠΣΤ(1), επιτρέπει την κράτηση για σκοπούς απέλασης, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, εκτός εάν επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ του Νόμου, «κίνδυνος διαφυγής» σημαίνει «την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους ακόλουθους λόγους, που οδηγεί στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει», μεταξύ των οποίων η μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής, η δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής και η μη ύπαρξη διεύθυνσης συνήθους διαμονής. Δεν απαιτείται απόδειξη βεβαιότητας διαφυγής, παρά μόνο εύλογη πιθανότητα (βλ. BAJ SINGH ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1113/2025, ημερομηνίας 23.1.2026). Η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής (βλ. Magdalin Mensah ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή Αρ. 5735/2013, ημερομηνίας 9.8.2013, και Cedrick Mufankolo ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 689/2026, ημερομηνίας 23.7.2026), ενώ στη Mensah ανωτέρω λέχθηκε ότι «Δεν χρειάζεται... απτή μαρτυρία περί τούτου και είναι εδώ που υπεισέρχεται η κρίση της διοίκησης αναλόγως των συνθηκών της κάθε υπόθεσης». Η κρίση αυτή δεν αποκλείει την εξατομικευμένη εκτίμηση, η οποία εν προκειμένω προκύπτει από τα στοιχεία που ακολουθούν.
Ειδικά ως προς την απροθυμία επαναπατρισμού, στην Pierrot Ileka Nganya ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 599/2026, ημερομηνίας 20.7.2026, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος διαφυγής που στηρίχθηκε στη μη συναίνεση του αλλοδαπού στον επαναπατρισμό του, η οποία υποδηλώνει «πρόθεση μη συμμόρφωσης σε ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής», εδράζεται στην περίπτωση (β) του ορισμού του άρθρου 18ΟΔ, και ότι το δεδομένο παράνομο της παραμονής και η δεδομένη μη επιθυμία επαναπατρισμού «είναι επαρκή ως αιτιολογία για να εδράσουν την εικασία περί κινδύνου διαφυγής για έκδοση του διατάγματος κράτησης». Η άρνηση επαναπατρισμού, όπως καταγράφηκε στην έκθεση της ΥΑΜ, λήφθηκε υπόψη εν προκειμένω όχι ως αυτοτελής λόγος κράτησης αλλά ως στοιχείο εκτίμησης του κινδύνου διαφυγής, ο οποίος στηρίζεται και σε άλλα αντικειμενικά στοιχεία, όπως εκτίθενται κατωτέρω.
Ο Αιτητής παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία επί σχεδόν τρία έτη από την απόρριψη της προσφυγής του, παρά την επιστολή της 27.9.2023, την απορριπτική επιστολή της 11.2.2025 και τις προθεσμίες οικειοθελούς αναχώρησης που του δόθηκαν, υπέβαλε δύο μεταγενέστερες αιτήσεις που κρίθηκαν απαράδεκτες και δε συμμορφώθηκε με την απόφαση επιστροφής. Ο φάκελος καταγράφει πέντε διαφορετικούς τόπους διαμονής από την άφιξή του στη Δημοκρατία, ενώ το τηλέφωνό του, με το οποίο είχε σε προηγούμενα χρονικά διαστήματα επικοινωνία με τους Καθ’ ων η Αίτηση, αποσυνδέθηκε και η διπλοσυστημένη επιστολή προς την τελευταία δηλωθείσα διεύθυνσή του επιστράφηκε αζήτητη. Κατά τη σύλληψη, ο Αιτητής δεν είχε γνωστή διεύθυνση διαμονής και, κατά την ΥΑΜ, παρέμενε «σε άγνωστο μέρος», ενώ η άρνησή του να υπογράψει δε συνάδει με τον ισχυρισμό ότι είναι συνεργάσιμος. Η δήλωση διεύθυνσης στην Πάφο το 2021 δεν αναιρεί τον κίνδυνο, αφού από τότε ο Αιτητής, με όσα δήλωσε ο ίδιος, άλλαξε άλλους τρεις τόπους διαμονής. Ούτε τα έγγραφα του 2023 για τον χώρο εργασίας τον αναιρούν, αφού αφορούν αίτημα για άδεια εργασίας, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε τελικά στον συγκεκριμένο εργοδότη και αναφέρονται σε χρόνο περίπου τριών ετών πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων. Έχοντας υπόψη η διοίκηση όλα τα πιο πάνω δεδομένα, τα οποία ευρίσκονται στους διοικητικούς φακέλους, εξέδωσε το διάταγμα κράτησης του Αιτητή. Στη βάση αυτών κρίνω ότι ο κίνδυνος διαφυγής διαπιστώθηκε νόμιμα κατόπιν επαρκούς έρευνας και αιτιολογείται πλήρως από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παράλειψης εξέτασης εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, τονίζω ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 18ΠΣΤ(1), η επιλογή μεταξύ κράτησης και άλλων επαρκών αλλά λιγότερο αναγκαστικών μέτρων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και δε συνιστά δέσμια αρμοδιότητα επιβολής εναλλακτικών μέτρων σε κάθε περίπτωση. Ως αναφέρθηκε και στην απόφαση T.D.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 325/2025, ημερομηνίας 23.5.2025 «…, έχει τη διακριτική ευχέρεια να θέτει υπό κράτηση τον υπό απέλαση ξένο υπήκοο για το σκοπό της απομάκρυνσής του από τη Δημοκρατία και δεν υπάρχει υποχρέωση για επιβολή διαβαθμισμένων μέτρων, αλλά επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια, αν ο ίδιος κρίνει ότι συντρέχει λόγος, να εφαρμοστούν άλλα, λιγότερο αναγκαστικά μέτρα.».
Όταν δε η καταγραφή ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου, στην Ijeoma Juliet Nwankwo ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 670/2026, ημερομηνίας 30.7.2026, κρίθηκε ότι:
«Συνεπώς τα όσα, ορθά, καταγράφονται στο εν λόγω διάταγμα κράτησης περί διαπίστωσης κινδύνου διαφυγής της αιτήτριας χωρίς περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν ελλιπούς αιτιολογίας, έρευνας ή πλάνης ή παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας αλλά τουναντίον υποστηρίζονται πλήρως από τα ενώπιον των καθ' ων η αίτηση στοιχεία, καταδεικνύοντας μάλιστα ότι η ευχέρεια των καθ΄ων η αίτηση για μη εναλλακτικά της κράτησης μέτρα ασκήθηκε εντός των επιτρεπτών ορίων της.»
Η κρίση λοιπόν ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών μέτρων στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου, όπως η μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής που επαναβεβαιώθηκε, αλλεπάλληλες αιτήσεις που κρίθηκαν απαράδεκτες, συχνές μεταβολές διεύθυνσης και απροθυμία επαναπατρισμού, ενώ παράλληλα είχαν δοθεί αρκετές προθεσμίες στον Αιτητή για να αναχωρήσει οικειοθελώς από τη Δημοκρατία. Μέτρα όπως η τακτική εμφάνιση προϋποθέτουν σταθερή διεύθυνση και συνεργασία, που ο φάκελος δεν καταδεικνύει. Όπως στην H.K. (ανωτέρω), η ΥΑΜ ασχολήθηκε με το ζήτημα και η Διευθύντρια υιοθέτησε την κρίση της, ενώ η σχετική φράση του διατάγματος συνοδεύεται από τους λόγους που την υποστηρίζουν. Δεν εντοπίζω, συνεπώς, στοιχεία που να καθιστούν την κράτηση δυσανάλογη και ο ισχυρισμός απορρίπτεται.
Τέλος, ως προς την αρχή της μη επαναπροώθησης, ο Αιτητής δεν την αναπτύσσει ως αυτοτελή λόγο ακύρωσης και, στο μέτρο που ζητά ξεχωριστή δήλωση, το αίτημα αυτό δεν αφορά άλλη διοικητική πράξη αλλά λόγο ακύρωσης που άπτεται της νομιμότητας του διατάγματος απέλασης, και εξετάζεται στο πλαίσιο αυτό (βλ. Muwanda Bastin Pamphile ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 708/2026, ημερομηνίας 17.7.2026). Οι φόβοι που επικαλείται ο Αιτητής εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν στη διαδικασία διεθνούς προστασίας, τόσο κατά το στάδιο της προσφυγής του ενώπιον του ΔΔΔΠ, όσο και από την Υπηρεσία Ασύλου κατά τις μεταγενέστερες αιτήσεις του, ενώ η ΥΑΜ κατέγραψε ρητά ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της μη επαναπροώθησης. Ο ισχυρισμός για επιδείνωση των τραυματισμών του δεν τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε στοιχείο. Κατά συνέπεια ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, το διάταγμα απέλασής του, με την πενταετή απαγόρευση επανεισόδου και το διάταγμα κράτησής του εκδόθηκαν νόμιμα, κατόπιν επαρκούς έρευνας και με επαρκή αιτιολογία, εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση, και ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης δεν ευσταθεί.
Η προσφυγή απορρίπτεται στο σύνολό της και οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται δυνάμει του άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Απορρίπτονται, συνακόλουθα, και τα αιτήματα για δήλωση περί μη επαναπροώθησης και για άμεση απελευθέρωση του Αιτητή.
Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1600 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο