ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 546/2026 (Κ)
29 Οκτωβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
HARJINDER SINGH
Αιτητής
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω
1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
2. Διευθύντρια Τμήματος Μετανάστευσης
Καθ’ ων η αίτηση
Νατάσα Χαραλαμπίδου για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Πηνελόπη Βρυωνίδου για Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα υπόθεση, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 17/05/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό Α. στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (αιτούμενη θεραπεία υπό Β. στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης, το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και τη σχετική έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λάρνακας ημερομηνίας 17/05/2026 (ερ. 287 – 286 στον διοικητικό φάκελο), ο αιτητής είναι υπήκοος Ινδίας, ο οποίος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία στις 03/06/2015, με θεώρηση εισόδου ως εργάτης γεωργίας. Στις 08/09/2015 υπογράφθηκε από τον αιτητή και τον εργοδότη του "Συμφωνία Αποδέσμευσης" ("Release Agreement") και στη συνέχεια, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία, η οποία απορρίφθηκε. Στις 04/04/2017, απορρίφθηκε η προσφυγή του αιτητή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και, στις 16/04/2019, αποσύρθηκε η προσφυγή που άσκησε στο Διοικητικό Δικαστήριο.
Στις 18/10/2019, ο αιτητής τέλεσε γάμο με ευρωπαία υπήκοο. Την ίδια ημέρα, 18/10/2019, ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για άδεια διαμονής ως επισκέπτης, η οποία απορρίφθηκε. Στις 11/11/2019 υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής και εργασίας, η οποία επίσης απορρίφθηκε, και στις 10/07/2020, υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία εγκρίθηκε και του παραχωρήθηκε άδεια διαμονής μέχρι τις 03/08/2023.
Όπως αναφέρεται σε σχετική έκθεση ημερομηνίας 24/02/2022 (ερ. 160 στον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 1») στις 22/02/2022 έγινε έλεγχος της γνησιότητας του γάμου του αιτητή με αποτέλεσμα, με επιστολή ημερομηνίας 09/03/2022, ο αιτητής να ενημερωθεί ότι το δελτίο διαμονής του ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακλήθηκε, καθώς διαπιστώθηκε ότι δεν διέμενε με την ευρωπαία σύζυγό του, η οποία αναχώρησε από τη Δημοκρατία, και κλήθηκε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εντός τριάντα (30) ημερών, χωρίς ο αιτητής να συμμορφωθεί.
Ακολούθως, στις 13/10/2022, 14/12/2022 και 09/03/2023, απορρίφθηκαν αντίστοιχες αιτήσεις του αιτητή για έκδοση άδειας παραμονής και, παράλληλα, την 01/02/2023 τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Στις 30/07/2024 κοινοποιήθηκε η απόρριψη αιτήματος εκ μέρους του αιτητή, το οποίο υποβλήθηκε με επιστολή των τότε δικηγόρων του αιτητή ημερομηνίας 19/04/2023 και με προσκόμιση σχετικού διοριστήριου εγγράφου στις 23/07/2024, για αφαίρεση των στοιχείων του από τον κατάλογο αναζητουμένων προσώπων.
Στις 17/05/2026, ο αιτητής συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και, ακολούθως, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία. Η παρούσα αίτηση ακύρωσης καταχωρίστηκε στις 27/05/2026 και, στις 05/06/2026, οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως εκ των διατάξεων του άρθρου 11Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015, ανέστειλαν το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ακύρωσης.
Με τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν υπό πλάνη περί τα πράγματα και χωρίς να έχει προηγηθεί δέουσα έρευνα σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, η οποία – κατά τον ισχυρισμό του αιτητή – δεν τέθηκε ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων παρόλο που είχε τεθεί ενώπιον των αρχών, όπως και το ισχυριζόμενο γεγονός ότι συνελήφθη εντός της οικίας του στην παρουσία της οικογένειάς του, καθώς και ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας.
Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις παραβιάζουν τα δικαιώματά του σε προσωπική και οικογενειακή ζωή, κατά παράβαση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, του άρθρου 8 της ΕΣΑΔ και των άρθρων 7, 24(2) και 24(3) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18ΟΖ, 18ΟΘ, 18ΠΑ και 18ΠΕ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου («το Κεφ. 105»). Είναι, επίσης, ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν του δόθηκε κανένα χρονικό περιθώριο για οικειοθελή αναχώρηση, καθότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα εκδόθηκαν αυθημερόν της σύλληψής του, και ότι δεν ερευνήθηκε και δεν αξιολογήθηκε το ζήτημα της οικογενειακής κατάστασής του και του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων του, εγείροντας σχετικά λόγους ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας, περί πλάνης και παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Υποστηρίζει, επιπλέον, ο αιτητής ότι πάσχει η αιτιολογία που προβάλλεται στα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης και ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα σε προηγούμενη ακρόαση, ως κατοχυρώνεται στο άρθρο 43 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν. 158(Ι)/1999.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων, ισχυριζόμενη ότι ο αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των λόγων ακύρωσης που προωθεί και ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις καλύπτονται από το τεκμήριο της κανονικότητας. Επισημαίνεται εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση ότι σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας του αιτητή εδράζεται σε αποδεικτικό υλικό, η προσκόμιση του οποίου αποτέλεσε αντικείμενο της αίτησης του αιτητή για προσαγωγή μαρτυρίας, η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 07/07/2026, και ότι με την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση κρίθηκε ότι τα έγγραφα και τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτητής δεν δύνανται να αποτελέσουν μέρος του αποδεικτικού υλικού της παρούσας διαδικασίας, καθότι δεν περιλαμβάνονταν στον διοικητικό φάκελο ούτε αποτελούσαν στοιχεία τα οποία είχε ενώπιόν της η Διοίκηση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων.
Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Οι λόγοι ακύρωσης εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.
Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι κανένας εκ των ισχυρισμών που προωθούνται εκ μέρους του αιτητή δεν στηρίζεται ούτε σχετίζεται με την αρχή της μη επαναπροώθησης, έστω κι αν εγέρθηκε ισχυρισμός περί παραβίασής της στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης, και, συνεπώς, θεωρείται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός εγκαταλείφθηκε εκ μέρους του αιτητή.
Πέραν αυτού, κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας εκ μέρους του αιτητή αποτελεί η κατ’ ισχυρισμό μη αξιολόγηση της οικογενειακής του κατάστασης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση και του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων που ισχυρίζεται ότι έχει και η παραβίαση του δικαιώματος σε οικογενειακή ζωή και του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων, στηριζόμενος σε έγγραφα που επισυνάπτει στη γραπτή του αγόρευση.
Είναι, όμως, σαφές ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του αιτητή, με δικονομικά αποδεκτό τρόπο, που να καταδεικνύει την ύπαρξη οικογένειας εκ μέρους του αιτητή ούτε προκύπτει να είχε τεθεί οτιδήποτε ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο που να αποδεικνύει ότι ο αιτητής είχε αποκτήσει οικογένεια ή ανήλικο τέκνο στη Δημοκρατία. Επιπλέον, δεν υπάρχει οτιδήποτε, μέσα στα στοιχεία και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, που να συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα, τα δύο πιστοποιητικά γέννησης ανήλικων παιδιών, τα οποία επικαλείται ο αιτητής και βρίσκονται πράγματι εντός του διοικητικού φακέλου, δεν αποδεικνύουν ότι ο αιτητής είναι ο πατέρας των συγκεκριμένων ανηλίκων, δεδομένου ότι δεν αναγράφεται επί των εν λόγω πιστοποιητικών οποιοδήποτε όνομα πατέρα και, συνεπώς, αποτελούν πιστοποιητικά γέννησης παιδιών αγνώστου πατρός. Ούτε τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του αιτητή, με δικονομικά αποδεκτό τρόπο, που να καταδεικνύει την ύπαρξη οικογένειας και ανήλικων τέκνων ή οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο που να είχε τεθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώπιον των Καθ’ ων η Αίτηση και να όφειλε να διερευνηθεί προτού προχωρήσει η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Όπως δε, εξάλλου, είχε διαπιστωθεί εκ μέρους του Δικαστηρίου στην ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 07/07/2026 επί της αίτησης του αιτητή για προσαγωγή μαρτυρίας:
«[…] προκαλεί πραγματικά εντύπωση και δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι, ενώ στις 18.10.2019, ο αιτητής τέλεσε γάμο με ευρωπαία υπήκοο και στις 10.7.2020 αυτός υπέβαλε αίτηση και εξασφάλισε άδεια διαμονής στη Δημοκρατία ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση και ζητεί να προσαγάγει ως μαρτυρία, ένορκη δήλωση προσώπου, της Ινδής M. B., η οποία δηλώνει ότι είναι συμβία του αιτητή, με τον οποίο απέκτησε δυο τέκνα στις 25.4.2019 και 14.10.2020, ήτοι κατά το χρόνο που ο αιτητής ήταν παντρεμένος με την προαναφερθείσα ευρωπαία.
Πέραν όμως της πιο πάνω επισήμανσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός που περιέχεται στην παράγραφο 2 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης και σύμφωνα με τον οποίο ο αιτητής, κατά τη σύλληψή του, στις 17.5.2026, ανέφερε στα μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (ΥΑΜ) που τον συνέλαβαν ότι είναι πατέρας δυο παιδιών, δείχνοντάς τους και τα σχετικά πιστοποιητικά γέννησης. Όπως προκύπτει από την επιστολή της ΥΑΜ, ιδίας ημερομηνίας (παράρτημα 7 στο δικόγραφο της ένστασης), ο αιτητής δεν ανέφερε, κατά το χρόνο σύλληψής του, σε οποιοδήποτε μέλος της ΥΑΜ οτιδήποτε είτε περί της ύπαρξης ανήλικων εξαρτώμενων προσώπων, είτε περί της ύπαρξης συμβίας. Επιπρόσθετα, ούτε στην κατάθεση του Αστυφύλακα που συνέλαβε τον αιτητή, επίσης ημερομηνίας 17.5.2026 (παράρτημα 7 στην ένσταση), αναφέρεται ότι ο αιτητής έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη τέκνων ή/και συμβίας. Συνεπώς, και λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου της νομιμότητας που υπάρχει υπέρ των πράξεων της Διοίκησης, το οποίο και δεν έχει ανατραπεί, η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επιπρόσθετα, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι εν έτει 2023, ο τότε δικηγόρος του αιτητή υπέβαλε προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης αίτημα για αφαίρεση του αιτητή από τον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stoplist) δι' επιστολής ημερομηνίας 19.4.2023 (παράρτημα 6 στο δικόγραφο της ένστασης), στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται για ύπαρξη τέκνων του αιτητή, ούτε καν για ύπαρξη συμβίας από την Ινδία, παρά μόνον ανέφερε ότι ο αιτητής «συμβιώνει μέχρι και σήμερα αρμονικά με τη [Ρουμάνα] σύζυγό του». Συνεπώς, με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα απουσίας στοιχείων από τον διοικητικό φάκελο, η δε σχετική νομολογία που επικαλέστηκε επί του θέματος η κα Χαραλαμπίδου κατά την ακρόαση της αίτησης, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Αντίθετα, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η νομολογία, σύμφωνα με την οποία πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία, αποτελεί ο διοικητικός φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων (Ρούσος, ανωτέρω, Ράφτη, ανωτέρω, D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, ανωτέρω)».
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτητή, περί ύπαρξης συμβίας και ότι είναι πατέρας ανηλίκων, δεν αποδεικνύεται μέσα από τα στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και, δεδομένου ότι η αγόρευση δεν αποτελεί μέσο για προσαγωγή μαρτυρίας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο επισυνάπτεται σε αυτή ή σχετικό ισχυριζόμενο γεγονός (απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 163/2021, ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ YΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.ά. v. ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ, ημερομηνίας 16/06/2026).
Σε κάθε περίπτωση, μέσα από το Παράρτημα 11 της ένστασης που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, προκύπτει ότι ούτε η φερόμενη ως συμβία του αιτητή κατέχει άδεια ή δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα, το ζήτημα της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή να μην προβάλλεται βάσιμα αλλά ούτε και λυσιτελώς εκ μέρους του αιτητή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη Νομολογία, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή όταν κανένα εκ των μελών της οικογένειας δεν κατέχει αυτοτελές δικαίωμα ή άδεια διαμονής στη Δημοκρατία. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 126/2020, Chapa Dissanayakage Sandamali κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 12/05/2025, καθώς και απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 14/2025 (iJ), Israel Maweja ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 15/09/2025 και η εκεί αναφερόμενη Νομολογία.
Ως εκ των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί μη αξιολόγησης της οικογενειακής του κατάστασης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση και του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων που ισχυρίζεται ότι έχει και περί παραβίασης του δικαιώματος σε οικογενειακή ζωή και του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων και οι σχετικοί με τους εν λόγω ισχυρισμούς λόγοι ακύρωσης, κρίνονται αβάσιμοι αλλά και εγειρόμενοι αλυσιτελώς και απορρίπτονται.
Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, ότι πάσχει λόγω ελλιπούς αιτιολογίας καθότι εκδόθηκε χωρίς να εξεταστούν, κατά τον ισχυρισμό, εναλλακτικά της κράτησης μέτρα και χωρίς να ικανοποιείται, κατά τις θέσεις του αιτητή, η αρχή της αναλογικότητας.
Ούτε αυτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή ευσταθούν. Όπως ρητά καταγράφεται στο προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, θεωρήθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1)(α) του Κεφ. 105 και του άρθρου 15 (1)(α) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή λόγω της άρνησής του για επαναπατρισμό, μη σταθερού τόπου διαμονής και ότι δεν υπήρχε περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και, όπως καταγράφεται στην έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ερ. 287 – 286 του διοικητικού φακέλου), λόγω άρνησής του να αναφέρει τον τόπο διαμονής του και του ότι αρνείται να συνεργαστεί για επαναπατρισμό του ακόμα κι αν του παραχωρηθεί χρηματικό κίνητρο.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί μη δέουσας αιτιολογίας και περί του ότι η Διοίκηση στηρίχθηκε μόνο στο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή για να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα κράτησης δεν ευσταθούν, εφόσον μέσα από τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του επίδικου διατάγματος κράτησης, τα οποία επιβεβαιώνονται από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου, προκύπτει με ευκρίνεια η εκ μέρους της Διοίκησης δέουσα αιτιολόγηση και διερεύνηση και η μη ύπαρξη οποιασδήποτε πλάνης. Άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του αιτητή το γεγονός ότι ήταν αρνητικός για επαναπατρισμό του.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105:
«"κίνδυνος διαφυγής" σημαίνει την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους ακόλουθους λόγους, που οδηγεί στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει:
(α) Μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής,
(β) δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής,
[…]∙»
Δεδομένου ότι ένας μόνο από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105 είναι επαρκής για τη διαπίστωση του κινδύνου διαφυγής και στην προκειμένη, μέσα από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, καθίσταται σαφές ότι δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι νόμιμα και ορθά θεωρήθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για σκοπούς έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι δεν είχε εξεταστεί εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση το ενδεχόμενο εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, αυτός καταρρίπτεται τόσο μέσα από το επίδικο διάταγμα κράτησης, όπου αναφέρεται ότι «Δεδομένης της άρνησης του/της για επαναπατρισμό, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων», όσο και μέσα από την έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Συνάγεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση άσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια δεόντως ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και έκριναν ότι δεν υπήρχε το περιθώριο, κρίση η οποία τεκμηριώνεται και μέσα από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Σχετική είναι και η πολύ πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 18/2026, H. K. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας κ.ά., ημερομηνίας 07/09/2026.
Απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι όφειλε να είχε δοθεί από τους Καθ’ ων η αίτηση στον αιτητή χρονικό περιθώριο για οικειοθελή αναχώρηση. Τούτο, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΘ (4) του Κεφ. 105, εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, τότε οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν τη δυνατότητα να μην χορηγήσουν χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης, και στην προκειμένη, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο κίνδυνος διαφυγής είχε διαπιστωθεί νόμιμα.
Τέλος, σε σχέση με τον λόγο ακύρωσης περί παραβίασης του άρθρου 43(1) του Ν. 158(Ι)/1999 και του δικαιώματος ακρόασης, ο αιτητής παραπονείται ότι δεν είχε ενημερωθεί για το ενδεχόμενο να κηρυχθεί ως απαγορευμένος μετανάστης ή ότι θα εκδίδονταν τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του και ότι δεν κλήθηκε να παραθέσει τις απόψεις του σχετικά, ώστε να ληφθούν υπόψη ή να συνυπολογιστούν πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων.
Ο εν λόγω ισχυρισμός του αιτητή δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης καθότι, στην κατάθεση του αστυνομικού που προέβη στη σύλληψη του αιτητή (ερ. 285 στον διοικητικό φάκελο), αναφέρονται ρητώς, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: "ΟΚ". Εν συνέχεια τον πληροφόρησα ότι είναι υπό σύλληψη, του εξήγησα τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση».
Επίσης, διαπιστώνεται ότι στην έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 17/05/2026 (ερ. 287 – 286 στον διοικητικό φάκελο) καταγράφεται ότι ερωτήθηκε ο αιτητής για τη διαμονή του.
Επομένως, δεν παραπονείται δικαίως ο αιτητής. Εν πάση περιπτώσει, έχει νομολογηθεί ότι δεν υπάρχει νομοθετική υποχρέωση για παροχή δικαιώματος ακρόασης σε περιπτώσεις ως η παρούσα (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 89/2015 Α.Ν. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών κ.ά., ημερομηνίας 03/06/2022 και Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης παρέχεται στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ρητά το επιβάλλει ή στις περιπτώσεις τιμωρητικής φύσης (G.P. lron & Wood Makers Ltd ν. Κυπριακή Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 155 και Παντελούρης κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου (1991) 3 ΑΑΔ 78).
Ως έχει αναφερθεί, σχετικά με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, στην απόφαση του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συνεκδ. Υποθέσεις αρ. 2013/2012 κ.ά. Χριστοφόρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20/01/2014:
«Το άρθρο 43(1) ταυ Νόμου αρ. 158(1)/1999, ταξινομεί τις περιπτώσεις παροχής προηγούμενου δικαιώματος ακρόασης όταν η έκδοση πράξης ή το διοικητικό μέτρο που θα ληφθεί είναι «... πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης» Η ερμηνευτική άσκηση που πρέπει να γίνει οφείλει να συμπλέει με την έννοια του κειμένου και η φράση «άλλως πως δυσμενούς φύσης», πρέπει να διαβαστεί eusdem generis με τις προηγούμενες λέξεις που σαφώς υποδηλώνουν ότι το διοικητικό μέτρο ή η απόφαση επηρεάζει τη σχέση του διοικούμενου με την διοίκηση πειθαρχικώς ή που ενέχει κύρωση, περιέχοντας δηλαδή μομφή ως προς τον τρόπο ενάσκησης των καθηκόντων του διοικούμενου ή άπτεται της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας του. Με άλλα λόγια, το «άλλως πως δυσμενούς φύσης», διαβάζεται ως ανήκον στην ίδια κατηγορία με τα προηγηθέντα και όχι ανεξάρτητα και αυτόνομα.».
Είναι σαφές ότι και στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1), αφού δεν αποτελεί αυτή ούτε κύρωση αλλ' ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις D. Η. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 735/2020, ημερ. 15.2.2023 και THE VEGETABLES PRODUCERS AND EXPORTERS LTD ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 34/2018, ημερ. 30.6.2020).»
Στην προκείμενη περίπτωση, οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αποτελούν ούτε κύρωση, ούτε απόφαση τιμωρητικού χαρακτήρα. Αποτελούν άσκηση της εξουσίας του Κράτους, η οποία είναι απόρροια της αρχής της εθνικής και εδαφικής κυριαρχίας. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, το Κράτος έχει ευρεία διακριτική εξουσία να δέχεται ή να αποκλείει αλλοδαπούς από την επικράτειά του (Υπόθεση αρ. 1080/2021, Sabulua ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 15/11/2021 και Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 21/2017, Rami Makhlouf κ.ά. v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10/09/2024).
Η απόφαση, λοιπόν, της Διοίκησης για την κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη και η απόφαση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, δεν συνδέονται με την υποκειμενική του συμπεριφορά, αλλά στηρίζονται σε αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο (Υπόθεση αρ. 640/2026, Kamara Ibrahim ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 06/08/2026) και αποτελούν άσκηση της εξουσίας του Κράτους, στη βάση της αρχής της εθνικής και εδαφικής κυριαρχίας και της ευχέρειας του Κράτους να δέχεται ή να αποκλείει αλλοδαπούς από το έδαφός του. Συνεπώς, δεν καθίστατο αναγκαία η προηγούμενη ακρόαση του αιτητή.
Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του αιτητή περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Πέραν των πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι, παρόλο που η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται υπό το αιτητικό Α. της αίτησης ακύρωσης, εντούτοις, δεν προωθείται στη γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή κανένας λόγος ακύρωσης της απόφασης αυτής, πλην του λόγου ακύρωσης αναφορικά με το δικαίωμα ακρόασης, ο οποίος απορρίφθηκε αμέσως πιο πάνω.
Ως εκ τούτου, τόσο η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται όσο και τα διατάγματα απέλασης και κράτησης κρίνονται νόμιμα, εφόσον διαφάνηκε ότι ήταν προϊόντα νόμιμης και εύλογης άσκησης της εξουσίας των Καθ’ ων η αίτηση, δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας, χωρίς να έχει καταφέρει ο αιτητής να καταδείξει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την ακύρωσή τους.
Βάσει όλων των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε περιθώριο για δικαστική επέμβαση. Οι επίδικες πράξεις κρίνονται νόμιμες.
Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ακύρωσης απορρίπτεται με €2.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο