Υπόθεση Αρ. 584/2020 κ.α.
13 Οκτωβρίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Αρ. Προσφυγής: 584/2020
Παναγιώτης Καλογήρου
Αιτητής
και
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
1. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
2. Αρχηγού Αστυνομίας
Καθ' ων η Αίτηση
__________________
Αρ. Προσφυγής: 631/2020
Σάββας Στεφανίδης
Αιτητή
και
Κυπριακή Δημοκρατία μέσω
1. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
2. Αρχηγού Αστυνομίας και
3.Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
Καθ' ων η Αίτηση
Οι Αιτητές εμφανίζονται αυτοπροσώπως.
Αλ. Ελευθερίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρο των Καθ’ ων η Αίτηση.
Κ. Σταυρινός, Δικηγόρος για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες, Δικηγόροι του Ενδιαφερόμενου Μέρους Κωνσταντίνου Λουκαίδη στη Προσφυγή 584/2020.
Μ. Δαμιανού (κα), Δικηγόρος για Σ. Σαμψών & Συνεργάτες, Δικηγόροι του Ενδιαφερόμενου Μέρους Χαράλαμπου Τσάππα στις Προσφυγες 584/2020 & 631/2020.
Αλ. Μαυρικίου (κα), Δικηγόρος για Δικηγορικό Γραφείο Κούσιος, Κορφιώτης και Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι του Ενδιαφερόμενου Μέρους Δημήτριου Δημητρίου στις Προσφυγές 584/2020 & 631/2020.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με τις υπό κρίση προσφυγές, ο Αιτητής στην Υπόθεση Αρ. 584/2020 Π. Καλογήρου προσβάλλει τις προαγωγές συνολικά τεσσάρων (4) Ενδιαφερομένων Μερών, ήτοι των 1. Κωνσταντίνου Λουκαΐδη (Π.Φ.1428), 2. Χαράλαμπου Τσάππα (Π.Φ.1469), 3. Δημήτριου Δημητρίου (Π.Φ. 1489) και 4. Θεοχάρη Χριστοδούλου (Π.Φ. 1535) στο βαθμό του Αστυνόμου B' από τις 30.04.2020 ως δημοσιεύτηκαν στις Εβδομαδιαίες Διαταγές της Αστυνομίας Κύπρου με ημερομηνία 04.05.2020. Αντίστοιχα και ο Αιτητής στην Υπόθεση Αρ. 631/2020 Σ. Στεφανίδης προσβάλλει τις προαγωγές των Ενδιαφερομένων Μερών, 1. Κωνσταντίνου Λουκαΐδη (Π.Φ.1428), 2. Χαράλαμπου Τσάππα (Π.Φ.1469), και 3. Δημήτριου Δημητρίου (Π.Φ. 1489). Αμφότεροι ζητούν όπως η προσβαλλόμενη πράξη, αναφορικά με τις προαγωγές των αντίστοιχων υποψηφίων, κριθεί ως παράνομη, άκυρη και χωρίς αποτέλεσμα.
Ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί οι διοικητικοί φάκελοί, όπως και οι προσωπικοί φάκελοι των επηρεαζομένων, όπου βρίσκονται όλα τα ουσιαστικά στοιχεία σε σχέση με την επίδικη διαδικασία, τα οποία αφορούν τόσο τους Αιτητές όσο και τα τέσσερα Ενδιαφερόμενα Μέρη.
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, εν συντομία, έχουν ως εξής.
Τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιοι αλλά και η διαδικασία προαγωγής Ανώτερων Αξιωματικών (Αστυνόμου Β', Αστυνόμου Α', Ανώτερου Αστυνόμου και Βοηθού Αρχηγού) καθορίζεται στους Περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμούς (Κ.Δ.Π. 214/04). Στο πλαίσιο της υπό κρίση προαγωγικής διαδικασίας πλήρωσης των οκτώ (8) κενών θέσεων προαγωγής στο βαθμό του Αστυνόμου B' που είχαν αποπαγοποιηθεί, διορίστηκαν στις 13.09.2019 από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κατόπιν διαβούλευσης με τον Αρχηγό Αστυνομίας, τα μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης, της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων και του Συμβουλίου Κρίσεως, σύμφωνα με τον Κανονισμό 22 των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 2004 (Κ.Δ.Π. 214/2004), ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Η Επιτροπή Αξιολόγησης άρχισε τις εργασίες της στις 3.02.2020 με σκοπό τον καθορισμό της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί για πλήρωση όλων των θέσεων προαγωγής στους προαναφερόμενους βαθμούς. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας η Επιτροπή συζήτησε το θέμα της υποβολής γραπτών απόψεων από τους αρμόδιους Βοηθούς Αρχηγούς ή Αστυνομικούς Διευθυντές ή Διοικητές, για τους υποψήφιους. Την ίδια μέρα, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης ετοίμασε και απέστειλε επιστολή προς τους Βοηθούς Αρχηγούς και τους Αστυνομικούς Διευθυντές/ Διοικητές, με σκοπό να υποβάλουν γραπτές απόψεις μέχρι τις 11.2.2020. Η Επιτροπή παρέλαβε γραπτές απόψεις για τριάντα έξι (36) υποψήφιους. Ακολούθως, στις συνεδρίες της που πραγματοποιήθηκαν στις 4, 5 και 6 Μαρτίου 2020, προέβη στην αξιολόγηση τριάντα πέντε (35) υποψηφίων, αφού εις εκ των υποψηφίων αφυπηρέτησε από τις τάξεις της Αστυνομίας την 1.3.2020. Η Επιτροπή στη συνέχεια συνέταξε «Έκθεση», σύμφωνα με τον Κανονισμό 22(2) και αφού έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τον Κανονισμό 22(3), τις Ετήσιες Εκθέσεις Αξιολόγησης του κάθε αξιολογούμενου, τις γραπτές απόψεις των προϊσταμένων τους, το περιεχόμενο του προσωπικού τους φακέλου, το ηλεκτρονικό ατομικό τους Δελτίο (ως επιπρόσθετο υποβοηθητικό στοιχείο), καθώς και τα προσόντα και την αρχαιότητα, τα οποία συνεκτιμημένα συνθέτουν στο μεγαλύτερο βαθμό τα κριτήρια αξιολόγησης των υποψηφίων, την οποία υπέβαλε στον Αρχηγό Αστυνομίας στις 23.3.2020.
Στη συνέχεια, ο Αρχηγός Αστυνομίας ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το Άρθρο 16 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν.73(Ι)/04) και ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 23 των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών, (Κ.Δ.Π. 214/2004), με επιστολή του ημερομηνίας 15.04.2020 προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του υπέβαλε δεόντως αιτιολογημένη σύσταση για κάθε προσοντούχο υποψήφιο κατ' αλφαβητική σειρά, όπως προβλέπεται στον σχετικό Νόμο.
Ακολούθως, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το Άρθρο 16 (1) και (3) του Περί Αστυνομίας Νόμου (Ν.73(Ι)/2004), με επιστολή του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας ημερ. 30.4.2020 αποφάσισε την προαγωγή οκτώ (8) μελών της Αστυνομίας, στο βαθμό του Αστυνόμου Β', από τις 30.4.2020, μεταξύ των οποίων τα Ενδιαφερόμενα Μέρη. Ο Αρχηγός Αστυνομίας με επιστολή του ημερομηνίας 30.4.2020 ενημέρωσε σχετικά τους Αστυνομικούς Διευθυντές, ενώ οι εν λόγω προαγωγές δημοσιεύτηκαν στις Εβδομαδιαίες Διαταγές με αύξων Αρ. 18/20, Μέρος ΙΙ, ημερομηνίας 4.5.2020.
Ενάντια στις εν λόγω προαγωγές, ακολούθησε η καταχώρηση των επίδικων προσφυγών, όπως και της Προσφυγής με αρ. 621/2020 η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 7/11/2023. Ο Αιτητής στην Υπόθεση Αρ. 584/2020 Π. Καλογήρου εκπροσωπεί τον εαυτό του, όπως και ο Αιτητής στην Υπόθεση Αρ. 631/2020 Σ. Στεφανίδης, ο οποίος αρχικά εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ο οποίος αποχώρησε. Οι υποθέσεις συνεκδικάστικαν, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί κοινή αγόρευση εκ μέρους των Καθ’ων η αίτηση, όπου γίνεται ομαδοποίηση των λόγων που προβάλλονται από τους αιτητές.
Μέσω της εκτενούς γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των Καθ’ων η αίτηση, γίνεται παρουσίαση του νομοθετικού πλαισίου το οποίο έτυχε εφαρμογής από τη διοίκηση στην επίδικη διαδικασία προαγωγών. Περαιτέρω, υποδεικνύεται από τους εκπροσώπους της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας πως, η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί νόμιμα και ορθά σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, του Συντάγματος και τις αρχές τον διοικητικού δικαίου, μετά από τη δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών πού δίδει ο νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, και κατ' εφαρμογή των αρχών τον διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη. Τονίζεται ακόμα πως, οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι των Ενδιαφερόμενων Μερών και επομένως δεν νομιμοποιούνται να προωθούν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς, ενώ προβάλλεται και ισχυρισμός έλλειψης επαρκούς δικογράφησης των ισχυρισμών εκ μέρους των αιτητών.
Όπως έχω προαναφέρει, έχουν τεθεί ενώπιον μου οι προσωπικοί φάκελοι των επηρεαζομένων, όπως και οι φάκελοι των Καθ’ων η αίτηση όπου βρίσκονται όλα τα ουσιαστικά στοιχεία σε σχέση με την επίδικη διαδικασία, τα οποία αφορούν τόσο τους Αιτητές όσο και τα τέσσερα Ενδιαφερόμενα Μέρη, τους οποίους έχω μελετήσει. Σημειώνω ακόμα ότι, η διαδικασία προαγωγής Ανώτερων Αξιωματικών (Αστυνόμου Β’, Αστυνόμου Α’, Ανώτερου Αστυνόμου και Βοηθού Αρχηγού) καθορίζονται στον περί Αστυνομίας Νόμο N. 73(1)/2004 όπως αυτός έχει εκάστοτε τροποποιηθεί και ισχύει και στους Περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμού (Κ.Δ.Π. 214/2004), ως αυτοί έχουν εκάστοτε τροποποιηθεί και ισχύουν. Συνεπώς δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω τα αντίστοιχα αποσπάσματα της σχετικής νομοθεσίας που διέπει τη διοικητική διαδικασία.
Τούτων λεχθέντων, δεδομένων των αναφορών των αιτητών και κυρίως του κ.Καλογήρου ως προς τα καθήκοντα που εκτελούσε κατά την υπηρεσία του το Ενδιαφερόμενο Μέρους 3 Δημήτρης Δημητρίου και ισχυριζόμενη παράβλεψη εκ μέρους των Καθ’ων η αίτηση της πειθαρχικής ποινής που του επιβλήθηκε για φερόμενα παραπτώματα, οφείλω να τονίσω ότι, οποιοιδήποτε ισχυρισμοί γεγονότων που εκτίθενται από τους αιτητές, και οι οποίοι δεν συνάδουν με το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου και/ή δεν περιέχονται στο διοικητικό φάκελο θα αγνοηθούν και δεν θα ληφθούν υπόψη, καθότι ως έχει πολλάκις νομολογηθεί η αγόρευση σε υποθέσεις διοικητικού δικαίου δεν είναι μέσο για θεμελίωση πραγματικών δεδομένων, και περαιτέρω, δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.
Περαιτέρω σχολιάζω ότι, ο ισχυρισμός του εκπροσώπου των Καθ’ων η αίτηση για έλλειψη επαρκούς δικογράφησης των ισχυρισμών εκ μέρους των αιτητών, δεν προβάλλεται συγκεκριμένα και εν πάση περιπτώσει με τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω τη θέση αυτή της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Συνεπώς θα εξετάσω όλους τους λόγους ακύρωσης οι οποίοι προωθούνται από τους αιτητές μέσω των αγορεύσεων τους. Ομαδοποιώντας δε τις θέσεις των δύο Αιτητών, όπως αντίστοιχα έπραξε και η πλευρά των Καθ’ων η αίτηση στην αγόρευση της, προχωρώ στην εξέταση ενός εκάστου των λόγων ακυρότητας που προωθούνται, με τη σειρά που αναφέρονται στις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων, ως ακολούθως.
Πρώτος κατά σειρά ισχυρισμός των Αιτητών, είναι η θέση την οποία προβάλλουν αμφότεροι για εσφαλμένη αξιολόγηση των προσόντων τους και παράλειψής δέουσας έρευνας και/ή νομική πλάνη από τους Καθ' ων η αίτηση.
Όλα τα προσόντα των Αιτητών, όπως και κάθε εκάστου υποψηφίου, όπως αυτά περιέχονταν στους προσωπικούς τους φακέλους, λήφθηκαν υπόψη και συνυπολογίστηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Τούτο δε καθίσταται ευκόλως αντιληπτό, από το γεγονός ότι καταγράφονται αναλυτικά τα προσόντα των υποψηφίων, τόσο στην Έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, όσο και στις συστάσεις του Αρχηγού Αστυνομίας. Πέραν τούτου και με την προϋπόθεση ότι η έρευνα είναι επαρκής, τονίζω ότι με βάση την πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στον τρόπο που ευλόγως επέλεξε η διοίκηση να διερευνήσει το θέμα, ούτε και υποκαθιστά τα υπ' αυτής διαπιστωθέντα πρωτογενή ευρήματα.
Εξετάζοντας τα ενώπιον μου δεδομένα, ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της διαδικασίας και τους προσωπικούς φακέλους, εν προκειμένω θα συμφωνήσω με τον εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας ότι η μέθοδος που ακολουθήθηκε από την Επιτροπή Αξιολόγησης για την αξιολόγηση των ακαδημαϊκών προσόντων των υποψηφίων για την επίδικη θέση υπήρξε καθόλα νόμιμη, ενώ η εν λόγω μεθοδολογία υπήρξε πλήρως τεκμηριωμένη και αυτό προκύπτει και από τα Παραρτήματα της Ένστασης. Κατ' επέκταση, πλήρως και/ή δεόντως αιτιολογημένες υπήρξαν και οι αποφάσεις της Επιτροπής αναφορικά με την αξιολόγηση των προσόντων και/ή τίτλων σπουδών των υποψηφίων. Η Επιτροπή Αξιολόγησης, προβαίνοντας σε πλήρη και επαρκή έρευνα σε σχέση με όλα τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, και σε αξιολόγηση αναφορικά με τους Αιτητές όσο και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, όπως και ενός εκάστου υποψηφίου. H δε κρίση της Επιτροπής Αξιολόγησης, ήταν εύλογη και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και πλήρως σύμφωνη με τα στοιχεία των φακέλων.
Όπως έχω προαναφέρει, η Επιτροπή συντάσσει Έκθεση με βάση τον Κανονισμό 22 για κάθε ένα υποψήφιο για προαγωγή, λαμβάνοντας υπόψη την αξία του όπως αυτή προκύπτει από τις εκθέσεις αξιολόγησης και από το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων, τα προσόντα και την αρχαιότητα του αξιολογούμενου. Η δε θέση που προβάλλεται περί νομικής πλάνης από την Επιτροπή Αξιολόγησης δεν προκύπτει να προβάλλεται συγκεκριμένα και αιτιολογημένα εκ μέρους των αιτητών, και αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται εκ μέρους τους, συνεπώς απορρίπτεται ως παντελώς αβάσιμος.
Παρά τις ως άνω διαπιστώσεις μου, κρίνω χρήσιμο να σημειώσω ειδικότερα ότι, οι αναφορές του Αιτητή στην Προσφυγή υπ’ αριθμό 584/2020, ότι το αναγνωρισμένο Πτυχίο Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ινδιανάπολης, καθώς και το Μεταπτυχιακό του Δίπλωμα, σπουδών της Ελληνικής Αστυνομικής Ακαδημίας δεν καταγράφονται στην αξιολόγηση της Επιτροπής, δεν επιβεβαιώνονται. Αυτό επειδή, το Πτυχίο Ψυχολογίας συμπεριλήφθη στο σημείο «Μόρφωση» (Παράρτημα Γ της Ένστασης, Έκθεση Επιτροπής Αξιολόγησης - σελ. 207) ενώ το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα συμπεριλήφθη στο σημείο «Σεμινάρια/Εκπαίδευση στο εξωτερικό» (Παράρτημα Γ της Ένστασης, Έκθεση Επιτροπής Αξιολόγησης - σελ. 211). Περαιτέρω, όπως εύλογα μπορεί να συναχθεί, τόσο ο Αρχηγός Αστυνομίας στη σύσταση για προαγωγή (Παράρτημα Στ’ της Ένστασης, σελ. 77) όσο και ο Υπουργός (Παράρτημα Z, σελ. 24), έλαβαν υπόψη όλα τα επαγγελματικά προσόντα του συγκεκριμένου αιτητή, περιλαμβανομένων των ανωτέρω.
Ως προς δε την θέση του Αιτητή στην Προσφυγή υπ' αριθμό 631/2020 ότι, στην αξιολόγηση του από την Επιτροπή Αξιολόγησης παρεισέφρησε νομική πλάνη και/ή έχει παρατηρηθεί έλλειψη δέουσας έρευνας στο θέμα της κατοχής ακαδημαϊκών προσόντων, επαναλαμβάνω τα προαναφερθέντα για τα ακαδημαϊκά προσόντα του αιτητή Καλογήρου. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται πως στην έκθεση αξιολόγησης, η Επιτροπή Αξιολόγησης δεν έλαβε υπόψη συναφές Μεταπτυχιακό Δίπλωμα. Ωστόσο, το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα (Μάστερ) στη Διεύθυνση και Δημόσια Διοίκηση το οποίο του απονεμηθεί από το Μεσογειακό Ινστιτούτο Διεύθυνσης στις 22/11/2019, καταγράφεται στα σημεία Μόρφωση (Σελ. 241, Παράρτημα Δ) και Επαγγελματικά Προσόντα (Σελ. 245, Παράρτημα Δ). Επιπρόσθετα τονίζω πως το γεγονός αυτό, δεν επέφερε καμία βλάβη στα συμφέροντα του Αιτητή, εφόσον τόσο ο Αρχηγός Αστυνομίας (Παράρτημα Στ, σελ. 86), όσο και ο Υπουργός, είχαν υπόψη τους το γεγονός της ύπαρξης του εν λόγω Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Παράρτημα Z της Ένστασης, σελ. 24).
Τούτων λεχθέντων, θα συμφωνήσω με τον εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας πως και εάν ακόμα υπήρχε οποιαδήποτε παρατυπία κατά τη διαδικαστική ετοιμασία της έκθεσης αξιολόγησης, μια τέτοια παράβαση απολήγει επουσιώδης, αφού ουδόλως επηρέασε δυσμενώς τους Αιτητές, δεδομένου ότι αυτοί αξιολογήθηκαν από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Αξιολόγησης ως «Εξαίρετοι» στα προσόντα, ενώ ομοίως και ο Αρχηγός Αστυνομίας στην σύσταση του και ο Υπουργός στη συνέχεια στην αιτιολογημένη απόφαση του, δεν επηρεάστηκαν ουσιωδώς στη λήψη της απόφασης. Επομένως, οι ισχυρισμοί των Αιτητών για εσφαλμένη αξιολόγηση των προσόντων τους και παράλειψής δέουσας έρευνας από την Επιτροπή Αξιολόγησης δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία των φακέλων, ενώ προβάλλονται αλυσιτελώς, ήτοι χωρίς έννομο συμφέρον και απορρίπτονται.
Δεύτερος ισχυρισμός που προωθείται εκ μέρους των Αιτητών, είναι η θέση που καταγράφεται στις αγορεύσεις τους, για απουσία επαρκούς, νόμιμης και/ή ειδικής αιτιολογίας.
Ειδικότερα, ο Αιτητής στην Προσφυγή υπ αριθμό 584/2020 ισχυρίζεται πως οι αξιολογήσεις από την Επιτροπή Αξιολόγησης τόσο του ιδίου όσο και των Ενδιαφερόμενων Μελών, όπως επίσης και οι συστάσεις του Αρχηγού Αστυνομίας είναι αναιτιολόγητες. Αντίστοιχα, και ο Αιτητής στην Προσφυγή υπ' αριθμό 631/2020 διατείνεται ότι η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως είναι αναιτιολόγητη.
Έχω μελετήσει το κείμενο της Έκθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης όσο και τις συστάσεις του Αρχηγού Αστυνομίας όπου διαπιστώνω ότι, η αιτιολογία της Επιτροπής Αξιολόγησης για την αξιολόγηση των Αιτητών καθώς και για κάθε έκαστο υποψήφιο, είναι πλήρης και επαρκής κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Πιο συγκεκριμένα, από το ίδιο το σώμα της Έκθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης προκύπτουν σαφώς και συγκεκριμένα όλοι οι λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής στην Προσφυγή αρ. 584/2020, αξιολογήθηκε ως πάρα πολύ καλός στην αξία, εξαίρετος στα προσόντα και στην αρχαιότητα είναι τριακοστός πρώτος κατά σειρά αρχαιότητας, εφόσον έχει προαχθεί στον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου από τις 08/02/2012. Ο Αιτητής στην Προσφυγή υπ αριθμό 631/2020, αξιολογήθηκε ως εξαίρετος στην αξία, εξαίρετος στα προσόντα και στην αρχαιότητα είναι τριακοστός έκτος κατά σειρά αρχαιότητας, εφόσον έχει προαχθεί στον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου από τις 01/02/2013. στην αξία, όπως και για κάθε έκαστο υποψήφιο. Συγκεκριμένα, ως προς την αρχαιότητα των επηρεαζόμενων, σημειώνω ότι, ο Αιτητής Καλογήρου προήχθη στην προηγουμένη θέση ήτοι στον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου στις 8.02.2012, ο δε Αιτητής Στεφανίδης την 1/02/2013, ενώ τα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα 1 και 2 από τις 31.12.2005, και τα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα 3 και 4 από τις 26.10.2006.
Μελετώντας περαιτέρω τις συστάσεις του Αρχηγού Αστυνομίας, προκύπτει ότι αυτές είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Ακόμα, η αιτιολογία συμπληρώνεται και αναπληρώνεται από τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, τα οποία βρίσκονταν ενώπιον του Αρχηγού Αστυνομίας, προτού καταλήξει στις συστάσεις του. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή στην Προσφυγή υπ' αριθμό 584/2020 για μη επαρκή αιτιολόγηση του Αρχηγού Αστυνομίας απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως νόμο και ουσία αβάσιμοι.
Σε συνέχεια τω πιο πάνω παρατηρήσεων μου, διαπιστώνω ότι και η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για επιλογή των ΕΜ αντί των Αιτητών, είναι δεόντως αιτιολογημένη και περαιτέρω η αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, τα οποία όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο των πρακτικών της επίδικης απόφασης, ο Υπουργός μελέτησε προτού προβεί στη λήψη της απόφασης. Όπως διαπιστώνω, προτού λάβει την απόφαση του ο αρμόδιος Υπουργός, μελέτησε όλα τα ουσιώδη με την υπόθεση στοιχεία, μεταξύ αυτών και τις συστάσεις του Αρχηγού Αστυνομίας σε σχέση με κάθε έκαστο υποψήφιο, με αποτέλεσμα η έρευνα του να είναι δέουσα και επαρκής. Περαιτέρω, ο Υπουργός Δικαιοσύνης προχώρησε σε συνεκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων, όπως αυτά προκύπτουν από τους προσωπικούς φακέλους τους και τα οποία αξιολογήθηκαν ως συναφή με τα καθήκοντα του βαθμού και προσμετρούν στην υπεροχή ή μη των υποψηφίων στη βάση των νομοθετημένων κριτηρίων προαγωγής και ειδικότερα την μόρφωση, τις εκπαιδεύσεις, τις σειρές μαθημάτων/σεμινάρια στην Κύπρο και σεμινάρια/εκπαιδεύσεις στο εξωτερικό, καθώς επίσης τις εξετάσεις και τα διπλώματα και άλλα προσόντα, ενός εκάστου υποψηφίου. Τέλος, ο Υπουργός Γεώργιος Λ. Σαββίδης, στην εκ σαρανταεννέα (49) σελίδων εκτενέστατη επιστολή του με ημερομηνία 30.04.2020, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να αναφέρει ότι συγκεκριμένοι υποψήφιοι, διαθέτουν ακαδημαϊκά προσόντα τα οποία είναι συναφή με τα καθήκοντα της θέσης. Ειδικότερα αναφορικά με τους Αιτητές, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι διαθέτουν συγκεκριμένα πρόσθετα προσόντα που είναι συναφή με τα καθήκοντα του βαθμού.
Καταλήγοντας ως προς το ζήτημα της αιτιολογίας της πράξης, καταγράφω για τους σκοπούς της παρούσας ότι, αυτή είναι πλήρης και σαφής, αφού ρητώς και αναλυτικώς καταγράφονται τόσο οι αρχές του Νόμου και της νομολογίας που ακολουθήθηκαν κατά την αξιολόγηση και περιέχεται αναλυτική σύγκριση των υποψηφίων και παράθεση των λόγων που οδήγησαν στον σχηματισμό της κρίσης ότι τα πρόσωπα αυτά είναι τα καταλληλότερα για την πλήρωση της θέσης. Συνεπώς, κρίνω ότι, οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν την έλλειψη αιτιολογίας και οι σχετικοί ισχυρισμοί τους απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των προβαλλόμενων ισχυρισμών για παραβίαση των Αρχών της Χρηστής Διοίκησης και της Καλής Πίστης. Εν προκειμένω, οι Αιτητές διατείνονται ότι, η Επιτροπή Αξιολόγησης και ο Αρχηγός Αστυνομίας κατά την άσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, δεν ενέργησαν σύμφωνα με το περί δικαίου αίσθημα παραβιάζοντας την αρχή της Χρηστής Διοίκησης.
Ως ορίζει η πάγια νομολογία, η διοίκηση κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή της υπεροχής του δημόσιου συμφέροντος και τις αρχές της δημόσιας διοίκησης, ενώ η αρχή της νομιμότητας, που διέπει το σύνολο της δράσης της δημόσιας εξουσίας, διέπει και τη διακριτική εξουσία και τον τρόπο δράσης της. Εν προκειμένω, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ελέγχει την ουσιαστική κρίση της διοίκησης αναφορικά με την αξιολόγηση και εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που συνθέτουν ή υποστηρίζουν την απόφαση της, αλλά μπορεί να επέμβει, εάν καταδειχθεί ότι το αρμόδιο όργανο ενέργησε έξω από τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας ή ενήργησε κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αρχή της αναλογικότητας.
Στη προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή Αξιολόγησης και ο Αρχηγός Αστυνομίας, ως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, λειτούργησαν σύννομα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας και των εξουσιών που τους παρέχει ο Κανονισμός. Ανατρέχοντας στις θέσεις των αιτητών καταλήγω πως, καμία παραβίαση της Αρχής της Χρηστής Διοίκησης και της Καλής Πίστης δεν προκύπτει και εν πάση περιπτώσει καμία παραβίαση δεν αποδεικνύεται από τους αιτητές. Λέγοντας τούτα, απορρίπτω και αυτό τον ισχυρισμό των αιτητών, περί παραβίασης της αρχής της Χρηστής Διοίκησης και της Καλής Πίστης ως αβάσιμο.
Τέλος, το Δικαστήριο θα σχολιάσει τους ισχυρισμούς τους οποίους καταγράφουν αμφότεροι οι Αιτητές για το κριτήριο της Αρχαιότητας, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι αυτό το κριτήριο, στο οποίο μειονεκτούν απέναντι σε όλα τα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα, έλαβε υπέρμετρη βαρύτητα από τους Καθ’ ων η αίτηση, παραγνωρίζοντας τα πρόσθετα - μη προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα, τα οποία κατέχουν οι ίδιοι.
Όπως καταγράφεται και ανωτέρω, ο Αιτητής Καλογήρου προήχθη στον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου στις 8.02.2012, ο Αιτητής Στεφανίδης την 1/02/2013, ενώ τα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα 1 και 2 από τις 31.12.2005, και τα Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα 3 και 4 από τις 26.10.2006. Ο δε κάθε υποψήφιος διαθέτει τα πρόσθετα μη προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα τα οποία περιλαμβάνονται στους προσωπικούς τους φακέλους, ενώ επαναλαμβάνονται από τον Αρχηγό Αστυνομίας στην σύσταση του και ακολούθως από τον Υπουργό στη συνέχεια στην αιτιολογημένη απόφαση του.
Σύμφωνα με την πάγια επί του θέματος νομολογία, πρόσθετα μη προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα, λαμβάνονται υπόψη κατά τρόπο που ούτε να αποδίδεται σ' αυτά υπερβολική βαρύτητα ώστε να υποδεικνύουν έκδηλη υπεροχή, αλλά ούτε και να αξιολογούνται εντελώς οριακά ώστε να μην είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης ή να μην τους αποδίδεται οποιαδήποτε σημασία (βλ. ΕΔΥ ν. Γεώργιου Χρίστου (1991) 3 A.A.Δ. 56 και Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις υπ’ αρ. 326/12 κ.α., Χίνινος κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 24/07/2014). Ανατρέχοντας στα σχετικά έγγραφα της διαδικασίας και ειδικότερα στην εκτενέστατη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης με ημερομηνία 30.04.2020, αυτό ακριβώς το μέτρο τήρησε ο Υπουργός, αφού ως σαφώς προκύπτει από το κείμενο της απόφασης του, αξιολογήθηκαν τα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα των υποψηφίων και η βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί σε αυτά. Συγκεκριμένα, στην βάση των κριτηρίων που σαφώς έθεσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης στο κείμενο της απόφασης του, αυτός προχώρησε σε σαφή αιτιολόγηση της επιλογής του, συγκρίνοντας μεταξύ τους τους υποψηφίους στην βάση της εικόνας που παρουσίαζαν στους προσωπικούς τους φακέλους. Οι Αιτητές, χωρίς να παραγνωρίζονται τα προσόντα τους, κρίθηκαν ότι υστερούν σε αρχαιότητα και σε πείρα στον αμέσως προηγούμενο βαθμό, η οποία είναι αποφασιστικής σημασίας και το εύρος της προσμετρά στην αξία των υποψηφίων, στοιχείο που τους καθιστά να υπερέχουν έναντι τους στο κριτήριο της αξίας. Επιλέγοντας τα Ενδιαφερόμενα Μέρη, ο Υπουργός έκρινε ότι υπερέχουν στο κριτήριο της αξίας των ανθυποψηφίων τους, οι οποίοι υπερτερούν σε ακαδημαϊκά προσόντα και υστερούν έναντι τους σε αρχαιότητα, η οποία αν και υπολογίζεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας δεν συνιστά αποφασιστικό κριτήριο, αφού συσταθμίζεται με την αξία και τα προσόντα και προσλαμβάνει αποφασιστική σημασία όταν οι υποψήφιοι είναι κατά τα άλλα - αξία και προσόντα - ίσοι, πράγμα που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Σταθμίζοντας την υπεροχή των Ενδιαφερόμενων Μερών με βάση το κριτήριο της αξίας, έλαβε υπόψιν του τις ετήσιες Εκθέσεις Αξιολόγησης όλων των υποψηφίων, το εύρος της πείρας που διαθέτουν οι επιλεγέντες υποψήφιοι, η οποία δεν εξαρτάται μόνο από τη χρονική διάρκεια της υπηρεσίας τους στον αμέσως προηγούμενο βαθμό, αλλά και από την αξία τους, και προσλαμβάνει αποφασιστική σημασία προσμετρώντας στην αξία των υποψηφίων, τα επιπρόσθετα προσόντα που επίσης προσμετρούν στην αξία τους περιλαμβανομένου του αριθμού των υλικών και ηθικών αμοιβών τους, και τις συστάσεις των Διευθυντών τους, και τις εξαίρετες συστάσεις που υποβλήθηκαν για τους επιλεγέντες από τον Αρχηγό Αστυνομίας (βλ. Πούρος κ.ά ν. Χατζηστεφάνου κ.ά (2001) 3 Α.Α.Δ 374, Ελλη Τρύφωνος κ.ά ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ 377).
Ειδικότερα δε, συνεκτιμώντας το εύρος της πείρας που διαθέτουν οι επιλεγέντες υποψήφιοι, ο Υπουργός δεν παρέλειψε να λάβει υπόψιν ότι αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τη χρονική διάρκεια της υπηρεσίας τους στον αμέσως προηγούμενο βαθμό, αλλά και από την αξία τους, η οποία, σε συνδυασμό με τα πάρα πολύ καλά προσόντα τους, προσλαμβάνει αποφασιστική σημασία προσμετρώντας στην αξία των υποψηφίων. Αυτό που αβίαστα προκύπτει από το πρακτικό του Υπουργού ήταν ότι προσμέτρησε όλα τα στοιχεία κρίσης και εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας αποφάσισε την προαγωγή των Ενδιαφερόμενων Μερών.
Διαπιστώνοντας ο Υπουργός Δικαιοσύνης ότι, τα Ενδιαφερόμενα Μέρη υπερτερούσαν σε αρχαιότητα έλαβε υπόψιν το συγκεκριμένο κριτήριο αξιολόγησης. H υπεροχή σε αρχαιότητα επιφέρει υπεροχή σε ανάλογη πείρα στον αμέσως προηγούμενο βαθμό και το εύρος της ορθώς προσμέτρησε στην αξία των Ενδιαφερόμενων Μερών.
Αντίστοιχα, στην απόφαση του ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, κατέγραψε τα πρόσθετα προσόντα των Αιτητών και απέδωσε σε αυτά τη δέουσα βαρύτητα. Τα δε προσόντα των Αιτητών, σε αντίθεση με την υπέρτερη πείρα των Ενδιαφερόμενων Μερών, δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο επαυξάνει την αξία τους. O Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, αφού έλαβε υπόψη του και συνυπολόγισε όλα τα νόμιμα στοιχεία κρίσης, άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, εντός των ορίων αυτής και αιτιολογημένα προέβη στην έκδοση της επίδικης πράξης, η οποία είναι εύλογα επιτρεπτή και σύμφωνη με τα στοιχεία των φακέλων και ως οι αρχές της νομολογίας καθορίζουν.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί των αιτητών για παραβίαση του ενιαίου μέτρου κρίσης από τους Καθ’ ων η αίτηση, αποδίδοντας υπέρμετρη βαρύτητα στο κριτήριο της αρχαιότητας, καταρρίπτονται από το λεκτικό της απόφασης του Υπουργού, με αποτέλεσμα ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης να απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ολοκληρώνοντας την εξέταση των επιχειρημάτων των αιτητών, υπενθυμίζω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να υποκαταστήσει την κρίση του αρμοδίου οργάνου με τη δική του, αλλά προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και παράβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του αποφασίζοντος οργάνου, αναφορικά με την ορθότητα της πράξης, η οποία εν προκειμένω θεωρείται νόμιμη, εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Στην επίδικη διαδικασία, ως κρίθηκε ανωτέρω, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ρητώς κατέγραψε την συλλογιστική που ακολούθησε στην αξιολόγηση των υποψηφίων παραθέτοντας και τις νομολογιακές αρχές που τον καθοδήγησαν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και προέβη σε εκτενή καταγραφή της κρίσης του κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι οι αιτήτές δεν έχουν θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22/11/23).
Ως εκ των όσων έχω αναλυτικά καταγράψει ανωτέρω, ουδείς εκ των προβαλλόμενων εκ των αιτητών λόγων ακύρωσης επιτυγχάνει.
Οι προσφυγές αποσυνενώνονται και απορρίπτονται, η δε προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται €1500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, σε κάθε προσφυγή.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο