ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 595/2026 (Κ)
16 Οκτωβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Pardeep Singh
Αιτητής
v.
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
Καθ’ ων η αίτηση
Παναγιώτης Πιερίδης, για τον Αιτητή
Ιωάννα Χαραλάμπους για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης ημερομηνίας 20/05/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό Α. στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων κράτησης (αιτούμενη θεραπεία υπό Β. στην αίτηση ακύρωσης) και απέλασης (αιτούμενη θεραπεία υπό Γ. στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας. Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ. στην αίτηση ακύρωσης, ο αιτητής επιζητά από το Δικαστήριο διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης, το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση του αιτητή αρ. 184/2026 για έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum, ημερομηνίας 29/09/2026, γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται, ο αιτητής είναι υπήκοος Ινδίας, ο οποίος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία στις 27/09/2022, κατέχοντας προσωρινή άδεια παραμονής και φοίτησης στο Alexander College. Η άδεια προσωρινής διαμονής και φοίτησης που κατείχε, ανανεώθηκε μέχρι και τις 22/01/2026. Μετά την πιο πάνω ημερομηνία, ο αιτητής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για ανανέωση της άδειας παραμονής του ή διευθέτηση του μεταναστευτικού του καθεστώτος και συνέχισε να διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία.
Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο αιτητής αντιμετώπιζε ποινικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση υπ΄ αρ. 16676/2025, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αφορούσε σε αδικήματα, μεταξύ άλλων, τραυματισμού, μαχαιροφορίας και συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ενώ εκκρεμούσε και ξεχωριστή υπόθεση τροχαίων αδικημάτων εναντίον του, και παρέμενε υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Στις 19/05/2026, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με επιστολή που στάλθηκε εκ μέρους του, είχε δώσει οδηγίες όπως όλες οι εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις εναντίον του αιτητή (και ενός άλλου προσώπου που ήταν συγκατηγορούμενος με τον αιτητή στην ποινική υπόθεση υπ’ αρ. 16676/2025 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού) αποσυρθούν, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η απέλασή τους. Πράγματι, οι ποινικές υποθέσεις αποσύρθηκαν και ο αιτητής απαλλάχθηκε και, ταυτόχρονα, στις 20/05/2026 εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.
Η υπό εξέταση αίτηση ακύρωσης καταχωρήθηκε στις 08/06/2026 και στις 15/06/2026 οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως εκ των διατάξεων του άρθρου 11Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015, ανέστειλαν το διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ακύρωσης μετά από σχετική υπηρεσιακή εισήγηση ημερομηνίας 12/06/2026 (ερ. 121 και 120 του διοικητικού φακέλου).
Η απόφαση επί της παρούσας αίτησης ακύρωσης επιφυλάχθηκε ενώπιον άλλου Δικαστηρίου στις 28/07/2026 και στις 02/10/2026 εκδόθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο διάταγμα για επανεκδίκαση της υπόθεσης, η οποία τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Στο μεταξύ διάστημα, ο αιτητής υπέβαλε στις 14/09/2026 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την Αίτηση αρ. 184/2026 για έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 29/09/2026.
Με τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι υπήρξε μη συμμόρφωση με άρθρο 18ΟΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου («το Κεφ. 105») και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε προηγουμένως και δεόντως ότι κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης και ότι η παράλειψη επίδοσης τέτοιας ειδοποίησης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου σύμφωνα με τον Κανονισμό 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 («η ΚΔΠ 242/1972»). Επίσης, ισχυρίζεται ότι δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε η διαδικασία των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105. Επιπλέον, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η δοθείσα αιτιολογία και η νομική βάση για τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης για έκδοση του διατάγματος κράτησης είναι ελλιπής και εσφαλμένη και ότι παραβιάζει την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης εκδόθηκαν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, της χρηστής διοικήσεως, και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Επισημαίνεται ότι ο περί αναρμοδιότητας του αποφασίζοντος οργάνου λόγος ακύρωσης, που προβλήθηκε στις γραπτές αγορεύσεις που καταχωρίστηκαν εκ μέρους του αιτητή, αποσύρθηκε κατόπιν προσκόμισης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση της απόφασης για εκχώρηση των σχετικών εξουσιών. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι κανένας εκ των ισχυρισμών που προωθούνται εκ μέρους του αιτητή δεν στηρίζονται ούτε σχετίζονται με την αρχή της μη επαναπροώθησης, έστω κι αν εγέρθηκε ισχυρισμός περί παραβίασής της στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης, και, συνεπώς, θεωρείται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός εγκαταλείφθηκε εκ μέρους του αιτητή.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων.
Προτού εξεταστούν οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης, επισημαίνεται ότι με την αιτούμενη θεραπεία υπό Δ. στην αίτηση ακύρωσης δεν προσβάλλεται διοικητική πράξη, αλλά επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για άμεση απελευθέρωση του αιτητή. Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Σύμφωνα με το Άρθρο 146.4 του Συντάγματος, το Διοικητικό Δικαστήριο δύναται (α) να επικυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή πράξη ή παράλειψη, (β) να την κηρύξει, εν όλω ή εν μέρει, άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος, (γ) να κηρύξει την προσβαλλόμενη παράλειψη, εν όλω ή εν μέρει, άκυρη και ό,τι πάν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή και (δ) να τροποποιήσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή την πράξη, ως νόμος ήθελε ορίσει, νοουμένου ότι αυτή αφορά σε φορολογικό ζήτημα. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι δεν υφίσταται δυνατότητα του παρόντος Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος άμεσης απελευθέρωσης του αιτητή, ως επιδιώκει. Συνεπώς, η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο Δ. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Επίσης, διαπιστώνεται ότι, παρόλο που η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται υπό το αιτητικό Α. της αίτησης ακύρωσης, εντούτοις, δεν προωθείται εκ μέρους του αιτητή κανένας λόγος ακύρωσης της απόφασης αυτής.
Ως εκ τούτου, η αιτούμενη θεραπεία υπό το αιτητικό Α. της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται και η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται.
Ακολουθεί η εξέταση των λόγων ακύρωσης ως προς τις αιτούμενες θεραπείες υπό Β. και Γ. της αίτησης ακύρωσης και τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Οι λόγοι ακύρωσης εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.
Αρχικά, ενόψει και της επικύρωσης της απόφασης για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, κρίνεται ότι νόμιμα και ορθά εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα απέλασης, αφού, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσής του, ο αιτητής παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του αιτητή.
Πέραν αυτού, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε η ειδοποίηση δυνάμει του Κανονισμού 19 της ΚΔΠ 242/1972 και ότι δεν προηγήθηκε απόφαση επιστροφής ούτε του δόθηκε περιθώριο και προθεσμία για οικειοθελή του αναχώρηση.
Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι δεν του επιδόθηκε ειδοποίηση καταρρίπτεται από την ίδια την προσβαλλόμενη υπό Α. στην αίτηση ακύρωσης πράξη, όπου ακριβώς βρίσκεται η σχετική ειδοποίηση του αιτητή ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης. Συνεπώς, δεν ευσταθεί η θέση ότι δεν προηγήθηκε, της έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, επίδοση της ειδοποίησης αυτής. Εξάλλου, έχει αποφασιστεί ότι η ειδοποίηση δυνάμει του εν λόγω Κανονισμού 19 δεν αποτελεί ουσιώδη τύπο για την έκδοση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης (απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση αρ. 1202/2025, G. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.ά., ημερομηνίας 18/12/2025).
Ως δε κρίθηκε και στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 596/2026, Varun Dhawan ν. Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης Του Υφυπουργείου Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας, ημερομηνίας 14/07/2026, απόφαση η οποία δεν εφεσιβλήθηκε και η οποία εξέτασε τη νομιμότητα των αντίστοιχων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης που εκδόθηκαν στη βάση της ίδιας προπαρασκευαστικής πράξης, ήτοι βάσει της ίδιας έκθεσης της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, αναφορικά με τον συγκατηγορούμενο του αιτητή στην ποινική υπόθεση υπ’ αρ. 16676/2025 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού:
«Παρομοίως, αβάσιμος κρίνεται και ο εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που έγκειται στον ισχυρισμό ότι οι καθ' ων η αίτηση εφάρμοσαν εσφαλμένα τα άρθρα 18ΠΣΤ και 18ΟΔ του Κεφ. 105 καθότι, ως υποβάλλει ο συνήγορος του αιτητή, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων δεν υπήρχε απόφαση επιστροφής του αιτητή εν τη εννοία των προαναφερθέντων άρθρων. Στην ίδια την επίδικη επιστολή προς τον αιτητή, ημερομηνίας 20.5.2026 (παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης), ρητά αναφέρεται ότι ο αιτητής είναι απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, καθότι παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα από 29.6.2025, όταν και έληξε η σχετική άδεια παραμονής του. Όπως επίσης αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, συνεπεία («consequently») της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη, εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα κράτησης και απέλασής του. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπό αναφορά Κανονισμός 19 της Κ.Δ.Π. 242/1972, τον οποίον επικαλείται ο συνήγορος του αιτητή, ουδόλως συναρτά τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος κράτησης και απέλασης με την προϋπόθεση προηγηθείσας ειδοποίησης περί κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη (Mensah ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017, M.S v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 164/2021, ημερ. 12.3.2021). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Islam ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 997/2013, ημερ. 9.7.2013-
«Παρατηρείται ότι ο Κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε συσχετίζει την έκδοση του διατάγματος κράτησης και απέλασης με προηγηθείσα ειδοποίηση ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε απαγορευμένο μετανάστη. Εκείνο που προνοεί είναι ότι πρέπει να επιδοθεί ειδοποίηση περί του γεγονός ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης σύμφωνα με τον Δεύτερο Πίνακα της Κ.Δ.Π 242/72. Αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα, αλλά δεν είναι επιτακτική η προηγούμενη ειδοποίηση, θεωρούμενης μάλιστα ως ουσιώδους τύπου».
Επομένως, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου του αιτητή ότι όταν εκδίδονταν τα επίδικα διατάγματα, δεν υφίστατο ήδη απόφαση επιστροφής του αιτητή. Η δε υπό του συνηγόρου του αιτητή επίκληση των αποφασισθέντων στην Δημοκρατία ν. Karsang Dorje Lama, Ε.Δ.Δ. 15/2025, ημερ. 4.12.2025, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα, μάλλον απολήγει σε αποδυνάμωση παρά σε επίρρωση των θέσεών του, εφόσον σε εκείνη την περίπτωση το Διοικητικό Εφετείο διαπίστωσε ότι η απόφαση που περιεχόταν σε σχετική επιστολή προς τον αιτητή δεν πληρούσε τα υπό του Κεφ. 105 προβλεπόμενα κριτήρια για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση επιστροφής, αφού, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, πουθενά στην εν λόγω επιστολή ο εκεί αιτητής (Εφεσίβλητος) δεν κηρυσσόταν ή αναφερόταν ως παράνομος μετανάστης. Επιπρόσθετα, σε εκείνη την υπόθεση, και πάλι σε αντίθεση με την υπό κρίση περίπτωση, κρίθηκε ότι η απόφαση επιστροφής είχε εκδοθεί σε χρόνο που ο αιτητής δεν ήταν παράνομος μετανάστης. Είπε σχετικά το Δικαστήριο:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι η απόφαση, η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 13.07.2022 (βλ. ανωτέρω), δεν πληροί όλα τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της ως «απόφαση επιστροφής» εν τη εννοία του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου, αφού πουθενά σε αυτή δεν «κηρύσσεται ή αναφέρεται» ο Εφεσίβλητος ως παράνομος μετανάστης. Η θέση της Εφεσείουσας ότι, ο χαρακτηρισμός του Εφεσίβλητου ως παράνομου μετανάστη προκύπτει σιωπηλώς ή εξυπακουόμενα, συγκρούεται ευθέως με την απαίτηση του Άρθρου 18ΟΔ του Νόμου, το οποίο, κατά απλή γραμματική ερμηνεία, σαφώς απαιτεί διακήρυξη και/ή ρητή δήλωση τέτοιου χαρακτηρισμού.
Πρόσθετα, σημειώνεται εμφαντικά ότι η απόφαση η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 13.07.2022, εκδόθηκε σε χρόνο που ο Εφεσείων δεν ήταν καν παράνομος μετανάστης, αφού και η ίδια η Εφεσείουσα τον θεώρησε και θεωρεί ως τέτοιο από τις 20.8.2022, όταν και παρήλθε η προθεσμία αναχώρησης του από την Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. Ερ. 185 του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, Τεκμήριο 1).».
Εν προκειμένω, δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω ότι ο αιτητής, ο οποίος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, έλαβε γνώση της προαναφερθείσας επιστολής ημερομηνίας 20.5.2026, η οποία εξάλλου, όπως άλλωστε αναφέρεται και στο ίδιο το σώμα αυτής, απευθύνετο σε αυτόν.
Ούτε και είχαν οι καθ' ων η αίτηση υποχρέωση παροχής χρόνου στον αιτητή για οικειοθελή αναχώρηση. Δεδομένου ότι με την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 20.5.2026, ο αιτητής κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και διαπιστώθηκε ότι υφίστατο σοβαρός κίνδυνος διαφυγής του λόγω του ότι είναι υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, εύλογα δεν δόθηκε σε αυτόν περίοδος οικειοθελούς αναχώρησης από τη Δημοκρατία πριν από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων (Magdalin Mensah v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 5735/2013, ημερ. 31.5.2017). Εν προκειμένω, οι καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν, δυνάμει της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται σε αυτούς από τις διατάξεις του άρθρου 18ΟΘ(4) του Κεφ. 105, να μην παράσχουν οποιοδήποτε χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης στον αιτητή, εφόσον κρίθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος διαφυγής. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:
«(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόμιμη παραμονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη ή δολία ή εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης δύναται είτε να μη χορηγεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστημα κάτω των επτά ημερών.»
Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από το Δικαστήριο τούτο στην Suhel Dewan v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 346/2026(Κ), ημερ. 2.6.2026, αλλά και στις G.S.D.A.M v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 626/2023(Κ), ημερ. 9.6.2023 και S.K. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 946/2023(Κ), ημερ. 31.7.2023, όπου ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση.
Κατά συνέπεια, ενόψει των πιο πάνω, και αυτός ο ισχυρισμός στερείται βασιμότητας και απορρίπτεται.»
Τα πιο πάνω κριθέντα, τα οποία ουδέποτε εφεσιβλήθηκαν, τυγχάνουν εφαρμογής και στην προκειμένη αφού οι προσβαλλόμενες στην παρούσα υπόθεση πράξεις εκδόθηκαν στη βάση της ίδιας προπαρασκευαστικής πράξης, ήτοι βάσει της ίδιας έκθεσης της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης.
Επιπλέον, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης και περί αποστέρησης της δυνατότητας να υποβάλει και να προωθήσει αίτημα ή οποιαδήποτε διαδικασία για διευθέτηση της άδειας παραμονής του, επισημαίνεται ότι δεν έχει προωθηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα αναφορικά με τέτοια αποστέρηση, ούτε προκύπτει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εκ μέρους του αιτητή ή του δικηγόρου του προς εξασφάλιση τέτοιας δυνατότητας ή διασφάλιση της νομιμότητας της παραμονής του στη Δημοκρατία, παρά την παρέλευση τεσσάρων και πλέον μηνών από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται ότι ο αιτητής δεν απέδειξε τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε τη δυνατότητα όσο ήταν υπόδικος και υπό κράτηση να υποβάλει δια αντιπροσώπου αίτημα αναφορικά με την παραμονή του στη Δημοκρατία και δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του αιτητή, με δικονομικά αποδεκτό τρόπο, που να καταδεικνύει ότι πράγματι αποστερήθηκε τέτοιας δυνατότητας ή ότι παραβιάστηκε η αρχή της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση ή αποδοχή της θέσης του αιτητή θα είχε ουσιαστικά το αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται εκ προοιμίου ότι, όταν ένα πρόσωπο είναι υπόδικο, θα αναστέλλονται στην ουσία όλες του οι υποχρεώσεις έναντι του Νόμου λόγω του ότι είναι υπόδικος και δεν έχει την ελευθερία για την πρόσβαση στις εκάστοτε αρμόδιες Υπηρεσίες και Οργανισμούς. Είναι όμως παγίως καθιερωμένο νομολογιακά ότι η αρχή της καλής πίστης δεν υπερφαλαγγίζει την αρχή της νομιμότητας. Ως κρίθηκε και στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 596/2026, Varun Dhawan ν. Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης Του Υφυπουργείου Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας, ημερομηνίας 14/07/2026 (ανωτέρω):
«Τέλος, δεν ευσταθούν ούτε οι ισχυρισμοί περί κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης της αρχής της καλής πίστης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Δεδομένης της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, δυνάμει του οποίου ορθώς ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, είναι αρκετό να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να υποσκελίσει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο και να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (G. P. Iron & Wood Makers Ltd ν. Δημοκρατίας Υποθ. Αρ. 959/2004, ημερ. 17.1.2006, Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191). Έχει δε η εν λόγω αρχή συμπληρωματικό χαρακτήρα, όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. και O LYKOS SERVICES AND SECURITY SYSTEMS-PRIVATE INVESTIGATORS LTD κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. αρ. 1/16, ημερ. 20.7.2021 και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α., Α.Ε.19/11, ημερ. 22.12.2016). Δεδομένης λοιπόν της ύπαρξης των προεκτεθεισών διατάξεων του Κεφ. 105, δεν θα μπορούσε η αρχή της καλής πίστης να τις υποσκελίσει και να αποτελέσει λόγο απόκλισης από αυτές.»
Ως εκ των πιο πάνω, και οι ισχυρισμοί περί παραβίασης της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, περί κατάχρησης εξουσίας και περί αποστέρησης της δυνατότητας να υποβάλει και να προωθήσει αίτημα ή οποιαδήποτε διαδικασία για διευθέτηση της άδειας παραμονής του, απορρίπτονται ως καθόλα αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, ότι πάσχει λόγω ελλιπούς αιτιολογίας καθότι στηρίχθηκε μόνο στο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, χωρίς να εξεταστούν, κατά τον ισχυρισμό, εναλλακτικά της κράτησης μέτρα και χωρίς να ικανοποιείται, κατά τις θέσεις του αιτητή, η αρχή της αναλογικότητας.
Ούτε αυτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή ευσταθούν. Όπως ρητά καταγράφεται στο προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, θεωρήθηκε στη βάση του άρθρου 18ΠΣΤ (1)(α) του Κεφ. 105 και του άρθρου 15 (1)(α) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής του αιτητή λόγω της άρνησής του για επαναπατρισμό και, όπως καταγράφεται στην έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ερ. 86 και 85 του διοικητικού φακέλου), λόγω μη σταθερού τόπου διαμονής και ότι δεν υπήρχε περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Στον διοικητικό φάκελο εντοπίζονται τέσσερις (4) διαφορετικές διευθύνσεις διαμονής του αιτητή (ερ. 82, 78, 45 και 24 του διοικητικού φακέλου), δύο στη Λευκωσία και δύο στη Λεμεσό, ενώ το ενοικιαστήριο συμβόλαιό του έληξε ήδη από τις 26/02/2026 (ερ. 65 του διοικητικού φακέλου). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του αιτητή ότι είχε δηλωθεί εκ μέρους του σταθερή διεύθυνση διαμονής κατά την αίτηση που υπέβαλε για ανανέωση της άδειας παραμονής του.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί μη δέουσας αιτιολογίας και περί του ότι η Διοίκηση στηρίχθηκε μόνο στο γεγονός της παράνομης παραμονής του αιτητή για να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα κράτησης δεν ευσταθούν, εφόσον μέσα από τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του επίδικου διατάγματος κράτησης, τα οποία επιβεβαιώνονται από τα γεγονότα του διοικητικού φακέλου, προκύπτει με ευκρίνεια η εκ μέρους της Διοίκησης δέουσα αιτιολόγηση και διερεύνηση και η μη ύπαρξη οποιασδήποτε πλάνης.
Άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του αιτητή το γεγονός ότι ήταν αρνητικός για επαναπατρισμό του και ότι δεν υπάρχουν δεσμοί του με τη Δημοκρατία (παρ. 5 στο ερ. 85 του διοικητικού φακέλου).
Υπενθυμίζεται εδώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105:
«"κίνδυνος διαφυγής" σημαίνει την ύπαρξη, σε ατομική περίπτωση, οποιουδήποτε από τους ακόλουθους λόγους, που οδηγεί στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει:
(α) […],
(β) δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής,
[…]
(ζ) μη ύπαρξη διεύθυνσης συνήθους διαμονής,
(η) […],
[…]∙»
Δεδομένου ότι ένας μόνο από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 18ΟΔ του Κεφ. 105 θα ήταν επαρκής για τη διαπίστωση του κινδύνου διαφυγής και στην προκειμένη, μέσα από τις πιο πάνω διαπιστώσεις καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει διεύθυνση συνήθους διαμονής του, δεν μπορεί παρά να κριθεί ότι νόμιμα και ορθά θεωρήθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για σκοπούς έκδοσης των επίδικου διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.
Σχετικά και εφαρμοστέα στην προκειμένη είναι και τα όσα αποφασίστηκαν αντίστοιχα και στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 596/2026, Varun Dhawan ν. Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης Του Υφυπουργείου Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας, ημερομηνίας 14/07/2026 (ανωτέρω), απόφαση η οποία επαναλαμβάνεται ότι δεν εφεσιβλήθηκε και η οποία – όπως επισημάνθηκε και ανωτέρω – εξέτασε τη νομιμότητα των αντίστοιχων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης που εκδόθηκαν στη βάση της ίδιας προπαρασκευαστικής πράξης, ήτοι βάσει της ίδιας έκθεσης της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, αναφορικά με τον συγκατηγορούμενο του αιτητή στην ποινική υπόθεση υπ’ αρ. 16676/2025 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι δεν είχε εξεταστεί εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση το ενδεχόμενο εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, αυτός καταρρίπτεται τόσο μέσα από το επίδικο διάταγμα κράτησης, όπου αναφέρεται ότι «Δεδομένης της άρνησης του/της για επαναπατρισμό, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων», όσο και μέσα από την έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, όπου αναφέρεται ότι «[…] επειδή είναι σίγουρο ότι εάν αφεθούν ελεύθεροι θα εξαφανιστούν […]» (παρ. 5 στο ερ. 85 του διοικητικού φακέλου). Συνάγεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση άσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια δεόντως ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και έκριναν ότι δεν υπήρχε το περιθώριο, κρίση η οποία τεκμηριώνεται και μέσα από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Σχετική είναι και η πολύ πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 18/2026, H. K. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας κ.ά., ημερομηνίας 07/09/2026.
Κατά συνέπεια, τόσο το διάταγμα απέλασης όσο και το διάταγμα κράτησης κρίνονται νόμιμα, εφόσον διαφάνηκε ότι ήταν προϊόντα δέουσας έρευνας και επαρκούς και νόμιμης αιτιολογίας χωρίς να έχει καταφέρει ο αιτητής να καταδείξει οποιονδήποτε βάσιμο λόγο για την ακύρωσή τους.
Βάσει όλων των πιο πάνω αλλά και των κριθέντων στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 596/2026, Varun Dhawan ν. Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης Του Υφυπουργείου Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας, ημερομηνίας 14/07/2026 (ανωτέρω), δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε περιθώριο για δικαστική επέμβαση. Οι επίδικες πράξεις κρίνονται νόμιμες.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.900 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Οι προσβαλλόμενες πράξεις επικυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο