ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 621/2019)
06 Οκτωβρίου 2026
[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ALI KHALAF
Αιτητή,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω
ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………..
Νικολέττα Χαραλαμπίδου, για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Κυριακή Χριστοφή, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής εξαιτείται την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του, ημερομηνίας 20.12.2016, για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει πολιτογράφησης, ως του γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 13.2.2019.
Ο Αιτητής, υπήκοος Συρίας, γεννήθηκε την 1.1.1938 και αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία, κατά τους ισχυρισμούς του, στις 15.9.2002, σε ηλικία 64 ετών. Ακολούθως, υπέβαλε διαδοχικές αιτήσεις για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, παραμένοντας στη Δημοκρατία υπό διάφορα καθεστώτα προσωρινής άδειας ή ως επισκέπτης. Τελικώς, στις 5.12.2014, κατόπιν νέας αίτησης του για επανάνοιγμα του φακέλου του, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων του παραχώρησε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία, το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα. Από την 1.6.2015 λαμβάνει Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (εφεξής «ΕΕΕ»), δυνάμει του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Άλλων Κοινωνικών Παροχών Νόμου, Ν.109(Ι)/2014.
Στις 20.12.2016 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας δυνάμει πολιτογράφησης και στο πλαίσιο εξέτασης της, διενεργήθηκε προσωπική συνέντευξη (Έντυπο Μ127) στις 22.8.2018, παρουσία μεταφραστή τον οποίο πήρε μαζί του ο ίδιος ο Αιτητής (ερ.192-186). Την ίδια ημέρα, η λειτουργός εξέτασης συμπλήρωσε το έντυπο «για υπηρεσιακή χρήση μόνο» (ερ.185) και συνέταξε Έκθεση επί της αίτησης (εφεξής «η Έκθεση»), η οποία ελέγχθηκε από Λειτουργό Ελέγχου στις 3.10.2018 και απευθύνεται προς τον Υπουργό Εσωτερικών (ερ. 200-195). Από την Έκθεση προκύπτει ότι ο Αιτητής πληροί τις παραγράφους 1(α) και 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, Ν.141(Ι)/2002 (εφεξής «ο Νόμος»), και ότι συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο νόμιμης διαμονής, αφήνει όμως κενά τα σχετικά πλαίσια στον Συνοπτικό Πίνακα Ελέγχου Προϋποθέσεων της Νομοθεσίας (ερ. 195), που αντιστοιχούν στις παραγράφους 1(β) και 1(δ) και εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Στην πρώτη σελίδα της Έκθεσης (ερ. 200), δίπλα από την αναφορά προς τον Υπουργό Εσωτερικών, υπάρχει χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη» μαζί με υπογραφή. Η απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 13.2.2019 και στις 25.4.2019 καταχωρίστηκε η παρούσα προσφυγή.
Σημειώνεται ότι, όπως πρόσφατα κρίθηκε από το Διοικητικό Εφετείο στην R.M.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 117/2022, 23.9.2026, η αιτιολογία που ελέγχεται δικαστικά είναι εκείνη της έκθεσης που υιοθέτησε ο Υπουργός, η οποία αποτελεί την απόφαση επί της αίτησης και όχι αυτής της επιστολής γνωστοποίησης. Σχετικό το πιο κάτω απόσπασμα:
«Θα συμφωνήσουμε με τη θέση της Εφεσείουσας ότι, η αιτιολογία της επίδικης απόφασης δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι αυτή ή, έστω, μόνο αυτή, η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή γνωστοποίησης. Ως σαφώς επεξηγήθηκε στην απόφαση του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ANGELA SIOMINA ΗΡΩΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, ο δικαστικός έλεγχος λαμβάνει υπόψη την αιτιολογία που συνοδεύει την απόφαση (και από το σύνολο του διοικητικού φακέλου) όχι την εξήγηση που δίδεται για την απόφαση με την επιστολή γνωστοποίησης […].
Η συμφωνία του Υπουργού με την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού, ως αυτή αποτυπώνεται στο σχετικό σημείωμα δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την εκ μέρους του Υπουργού υιοθέτηση της αιτιολογίας, χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία ή διαφοροποίηση (βλ. σχετικά Νικόλας Τζιωνής και Κυπριακής Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 689).»
Το Δικαστήριο θα εξετάσει, επομένως, τους λόγους απόρριψης, ως αυτοί προκύπτουν από την Έκθεση ημερομηνίας 22.8.2018, την οποία υιοθέτησε ο Υπουργός Εσωτερικών και όχι από το περιεχόμενος της επιστολής γνωστοποίησης ημερομηνίας 13.2.2019. Η αιτιολογία αυτή, κατά το άρθρο 29 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/1999, δύναται να συμπληρωθεί από στοιχεία του διοικητικού φακέλου που είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση (Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 298, Συμεωνίδου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145), χωρίς όμως να είναι έργο του Δικαστηρίου να αναζητεί το ίδιο στα διάσπαρτα στοιχεία του φακέλου τι θα μπορούσε να στηρίξει την απόφαση (Preston ν. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. 189/2019, 10.12.2020).
Το άρθρο 111 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοούσε ότι ο Υπουργός, όταν ικανοποιείται ότι ο αιτητής κατέχει τα προσόντα του Τρίτου Πίνακα, «δύναται» να του χορηγήσει πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Ο Τρίτος Πίνακας απαιτούσε διαμονή κατά το δωδεκάμηνο που προηγείται της αίτησης (1(α)), αθροιστική διαμονή τουλάχιστον τεσσάρων ετών κατά την προηγούμενη επταετία (1(β)), καλό χαρακτήρα (1(γ)) και πρόθεση διαμονής στη Δημοκρατία (1(δ)).
Πάγια νομολογιακή αρχή είναι ότι η πολιτογράφηση συνιστά εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους, με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης και ότι δεν αναγνωρίζεται απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης, παρά μονάχα προσδοκία πως το αίτημα θα αξιολογηθεί δεόντως και θα τύχει ανάλογης, καλόπιστης, και εξατομικευμένης κρίσης, κατ' ενάσκηση, πάντα, της παρεχόμενης προς τη Διοίκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας (βλ. Hamdan ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 141/2018, ημερομηνίας 6.3.2024, Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 119/2020, ημερομηνίας 25.2.2025 και Arakelian ν. Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Ε.Δ.Δ. 130/2020, ημερομηνίας 10.3.2025). Η κατοχή δε των τυπικών προσόντων του Τρίτου Πίνακα δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση και δεν επαρκεί για πολιτογράφηση. Ως έχει νομολογηθεί, η Διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να συνεκτιμήσει πρόσθετους παράγοντες, όπως η γνώση της ελληνικής γλώσσας, η ενσωμάτωση, το ήθος και τα οικονομικά ή δημογραφικά συμφέροντα του κράτους (βλ. Reyes ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 181/2012, 24.10.2018).
Ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται, κατά την απόφαση της Ολομέλειας στην Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 66, στη διαπίστωση κατά πόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία στο σύνολό τους, «τα συμπεράσματα της Διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα», ενώ βεβαίως η ευρεία διακριτική ευχέρεια δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογίας.
Εξετάζεται, κατά προτεραιότητα, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον, σύμφωνα με τις θέσεις του, δεν προκύπτει απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, στη βάση του ότι στο Έντυπο Μ127, το οποίο συμπλήρωσε λειτουργός που εκτελεί γραφειακά καθήκοντα, δεν υπάρχει εισήγηση, απόφαση ή υπογραφή του Υπουργού. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και αφού η συνήγορός του Αιτητή διεξήλθε το διοικητικό φάκελο, ανέφερε ότι στην Έκθεση υπάρχει μια υπογραφή με τη χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη», πλην όμως δεν προκύπτει ότι η υπογραφή αυτή είναι του Υπουργού.
Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου R.M.R. ανωτέρω, επί σημειώματος προς τον Υπουργό Εσωτερικών που έφερε, όπως ακριβώς και εν προκειμένω, τη χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη» και υπογραφή, κρίθηκε ότι «Αυτό έχει κριθεί νομολογιακά ότι επαρκεί ως τεκμήριο ότι το αρμόδιο όργανο, εδώ ο Υπουργός Εσωτερικών, έχει ασκήσει με αυτό τον τρόπο την αποφασιστική του αρμοδιότητα (βλ. απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.9.2023 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 18/2017 VARSIK MKRTCHYAN v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ).», με παραπομπή και στο άρθρο 17(8) του Ν.158(Ι)/1999.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε το Διοικητικό Εφετείο και στην εξίσου πρόσφατη απόφαση του D.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2022, ημερομηνίας 15.7.2026, όπου ο Υπουργός είχε απορρίψει αίτηση πολιτογράφησης με χειρόγραφη ενυπόγραφη σημείωση επί του εντύπου της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνοντας ότι, «έχοντας κατά νου ότι υφίσταται τεκμήριο κανονικότητας το οποίο διέπει τη δράση της διοίκησης, κρίνουμε ότι δεν έχει τεκμηριωθεί από τον Εφεσείοντα, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αναρμόδια».
Εν προκειμένω, η Έκθεση απευθύνεται ρητώς στον Υπουργό Εσωτερικών, περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και φέρει, δίπλα από την αναφορά στον Υπουργό, τη χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη» με υπογραφή, ενώ και η επιστολή γνωστοποίησης αναφέρει ότι η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών. Ο Αιτητής, πέραν της απλής αμφισβήτησης, δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να ανατρέπει το τεκμήριο της κανονικότητας και συνεπώς δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι η σημείωση και η υπογραφή είναι του Υπουργού. Η δε σύνταξη της Έκθεσης από λειτουργό του Τμήματος εμπίπτει στο άρθρο 45(2) του Ν.158(Ι)/1999, κατά το οποίο η έρευνα μπορεί να διεξαχθεί και διά μέσου άλλου οργάνου ή προσώπου. Ενόψει τούτων, καθώς και της δεσμευτικής για το παρόν Δικαστήριο νομολογίας του Διοικητικού Εφετείου, ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας απορρίπτεται.
Προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς περί ανεπαρκούς έρευνας, πλάνης και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι η Έκθεση προβάλλει διαφορετικούς λόγους απόρριψης από την επιστολή γνωστοποίησης, ήτοι ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τα προσόντα του άρθρου 111 και δεν είχε πρόθεση να παραμείνει στη Δημοκρατία (ερ. 195), σε αντίθεση με το περιεχόμενο της επιστολής γνωστοποίησης, που αναφερόταν σε μη ένταξη του στο κοινωνικό σύνολο, στη μη ύπαρξη οικογενειακών δεσμών στην Κύπρο και στο ότι έχει καταστεί βάρος για τα δημόσια οικονομικά. Αναφέρθηκε επίσης στην αντίφαση της λειτουργού μεταξύ της κρίσης που διατύπωσε στην Έκθεση, περί μη πρόθεσης διαμονής του Αιτητή στη Δημοκρατία και της σημείωσης της στο έντυπο της συνέντευξης «για υπηρεσιακή χρήση μόνο» ότι ο Αιτητής έδωσε πειστικές απαντήσεις για τους λόγους που επιθυμεί να παραμείνει στη Δημοκρατία και να αποκτήσει την κυπριακή ιθαγένεια. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η εν λόγω κρίση δε συνάδει ούτε με τα όσα δήλωσε ο Αιτητής στη συνέντευξη, ότι δηλαδή διαμένει στην Κύπρο επί σειρά ετών, την αγαπά, δεν έχει άλλη πατρίδα και δεν έχει σκοπό να φύγει.
Κατ’ αρχάς, αναφέρω ότι η τυχόν ασυμφωνία της Έκθεσης με το περιεχόμενο της επιστολής γνωστοποίησης δε θέτει, κατά την R.M.R. ανωτέρω, ζήτημα νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή που ελέγχεται δικαστικώς είναι η αιτιολογία της Έκθεσης της λειτουργού εξέτασης, την οποία υιοθέτησε ο Υπουργός Εσωτερικών.
Από τη μελέτη της Έκθεσης στο σύνολό της προκύπτει ότι η απορριπτική εισήγηση στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αφορά τα προσόντα που προβλέπει ο ίδιος ο Νόμος στον Τρίτο Πίνακα και αποτυπώνεται στον Συνοπτικό Πίνακα (ερ. 195), όπου δεν σημειώνονται ως ικανοποιούμενα τα προσόντα των παραγράφων 1(β) και 1(δ). Για την παράγραφο 1(β), η Έκθεση, ενώ δέχεται ότι ο Αιτητής συμπλήρωσε την απαιτούμενη διάρκεια νόμιμης διαμονής (ερ. 194-193), κρίνει ότι κατά το ίδιο διάστημα δεν είχε τη σταθερή κατοικία του στην Κύπρο, δηλαδή δεν επέλεξε να διατηρεί εδώ το κέντρο των βιοτικών του δεσμών, παραπέμποντας στο μέρος «Βιοτικοί δεσμοί» (ερ. 198). Για την παράγραφο 1(δ), κρίνει ότι ο Αιτητής «δεν έδωσε πειστικούς λόγους για τους οποίους θέλει να παραμείνει στη Δημοκρατία» (ερ. 196). Ο δεύτερος πυλώνας αφορά παράγοντες που δεν απαριθμούνται στον Τρίτο Πίνακα του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία ως στοιχεία που ο Υπουργός σταθμίζει ελεύθερα κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, ακόμη και όταν πληρούνται τα τυπικά προσόντα (βλ. Reyes ανωτέρω). Σε αυτόν ανάγονται τα ευρήματα που η Έκθεση καταγράφει υπογραμμισμένα (ερ. 196), ότι ο Αιτητής «Είναι λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και το 65% του ενοικίου του πληρώνεται από το ΕΕΕ», το οποίο αφορά την επάρκεια των πόρων συντήρησής του, και ότι «δε μιλά ούτε την ελληνική γλώσσα, ούτε την αγγλική γλώσσα, παρά μόνο μερικές βασικές λέξεις στα ελληνικά. Κατά την προσωπική συνέντευξη έφερε μαζί του μεταφραστή για να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή της συνέντευξης», το οποίο αφορά τη γνώση της ελληνικής γλώσσας και την ένταξή του στο κυπριακό κοινωνικό σύνολο.
Ως προς τον πρώτο πυλώνα των λόγων απόρριψης, κρίνω ότι οι κρίσεις της λειτουργού, περί μη ικανοποίησης των παραγράφων 1(β) και 1(δ), πάσχουν, η μεν πρώτη ως αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα, αμφότερες δε λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας.
Ειδικότερα, η κρίση της λειτουργού για την παράγραφο1(β) δε στηρίζεται στα στοιχεία που η ίδια κατέγραψε. Η Έκθεση δέχεται ότι ο Αιτητής πληροί την παράγραφο 1(α), δηλαδή ότι διέμενε στη Δημοκρατία καθ' όλο το δωδεκάμηνο που προηγήθηκε της αίτησης και ότι συμπλήρωσε την απαιτούμενη διάρκεια νόμιμης διαμονής κατά την προηγούμενη επταετία, ενώ στο μέρος «Βιοτικοί δεσμοί» καταγράφει ότι διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Κύπρο. Από το φάκελο δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, ο οποίος βρίσκεται στην Κύπρο τουλάχιστον από το 2004 και κατέχει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, έχει σταθερή κατοικία οπουδήποτε αλλού. Το ότι μέρος του ενοικίου του καλύπτεται από το ΕΕΕ, όπως και η απουσία οικογένειας στην Κύπρο, η μη εργασία και η μη γνώση της ελληνικής γλώσσας, που επίσης καταγράφονται, αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο Αιτητής ζει και συντηρείται στην Κύπρο και όχι το αν διαμένει μόνιμα σ’ αυτήν. Συνεπώς, η κρίση περί μη ικανοποίησης της παραγράφου 1(β) είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα και στερείται επαρκούς αιτιολογίας και στο σημείο αυτό ο Αιτητής έχει δίκαιο.
Επίσης, ευσταθεί και ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή περί αντίφασης ως προς την πρόθεση διαμονής της παραγράφου 1(δ). Υπάρχει πράγματι αντίφαση μεταξύ της Έκθεσης και των ευρημάτων της ίδιας λειτουργού στο μέρος του Εντύπου Μ127 «για υπηρεσιακή χρήση μόνο», όπου σημείωσε ότι ο Αιτητής «έδωσε πειστικές απαντήσεις αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να αποκτήσει την κυπριακή ιθαγένεια και για την μετέπειτα πρόθεσή του να παραμείνει στη Δημοκρατία». Η αντίφαση αυτή δεν εξηγείται στην Έκθεση, ούτε προκύπτει από το φάκελο για ποιον λόγο οι απαντήσεις που κρίθηκαν πειστικές κατά τη συνέντευξη κρίθηκαν μη πειστικές στην Έκθεση της ίδιας ημέρας, ενώ ο Αιτητής δήλωσε ρητώς ότι θα παραμείνει στην Κύπρο. Επομένως, και στο σημείο αυτό, ο Αιτητής έχει δίκαιο ότι η κρίση περί έλλειψης πρόθεσης διαμονής δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Οι διαπιστώσεις αυτές, όμως, δεν αρκούν για την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εφόσον η απόφαση στηρίζεται σε περισσότερα του ενός αυτοτελή ευρήματα, η νομιμότητα ενός εξ αυτών δύναται να αρκέσει για τη διατήρηση της πράξης, σύμφωνα με την αρχή περί πολλαπλών ή διαζευκτικών αιτιολογιών, την οποία αποτυπώνει το άρθρο 32 του Ν.158(Ι)/1999. Στην Μαρία Φυτή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 368/2012, 22.10.2013, λέχθηκαν τα εξής:
«…είναι καλά θεμελειωμένη η αρχή ότι όπου η διοίκηση λαμβάνει μια απόφαση η οποία έχει πολλαπλές ή διαζευκτικές αιτιολογίες, μια εκ των οποίων είναι λανθασμένη ή ληφθείσα κατά πλάνη, η απόφαση δεν ακυρώνεται αυτόματα όταν κριθεί ότι η λανθασμένη αιτιολογία ήταν δευτερεύουσα ή επικουρική (άρθρο 32 του Νόμου αρ. 158(Ι)/99). Αν η πλάνη δεν είναι ουσιώδης και παραμένει ισχυρή η άλλη ή έτερη αιτιολογία που είναι ουσιωδώς υποστηρικτική της απόφασης, η απόφαση δεν κρίνεται να πάσχει (Φωτίου ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 501). Το ίδιο ισχύει όταν η απόφαση μπορεί να στηριχθεί σε άλλη νόμιμη αιτιολογία και νομικό έρεισμα που την καθιστά έγκυρη, (Δήμος Αγίας Νάπας ν. Μαυρουδή (2003) 3 Α.Α.Δ. 542).»
Εν προκειμένω, οι πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν αφορούν αποκλειστικά την κρίση περί της μονιμότητας της διαμονής του Αιτητή στην Κύπρο και δεν επηρεάζουν τα ευρήματα του δεύτερου πυλώνα. Η απόφαση μπορεί, επομένως, να στηριχθεί σε άλλη νόμιμη αιτιολογία που δόθηκε από την ίδια τη διοίκηση, κατά το τελευταίο σκέλος του πιο πάνω αποσπάσματος, εφόσον τα ευρήματα αυτά κριθούν νόμιμα. Τα ευρήματα αυτά στηρίζονται σε αντικειμενικά και μη αμφισβητούμενα στοιχεία, και τα κατέγραψε υπογραμμισμένα η ίδια η λειτουργός στο σώμα της Έκθεσης, η οποία υιοθετήθηκε από τον Υπουργό, χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία ή διαφοροποίηση. Για το λόγο αυτό, η περίπτωση διαφοροποιείται από την απόφαση Vartanova ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 478/2016, ημερομηνίας 2.3.2021, την οποία επικαλείται ο Αιτητής, όπου η απόφαση στηριζόταν αποκλειστικά σε αντιφατική κρίση για την πρόθεση μόνιμης παραμονής, χωρίς άλλο αυτοτελές εύρημα.
Εξετάζεται, κατωτέρω, η νομιμότητα των ευρημάτων του δεύτερου πυλώνα, ήτοι η έλλειψη αυτοτελών πόρων συντήρησης και η μη γνώση της ελληνικής γλώσσας, με τη συνακόλουθη ανεπαρκή ένταξη του στο κοινωνικό σύνολο.
Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι ο Τρίτος Πίνακας δεν αναφέρεται σε οικονομική κατάσταση, ώστε η στήριξη της απόφασης στη λήψη ΕΕΕ συνιστά πλάνη περί τον νόμο και ότι ήλθε στην Κύπρο σε ηλικία ουσιαστικά συνταξιοδότησης και δε δύναται να εργαστεί. Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι ο Υπουργός εκτιμά και το δημόσιο συμφέρον και ότι ο Αιτητής δε διαθέτει πόρους για να αυτοσυντηρείται.
Οι πόροι συντήρησης του αιτητή εντάσσονται στα οικονομικά συμφέροντα του κράτους, τα οποία, κατά την Reyes ανωτέρω, ο Υπουργός σταθμίζει ελεύθερα. Στην Sara Ali ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 119/2021, 16.12.2025, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση η οποία, αντλώντας από το διοικητικό φάκελο, έκρινε ότι το γεγονός ότι η αιτήτρια, δικαιούχος διεθνούς προστασίας, «δεν εργάζεται, δεν απασχολείται με τίποτε, ζει και συντηρείται αποκλειστικά από επιδόματα» και δε γνώριζε την ελληνική γλώσσα, συνιστούσε «πρόσθετους λόγους οι οποίοι δεικνύουν την αδυναμία της αιτήτριας να ενσωματωθεί στη χώρα της οποίας την υπηκοότητα αιτείται».
Εν προκειμένω, η Έκθεση καταγράφει ρητώς στο ερ. 196, ότι ο Αιτητής δεν εργάζεται, είναι λήπτης ΕΕΕ και ότι το 65% του ενοικίου του καλύπτεται από αυτό. Η αιτιολογία αυτή συμπληρώνεται από στοιχεία του φακέλου που είναι αρρήκτως συνδεδεμένα με αυτήν, ήτοι από τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή κατά τη συνέντευξη, όπου δήλωσε μη απασχολούμενο πρόσωπο, με μοναδικό εισόδημα περί τα €480 από το ΕΕΕ και υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού περί τα €6,50 και από την επιστολή έγκρισης του ΕΕΕ. Τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται, αφού ο Αιτητής αναφέρει ο ίδιος ότι το ΕΕΕ αποτελεί το μόνο εισόδημά του. Η κρίση είναι, επομένως, ειδικά αιτιολογημένη και τεκμηριώνεται πλήρως από τον φάκελο.
Ούτε συντρέχει πλάνη περί τον νόμο. Το ότι ο Τρίτος Πίνακας δεν απαριθμεί την οικονομική επάρκεια μεταξύ των τυπικών προσόντων δεν αποκλείει τη συνεκτίμησή της, αφού πρόκειται ακριβώς για παράγοντα του δεύτερου πυλώνα, τον οποίο ο Υπουργός νομίμως σταθμίζει κατά την Reyes ανωτέρω. Η προχωρημένη ηλικία του Αιτητή εξηγεί μεν την εξάρτησή του από το ΕΕΕ, δε μεταβάλλει όμως το γεγονός ότι δε διαθέτει αυτοτελείς πόρους, η δε στάθμιση των προσωπικών του περιστάσεων έναντι του στοιχείου αυτού ανήκει στη διοίκηση. Η εν λόγω αιτιολογία παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και, ως αυτοτελές έρεισμα, δύναται από μόνη της να στηρίξει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, ανεξαρτήτως των πλημμελειών που διαπιστώθηκαν στον πρώτο πυλώνα.
Ο Αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η κρίση περί ανεπαρκούς ένταξης είναι προϊόν ελλιπούς έρευνας και ανεπαρκώς αιτιολογημένη, αφού οι Καθ' ων η αίτηση δεν επικοινώνησαν με τους τρεις Κύπριους φίλους που κατονόμασε, ούτε αξιολόγησαν τις απαντήσεις του για τις κοινωνικές του σχέσεις, την επίσκεψή του στο καφενείο της περιοχής του και την κυπριακή ιστορία, επικαλούμενος την Vartanova ανωτέρω και την Toufic Fouad Harb ν. Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ. 913/2014, 25.4.2018. Ισχυρίζεται επίσης ότι, λόγω της ηλικίας του, δε θα μπορούσε να δημιουργήσει οικογενειακούς δεσμούς στην Κύπρο. Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι ο Αιτητής, παρά την πολυετή παραμονή του, δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα.
Η γνώση της ελληνικής γλώσσας είναι από τους παράγοντες που ρητά κατονομάζονται στην Reyes ανωτέρω. Επίσης, στην Abdallah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 5/2021, 11.2.2026, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο επικύρωσε απόρριψη αίτησης πολιτογράφησης που στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο ότι ο αιτητής «δεν ομιλεί την Ελληνική γλώσσα παρά την μακρόχρονη παραμονή του στη Δημοκρατία», κρίνοντας ότι «όχι μόνον δεν ανατράπηκε το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, αλλά και θετικά στοιχειοθετήθηκε [...] ότι η διοίκηση ενέργησε καλόπιστα κατόπιν δέουσας έρευνας και με επαρκή αιτιολογία». Αντίθετα, κρίση περί έλλειψης δεσμών ή ένταξης που διατυπώνεται γενικά, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένα στοιχεία, δεν επαρκεί, αφού, όπως λέχθηκε στην Reyes ανωτέρω, «η διαπίστωση ότι η εφεσείουσα ως αλλοδαπή δεν έχει δεσμούς με τον τόπο, είναι κρίση που δύναται να αποδοθεί σε κάθε αλλοδαπό».
Εν προκειμένω, η κρίση δεν είναι γενική ή αόριστη. Η Έκθεση εξειδικεύει ότι ο Αιτητής δεν ομιλεί ούτε την ελληνική ούτε την αγγλική γλώσσα, πέραν μερικών βασικών λέξεων στα ελληνικά, και ότι χρειάστηκε να φέρει μεταφραστή για να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή της συνέντευξης. Η αιτιολογία συμπληρώνεται από το Έντυπο Μ127, όπου η λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής «μιλούσε ελάχιστα ελληνικά», ενώ ο ίδιος δήλωσε ότι δεν πήγε σχολείο και ότι ομιλεί κουρδικά και αραβικά. Το εύρημα προκύπτει, κατά κύριο λόγο, από την ίδια τη συμπεριφορά του Αιτητή, ο οποίος, μετά από πολυετή παραμονή στη Δημοκρατία, χρειάστηκε μεταφραστή για να επικοινωνήσει με τη διοίκηση. Το ότι απάντησε ορθά στις ερωτήσεις κυπριακής ιστορίας, όπως η λειτουργός κατέγραψε και αξιολόγησε θετικά στο Έντυπο Μ127, δεν αναιρεί την κρίση, αφού η γνώση της γλώσσας και οι γνώσεις για τον κυπριακό πολιτισμό αποτελούν, κατά την Reyes ανωτέρω, διακριτούς παράγοντες, η δε Έκθεση δε στήριξε την απόρριψη σε έλλειψη ιστορικών γνώσεων.
Ούτε ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ανεπαρκούς ή ελλιπούς έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης, σχετικά με το ότι δεν κλήθηκαν να εκφέρουν απόψεις τα τρία πρόσωπα που ο ίδιος κατονόμασε ως φίλους του, ευσταθεί. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, τα τρία αυτά πρόσωπα που ο Αιτητής υπέδειξε ως Κύπριους φίλους του, είναι τα ίδια ακριβώς πρόσωπα που υπέγραψαν ως εγγυητές στην αίτηση πολιτογράφησής του (ερ. 157). Συνεπώς, η γνωριμία και η σχέση τους με τον Αιτητή ήταν ήδη εγγράφως καταγεγραμμένη στον φάκελο και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τη Διοίκηση, καθιστώντας περιττή οποιαδήποτε περαιτέρω αναζήτησή τους. Σε κάθε περίπτωση, το εύρημα που διατηρεί τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η μη γνώση της ελληνικής γλώσσας και όχι η έλλειψη κοινωνικών δεσμών και γνωριμιών του Αιτητή, ένα αντικειμενικό στοιχείο που προκύπτει από την ίδια τη συνέντευξη και το οποίο καμία επικοινωνία με τους εγγυητές δε θα μπορούσε να μεταβάλει. Η περίπτωση διαφέρει, επομένως, από την Toufic Fouad Harb ανωτέρω, όπου οι παράγραφοι του εντύπου συνέντευξης για τη νοοτροπία και την προσαρμογή του αιτητή παρέμειναν κενές από τη λειτουργό, ενώ οι εγγυητές είχαν δηλώσει στενή γνωριμία είκοσι και τριάντα ετών, ώστε τα συμπεράσματα της λειτουργού για τους δεσμούς του αιτητή δεν είχαν έρεισμα στον φάκελο. Εν προκειμένω, η κρίση για την ένταξη δε στηρίζεται σε τέτοια συμπεράσματα, αλλά στη διαπίστωση, καταγεγραμμένη τόσο στην Έκθεση όσο και στο Έντυπο Μ127, ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να επικοινωνήσει στην ελληνική γλώσσα χωρίς μεταφραστή. Διαφέρει και από την Vartanova ανωτέρω, όπου, πέραν της αντίφασης που ήδη αναφέρθηκε, ούτε οι απαντήσεις της αιτήτριας στα ιστορικά δεδομένα αξιολογήθηκαν ούτε αποκαλυπτόταν ο λόγος διεξαγωγής της συνέντευξης στην αγγλική, ενώ εν προκειμένω οι απαντήσεις του Αιτητή στην κυπριακή ιστορία αξιολογήθηκαν θετικά στο Έντυπο Μ127 και η χρήση μεταφραστή οφείλεται στον ίδιο τον Αιτητή.
Όσον αφορά το ζήτημα της απουσίας οικογενειακών δεσμών, αυτή συνεκτιμήθηκε από τη λειτουργό στο πλαίσιο της κρίσης επί της παραγράφου 1(β), η οποία κρίθηκε ανωτέρω ανεπαρκώς αιτιολογημένη, και δεν αποτελεί μέρος των ευρημάτων του δεύτερου πυλώνα. Ο σχετικός ισχυρισμός δε χρειάζεται, επομένως, περαιτέρω εξέταση. Για τους λόγους αυτούς, η κρίση περί ανεπαρκούς ένταξης, η οποία στηρίζεται στη μη γνώση της ελληνικής γλώσσας, είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και συνιστά αυτοτελή και επαρκή αιτιολογική βάση, δυνάμενη από μόνη της να διατηρήσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης.
Ο Αιτητής υποστηρίζει περαιτέρω ότι η διοίκηση ενήργησε κακόπιστα και κατά παράβαση του άρθρου 51(2) του Ν.158(Ι)/1999, στερώντας του την πολιτογράφηση λόγω δικών της παραλείψεων, ενώ το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που κατέχει θα έπρεπε, κατά τη θέση του, να οδηγήσει στην πλήρη ένταξή του με την παραχώρηση υπηκοότητας. Το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει, όμως, έγκυρο μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224), και, όπως κρίθηκε στην Arakelian ανωτέρω, «εκείνο που θα μπορούσε να εκθεμελιώσει το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης διακριτικής ευχέρειας, είναι το κατά πόσο ηδύνατο η Εφεσείουσα να καταδείξει ότι υπήρξε κακοπιστία ή αυθαιρεσία της Διοίκησης», ενώ «λογική αμφιβολία, είναι αρκετή για την απόρριψη αιτήματος πολιτογράφησης, εφόσον ο ασκών την εξουσία ενεργεί καλόπιστα».
Ο Αιτητής δεν υπέδειξε οποιοδήποτε στοιχείο κακής πίστης ή αυθαιρεσίας εκ μέρους της Διοίκησης. Αντιθέτως, η αίτησή του εξετάστηκε κατόπιν προσωπικής συνέντευξης, αναζήτησης των απόψεων της Αστυνομίας και υπολογισμού της παραμονής του, με αιτιολογημένη Έκθεση, οι δε πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν ως προς τις παραγράφους 1(β) και 1(δ) αφορούν την επάρκεια της αιτιολογίας και δεν αποκαλύπτουν από μόνες τους κακή πίστη. Ούτε εφαρμόζεται το άρθρο 51(2) του Ν.158(Ι)/1999, το οποίο προϋποθέτει ευνοϊκή για τον διοικούμενο κατάσταση που διήρκεσε αρκετό χρόνο, εφόσον ο Αιτητής ουδέποτε βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση ως προς την κτήση της ιθαγένειας. Η δε παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας δε δημιουργεί προσδοκία πολιτογράφησης, αφού, κατ' αναλογία προς όσα λέχθηκαν στην Arakelian ανωτέρω για προηγούμενες άδειες παραμονής, η διοίκηση ενεργούσε τότε «σε διαφορετικό πλαίσιο νόμου και γεγονότων».
Τέλος, απορριπτέοι κρίνονται και οι προβαλλόμενοι λόγοι περί παραβίασης του διεθνούς και ενωσιακού δικαίου (Άρθρο 3 της Σύμβαση της Γενεύης του 1951, Άρθρο 8 ΕΣΔΑ, Οδηγία 2011/95/ΕΕ, Σύσταση Rec(2000)15, κ.α.), στη βάση του ότι η Δημοκρατία οφείλει να διευκολύνει την πολιτογράφηση δικαιούχων διεθνούς προστασίας και να προστατεύει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής, κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 15 του Συντάγματος, με αναφορά στην απόφαση Genovese v. Malta, Application No 53124/09.
Όπως έχει κριθεί από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (βλ. Sara Ali ανωτέρω), ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης ιθαγένειας ανήκει στον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας, η δε μη πολιτογράφηση δεν παραβιάζει από μόνη της το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής, ιδίως όταν ο αιτών συνεχίζει να διαμένει νομίμως στη Δημοκρατία και η άρνηση χορήγησης της δεν είναι αυθαίρετη (Α.Ν. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 89/2015, 3.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:C233, S. Al Saleh κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 100/2014, 10.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:C422, Genovese v. Malta ανωτέρω). Εν προκειμένω, η απόρριψη δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά στηρίχθηκε σε συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα στοιχεία, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης, ενώ η μη πολιτογράφηση του Αιτητή δεν ισοδυναμεί με αποπομπή του από τη Δημοκρατία, στην οποία εξακολουθεί να διαμένει νόμιμα, να διατηρεί την κατοικία και τις κοινωνικές του σχέσεις και να λαμβάνει το ΕΕΕ.
Καταληκτικά, αλυσιτελώς προβάλλεται και η επικαλούμενη δυσχέρεια μετακίνησης του Αιτητή με τα υφιστάμενα ταξιδιωτικά του έγγραφα, ζήτημα που ρυθμίζεται από άλλο νομικό πλαίσιο και εκφεύγει των ορίων ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου στην παρούσα, η αναθεωρητική δικαιοδοσία του οποίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ήτοι της απόρριψης της αίτησης πολιτογράφησης δυνάμει του άρθρου 111 του Νόμου. Οι πρακτικές, εξάλλου, συνέπειες της μη πολιτογράφησης, όσο σημαντικές και αν είναι για τον Αιτητή, δε συνιστούν λόγο ακυρότητας. Κατά συνέπεια, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος, με €1.600 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο