JOVATA CONSTRUCTIONS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 699/2021, 13/10/2026
print
Τίτλος:
JOVATA CONSTRUCTIONS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 699/2021, 13/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

                                           Υπόθεση Αρ. 699/2021

                                                   13 Οκτωβρίου, 2026

                                             

[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]

                        ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

JOVATA CONSTRUCTIONS LTD

                                                                                                                     Αιτήτρια

και

1.    ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

2.    ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

                                                                            Καθ' ων η Αίτηση 

 __________________

 

Ν. Καλλής για Νίκος Καλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για την Αιτήτρια.

Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα δικηγόρο για τους Καθ’ ων η αίτηση.

___________________

                                                ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Με την υπό κρίση προσφυγή η αιτήτρια εταιρεία, ζητά ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 17/12/2020 και 29/12/2020 και παραληφθείσα την 31/05/2021, με την οποία της επεβλήθη πρόστιμο για αδήλωτη εργασία του κ.YUSEF ROMANI υπηκόου τρίτης χώρας. 

 

Καταρχήν και προτού προχωρήσω στην παράθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, σημειώνω ότι την ίδια χρονική περίοδο, κατά της ίδιας εταιρείας, επεβλήθησαν πρόστιμα για αδήλωτη εργασία και άλλων προσώπων. Σχετικά, η αιτήτρια προέβη στην καταχώρηση της Προσφυγής αρ.700/21 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο απορριπτική απόφαση στις 18.12.2024, όπως και της Προσφυγής αρ.698/21 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο επίσης απορριπτική απόφαση στις 28.05.2026.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης αρ.700/21 και της παρούσας είναι πανομοιότυπά. Συγκεκρίμενα, ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, στις 17.12.2020 η Υπηρεσία Επιθεωρήσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διενήργησε έλεγχο σε υπό ανέγερση οικοδομή στη Λεμεσό. Κατά την επιθεώρηση εντοπιστήκαν να εργάζονται για λογαριασμό της αιτήτριας εταιρείας δυο πρόσωπα, ο Mohamed Mostafa η υπόθεση του οποίου απασχόλησε την υπόθεση αρ.700/21 και ο προαναφερόμενος αλλοδαπός. Αμφότεροι, δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ούτε είχαν Βεβαίωση Έναρξης Απασχόλησης. Την ίδια ημερομηνία, εκδόθηκε η Ειδοποίηση Διαπίστωσης Παράβασης, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 85Α του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν. 59(Ι)/2010, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, για αδήλωτη εργασία των δύο προαναφερόμενων προσώπων, στην οποία δηλώθηκε η πρόθεση επιβολής διοικητικού προστίμου. Στην εν λόγω Ειδοποίηση γινόταν αναφορά στο δικαίωμα υποβολής παραστάσεων, εντός 5 ημερών, που να αποδεικνύουν με στοιχεία την μη διάπραξη της παράβασης. Όπως προκύπτει από την απόδειξη παραλαβής της Ειδοποίησης, αυτή παραλήφθηκε από τον Διευθυντή της Αιτήτριας, την ίδια μέρα, ήτοι στις 17.12.2020.

 

Λόγω της παρόδου της προθεσμίας των 5 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης Διαπίστωσης Παράβασης, εκδόθηκε η Πράξη Επιβολής Προστίμου, ημερομηνίας 29.12.2020, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτήτρια διοικητικό πρόστιμο συνολικού ύψους €7.000. Ειδικότερα, επιβλήθηκε ποσό διοικητικού προστίμου ύψους €3.500, για αδήλωτη εργασία του κ.YUSEF ROMANI, που αφορά η υπό εκδίκαση προσφυγή και για το αντίστοιχο ποσό σε σχέση με άλλο αλλοδαπό πρόσωπο, το οποίο προσβλήθηκε με την υπόθεση αρ.700/21 η οποία απερρίφθη στις 18.12.2024.

 

Η Πράξη Επιβολής Προστίμου ημερομηνίας 29.12.2020 επιδόθηκε δια χειρός στον Διευθυντή της αιτήτριας εταιρείας στις 31.5.2021. Κατά της Πράξης Επιβολής Προστίμου, η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση, η οποία φέρει μεν ως ημερομηνία την 14.6.2021, ενώ κατά τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση, αυτή ελήφθη στις 5.7.2021, ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Στις 6.7.2021 ασκήθηκε η παρούσα προσφυγή, ενώ αργότερα, στις 13.7.2021, η υποβληθείσα ένσταση απερρίφθη ως εκπρόθεσμη.

 

Ο δικηγόρος της Αιτήτριας, διατείνεται πως οι Καθ'  ων η αίτηση δεν καταγράφουν πλήρως τα γεγονότα που ελήφθησαν υπόψη και πως δεν δόθηκε καμία ευκαιρία στην αιτήτρια να τεκμηριώσει τις θέσεις της, τις οποίες υπέβαλε μέσω της ένστασης της ημερομηνίας 14.6.2021, αφού δεν κλήθηκε να παραστεί ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων προκειμένου να προσκομίσει επιπρόσθετη μαρτυρία για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Υποστήριξε ειδικότερα πως, η επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους €3.500 συνιστά δυσανάλογη τιμωρία, χωρίς να ακουστεί η Αιτήτρια, ενώ ισχυρίζεται πως το πρόστιμο συνιστά ποινή, η οποία επιβλήθηκε παράνομα από πρόσωπα που δεν νομιμοποιούνται να επιβάλλουν ποινές, εξ ου κι οι διατάξεις του άρθρου 85Α του Νόμου είναι, κατά τις θέσεις του, αντισυνταγματικές. Κατά τις εισηγήσεις της Αιτήτριας, η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα, χωρίς να δοθεί επαρκής αιτιολογία, κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 24 του Συντάγματος και κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης, ενώ η αύξηση του προστίμου κατά €50 ημερησίως, είναι άδικη και παράνομη.

 

Αντίθετα, ο δικηγόρος των Καθ’ ων η Αίτηση με την προσκόμιση των δύο διοικητικών φακέλων, οι οποίοι σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2, τόνισε την νομιμότητα της έκδοσης της απόφασης που προσβάλλεται δια της προσφυγής, παραπέμποντας στις πρόνοιες τις σχετικής νομοθεσίας. Άνευ βλάβης, υπέβαλε στη γραπτή του αγόρευση πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται εκτελεστότητας, αφ' ης στιγμής υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή, η απόφαση επί της οποίας θα συνιστά την εκτελεστή διοικητική απόφαση.

 

Η προδικαστική αυτή ένσταση του κ. Κωνσταντίνου εξετάστηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της αδελφής Ε.Γαβριήλ Δ.Δ.Δ. (όπως ήταν τότε) στην προαναφερθείσα υπόθεση αρ.700/21. Για οικονομία του χρόνου του παρόντος Δικαστηρίου αρκούμε να υιοθετήσω και να επαναλάβω το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης ημερ. 17.12.2020, η οποία κατέληξε «πως η εκπροθέσμως ασκηθείσα ένσταση εκ μέρους της αιτήτριας, δεν είχε διακόψει την προθεσμία προς άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά της Πράξης Επιβολής Προστίμου ημερομηνίας 29.12.2000, επιδοθείσας όμως την 31.5.2021, η οποία συνιστά, υπό τις ανωτέρω αναφερόμενες περιστάσεις, την μόνη εκτελεστή διοικητική πράξη».

 

Προχωρώντας στη συνέχεια να εξετάσω τους εγερθέντες εκ μέρους της αιτήτριας λόγους ακύρωσης, είμαι υποχρεωμένος να παρατηρήσω τη γενικότητα προβολής των λόγων ακύρωσης μέσα στη γραπτή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας, με γενική επίκληση παραβίασης κάποιας αρχής ή νομοθετικής διάταξης, χωρίς όμως να γίνεται υπαγωγή τους σε συγκεκριμένες θέσεις και στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, κατά παράβαση των διατάξεων του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (Δημοκρατία ν. Κουκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Γιασουμής ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 27, Κολοκάσης ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 23, Α.Ε. 95/12 Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ημερομηνίας 6.7.2018, Α.Ε. 202/2012, Odessa Hotels Ltd ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, ημερομηνίας 17.1.2019, Α.Ε. 33/2013 Mehmet ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 14.3.2019).

 

Επί τούτου, υιοθετώ πλήρως τα όσα σχετικά λέχθηκαν από τον τέως Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου Φ. Κωμοδρόμο στην A.S. ν. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.601/22(Κ), ημερομηνίας 13/12/22):

«Συνεπώς, εφόσον ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης που εκτίθενται στα νομικά σημεία της αίτησης ακυρώσεως αναπτύσσεται με τη στοιχειώδη επάρκεια στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή, δεν υφίσταται το απαιτούμενο έρεισμα προς υποστήριξη της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης. Όπως λέχθηκε από την Καλλιγέρου, Π.Δ.Δ., στην Καρατασουσίδης, ανωτέρω, «Η διοικητική πράξη φέρει το τεκμήριο νομιμότητας και το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν λόγοι ακυρώσεως το φέρει ο αιτητής σε προσφυγή. Η υιοθέτηση των λόγων ακυρώσεως που μόνο καταγράφονται στο δικόγραφο, δεν επαρκεί προς υποστήριξη των λόγων ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης, έλλειψης αιτιολογίας και κατάχρησης εξουσίας, οι οποίοι δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, αλλά στην βάση των γραπτών αγορεύσεων.»

 

Ομοίως και στη παρούσα υπόθεση, η αιτήτρια περιορίζεται στη συνοπτική παράθεση διατύπωσης λόγων ακυρώσεως χωρίς όμως να εξειδικεύει και να τεκμηριώνει οποιονδήποτε εξ αυτών και χωρίς να αναπτύσσει οποιοδήποτε επιχείρημα με παραπομπή σε συγκεκριμένα στοιχεία στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών της, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Παρά ταύτα, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας, να τους εξετάσω.

 

Εν πρώτοις, ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αυθαίρετη, εσφαλμένη και προϊόν πλάνης, ελλιπούς έρευνας, κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης των αρχών του Συντάγματος καθώς και ότι η επίδικη απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί εδράζονται επί της θέσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση «δεν έδωσαν καμία ευκαιρία στην Αιτήτρια να τεκμηριώσει τις θέσεις της τις οποίες πρόβαλε άμεσα στις 14/06/2021 μέσω της επιστολής/ένστασης της», καθώς και ότι ενώ μέσω του δικηγόρου της υπέβαλε ένσταση ημερομηνίας 14.6.2021, δεν της δόθηκε καμία ευκαιρία να προβάλει και να τεκμηριώσει τις θέσεις της, αφού ο διευθυντής τη εταιρείας δεν κλήθηκε να παραστεί ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων για να προσκομίσει μαρτυρία.

 

Οι πάνω ισχυρισμοί θα πρέπει να απορριφθούν σωρευτικώς και στην ολότητα τους.

 

Ως καταγράφεται στο σχετικό διοικητικό φάκελο, η επιθεωρήτρια και αφού στα πλαίσια επιθεώρησης, διαπίστωσε την παράβαση αδήλωτης εργασίας, συνέταξε, ως προνοεί το άρθρο 85 Α(4) του Νόμου, ειδοποίηση διαπίστωσης παράβασης, δίδοντας, κατ΄ επιταγή και πάλι της ίδιας νομοθετικής πρόνοιας, το δικαίωμα στην αιτήτρια να υποβάλει παραστάσεις. Η δε διαδικασία που ακολουθήθηκε όπως και οι συναφείς εξουσίες του επιθεωρητή, προδιαγράφονται με τρόπο αυστηρό από το άρθρο 85Α εδάφιο 5 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για υποβολή παραστάσεων ή σε περίπτωση που ο παραβάτης αποτύχει να παρουσιάσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δεν διέπραξε τη σχετική παράβαση, τότε ο επιθεωρητής συντάσσει Πράξη Επιβολής Προστίμου. Σημειώνεται πως, το ποσό του διοικητικού προστίμου που δύναται ο εκάστοτε επιθεωρητής να επιβάλει, καταγράφεται ρητώς στις νομοθετικές διατάξεις, χωρίς δυνατότητα άσκησης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του, για επιβολή χαμηλότερου ή υψηλότερου, αφού υπάρχει νομοθετικός προκαθορισμός ύψους €500 για κάθε μισθωτό, σε σχέση με τον μήνα της διαπιστωθείσας παράβασης, το οποίο αυξάνεται κάθε μήνα, κατά επίσης €500. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παράβασης της αρχής της αναλογικότητας.

 

Η αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αρχική διαπίστωση της διοίκησης για αδήλωτη εργασία του συγκεκριμένου αλλοδαπού, ήτοι την Ειδοποίηση Διαπίστωσης Παράβασης, εκδοθείσα στις 17.12.2020 κι επιδοθείσα την ίδια μέρα, εντός πέντε ημερών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 85Α(4) του Νόμου. Είχε τη δυνατότητα να υποβάλει παραστάσεις, προ της έκδοσης της Πράξης Επιβολής Προστίμου και δεν το έπραξε. Είχε επίσης την ευκαιρία να υποβάλει εμπρόθεσμη ένσταση στην Επιτροπή Ενστάσεων, κατά της επιβολής του διοικητικού προστίμου, δικαίωμα που επίσης απεμπόλησε η αιτήτρια, υποβάλλοντας εκπρόθεσμα ένσταση.  

 

Απορριπτέοι κρίνονται κι ισχυρισμοί της αιτήτριας πως η επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους €3.500 συνιστά δυσανάλογη τιμωρία, καθώς και ότι οι διατάξεις του άρθρου 85Α(Ι) του Νόμου είναι αντισυνταγματικές, επειδή παρέχουν, ως ισχυρίζεται, το δικαίωμα σε πρόσωπα «που δεν  είναι δεόντως καταρτισμένα να αποφασίζουν ως να είναι Δικαστήρια» για επιβολή τέτοιας ποινής.

 

Καταρχήν, ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας, δεν εγείρεται με την απαιτούμενη εκ της νομολογίας εξειδίκευση. Αποτελεί σταθερή νομολογιακή προσέγγιση, πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας, μπορεί να καταστεί επίδικο, μόνο μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται, αφενός και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες, κατ΄ισχυρισμό, προσκρούουν, αφετέρου. Η παράλειψη επακριβούς προσδιορισμού, οδηγεί σε ακυρότητα του προβαλλόμενου λόγου περί αντισυνταγματικότητας (The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou (1967) 1 CLR 167, Δημοκρατία ν. Πάμπου Πογιατζή (1992) 3 Α.Α.Δ. 196, Περικλέους ν. Δήμου Κάτω Πολεμιδιών (2009) 3 Α.Α.Δ. 37, Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 655, Α.Ε. 54/2013, Παστελλάς ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 19.9.2017).

 

Απορριπτέος κρίνεται και ο συνακόλουθος ισχυρισμός της αιτήτριας περί του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά ποινή.  Το ζήτημα αυτό έχει εξεταστεί κατά ενδελεχή και δεσμευτικό τρόπο σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων (Jupiwind κ.α. ν. Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας (Α.Ε. 91/2012, ημερομηνίας 18.1.2018), ECLI:CY:AD:2018:C29, ECLI:CY:AD:2018:C29 Δημοκρατία ν. Demand Shipping (1994) 3 Α.Α.Δ. 640), Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, (Α.Ε. αρ. 58/07,ημερ.7.7.2009) FEREOS LTD v Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (Ε.Δ.Δ Αρ.53/2019, ημερ. 10/10/2023).

 

Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την Jupiwind (ανωτέρω), όπου επαναβεβαιώθηκε η σταθερή θεώρηση πως το διοικητικό πρόστιμο, δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως ποινή, εντός της έννοιας του Άρθρου 12 του Συντάγματος, αλλά συνιστά μέτρο που επιβάλλεται στους ιδιώτες που δεν συμμορφώνονται προς διοικητική διαδικασία, τηρουμένης βεβαίως πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (Δημοκρατία ν. Demand Shipping (1994) 3 Α.Α.Δ. 640, Ε.Δ.Δ. 53/2019, Fereos Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.10.2023), προς απάντηση στην αναφορά της αιτήτριας:

«Οι διοικητικές παραβάσεις των αιτητών και το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εμπίπτοντα στην ποινική δικαιοδοσία, ούτε και οι κυρώσεις που προνοεί ο Νόμος μπορούν να θεωρηθούν τόσο αυστηρές ώστε να αναγάγουν την υφή τους σε ποινή.

 

 Όπως έχει αναφερθεί άλλωστε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το διοικητικό πρόστιμο δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως ποινή εντός της εννοίας του Άρθρου 12 του Συντάγματος ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη ποινικών κατηγοριών ή να προκύπτει ανάγκη για διατύπωση και απαγγελία ποινικού κατηγορητηρίου. Το διοικητικό πρόστιμο δεν αποτελεί μέτρο αντίθετο προς το Σύνταγμα, αλλά επιβάλλεται σε εκείνους τους ιδιώτες που δεν συμμορφώνονται προς διοικητική νομοθεσία, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (E & G Electricplus Ltd ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Υπόθεση αρ. 1198/2008, ημερ. 25.9.2009 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων (2009) 3 Α.Α.Δ. 465). Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Demand Shipping (1994) 3 Α.Α.Δ. 640, στην οποία έγινε και αναφορά στην Engel, είχε απορριφθεί η ιεραρχική προσφυγή της εφεσίβλητης εναντίον απόφασης της αρμοδίας αρχής για επιβολή χρηματικής ποινής, με ερμηνεία του όρου «criminal charge». Τονίστηκε το γεγονός ότι η επιβολή διοικητικών κυρώσεων αποτελεί άσκηση κατ΄ ουσίαν διοικητικής αρμοδιότητας, επιβάλλονται δε για λόγους δημοσίου συμφέροντος με εύλογη τη διάκριση μεταξύ διοικητικής και ποινικής ποινής. Επομένως, το Δικαστήριο ορθά αποφάσισε το ζήτημα στη βάση υπάρχουσας νομολογίας. Άλλωστε, διαφορετική αντιμετώπιση και διεύρυνση της έννοιας της διοικητικής κύρωσης θα εξαλείψει τη διαφορά μεταξύ διοικητικού και ποινικού δικαίου, ένα όχι επιθυμητό αποτέλεσμα.»

 

Στην παρούσα περίπτωση, το διοικητικό πρόστιμο, επιβλήθηκε από πρόσωπο, ήτοι Επιθεωρητή που είναι εξουσιοδοτημένος, εκ της σχετικής νομοθεσίας, να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχονται, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 70 και 85Α του Νόμου. Ούτε, ακόμη, ευσταθεί η γενική αναφορά της αιτήτριας, η οποία παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη, ότι το επιβληθέν πρόστιμο ύψους €3500 είναι δυσανάλογο.

 

Από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2, διαπιστώνω πως οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν ασκήσει ορθά τις εκ του Νόμου ανατιθέμενες εξουσίες τους, τηρώντας την διαδικασία που προδιαγράφεται στη σχετική νομοθεσία, εκδίδοντας και επιδίδοντας αρχικώς την Ειδοποίηση Διαπίστωσης Παράβασης και ακολούθως, αφ' ης στιγμής δεν υποβλήθηκαν εκ της αιτήτριας παραστάσεις εντός 5 ημερών, προχώρησε στην επιβολή του διοικητικού προστίμου. Τα γεγονότα κι η αιτιολογία για την έκδοση των προαναφερόμενων διοικητικών πράξεων, καταγράφονται πλήρως και με επάρκεια τόσο στην αρχική ειδοποίηση ημερομηνίας 17.12.2020, όσο και στην τελική απόφαση επιβολής του διοικητικού προστίμου, ημερομηνίας 29.12.2020.

 

Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει θέσει οτιδήποτε ικανό που να ανατρέπει το  τεκμήριο της κανονικότητας έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του (Καττιμέρη v. Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22/11/23). Δεν έχω εντοπίσει τίποτε το μεμπτό και ουδείς προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Αντιθέτως, διαπιστώνω πως η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθά, νόμιμα και εντός της εξουσίας που αποδίδεται στους καθ' ων η αίτηση από τη σχετική νομοθεσία και τις επιταγές του Νόμου 59(Ι)/2010 και η επίδικη πράξη επιβολής διοικητικού προστίμου είναι καθόλα νόμιμη.

 

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με 1800 Ευρώ έξοδα, υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.             

 

                                                                 Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.                                


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο