ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 734/2026 (Κ)
13 Οκτωβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
MR. RINKU SINGH
Αιτητής
v.
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 12/08/2026
για έκδοση Προσαγωγή Μαρτυρίας
Νατάσα Χαραλαμπίδου για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Γαβριέλλα Ροδοθέου, για τους Καθ’ ων η αίτηση
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα υπόθεση, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 08/07/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό (Α) στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων απέλασης και κράτησης (αιτούμενες θεραπείες υπό (Β) και (Γ), αντίστοιχα, στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας. Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη θεραπεία υπό (Δ) στην αίτηση ακύρωσης, ο αιτητής επιζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απέλασή του στη χώρα καταγωγής του είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης στην κυρίως υπόθεση και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο οποίος κατατέθηκε κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 12/08/2026, ο αιτητής είναι υπήκοος Ινδίας, ο οποίος εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία στις 25/08/2023 με άδεια εισόδου ως εργάτης. Την 01/09/2023 υπογράφθηκε "Συμφωνία Αποδέσμευσης" ("Release Agreement") από τον αιτητή και τον εργοδότη του. Στις 22/02/2024 εγκρίθηκε αίτημα εργοδότη για παραχώρηση άδειας παραμονής και εργασίας στον αιτητή και σε ακόμα ένα άλλο πρόσωπο (ερ. 59 – 58 στον διοικητικό φάκελο). Σύμφωνα, όμως, με την επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 08/07/2026 (ερ. 97 στον διοικητικό φάκελο), ο αιτητής κατείχε άδεια διαμονής και εργασίας στη Δημοκρατία μέχρι και τις 23/11/2023.
Στις 08/07/2026, ο αιτητής συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία και, ακολούθως, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρίστηκε στις 10/07/2026 και στις 13/07/2026 οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως εκ των διατάξεων του άρθρου 11Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015, ανέστειλαν το διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ακύρωσης.
Στις 12/08/2026 καταχωρίστηκε αίτηση εκ μέρους του αιτητή, με την οποία ο αιτητής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας μέσω ένορκης δήλωσης της συζύγου του («η υπό εξέταση αίτηση»). Συγκεκριμένα, επιδιώκεται να προσαχθεί μαρτυρία ότι η σύζυγος του αιτητή, ομοεθνής του, λίγο μετά τη σύλληψη του αιτητή, προσήλθε μαζί με το ανήλικο τέκνο τους στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λάρνακας, στον χώρο κράτησης όπου κρατείτο ο αιτητής, γνωστοποιώντας την ύπαρξη της οικογένειας τού αιτητή και ότι οι επί καθήκοντι αστυνομικοί αρνήθηκαν να παραλάβουν σχετικά έγγραφα και πιστοποιητικά.
Η υπό εξέταση αίτηση συνάντησε την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι υποβλήθηκε καθυστερημένα και καθότι θα συνιστούσε αλλοίωση και/ή διαφοροποίηση του διοικητικού φακέλου, υποστηρίζοντας ότι δεν τέθηκε ποτέ ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει την ύπαρξη οικογένειας εκ μέρους του αιτητή.
Οι θέσεις των δύο πλευρών, όσο και το περιεχόμενο της υπό εξέτασης αίτησης και την ένστασης και οι γραπτές αγορεύσεις που καταχωρίστηκαν εκ μέρους των διαδίκων, εξετάστηκαν επισταμένως από το Δικαστήριο.
Στην απόφαση Θαλασσινός Γρηγόριος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 ΑΑΔ 507 συνοψίζονται οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων για προσαγωγή μαρτυρίας. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα:
«Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. (Βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Αntoniou ν. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). Το θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,
"... ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του."
(Βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 145, 162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549).
Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως. (Βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281).
Έχουμε εξετάσει τις διάφορες πτυχές της αίτησης που έχει υποβληθεί και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα διευκρίνισης ή αποσαφήνισης στοιχείων που υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώπιον του διοικητικού οργάνου και τα οποία θα δικαιολογούσαν την έκδοση άδειας για παράθεση μαρτυρίας, αλλά σκοπείται η παράθεση νέων στοιχείων που κατά τον ισχυρισμό του αιτητή θα τον βοηθήσουν στην υποστήριξη των ισχυρισμών του για την αντισυνταγματικότητα του Άρθρου 38(1)(8) του Νόμου 41/80. Μια προσεκτική εξέταση της αίτησης δείχνει ότι τα στοιχεία που ζητούνται να παρουσιασθούν δεν αποσκοπούν στην πλήρωση κενών που δυνατό να υπάρχουν στο φάκελο της διοίκησης και επιπρόσθετα είναι άσχετα με το επίδικο θέμα που ήταν η εξέταση του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας του Νόμου.»
Στην προκειμένη, με την επιδιωκόμενη μαρτυρία σκοπείται στην ουσία η διευκρίνιση και αποσαφήνιση των στοιχείων και γεγονότων που τέθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση και τα οποία δικαιολογούν την έκδοση άδειας για προσαγωγή μαρτυρίας. Τα στοιχεία που επιδιώκει ο αιτητής να προσαγάγει αποσκοπούν στην πλήρωση κενών που φαίνεται να υπάρχουν στον φάκελο της διοίκησης. Τούτο, στη βάση του ότι είναι ρητώς αποδεκτό εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, στη γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε εκ μέρους τους, ότι η σύζυγος του αιτητή πράγματι επισκέφτηκε τον αιτητή την ημέρα της σύλληψής του στον χώρο όπου κρατείτο.
Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3. της σελίδας 4 της γραπτής αγόρευσης που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση στην κυρίως υπόθεση, προκύπτει με ευκρίνεια ότι είναι αποδεκτό ότι η σύζυγος του αιτητή όντως προσήλθε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λάρνακας όπου κρατείτο ο αιτητής, αφού καταγράφεται ότι:
«[…] και, κατά την επίσκεψη της συζύγου του στην ΥΑΜ Λάρνακας, όπου κρατείτο ο Αιτητής, η τελευταία δεν προσκόμισε τα έγγραφα τα οποία ισχυρίζεται.»
Το ίδιο προκύπτει και μέσα από την ένσταση που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση στην κυρίως υπόθεση, όπου γίνεται ρητώς αποδεκτή η ύπαρξη της συζύγου του αιτητή αναφέροντας στην παράγραφο 6. των γεγονότων της ένστασης τα ακόλουθα:
«Η σύζυγος του Αιτητή έχει άδεια διαμονής ως οικιακή βοηθός. Δεν τίθεται ζήτημα οικογενειακής ενότητας καθώς οι οικιακοί βοηθοί δεν έχουν το δικαίωμα να έχουν την οικογένεια τους στην Δημοκρατία.»
Εξάλλου, μέσα από την αλληλογραφία του Λειτουργού και της δικηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 05/10/2026, η οποία κατατέθηκε κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό εξέταση αίτησης και καταχωρίστηκε και στον ηλεκτρονικό δικαστικό φάκελο, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αμφισβητούν αλλά αποδέχονται την ύπαρξη της συζύγου και του ανήλικου τέκνου του αιτητή και έχουν προχωρήσει στην αναζήτηση των απόψεων των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, με επιστολή τους ημερομηνίας 05/10/2026, επί της οποίας κατέγραψαν τα στοιχεία της συζύγου και του ανήλικου τέκνου του αιτητή.
Παρόλα αυτά, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση επιμένει στην ένστασή της για προσαγωγή της επιδιωκόμενης μαρτυρίας, προσεγγίζοντας το ζήτημα κατ’ αναλογία ως προσεγγίστηκε από πλευράς Διοίκησης η περίπτωση στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 170/2020, Απόστολος Παύλου v. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας Και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων, ημερομηνίας 14/05/2025.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνεται ότι η προσκόμιση της επιδιωκόμενης μαρτυρίας δεν αλλοιώνει τον διοικητικό φάκελο ούτε διαφοροποιεί τα γεγονότα που υπήρχαν ενώπιον των Καθ’ ων η αίτηση αλλά αποτελεί συμπλήρωση και αποσαφήνιση των κενών του διοικητικού φακέλου επί γεγονότων που και η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση προκύπτει ότι αποδέχεται ότι έλαβαν χώρα και υπήρχαν ενώπιόν τους και τα οποία θα διευκρινιστούν με την επιδιωκόμενη μαρτυρία.
Ούτε ο ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση περί καθυστέρησης στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης μπορεί να γίνει αποδεκτός. Τούτο, διότι η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε μόλις 8 ημέρες μετά την καταχώριση της ένστασης στην κυρίως υπόθεση και την ίδια ημέρα καταχώρισης της γραπτής αγόρευσης εκ μέρους του αιτητή στην κυρίως υπόθεση και στο μεταξύ, στις 06/08/2026, είχε μεσολαβήσει διαδικασία αλλαγής δικηγόρου για την εκπροσώπηση του αιτητή. Στη βάση τούτου, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό σε ποιο ακριβώς χρονικό σημείο ή στάδιο παρατηρείται καθυστέρηση ή θα μπορούσε να είχε νωρίτερα υποβληθεί η υπό εξέταση αίτηση εκ μέρους του αιτητή. Τουναντίον, μέσα από τον ηλεκτρονικό δικαστικό φάκελο προκύπτει ότι είναι η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση που καθυστέρησε να υποβάλει την ένσταση στην κυρίως υπόθεση, η οποία, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/07/2026, έπρεπε να είχε καταχωριστεί μέχρι στις 24/07/2026 και, εντούτοις, καταχωρίστηκε στις 04/08/2026. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ευθύνεται και για την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, καθότι σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 19/08/2026, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση όφειλε να καταχωρίσει την ένστασή της επί της ενδιάμεσης αίτησης μέχρι τις 28/08/2026, αλλά εν τέλει καταχωρίστηκε στις 09/09/2026, ενώ η γραπτή αγόρευση εκ μέρους του αιτητή επί της ενδιάμεσης αίτησης καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα, ήτοι στις 09/09/2026. Το ίδιο ισχύει και για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της ακρόασης της υπό εξέταση αίτησης, δεδομένου ότι ζητήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση δύο φορές αναβολή της ακρόασης προς διευκρίνιση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση περί καθυστέρησης της διαδικασίας ή καθυστέρησης στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης εκ μέρους του αιτητή.
Προτού, όμως, αποφασιστεί η έγκριση ή μη της υπό εξέταση αίτησης, πρέπει να εξεταστεί και η σχετικότητα της επιδιωκόμενης μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα και η αποδεικτικότητά της επί αυτών. Τούτο, εφόσον, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, αποτελεί προϋπόθεση για την αποδοχή αιτήματος προσαγωγής μαρτυρίας. Σχετική είναι η πρόσφατη και δεσμευτική απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 10/2021, Φίλιππος Χαριλάου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Υπουργείου Υγείας, ημερομηνίας 29/05/2026. Επίσης σχετική είναι και η πολύ πρόσφατη και δεσμευτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 7/2022, M. M. G. M. v. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού Και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 30/06/2026.
Στην παρούσα περίπτωση, με την αίτηση ακυρώσεως και τη γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε εκ μέρους του, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν υπό πλάνη και χωρίς να έχει προηγηθεί δέουσα έρευνα σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, η οποία – κατά τον ισχυρισμό του αιτητή – δεν τέθηκε ενώπιον της Διευθύντριας κατά την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων και ότι εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας. Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις παραβιάζουν τα δικαιώματά του σε προσωπική και οικογενειακή ζωή, κατά παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΑΔ και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18ΟΖ, 18ΟΘ, 18ΠΑ και 18ΠΕ του Κεφ. 105. Επιπλέον, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα παραβιάζουν τα άρθρα 18ΟΘ και 18ΠΕ του Κεφ. 105. Υποστηρίζει, επίσης, ο αιτητής ότι δεν ερευνήθηκε και δεν αξιολογήθηκε το ζήτημα της οικογενειακής κατάστασής του και του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του και εγείρονται από τον αιτητή λόγοι ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας, περί πλάνης, της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.
Συνεπώς, με βάση και τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και τα αποδεκτά γεγονότα που προκύπτουν στην προκειμένη, ως περιγράφονται πιο πάνω, τα επιδιωκόμενα να προσαχθούν στοιχεία κρίνεται ότι είναι σχετικά και αποδεικτικά επίδικων θεμάτων και, ειδικότερα, του ισχυρισμού περί πλάνης και έλλειψης δέουσας έρευνας σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή και υποστηρικτικά του ισχυρισμού περί παραβίασης του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή, χωρίς βεβαίως να προκρίνεται ή να προαποφασίζεται από αυτό το στάδιο οποιοσδήποτε εκ των εν λόγω ισχυρισμών και λόγων ακύρωσης ως προς τη βασιμότητά τους.
Για τους πιο πάνω λόγους, η ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 12/08/2026 εγκρίνεται με €500 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ του αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης ως η παράγραφος Α. της υπό εξέτασης αίτησης. Η ένορκη δήλωση να καταχωριστεί μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 2026.
Η κυρίως υπόθεση ορίζεται για οδηγίες και προγραμματισμό στις 16 Οκτωβρίου 2026 και ώρα 9.00 πμ.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο