GRACE LACKIAS ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 817/2026, 2/10/2026
print
Τίτλος:
GRACE LACKIAS ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ. 817/2026, 2/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 817/2026 (K) iJustice

                                             

      2 Οκτωβρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος και το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 (131(Ι)/2015)

 

GRACE LACKIAS

Αιτήτρια

και

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω

1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

2. Διευθύντρια Τμήματος Μετανάστευσης

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Διονύσιος Νικολετόπουλος για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Δικηγόροι για Αιτήτρια

Γαβριέλλα Ροδοθέου, Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Φιλιππίνων και εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 19.01.2002 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Στις 07.04.2006 υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας που απορρίφθηκε ως απορρίφθηκε (στις 21.08.2008) η προσφυγή της στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Στις 20.01.2012 συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Στις 28.02.2012 αφέθηκε ελεύθερη λόγω της ανήλικης τότε θυγατέρας της με σκοπό να διευθετήσει την παραμονή της, κάτι που δεν έπραξε και παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Νεότερα διατάγματα απέλασης/κράτησης έτους 2014 δεν την επιδόθηκαν λόγω μη εντοπισμού της και τοποθετήθηκε στο stop list (ερ. 97 Τεκμηρίου 1).

 

Στις 23.07.2026 συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και την ιδία κηρύχθηκε απαγορευμένη μετανάστης και εναντίον της εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης. Τις πράξεις αυτές προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή της.

 

Σημειώνεται ότι, στις 10.01.2024 με επιστολή η Αιτήτρια είχε υποβάλει αίτημα χορήγησης άδειας για ανθρωπιστικούς λόγους επικαλούμενη τη θυγατέρα της καθώς και αίτημα της θυγατέρας της για άδεια διαμονής. Στο φάκελο φαίνεται ότι λειτουργός μετανάστευσης εισηγήθηκε προς τον Υπουργό Εσωτερικών μέσω της Διευθύντριας των Καθ΄ων η αίτηση (η οποία συναίνεσε), όπως εγκριθεί τελική άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους για περίοδο 16 μηνών έως 30.06.2025, που τότε η θυγατέρα της θα ολοκλήρωνε την εκπαίδευση της υπό τον όρο ότι στην περίοδο αυτή θα διευθετήσει την επιστροφή της στην πατρίδα της. Μέχρι και την έκδοση των εδώ προσβαλλομένων, ο Υπουργός δεν είχε λάβει απόφαση επί της εισήγησης του Τμήματος. Στις διευκρινίσεις ημερ. 29.09.2026, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας κατέθεσε αντίγραφο επιστολής ημερ. 04.09.2026, διά της οποίας πληροφορείτο ότι το αίτημα της Αιτήτριας ημερ. 10.01.2024 απερρίφθη ενώ το αίτημα της θυγατέρας της για διαμονή με σκοπό την εργασία εγκρίθηκε υπό τον όρο έγκρισης από το Τμήμα Εργασίας. 

 

Με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της και υπό την πρώτη ενότητα λόγων ακύρωσης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται παραβίαση της αρχής της οικογενειακής ενότητας (αναφέρεται στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και ζωής, των αρχών της καλής πίστης, χρηστής διοίκησης, τη μη λήψη υπόψη όλων των στοιχείων και μη δέουσα έρευνα και αιτιολογία των προσβαλλομένων. Θέτει ότι η Αιτήτρια είναι η κηδεμόνας της 19χρονης θυγατέρας της, η οποία δεν έχει άλλο συγγενικό πρόσωπο εκτός αυτής ενώ δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα οι προσωπικές της συνθήκες ενώ είχε υποβληθεί από το 2024 και ανθρωπιστικό αίτημα με θετική εισήγηση. Συνεπώς οι προσβαλλόμενες παραβιάζουν τις αρχές της χρηστής διοίκησης, καλής πίστης και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ για την οικογενειακή ενότητα. Όλα αυτά δε λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να στερηθεί του δικαιώματος διευθέτησης διαμονής με άλλο τρόπο που ενδεχομένως δικαιούτο. Περαιτέρω εγείρεται ότι δε δόθηκε δικαίωμα ακρόασης που πρέπει να παραχωρείται στις διαδικασίες επιστροφών και απομάκρυνσης αλλά και ότι οι προσβαλλόμενες είναι πλημμελώς αιτιολογημένες με μόνο δικαιολογητικό ότι η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα παραμονής στην Δημοκρατία. Η χρηστή διοίκηση επιβάλλει στους Καθ΄ων η αίτηση να ενεργούν με συνέπεια, διαφάνεια και καλή πίστη και στην παρούσα υπόθεση δεν το έπραξαν εφόσον επέτρεψαν να παραμείνει ανοικτή μία διαδικασία εξέτασης αιτήματος για παραχώρηση άδειας για ανθρωπιστικούς λόγους, ο λειτουργός που εξέτασε την υπόθεση εισηγείτο έγκριση αιτήματος αλλά ουδέποτε ελήφθη απάντηση.

 

Η δεύτερη ενότητα λόγων ακύρωσης αφορά το διάταγμα κράτησης και τίθεται η θέση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης κράτησης δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ επί του οποίου βασίζεται και δεν έχουν τηρηθεί οι αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, ενώ η απόφαση για κράτηση της Αιτήτριας είναι πλήρως αναιτιολόγητη και απλώς συνοδεύει το διάταγμα απέλασης κατ' αυτοματοποιημένο τρόπο, χωρίς καμία ξεχωριστή κρίση και αξιολόγηση ως προς το κατά πόσο θα

μπορούσαν να ληφθούν εναλλακτικά μέτρα της κράτησης.

 

Ενδεικτικό της προχειρότητας και της έλλειψης αιτιολογίας στο διάταγμα κράτησης ημερ. 23.07.2026 είναι το γεγονός ότι αυτό, σύμφωνα με το ίδιο το διάταγμα, στηρίζεται αποκλειστικά στο ότι η αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, αρνείτο τον επαναπατρισμό της, δεν είχε σταθερό τόπο διαμονής δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες διευθέτησης της παραμονής της μετά από ακύρωση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, γεγονός το οποίο δε συνάδει με την πραγματικότητα, αφού η Αιτήτρια προσπάθησε επανειλημμένως να διευθετήσει την άδεια παραμονής της μέσω επιστολών προς το Τμήμα Μετανάστευσης, χωρίς να έχει οποιαδήποτε απάντηση. Άξιον αναφοράς είναι το γεγονός πως στις επιστολές που απέστειλε προς το Τμήμα Μετανάστευσης αναγραφόταν πάντοτε και η διεύθυνση διαμονής της αιτήτριας, κάτι που καταδεικνύει ότι ουδέποτε δεν είχε μη σταθερό και γνωστό τόπο διαμονής, όπως επικαλούνται στην αιτιολόγηση του Διατάγματος ημερομηνίας 23.07.2026.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση, με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, υπερασπίζονται τη νομιμότητα των ενεργειών τους απορρίπτοντας όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.

 

Θέτουν ότι όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, η Αιτήτρια εισήλθε στη Δημοκρατία το 2002 με άδεια εισόδου για σκοπούς εργασίας ως οικιακή βοηθός. Μεταγενέστερα υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας, το οποίο απορρίφθηκε, ενώ απορρίφθηκε και η προσφυγή της ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής ενώ από το 2012 είχε συλληφθεί για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και αφέθηκε ελεύθερη, λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης του τότε ανήλικου τέκνου της, προκειμένου να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για διευθέτηση του καθεστώτος παραμονής της. Παρά ταύτα, δεν προέβη στην απαιτούμενη διευθέτηση και εξακολούθησε να παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς νόμιμο καθεστώς.

 

Θέτουν περαιτέρω ότι η υποβολή του ανθρωπιστικού αιτήματος ημερομηνίας 10.01.2024 δε δύναται να μεταβάλει την πιο πάνω πραγματική και νομική κατάσταση. Όπως σαφώς προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, επί του εν λόγω αιτήματος δεν είχε εκδοθεί τελική απόφαση από τον αρμόδιο Υπουργό η δε ύπαρξη υπηρεσιακής εισήγησης δεν ισοδυναμεί με απόφαση παραχώρησης άδειας παραμονής και δεν προσδίδει αφ' εαυτής νόμιμο καθεστώς στην Αιτήτρια. Περαιτέρω, το εν λόγω αίτημα δεν είχε ανασταλτικό χαρακτήρα, γεγονός που καταγράφεται ρητώς και στην Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, συνεπώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, η Αιτήτρια εξακολουθούσε να τελεί υπό καθεστώς παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ότι η Διοίκηση δεν αγνόησε το ανθρωπιστικό αίτημα, αντιθέτως, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι το αίτημα ήταν γνωστό στις αρμόδιες αρχές και ότι θα προωθείτο εκ νέου προς τον Υφυπουργό για λήψη τελικής απόφασης, δεδομένου ότι ο Υπουργός Εσωτερικών δεν είχε λάβει απόφαση επί της προηγούμενης εισήγησης. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η Διοίκηση είχε γνώση της ύπαρξης του αιτήματος όμως η μη ολοκλήρωση της συγκεκριμένης διαδικασίας δεν δύναται, χωρίς άλλη νομοθετική βάση, να μετατρέψει την παράνομη παραμονή της Αιτήτριας σε νόμιμη ούτε να προσδώσει στο αίτημα ανασταλτικό αποτέλεσμα.

 

Κατά τα λοιπά οι Καθ΄ων η αίτηση απορρίπτουν και τους υπόλοιπους  ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί παράβασης δικαιώματος ακρόασης και αρχών χρηστής διοίκησης, πλημμελούς αιτιολογίας και πλημμελειών του διατάγματος κράτησης.

 

Εξέτασα τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και καταλήγω στα εξής:

 

Καταρχάς διευκρινίζεται ότι με το Αιτητικό Α στην προσφυγή ζητείται ακύρωση της κήρυξής της Αιτήτριας ως απαγορευμένης μετανάστριας και των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ενώ με το Αιτητικό Β ζητείται και πάλι η ακύρωση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης καθώς και ότι η αναφερόμενη παράλειψη των καθ' ων η αίτηση να εφαρμόσουν την αρχή της εναλλακτικής και ολιγότερο επαχθούς λήψης μέτρων κατά της Αιτήτριας δε θα έπρεπε να ελάμβανε χώρα.

 

Το Αιτητικό υπό Β (ακυρότητα απέλασης και κράτησης) άρα ουσιαστικά εμπεριέχεται στο υπό Α Αιτητικό, στο οποίο ζητείται η ακύρωση των διαταγμάτων απέλασης και κράτησης. Έχει αποφασιστεί (βλ. ενδεικτικώς Πρ. Αρ. 640/2017 TΗUY ν Δημοκρατίας ημερ. 31.8.2017), ότι η πρακτική να ζητείται η ακύρωση της ίδιας πράξης με πολλαπλά αιτητικά δεν είναι δικονομικώς ορθή και πρέπει να αποφεύγεται. Ασφαλώς, η νομιμότητα των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης θα εξεταστεί εφόσον προσβάλλονται με το Αιτητικό Α της προσφυγής. Όσο αφορά το υπόλοιπο μέρος του Αιτητικού Β, εκτός ότι στις γραπτές αγορεύσεις δε φαίνεται να προωθείται επιχειρηματολογία ως προς «παράλειψη», εν πάση περιπτώσει, δε θεωρώ ότι μπορεί να γίνεται λόγος για εκτελεστή «παράλειψη  των Καθ’ ων η αίτηση να εφαρμόσουν την αρχή της εναλλακτικής και ολιγότερο επαχθούς λήψης μέτρων» αλλά, ουσιαστικά εφόσον τεκμηριωθεί μια παράνομη, αναιτιολόγητη ή δυσανάλογη, των νομίμων προσφερόμενων μέτρων, ενέργεια της διοίκησης, αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση τις προσβαλλόμενες υπό Α αιτητικό πράξεις (ή οποιαδήποτε εξ αυτών) για παράβαση νόμου, αιτιολογίας, διακριτικής ευχέρειας ή αναλογικότητας αντίστοιχα.

 

Έχοντας  αναφέρει τα ανωτέρω, είναι σαφές ότι ο βασικός κορμός των λόγων ακύρωσης και ισχυριζόμενων παραβιάσεων των προσβαλλομένων που εγείρει η Αιτήτρια αφορούν στον ισχυρισμό της ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τη σχέση της με τη θυγατέρα της και το ότι στις 10.01.2024 είχε υποβάλει αίτημα διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους.

 

Ως προς αυτό θα πρέπει πρώτα να αναφέρω ότι δε δικογραφείται στην Αίτηση Ακυρώσεως παράβαση του άρθρου 18ΟΗ του Κεφ. 105 ώστε τούτη να είναι εξεταστέα καθαυτή ή υπό το πρίσμα ισχυριζόμενης πλημμέλειας έρευνας λόγω εκκρεμότητας απόφασης επί του αιτήματος ή πλημμελούς αιτιολογίας. Σχετική ως προς τη δέουσα δικογράφηση νομοθετικών προνοιών, που εγείρονται ως λόγοι ακύρωσης πλάνης/έρευνας κτλ είναι η απόφαση του παρόντος στην Πρ. Αρ. ΔΚ 904/2023 S A ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερ. 04.08.2023 με παραπομπή στην απόφαση του ΑΔ στην Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598[1]. καθώς και η απόφαση στην Ε.Δ.Δ Αρ. 20/2024 Ruth Nsah v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 22.10.2024  (βλ. απόφαση  μειοψηφίας ως προς τη δέουσα δικογράφηση).

 

Παρενθέτω  εν πάση περιπτώσει εν παρόδω ότι το εν λόγω αίτημα ήταν  όψιμο και υπεβλήθη ενόσω η παραμονή της Αιτήτριας ήταν παράνομη για πλέον των 12 ετών μετά την προηγούμενη σύλληψή της που αφέθηκε ελεύθερη για να διευθετήσει την παραμονή της αλλά δεν το έπραξε. Δε διαπιστώνω μάλιστα να αναφέρει οποιαδήποτε ιδιαίτερη περίσταση ως προς το πρόσωπο της αλλά βασικά επικαλείται την τότε 17χρονη θυγατέρα της, η οποία φοιτούσε στο σχολείο. Σε κάθε περίπτωση η θετική εισήγηση του λειτουργού προς τον Υπουργό για το αίτημα της Αιτήτριας (που τελικώς για την Αιτήτρια απορρίφθηκε μετά την έκδοση των εδώ προσβαλλομένων) ήταν για μια τελική άδεια για περιορισμένη χρονική διάρκεια μέχρι τον Ιούνιο 2025 που η θυγατέρα της τελείωνε το σχολείο και υπό τον όρο διευθέτησης της άμεσης αναχώρησης της άρα δε βλέπω πως θα άλλαζε τα δεδομένα αν είχε ληφθεί απόφαση επ’ αυτής έγκαιρα εφόσον η Αιτήτρια θα όφειλε θεωρητικά να είχε αναχωρήσει ένα έτος πριν την έκδοση των εδώ προσβαλλομένων.

 

Τα ανωτέρω αναφέρονται εν παρόδω λόγω μη δικογράφησης και σε κάθε περίπτωση, συμφωνώ με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος δεν έχει οποιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσμα για την έκδοση των εδώ προσβαλλομένων ούτε θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, η τότε εκκρεμότητά του να δώσει έρεισμα για ακυρωτικό εύρημα λόγω πλημμέλειας έρευνας ή αιτιολογίας. Σχετική και η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου (Α. Ζερβού, ΔΔΔ) στην Πρ Αρ. 1378/2024(i) G.T. v. Δημοκρατίας ημερ. 14.01.2025, στην οποία αναφέρθηκε:

 

«Καθίσταται σαφές από τις ανωτέρω πρόνοιες ότι η μη έκδοση απόφασης επιστροφής ή η ανάκληση ή αναστολή εκδοθείσας ήδη απόφασης επιστροφής συμφώνως της παραγράφου (4) του άρθρου 18ΟΗ, προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο, με την οποία να χορηγείται αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής.  Η απλή εκκρεμότητα σχετικής αίτησης, όπως εν προκειμένω, δεν επαρκεί». 

 

Ο ισχυρισμός περί μη παροχής δικαιώματος ακρόασης επίσης απορρίπτεται. Διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια εξέθεσε τις απόψεις της πριν την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων εφόσον έτυχε συνέντευξης από τις αρχές (παράγραφος 3 παραρτήματος 5 σε ένσταση Καθ' ων η αίτηση) διαδικασία που φέρει τα χαρακτηριστικά ακρόασης ως έχει καθοριστεί από τη νομολογία του ΔΕΕ. Στη C166/13 Mukarubega, κρίθηκε ότι, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα ακροάσεως σε περίπτωση που η διοίκηση παράσχει στον ενδιαφερόμενο δυνατότητα ακροάσεως ότι προτίθεται να εκδώσει απόφαση για να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της διαμονής του στα πλαίσια διαδικασίας ανακρίσεως διενεργηθείσας κυρίως υπό τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων από αστυνομικές αρχές (βλ. σκ. 73-82). Σχετική βέβαια είναι και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθ. Έφεση Αρ. 89/2015 Α.Ν. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών κ.α. ημερ. 03.06.2022) ως προς το δικαίωμα ακρόασης σε διαδικασίες ως η παρούσα.

 

Ούτε βέβαια ευσταθεί ο ισχυρισμός περί παράβασης του Άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και του δικαιώματος για ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Ως αναφέρθηκε στην Έφεση ΔΔ Αρ. 126/2021 M. S. A. Limon v. Δημοκρατίας ημερ. 20.04.2022, όπου επίσης επίδικο ήταν διάταγμα απέλασης και ισχύει, και στην παρούσα:

 

«το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια της χώρας, κατ΄επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται από την ΕΣΔΑ αλλά ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τουλάχιστον τρόπο που ισχυρίζεται η πλευρά του Εφεσείοντα, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω όπου ο Εφεσείων παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία (βλ. Radovanovic v. Austria  Appl. No. 42703/98, ημερ. 24.4.2004 και Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505)».

 

Και εδώ συμπληρώνω ότι ακόμα κι αν, κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλομένων και εκκρεμότητας του ανθρωπιστικού αιτήματος, η θυγατέρα της Αιτήτριας, αν και παραδεκτά ενήλικη, ήθελε θεωρηθεί «μέλος της οικογένειάς της» επειδή τη συντηρούσε, η έκδοση των προσβαλλομένων και πάλι δε θα παραβίαζε το δικαίωμα οικογενειακής ζωής που προστατεύει το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Ως κρίθηκε στη Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505:

 

«Με βάση τα προαναφερόμενα συμπεραίνουμε πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση, στην προκείμενη περίπτωση, του δικαιώματος του εφεσείοντα σε σεβασμό της οικογενειακής του ζωής το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. (…) Από τη στιγμή που ο εφεσείων παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα και δεδομένου πως κανένα από τα μέλη της οικογενείας του δεν είχε αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στην Κύπρο αλλά η παραμονή τους στην Κύπρο συναρτόταν απόλυτα με το δικό του δικαίωμα παραμονής και εργασίας εδώ, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως με το διάταγμα απέλασης του εφεσείοντος παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του σε σεβασμό της οικογενειακής του ζωής. Απεναντίας κατά την κρίση μας η Κυπριακή Δημοκρατία συμπεριφέρθηκε ορθά στην οικογένεια του εφεσείοντα και σεβάστηκε το δικαίωμα της σε οικογενειακή ζωή παρέχοντας άδεια σ' αυτή να παραμείνει στην Κύπρο για όσο χρόνο θα παρέμενε νόμιμα εδώ και ο εφεσείων».

 

Ούτε ασφαλώς τίθεται ζήτημα κακοπιστίας ή παράβασης της αρχής  χρηστής διοίκησης αντιθέτως θεωρώ ότι η διοίκηση ενήργησε στα πλαίσια της εξουσίας, βασικά της υποχρέωσής της, ως κράτος μέλος της ΕΕ όπως εκδίδει και εν προκειμένω εξέδωσε, απόφαση επιστροφής, εις βάρος της Αιτήτριας ως υπηκόου τρίτης χώρας που διαπιστώθηκε ότι διαμένει παρανόμως στο έδαφός της (C-38/14 Zaizoune, ημερ. 23.04.2015) και αφού της είχε προηγουμένως δώσει την ευκαιρία να νομιμοποιήσει την παραμονή της, που δεν αξιοποίησε παραμένοντας παράνομα για 12 και πλέον έτη στο έδαφος της Δημοκρατίας. Ειδικά δε στη συγκεκριμένη περίπτωση και παρότι ασφαλώς ως εξέλιξη μεταγενέστερη δε λαμβάνεται υπόψη για τη νομιμότητα των εδώ προσβαλλόμενων (M. S. A. Limon ανωτέρω), οφείλω να σημειώσω ότι η Διοίκηση συμπεριφέθηκε σίγουρα ως χρηστή επιδεικνύοντας καλή πίστη εφόσον, παρά το παράνομο της διαμονής της Αιτήτριας, έδωσε την ευκαιρία στη θυγατέρα της όπως μπορέσει να παραμείνει στη Δημοκρατία για σκοπούς εργασίας κατόπιν έγκρισης από το αρμόδιο τμήμα.

 

Ως εκ των ανωτέρω, είναι σαφές ότι ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης μπορεί να επιτύχει. Πέραν της μη δικογράφησης, στην οποία αναφέρθηκα ήδη, οι θέσεις της Αιτήτριας έχουν ήδη απορριφθεί από τη νομολογία και άρα δεν προκύπτει εν προκειμένω οποιαδήποτε εκ των ισχυριζόμενων παραβάσεων.

 

Απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί ως προς πλημμέλειες του διατάγματος κράτησης. Καταρχάς οι αναφορές της Αιτήτριας περί σταθερού τόπου διαμονής που κατ’ ισχυρισμό φαινόταν στις «επιστολές» της προς τη διοίκηση είναι αόριστες εφόσον δεν γίνεται συγκεκριμένη παραπομπή σε τέτοιες επιστολές. Αντιθέτως από τον διοικητικό φάκελο, διαπιστώνω να προκύπτει διαφορετική διεύθυνση διαμονής κατά την υποβολή του ανθρωπιστικού αιτήματος, διαφορετική σε προηγούμενη άδεια διαμονής της (Κ132), διαφορετική στην επιβεβαίωση εγγραφής της θυγατέρας της στο δημοτικό σχολείο (Κ135) στις δε ηλεκτρονικές επιστολές εκπροσώπων της (Παράρτημα 6 σε ένσταση) δεν αναφέρεται οποιαδήποτε διεύθυνση. Πέραν όμως τούτου, το διάταγμα κράτησης αιτιολογήθηκε επαρκώς εφόσον εκτός από τα όσα αναφέρονται στο ίδιο το σώμα του, και στην έκθεση/εισήγηση της ΥΑΜ, η οποία το προπαρασκεύασε (Παράρτημα 5 σε Ένσταση), αναφέρθηκε το όλο ιστορικό της Αιτήτριας και παράνομο της παραμονής της, ότι δε διευθέτησε την παραμονή της από το 2012, και ότι υπάρχει πιθανότητα διαφυγής της, αφού αυτή δεν συναινεί στον επαναπατρισμό της, γεγονός που υποδηλώνει πρόθεση μη συμμόρφωσης σε ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής ενώ δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών μέτρων πέραν της κράτησης της.

 

Οι εν λόγω αναφορές καθιστούν την έκδοση του διατάγματος αλλά και τη μη ύπαρξη περιθωρίου εναλλακτικών της κράτησης μέτρων αιτιολογημένη νόμιμη και αναλογικό υπό τις περιστάσεις μέτρο, άλλωστε και η νομολογία έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και η Αιτήτρια, εμπεριέχει λογικά και τον κίνδυνο διαφυγής της και δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης (Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Δημοκρατίας ημ. 09.08.2013).

 

Ουδείς εκ των λόγων ακύρωσης ευσταθεί. Η προσφυγή απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με €1.500 έξοδα πλέον ΦΠΑ (εάν υπάρχει) εναντίον της Αιτήτριας.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ

 

 



[1] Στην οποία αναφέρθηκε (υπογράμμιση του παρόντος):

 

«Για το λόγο ακύρωσης που αφορούσε στην πλάνη, δύο ήταν τα θέματα που εν πάση περιπτώσει ηγέρθηκαν πρωτοδίκως στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης: (α) πλάνη ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας του κ. Πηλαβά και (β) έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την ύπαρξη έγκυρου γάμου.  Σε σχέση με το πρώτο θέμα, έγινε αναφορά στο Άρθρο 71 του Νόμου 92(Ι)/2003.  Όμως καμιά άλλη διασύνδεση του πιο πάνω Νόμου δεν έγινε με άλλα ζητήματα και κατά την άποψή μας δεν έπρεπε η υπόθεση να κριθεί στη βάση του πιο πάνω Νόμου.  Δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου ένα τέτοιο επίδικο θέμα, αφού όχι μόνο δεν τέθηκε ως νομικό σημείο στην προσφυγή, αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε αιτιολόγηση που έστω και χαλαρά να θεωρηθεί ότι εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο