ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ΘΕΟΚΛΗ ΡΑΜΙΡΕΖ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 949/2019, 30/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ΘΕΟΚΛΗ ΡΑΜΙΡΕΖ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 949/2019, 30/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση Αρ. 949/2019

30 Οκτωβρίου 2026

[Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ/στής Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ΘΕΟΚΛΗ ΡΑΜΙΡΕΖ

Αιτήτριας

v.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,

Καθ' ης η Αίτηση

……………………………

Κατερίνα Παναγιώτου, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για την Αιτήτρια

Μαρία Κοτσώνη μαζί με ασκ. δικηγόρο Στέλλα Ιωάννου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ' ης η Αίτηση

Χριστίνα Παρασκευά μαζί με ασκ. δικηγόρο Νεφέλη Πική, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για το Ενδιαφερόμενο Μέρος

ΑΠΟΦΑΣΗ

Δ. ΚΑΪΛΗΣ, Δ.Δ.Δ.: Η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης της Καθ’ ης η Αίτηση να προαγάγει την κα Χρυστάλλα Κόρτα (εφεξής το «Ενδιαφερόμενο Μέρος» και/ή «το Ε/Μ») στη μόνιμη θέση Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου Α΄ στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, αναδρομικά από την 15.1.2011. Η προσβαλλόμενη πράξη δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12.4.2019 και λήφθηκε κατόπιν επανεξέτασης από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «η Ε.Δ.Υ.») μετά από ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.4.2018 στην Προσφυγή υπ’ αρ. 884/2015.

 

Η Αιτήτρια και το Ε/Μ υπηρετούσαν στη θέση Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου από 15.1.2003 και 15.3.2000 αντίστοιχα και ήταν υποψήφιες για προαγωγή στην επίδικη θέση. Με απόφαση της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 30.11.2010 προήχθησαν η Αιτήτρια και ένα άλλο πρόσωπο. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 3.3.2015, στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές 385/2011 και 386/2011. Ακολούθησε επανεξέταση και με απόφαση της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 30.4.2015 το Ε/Μ προήχθη στην επίδικη θέση, αναδρομικά από τις 15.1.2011. Η Αιτήτρια προσέβαλε την εν λόγω απόφαση με την Προσφυγή 884/2015, η οποία έγινε δεκτή με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στις 30.4.2018. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι το εύρημα της Ε.Δ.Υ. για την υπεροχή του Ε/Μ σε αρχαιότητα ήταν ορθό, απορρίπτοντας, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία της ως έκτακτης εκπαιδευτικού, εντούτοις ακύρωσε την προαγωγή του Ε/Μ στη βάση έλλειψης δέουσας έρευνας και ενδεχόμενης πλάνης περί τα πράγματα σχετικά με το κατά πόσον το Diplôme d’Études Approfondies (εφεξής «DEA») που κατείχε το Ε/Μ ισοδυναμούσε με μεταπτυχιακό τίτλο και μπορούσε να θεωρηθεί πρόσθετο προσόν.

 

Προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, η Ε.Δ.Υ. στις 27.8.2018 αποφάσισε ότι, κατά την επανεξέταση, θα πρέπει να διερευνήσει τα προσόντα του Ε/Μ σε αντιπαραβολή με τις επεξηγήσεις που έδωσε το Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (εφεξής «το ΚΥΣΑΤΣ») με επιστολή ημερομηνίας 20.4.2018 και θέμα «Πανεπιστημιακά Διπλώματα – Τίτλοι Σπουδών που απονέμονται από τα Γαλλικά Πανεπιστήμια». Επίσης, στις 25.9.2018 με επιστολή της προς την Ε.Δ.Υ., η Αιτήτρια έθεσε το ζήτημα της εγγραφής των ψυχολόγων στο Μητρώο Ψυχολόγων, επικαλούμενη το άρθρο 11 του περί Εγγραφής και Ρύθμισης της Άσκησης του Επαγγέλματος του Ψυχολόγου Νόμου (Ν. 68(Ι)/1995), και ισχυρίστηκε ότι το Ε/Μ δεν είναι εγγεγραμμένο, σε αντίθεση με την ίδια.

 

Στις 2.10.2018, η Ε.Δ.Υ. διερεύνησε τα προσόντα των υποψηφίων, που κατείχαν γαλλικά διπλώματα, στη βάση και της επιστολής του ΚΥΣΑΤΣ και κατέληξε, για το Ε/Μ, ότι το DEA που απέκτησε τον Σεπτέμβριο του 1985 αντιστοιχεί σε μεταπτυχιακό τίτλο. Παράλληλα, αποφάσισε να σταλεί η επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 25.9.2018 στο Υπουργείο και στη Νομική Υπηρεσία για τις απόψεις τους.

 

Η γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 3.12.2018 (εφεξής «η Γνωμάτευση»), διαβιβάστηκε με επιστολή του τότε Αν. Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού στις 21.12.2018 και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η επανεξέταση θα πρέπει να γίνει, δυνάμει του άρθρου 58 του Ν. 158(Ι)/99, με βάση το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της αρχικής απόφασης της Ε.Δ.Υ. και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν απαιτείτο για την πλήρωση της επίδικης θέσης η εγγραφή των υποψηφίων στο Μητρώο Ψυχολόγων.

 

Στη συνεδρία της ημερομηνίας 4.3.2019, η Ε.Δ.Υ. προχώρησε σε επανεξέταση της πλήρωσης της επίδικης θέσης και αφού δόθηκε η σύσταση της Αν. Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (εφεξής «η Αν. Γενική Διευθύντρια»), η οποία σύστησε ως καταλληλότερο για προαγωγή το Ε/Μ, έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι το Ε/Μ συνολικά υπερέχει των άλλων υποψηφίων και το επέλεξε για προαγωγή, αναδρομικά από 15.1.2011.

 

Η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση αυτή με πέντε λόγους ακύρωσης, οι οποίοι εξετάζονται κατωτέρω χωριστά.

 

Σημειώνω ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν ακυρωτικής απόφασης και εξετάζεται υπό το πρίσμα των άρθρων 57 έως 59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/99), στα οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά την επανεξέταση πράξης που έχει ακυρωθεί, η διοίκηση οφείλει να λάβει υπόψη το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η σχετική απόφασή της, ενώ δεσμεύεται από το διατακτικό της δικαστικής απόφασης και από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου για την ύπαρξη ορισμένων νομικών και πραγματικών καταστάσεων που υφίσταντο κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης, στις οποίες στηρίχτηκε το διατακτικό.

 

Το Ε/Μ προβάλλει δύο προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες και εξετάζονται κατά προτεραιότητα. Με την πρώτη, υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι αλυσιτελής και η Αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος, αφού δεν εγείρει ζήτημα σύγκρισης των υποψηφίων ούτε ισχυρίζεται έκδηλη υπεροχή και δεν θα αντλούσε οποιαδήποτε ωφέλεια ακόμη και αν η πράξη ακυρωνόταν για διαδικαστικούς λόγους. Με τη δεύτερη, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να προβάλλει λόγους που δεν προβλήθηκαν στην Προσφυγή αρ. 884/2015 ή κρίθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.4.2018, την οποία δεν είχε εφεσιβάλει. Είναι περαιτέρω η θέση του Ε/Μ ότι, εφόσον το Δικαστήριο ακύρωσε μόνο λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας ως προς ένα συγκεκριμένο πρόσθετο προσόν, η Διοίκηση δεσμευόταν να επεκτείνει την επανεξέταση μόνο σε αυτή την πτυχή, το εύρημα για την υπεροχή του Ε/Μ σε αρχαιότητα αποτελεί δεδικασμένο και η κρίση της Διοίκησης για τη συνολική υπεροχή του Ε/Μ έχει μείνει «άτρωτη». Αντίστοιχους ισχυρισμούς, όχι όμως υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων, εγείρει και η Καθ’ ης η Αίτηση, η οποία προσθέτει ότι το ζήτημα της κατοχής των προσόντων του Ε/Μ έχει κριθεί στις Προσφυγές αρ. 385/2011 και 386/2011, και παραπέμπει στην απόφαση Ναζίρης ν. ΡΙΚ (2007) 3 ΑΑΔ 38, όπου λέχθηκε ότι: «Έχουμε τη γνώμη ότι δεν επιτρέπεται η επανάληψη ούτε η συμπερίληψη ζητημάτων τα οποία θα μπορούσαν να είχαν τεθεί προηγουμένως. Ο έλεγχος διοικητικής απόφασης, εκδοθείσας κατόπιν επανεξέτασης, διενεργείται πάντοτε μόνο με βάση τα όσα προκύπτουν από το ακυρωτικό αποτέλεσμα». Παραθέτει επίσης και τη φράση από την απόφαση Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη (2002) 3 ΑΑΔ 601, 612 και 613 ότι «Δεν είναι επιτρεπτό ο διάδικος να θέτει νέο θέμα, όποτε το ανακαλύπτει ή όποτε το επιθυμεί».

 

Η Αιτήτρια απαντά ότι έχει έννομο συμφέρον, αφού πέτυχε την ακύρωση της προηγούμενης προαγωγής του Ε/Μ, ότι προβάλλει λόγους που αφορούν την ουσία της επανεξέτασης και ότι, αν κριθεί πως το Ε/Μ δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα, η ακύρωση θα οδηγήσει σε νέα επανεξέταση χωρίς τη συμμετοχή του. Παραπέμπει στην απόφαση Ευφροσύνη Νικολαΐδου ν. Δήμου Λοτσιών, Υπόθεση 525/13, 31.3.2017, από την οποία παραθέτει το εξής απόσπασμα: «Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται, εάν κριθεί, ότι οποιοσδήποτε εξ' αυτών, εξεταζόμενος επί της ουσίας του, ευσταθεί, οδηγεί στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και σε επανεξέταση της πλήρωσης της επίδικης θέσης, για την οποία, ως προανέφερα, η αιτήτρια είναι υποψήφιος», καθώς και στην απόφαση Παναγιωτάκη ν. Ε.Δ.Υ., Α.Ε. 138/11, 12.4.2017, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η πιθανολόγηση της ορθότητας ισχυρισμού περί εσφαλμένου πραγματικού βάθρου της προσβαλλόμενης πράξης, όπως και η απλή θεμελίωση ενδεχομένου πλάνης, αρκεί για να ακυρωθεί αυτή και να εξεταστεί το θέμα από το αρμόδιο διοικητικό όργανο πάνω στην ορθή πραγματική του βάση». Υποστηρίζει επιπλέον ότι οι προηγούμενες ακυρωτικές αποφάσεις αφορούσαν ελλιπή έρευνα για τα προσόντα του Ε/Μ, ώστε η Ε.Δ.Υ. όφειλε να τα διερευνήσει πλήρως κατά την επανεξέταση. Δεν απαντά ωστόσο στη θέση ότι οι λόγοι που προβάλλει τώρα δεν είχαν προβληθεί στην Προσφυγή αρ. 884/2015, ενώ μπορούσαν να είχαν προβληθεί.

 

Η έκδηλη υπεροχή, την οποία πράγματι δεν επικαλείται η Αιτήτρια, δεν αποτελεί προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος. Σύμφωνα και με την παρατεθείσα από την Αιτήτρια νομολογία, υποψήφιος έχει έννομο συμφέρον όταν οποιοσδήποτε από τους λόγους ακύρωσης, αν ευσταθεί, οδηγεί σε επανεξέταση της πλήρωσης της θέσης για την οποία είναι υποψήφιος. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια ήταν ανθυποψήφια του Ε/Μ για την επίδικη θέση, στην οποία προήχθη το Ε/Μ και όχι η ίδια, και μάλιστα είχε η ίδια προαχθεί με την αρχική απόφαση της Ε.Δ.Υ. στις 30.11.2010. Αν οποιοσδήποτε λόγος κριθεί βάσιμος και ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, η Ε.Δ.Υ. θα κληθεί να επανεξετάσει την πλήρωση της θέσης και ιδιαίτερα αν κριθεί ότι το Ε/Μ δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα, η Αιτήτρια, που παραμένει υποψήφια, θα έχει πραγματική προσδοκία να επιλεγεί η ίδια για προαγωγή. Κατά συνέπεια, η ωφέλειά της είναι υπαρκτή. Τούτο απορρέει και από τον δεύτερο και τον πέμπτο λόγο ακύρωσης, οι οποίοι αφορούν τη σύγκριση των υποψηφίων, το ενιαίο μέτρο κρίσης και τη βαρύτητα των κριτηρίων, και διαψεύδουν ότι η προσφυγή δεν εγείρει ζήτημα σύγκρισης.

 

Απόλυτα σχετική είναι και η κρίση του Εφετείου στην απόφαση Κολώνας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ., Ε.Δ.Δ. Αρ. 46/2021, ημερομηνίας 18.12.2024, όπου, σε διαδικασία επανεξέτασης, επιβεβαιώθηκε ότι όταν «αμφισβητείται σοβαρά η εκτίμηση της Διοίκησης αναφορικά με τα προσόντα ενός αιτητή ... το θέμα καθίσταται επίδικο και συναφές με την ουσία της υπόθεσης και ο αιτητής διατηρεί το έννομο συμφέρον του να επιδιώξει την αναθεώρηση της».

 

Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει έννομο συμφέρον να επιδιώκει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και, συνεπώς, η πρώτη προδικαστική ένσταση του Ε/Μ απορρίπτεται.

 

Ως προς τη δεύτερη προδικαστική ένσταση επισημαίνεται ότι η επανεξέταση διενεργείται στη βάση του ακυρωτικού αποτελέσματος και όχι εφ’ όλης της ύλης και δεν επιτρέπεται η επανάληψη ζητημάτων που θα μπορούσαν να είχαν τεθεί προηγουμένως. Όπως όμως επισημαίνεται στην υπόθεση Ναζίρης (ανωτέρω), η αρχή αυτή δεν επηρεάζει τη δυνατότητα του διοικητικού οργάνου να επαναδιερευνά όταν διαπιστώνεται λόγος, ενώ στην Ανδρέου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση 76/2014, 30.11.2015, ECLI:CY:AD:2015:D797, αναφέρεται ότι επιτρέπεται η επαναδιερεύνηση προσόντων ή άλλων δεδομένων, εφόσον δεν υπήρξε επ΄ αυτών προηγούμενη κρίση Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την απόφαση Κολώνας (ανωτέρω), πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου κατά την επανεξέταση του θέματος είναι η έκφραση κρίσης επί των όσων η Ε.Δ.Υ. ανέφερε σε σχέση με το πώς εξέλαβε η ίδια την εμβέλεια της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης και ποιο δεδικασμένο έχει παραχθεί από αυτή.

 

Στην παρούσα, η Ε.Δ.Υ., κατά τη συνεδρία της ημερ. 27.8.2018, εξέλαβε το ακυρωτικό αποτέλεσμα ως επιβάλλον τη διερεύνηση των προσόντων του Ε/Μ σε αντιπαραβολή με τις επεξηγήσεις του ΚΥΣΑΤΣ και στη συνέχεια, αφού διαπιστωθούν τα πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων, τη διενέργεια αιτιολογημένης επιλογής υποψηφίου για την πλήρωση της επίδικης θέσης, στη βάση αυτών και όσων έχουν ήδη κριθεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι επομένως αν κάθε επιμέρους ζήτημα που προβάλλει η Αιτήτρια, με την παρούσα, προέκυψε από τη διαδικασία της επανεξέτασης ή υπήρχε και θα μπορούσε να είχε τεθεί ήδη κατά την εκδίκαση της Προσφυγής 884/2015.

 

Το θέμα της αρχαιότητας των διαδίκων διαπιστώνω ότι κρίθηκε με την απόφαση στην Προσφυγή αρ. 884/2015, όπου το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία της ως έκτακτης εκπαιδευτικού και έκρινε ως ορθό το εύρημα της Ε.Δ.Υ. ότι το Ε/Μ υπερέχει σε αρχαιότητα της Αιτήτριας. Η κρίση αυτή δεν εφεσιβλήθηκε, ισχύει έναντι της Αιτήτριας ως απορριπτική απόφαση και δεσμεύει τη Διοίκηση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η αρχαιότητα του Ε/Μ είναι εικονική δεν μπορεί να εξεταστεί και η προδικαστική ένσταση ευσταθεί ως προς το σημείο αυτό.

 

Ούτε η κατοχή του απαιτούμενου προσόντος γνώσης της Αγγλικής γλώσσας δύναται να εξεταστεί, εφόσον αφορά ζήτημα απαιτούμενων προσόντων των υποψηφίων, προηγείται της ύπαρξης των επιπρόσθετων προσόντων και προϋπήρχε της διαδικασίας επανεξέτασης, ενώ δεν εγέρθηκε ως λόγος ακύρωσης κατά την προηγούμενη δικαστική διαδικασία. Από το κείμενο της απόφασης στην Προσφυγή αρ. 884/2015 προκύπτει ότι η Αιτήτρια είχε προβάλει τότε, μεταξύ άλλων, λόγους που αφορούσαν την αρχαιότητα, τα προσόντα και την αξία, έλλειψη δέουσας έρευνας ως προς τους πανεπιστημιακούς τίτλους του Ε/Μ, πάσχουσα σύσταση και πλάνη περί τον νόμο και τα πράγματα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ζήτημα γνώσης της Αγγλικής γλώσσας από το Ε/Μ. Η Αιτήτρια δεν εξηγεί γιατί το ζήτημα αυτό δεν προβλήθηκε τότε, και δεν επιτρέπεται να τίθεται νέο θέμα όποτε ο διάδικος το ανακαλύπτει. Επομένως, η προδικαστική ένσταση ευσταθεί και ως προς το θέμα αυτό, και οι λόγοι ακύρωσης στο μέτρο που στηρίζονται στο ζήτημα της Αγγλικής δεν μπορούν να εξεταστούν. Ανεξάρτητα όμως από την επιτυχία της προδικαστικής ένστασης ως προς το ζήτημα της γνώσης της Αγγλικής γλώσσας από το Ε/Μ, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας θα ήταν αβάσιμος και επί της ουσίας, για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω, εφόσον το ισχύον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, Σχέδιο Υπηρεσίας της επίδικης θέσης, προέβλεπε διαζευκτικά και τη γνώση της Γαλλικής, η κατοχή της οποίας από το Ε/Μ, που σπούδασε σε γαλλικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, εκ των πραγμάτων δεν αμφισβητείται (βλ. κατωτέρω).

 

Αντίθετα, το ζήτημα της εγγραφής στο Μητρώο Ψυχολόγων προέκυψε μετά από επιστολή της Αιτήτριας, την οποία όχι μόνο εξέτασε η Ε.Δ.Υ., αλλά ζήτησε και Γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία. Επ’ αυτού δεν υπήρξε προηγούμενη κρίση του Δικαστηρίου, ενώ περαιτέρω η Ε.Δ.Υ., όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ημερομηνίας 4.3.2019, επανεξέτασε η ίδια τα προσόντα, ζήτησε και έλαβε νέα σύσταση και ασχολήθηκε εκ νέου με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων με βάση το καθεστώς του ουσιώδους χρόνου. Ο λόγος αυτός, όπως και οι ισχυρισμοί για τη νέα σύσταση, που αποτελεί πράξη της επανεξέτασης, μπορούν να εξεταστούν, στο μέτρο που δεν ανάγονται στα θέματα της αρχαιότητας και κατοχής του προσόντος της Αγγλικής γλώσσας. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται ως προς τα σημεία αυτά.

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης επί των προδικαστικών ενστάσεων, προχωρώ να εξετάσω τους λόγους ακύρωσης που προωθεί η Αιτήτρια. Τονίζεται ότι ο δικαστικός έλεγχος είναι έλεγχος νομιμότητας και το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση της Ε.Δ.Υ., ακόμα και αν θα επέλεγε άλλον υποψήφιο. Η απόφαση δεν ακυρώνεται «αν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και ήταν εύλογα επιτρεπτή» (βλ. Παντζιαρής ν. ΑΗΚ, 744/98, ημερομηνίας 26.5.1999), ενώ η αξιολόγηση αντιφατικών στοιχείων του φακέλου δεν συνιστά πλάνη, εφόσον η επιλογή ήταν λογικά επιτρεπτή (βλ. άρθρο 46(3) του Ν. 158(Ι)/99). Το Δικαστήριο ελέγχει, μεταξύ άλλων, αν προηγήθηκε επαρκής έρευνα, αν υπάρχει αιτιολογία και αν τηρήθηκε το δεδικασμένο.

 

Οι λόγοι ακύρωσης 1, 3, 4 και 5 στηρίζονται, εν μέρει, στο περιεχόμενο του Σχεδίου Υπηρεσίας, που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, και για τον λόγο αυτό το περιεχόμενο του αναλύεται πρώτα, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου και η ανάλυση αυτή εφαρμόζεται στη συνέχεια στους υπόλοιπους λόγους.

 

Ο πρώτος λόγος ακύρωσης στηρίζεται στο ότι η Ε.Δ.Υ. έλαβε ως ουσιώδη χρόνο, όπως υποδείχθηκε στη Γνωμάτευση, την 30.11.2010, ενώ ουσιώδης χρόνος ήταν η 15.1.2011 ή, κατά την απαντητική αγόρευση της Αιτήτριας, σύμφωνα με το άρθρο 35(2)(β) του Ν. 1/90, ο χρόνος λήψης από την Ε.Δ.Υ. της πρότασης για πλήρωση της θέσης, δηλαδή η 14.10.2009. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Ε.Δ.Υ. δε διερεύνησε αν το Ε/Μ κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα κατά την ημερομηνία αυτή, και ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ψυχολόγων και να κατέχουν πολύ καλή γνώση της Αγγλικής. Η Καθ’ ης η Αίτηση και το Ε/Μ απαντούν ότι η επανεξέταση γίνεται στη βάση του καθεστώτος του χρόνου της αρχικής ακυρωθείσας απόφασης και ότι το Σ.Υ. 5/2002 που ίσχυε τότε δεν απαιτούσε εγγραφή στο μητρώο ψυχολόγων και προέβλεπε διαζευκτικά τη γνώση της Αγγλικής ή Γαλλικής ή Γερμανικής.

 

Ουσιώδης χρόνος για σκοπούς επανεξέτασης, εν προκειμένω, είναι η ημερομηνία 30.11.2010, κατά την οποία λήφθηκε η αρχική απόφαση της Ε.Δ.Υ. για πλήρωση της επίδικης θέσης και όχι η 15.1.2011, που είναι η ημερομηνία από την οποία ισχύει αναδρομικά η προαγωγή. Εντούτοις σύμφωνα με το άρθρο 35(2)(β) του Ν. 1/90, ο υποψήφιος πρέπει να κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα σωρευτικά σε δύο χρονικά σημεία και συγκεκριμένα, τόσο κατά την ημερομηνία λήψης από την Επιτροπή της πρότασης της αρμόδιας αρχής για πλήρωση της θέσης, όσο και κατά την  ημερομηνία λήψης της απόφασης από την Επιτροπή. Συνεπώς, εν προκειμένω ο έλεγχος κατοχής των απαιτούμενων από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντων ανατρέχει τόσο στις 14.10.2009, δηλαδή κατά την ημερομηνία που η Ε.Δ.Υ. έλαβε την πρόταση της αρμόδιας αρχής για πλήρωση της επίδικης θέσης, όσο και στις 30.11.2010.  Από την άλλη, τα πρόσθετα προσόντα και η σύγκριση των υποψηφίων κρίνονται μόνο κατά το χρόνο λήψης της τελικής απόφασης επιλογής από την Ε.Δ.Υ., δηλαδή στις 30.11.2010.

 

Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας είναι, επομένως, εν μέρει ορθός και η Γνωμάτευση, στο μέτρο που αναφέρεται μόνο στην 30.11.2010, ήταν εν μέρει λανθασμένη. Εντούτοις, το σφάλμα αυτό δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την κρίση της Ε.Δ.Υ., εφόσον και οι δύο πιο πάνω ημερομηνίες προηγούνται της έναρξης ισχύος του νέου Σχεδίου Υπηρεσίας, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 29.7.2011. Οπότε και στις δύο, πιο πάνω, ημερομηνίες ίσχυε το Σ.Υ. αρ. 5/2002, κάτι το οποίο αποδέχεται και η ίδια Αιτήτρια, η οποία αναγνωρίζει επίσης ότι το Σχέδιο του 2011 δεν αφορά την υπό εξέταση περίπτωση. Τονίζω ότι δεν προβάλλεται ότι το Ε/Μ δεν κατείχε κάποιο απαιτούμενο προσόν στις 14.10.2009, πέραν της Αγγλικής και της εγγραφής στο Μητρώο που εξετάζονται κατωτέρω, ενώ κανένας διάδικος δεν ισχυρίζεται ότι το νέο Σχέδιο είχε αναδρομική ισχύ, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του κατά την επανεξέταση. Τα ζητήματα συνεπώς που εγείρει η Αιτήτρια περί εγγραφής στο Μητρώο Ψυχολόγων και της γνώσης της Αγγλικής γλώσσας εξαρτώνται από το περιεχόμενο του Σ.Υ. 5/2002 και όχι από την ημερομηνία. Ελλείψει επηρεασμού της Αιτήτριας, η επιχειρηματολογία περί ουσιώδους χρόνου καθίσταται άνευ αντικειμένου (βλ. Καραπατάκη ν. Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ., Υπόθεση 518/2001, 18.10.2002).

 

Η διαφωνία των μερών έγκειται, επομένως, στο περιεχόμενο του Σ.Υ. 5/2002. Από τη μελέτη των απαιτούμενων προσόντων της θέσης Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου Α΄ (θέση προαγωγής), όπως δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Αρ. 3580, 1.3.2002) και επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην αγόρευση της Καθ’ ης η Αίτηση, προκύπτει ότι αυτά είναι τα εξής:

 

     i.        Πενταετής τουλάχιστον υπηρεσία στη θέση Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου»,

    ii.        «Ακεραιότητα χαρακτήρα, διοικητική και οργανωτική ικανότητα, πρωτοβουλία, υπευθυνότητα και ευθυκρισία» και

  iii.        «Πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και της Αγγλικής ή Γαλλικής ή Γερμανικής γλώσσας».

 

Η τρίτη απαίτηση δεν επιβάλλει γνώση της Αγγλικής, αλλά πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και μίας από τις τρεις ξένες γλώσσες που αναφέρονται, και ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η διαζευκτική πρόβλεψη της Γαλλικής προστέθηκε μόνο με το Σχέδιο του 2011 αντικρούεται από το ίδιο το κείμενο του Σ.Υ. 5/2002. Το Σχέδιο δεν περιέχει ούτε απαίτηση για εγγραφή στο Μητρώο Ψυχολόγων, ως ορθά επισημάνθηκε και με τη Γνωμάτευση. Για τους λόγους αυτούς, ο ισχυρισμός για την Αγγλική θα ήταν αβάσιμος και επί της ουσίας, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της δεύτερης προδικαστικής ένστασης.

 

Η Αιτήτρια στηρίζεται, κατ’ αναλογία, στο Ν. 68(Ι)/1995 (άρθρα 11(1)(α) και 12) και στις αποφάσεις Ε.Δ.Υ. ν. ΕΤΕΚ Α.Ε. 63/15, 21.9.2020 και ΕΤΕΚ ν. Δημοκρατίας, Έφεση 148/19, 19.10.2023, για να υποστηρίξει ότι η εγγραφή στο μητρώο ψυχολόγων ήταν αναγκαία, παρά τη μη αναφορά της στο Σχέδιο Υπηρεσίας. Δεν έχει καταδειχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το νομικό καθεστώς καθιστούσε την εγγραφή προϋπόθεση προαγωγής στη συγκεκριμένη θέση. Το Σχέδιο Υπηρεσίας ορίζει συγκεκριμένα τα απαιτούμενα προσόντα και η αναφορά του σε καθήκοντα Εκπαιδευτικού Ψυχολόγου, ανάλογα με τις ανάγκες της Υπηρεσίας, δεν αρκεί, από μόνη της, για να προστεθεί προσόν που δεν αναφέρεται σε αυτό. Οι αποφάσεις αυτές, εξάλλου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής, αφού εκεί το ίδιο το ΕΤΕΚ αμφισβήτησε τη νομιμότητα του Σχεδίου Υπηρεσίας, ενώ εδώ δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα.

 

Η Αιτήτρια θεωρεί περαιτέρω αόριστη την αναφορά των πρακτικών ότι η Ε.Δ.Υ. «έλαβε επίσης υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων» και ισχυρίζεται ότι η δήλωση της Αν. Γενικής Διευθύντριας για την κατοχή των προσόντων προέρχεται από μη αρμόδιο όργανο. Η δήλωση της Αν. Γενικής Διευθύντριας ότι οι υποψήφιοι με α/α 1, 2, 4, 5, 7, 8, 10 και 11, μεταξύ των οποίων το Ε/Μ με α/α 2, «πληρούσαν τα απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης κατά τον ουσιώδη χρόνο» δεν υποκαθιστά την κρίση της Ε.Δ.Υ., η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, εξέτασε η ίδια τα ουσιώδη στοιχεία από το Φάκελο Πλήρωσης της θέσης, καθώς και από τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων και έλαβε υπόψη τα προσόντα των υποψηφίων. Η αναφορά αυτή δεν είναι αόριστη όταν τα απαιτούμενα προσόντα είναι συγκεκριμένα και αφορούν στοιχεία, όπως η υπηρεσία και οι γλώσσες, που προκύπτουν από τους φακέλους, ενώ στη συνεδρία της ημερομηνίας 2.10.2018 η Ε.Δ.Υ. είχε ήδη διερευνήσει ειδικά τα προσόντα των υποψηφίων με γαλλικά διπλώματα, προς συμμόρφωση με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Η κατοχή των προσόντων είναι ζήτημα πραγματικό που ανάγεται στο αρμόδιο όργανο και η Αιτήτρια δεν επικαλείται στοιχείο που να καταδεικνύει ότι το Ε/Μ δεν είχε πολύ καλή γνώση της Γαλλικής.

 

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Γνωμάτευση είναι εσφαλμένη και κατηγοριοποιεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά τους υποψηφίους και ότι η Ε.Δ.Υ. ούτε διαπίστωσε το σφάλμα ούτε ζήτησε διευκρίνιση ούτε κατέγραψε διαφωνία. Η Γνωμάτευση έχει καθοδηγητικό χαρακτήρα και δε δεσμεύει την Ε.Δ.Υ., ενώ ζητήθηκε για ένα μόνο ζήτημα, αν το Σ.Υ. 5/2002 απαιτούσε εγγραφή στο Μητρώο Ψυχολόγων. Η τελευταία παράγραφός της, κατά την οποία τα συμπεράσματα ισχύουν ειδικά για το Ε/Μ ενόψει των αρχών της επανεξέτασης και όχι για «άλλους εκπαιδευτικούς ψυχολόγους οι οποίοι θα πρέπει να πληρούν όλα τα απαραίτητα προσόντα του νέου σχεδίου Υπηρεσίας», διαβάζεται μαζί με την προτελευταία, κατά την οποία «κατά την επανεξέταση, που ανατρέχει πίσω στον ουσιώδη χρόνο, δεν αποτελεί νομικό κώλυμα η μη εγγραφή». Αναφέρεται έτσι στους μελλοντικούς υποψηφίους υπό το νέο Σχέδιο και όχι στους ανθυποψήφιους της παρούσας πλήρωσης, στους οποίους η Ε.Δ.Υ. εφάρμοσε το ίδιο καθεστώς, όπως και στην ίδια την Αιτήτρια που κρίθηκε προσοντούχα χωρίς απαίτηση εγγραφής. Δεν υπάρχει επομένως ζήτημα ανισότητας ή παραβίασης της χρηστής διοίκησης.

 

Δεν προκύπτει επίσης ούτε ότι η Ε.Δ.Υ. αγνόησε την επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 25.9.2018 και τη συνοδευτική επιστολή του Συμβουλίου Εγγραφής Ψυχολόγων, αφού η Γνωμάτευση ζητήθηκε ακριβώς για το ζήτημα που η Αιτήτρια έθεσε με αυτές, και από τα πρακτικά προκύπτει ότι η επανεξέταση συνεχίστηκε αφού λήφθησαν οι απόψεις του Υπουργείου και της Νομικής Υπηρεσίας. Η Ε.Δ.Υ. δεν είχε υποχρέωση να επαναλάβει το περιεχόμενο της Γνωμάτευσης στο πρακτικό της ούτε να καταγράψει διαφωνία με μέρος της, αφού καθοριστικό ήταν το κείμενο του Σχεδίου Υπηρεσίας του ουσιώδους χρόνου, το οποίο δεν απαιτεί εγγραφή. Η αναφορά της Γνωμάτευσης μόνο στο χρόνο της αρχικής απόφασης δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα, αφού, όπως εξηγήθηκε, το Σ.Υ. 5/2002 ίσχυε και στις δύο ημερομηνίες που προβλέπει το άρθρο 35(2)(β) του Νόμου. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο πρώτος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η Ε.Δ.Υ. αγνόησε το δεδικασμένο και των δύο προηγούμενων ακυρωτικών αποφάσεων, οι οποίες είχαν βασιστεί σε διαμετρικά αντίθετες συστάσεις διαφορετικών Προϊσταμένων και ότι και με τη νέα απόφαση η Ε.Δ.Υ. χρησιμοποιεί την υπεροχή σε αρχαιότητα «a la carte» και κατά τρόπο αντιφατικό. Στο μέτρο που ο λόγος αφορά την αρχαιότητα, απορρίπτεται για τους λόγους που εξηγήθηκαν στην εξέταση της δεύτερης προδικαστικής ένστασης. Αυτό που παρέμεινε προς διερεύνηση κατά την επανεξέταση, σύμφωνα με την Προσφυγή αρ. 884/2015, ήταν αν το DEA του Ε/Μ ισοδυναμεί με μεταπτυχιακό τίτλο και μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως πρόσθετο προσόν. Η Ε.Δ.Υ. έλαβε για το σκοπό αυτό υπόψη, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, τις επεξηγήσεις του ΚΥΣΑΤΣ, αρμόδιου για την αναγνώριση τίτλων σπουδών, για να καταλήξει ότι το DEA αποτελεί τίτλο ισότιμο προς Μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master.

 

Η έκταση και ο τρόπος της έρευνας ανάγονται στο αρμόδιο όργανο (βλ. άρθρο 45(2) του Ν. 158(Ι)/99) και η έρευνα που έλειπε πραγματοποιήθηκε, χωρίς να παραβιαστεί το δεδικασμένο. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε πρωτογενή κρίση για την αντιστοιχία τίτλων σπουδών, αφού «Αρμόδιο όργανο για μία τέτοια αξιολόγηση είναι το ΚΥΣΑΤΣ και όχι το Δικαστήριο» (βλ. Χατζηχάννα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ., Ε.Δ.Δ. αρ. 80/20, απόφαση του ημερομηνίας 15.9.2025), ενώ, κατά τις Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις 100/2022 και 102/2022, Δημοσθένους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 29.6.2026, κρίθηκε ότι, «εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψήφιων και ο συσχετισμός των μεταπτυχιακών τους τίτλων με τα καθήκοντα και ευθύνες της επίδικης θέσης». Το ότι οι συστάσεις που είχαν ληφθεί σε προηγούμενες φάσεις ήταν διαφορετικές δεν επηρεάζει τη νέα απόφαση, η οποία στηρίζεται σε νέα σύσταση και σε νέα στάθμιση. Το απόσπασμα από την απόφαση στις Προσφυγές αρ. 385/2011 και 386/2011, στο οποίο η Αιτήτρια στηρίζει τον ισχυρισμό ότι η πρώτη ακύρωση δε διέγνωσε υπεροχή του Ε/Μ, αφορούσε τις αποφάσεις που ελέγχονταν τότε και δεν μεταφέρεται στην παρούσα.

 

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται επίσης ότι, ενόψει των δύο ακυρωτικών αποφάσεων, η Ε.Δ.Υ. όφειλε να διεξαγάγει πληρέστερη και ορθότερη έρευνα. Η Ε.Δ.Υ. όμως, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, μετά την Προσφυγή αρ. 884/2015 διερεύνησε τη σχέση των τίτλων του Ε/Μ με τις επεξηγήσεις του ΚΥΣΑΤΣ και τα προσόντα των υποψηφίων με γαλλικά διπλώματα, ζήτησε Γνωμάτευση για το ζήτημα που έθεσε η Αιτήτρια, κάλεσε εκ νέου τη Γενική Διευθύντρια για σύσταση και επανεξέτασε η ίδια την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων.

 

Ως προς το ενιαίο μέτρο κρίσης και την αντιφατικότητα, από τα πρακτικά της 4.3.2019 προκύπτει ότι η Ε.Δ.Υ. έκρινε όλους τους υποψηφίους με βάση τα ίδια τρία κριτήρια, της αξίας, των προσόντων και της αρχαιότητας, σταθμίζοντάς τα «στο σύνολό τους και αποδίδοντας σ’ αυτά και σε καθένα από αυτά την ανάλογη βαρύτητα», και αναγνώρισε ρητά την υστέρηση του Ε/Μ σε αξία έναντι δύο υποψηφίων, την οποία στάθμισε με την υπεροχή του σε αρχαιότητα και με το πρόσθετο προσόν του. Η αρχαιότητα δε χρησιμοποιήθηκε επομένως «a la carte», αλλά ως ένα από τα τρία κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη για όλους. Οι διαφορετικές συγκρίσεις αντανακλούν τις διαφορετικές θέσεις των υποψηφίων ως προς τα ίδια κριτήρια και όχι τη χρήση διαφορετικού μέτρου και η απόφαση δεν είναι αντιφατική ούτε αναιτιολόγητη. Ο δεύτερος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.

 

Με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο η Αιτήτρια προσβάλλει τη σύσταση της Αν. Γενικής Διευθύντριας. Στο μέτρο που ισχυρίζεται ότι δεν εξέτασε την εγγραφή του Ε/Μ στο Μητρώο και τη γνώση της Αγγλικής, ο ισχυρισμός απορρίπτεται για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Επίσης, ο ισχυρισμός ότι η σύσταση διατυπώθηκε «στα μέτρα της επιθυμίας της Ε.Δ.Υ.» είναι γενικός και αόριστος και δεν έχει έρεισμα στα στοιχεία ενώπιον μου.

 

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η σύσταση πάσχει επί της ουσίας, επειδή η Αν. Γενική Διευθύντρια δήλωσε ότι είχε προφορική επικοινωνία με τους άμεσα προϊσταμένους των υποψηφίων και έλαβε πληροφορίες σχετικά με την επίδοση, την απόδοση και την εν γένει προσφορά τους στην Υπηρεσία, χωρίς να προσδιορίζονται οι προϊστάμενοι και ο χρόνος της επικοινωνίας. Προσθέτει ότι οι προϊστάμενοι του ουσιώδους χρόνου είχαν μέχρι το 2018 αφυπηρετήσει ή αποβιώσει και ότι το ίδιο το Ε/Μ ασκούσε το 2018 καθήκοντα Υπεύθυνου του γραφείου όπου υπηρετούσε η Αιτήτρια. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πραγματικοί και δεν υπάρχει έγγραφο ή άλλο στοιχείο ενώπιον μου που να τους στηρίζει. Οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου, 1061/94, 30.6.1995, Μισιρλής ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1995) 3 ΑΑΔ 379), και το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτές.

 

Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη Δημοσθένους, ανωτέρω, «Κατά τη νομολογία, ο υποβάλλων σύσταση προϊστάμενος δικαιούται να επικαλεστεί την προσωπική γνώση των υποψήφιων την οποία έχει ή τη διαβούλευσή του με τους οικείους προϊστάμενους, αρκεί αυτή να μην αποκλίνει από την υπηρεσιακή εικόνα των υποψήφιων ως αυτή αναδύεται από τους διοικητικούς φακέλους (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας μέσω ΕΔΥ (2002) 3 Α.Α.Δ. 695· Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 41/2008 Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Μακρίδου (2011) 3 Α.Α.Δ. 51).». Επίσης, ο Προϊστάμενος μπορεί να αντλεί πληροφορίες από άλλες κατάλληλες πηγές, όπως από προϊσταμένους των υποψηφίων (βλ. Αργυρίδης ν. Δημοκρατίας (1992) 3 ΑΑΔ 376, 388) και δεν είναι υποχρεωτικό να καταγράφονται οι απόψεις των τελευταίων, διότι υπό δικαστικό έλεγχο δεν τελούν οι τελευταίες αλλά η ίδια η σύσταση. Όπως λέχθηκε στην Καραπατάκη (ανωτέρω), που παραθέτει την Ολομέλεια στη Γεωργιάδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 817, 12.7.1990, «Ο τρόπος που ο Προϊστάμενος Τμήματος αξιολογεί τις απόψεις λειτουργών που συμβουλεύεται, αναφορικά με την κρίση τους για συναδέλφους τους, δεν είναι δυνατό να ελέγχεται δικαστικά».

 

Το γεγονός ότι η σύσταση υποβλήθηκε το 2019 για το καθεστώς του 2010 δεν την καθιστά, από μόνο του, πάσχουσα, αφού η επανεξέταση γίνεται με βάση το καθεστώς του χρόνου της αρχικής απόφασης. Η Αιτήτρια παραθέτει από τη Μοδίτης (ανωτέρω) ότι η σύσταση του προϊσταμένου «εκδήλως δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων». Η αρχή αυτή δεν παραβιάζεται εν προκειμένω, αφού η σύσταση, όπως εξηγείται κατωτέρω, δεν αποκλίνει από την υπηρεσιακή εικόνα των υποψηφίων που προκύπτει από τους φακέλους. Η Αιτήτρια παραπονείται επίσης ότι, σε αντίθεση με τις ετήσιες εκθέσεις που γνωστοποιούνται με δικαίωμα ένστασης, δεν είχε δικαίωμα ακρόασης ως προς τις πληροφορίες των προϊσταμένων. Ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί, αφού η σύσταση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, στηρίχθηκε στους φακέλους των υποψηφίων και δεν εντοπίζεται συγκεκριμένο δυσμενές στοιχείο εκτός αυτών.

 

Ο δικαστικός έλεγχος της σύστασης περιορίζεται στη διαπίστωση αν βασίζεται σε εσφαλμένα γεγονότα και δεν επεκτείνεται στην υποκειμενική αξιολόγηση. Η σύσταση, εν προκειμένω, συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων και περιλαμβάνει συγκριτική αναφορά στην αρχαιότητα, στην αξία, στα προσόντα όσων φοίτησαν σε γαλλικά πανεπιστήμια και στα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα. Η Αν. Γενική Διευθύντρια δήλωσε ότι μελέτησε τους φακέλους και ότι έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία, όπως αυτά ανάγονται στον ουσιώδη χρόνο, εκθέτει τους πραγματικούς λόγους της κατάληξής της και συγκρίνει τους υποψηφίους ως προς την αρχαιότητα, την αξία και τα προσόντα κατά τρόπο που επιτρέπει δικαστικό έλεγχο. Σημειώνει ότι το Ε/Μ υπερτερεί σε αρχαιότητα και υστερεί σε αξία έναντι της Αιτήτριας και του υποψηφίου με α/α 7, χωρίς αυτό να καθιστά εσφαλμένη τη σύσταση, αφού αφορά τη συνολική σύγκριση με βάση και τα τρία κριτήρια. Ούτε περιορίζεται σε επανάληψη βαθμολογιών των φακέλων, αφού περιλαμβάνει και κρίση για τη σχετικότητα των πρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων, τα οποία συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης. Όπως και στη Δημοσθένους ανωτέρω, όπου η σύσταση κρίθηκε νόμιμη επειδή, παρά την εισαγωγική επίκληση της προσωπικής γνώσης και της διαβούλευσης, η σύστασή της ερείδεται στα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, έτσι και εν προκειμένω η σύσταση δεν αποκλίνει από την υπηρεσιακή εικόνα των υποψηφίων, αφού αναγνωρίζει την υστέρηση του Ε/Μ σε αξία. Η σύσταση ήταν, συνεπώς, αιτιολογημένη και εύλογα επιτρεπτή. Κατά τη Χατζηχάννα (ανωτέρω), σύσταση η οποία δεν εκφεύγει «των επιτρεπτών ορίων της εξουσίας σύστασης του κατά την κρίση του Γενικού Διευθυντή καταλληλότερου υποψηφίου, δεν δύναται να κριθεί από το Δικαστήριο ως παράνομη, καθ’ ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του Δικαστηρίου στην κρίση του Γενικού Διευθυντή», και τούτο ακόμα και όταν ο μη επιλεγείς υπερείχε σε αρχαιότητα και κατείχε πρόσθετα μη απαιτούμενα προσόντα. Δεν χωρεί, συνεπώς, επέμβαση του Δικαστηρίου. Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακύρωσης απορρίπτονται.

 

Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η σύσταση διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο και ότι η Ε.Δ.Υ. την ακολούθησε ως «σύμφωνη γνώμη», απεμπολώντας την κρίση της, και ότι απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στο DEA του Ε/Μ. Ως προς το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού της Αιτήτριας, από τα πρακτικά προκύπτει το αντίθετο. Η Ε.Δ.Υ. άσκησε η ίδια την αρμοδιότητά της ως διορίζον όργανο. Η Αν. Γενική Διευθύντρια αποχώρησε πριν από τη λήψη της απόφασης, και η Ε.Δ.Υ. προέβη η ίδια σε έρευνα και αξιολόγηση, εξετάζοντας τα ουσιώδη στοιχεία των φακέλων και αποφάσισε μετά από συζήτηση, με τη μειοψηφία να υποστηρίζει άλλη υποψήφια, γεγονός που δείχνει ότι δεν ακολούθησε αυτόματα τη σύσταση. Από το σύνολο της διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι η Ε.Δ.Υ., ως αρμόδιο όργανο, άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική της αρμοδιότητα, προβαίνοντας σε δική της αξιολόγηση και κρίση.

 

Ειδικά ως προς το DEA του Ε/Μ, η Ε.Δ.Υ. σημείωσε ότι δεν αποτελεί πλεονέκτημα κατά το Σχέδιο Υπηρεσίας, είναι όμως σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης. Ως προσόν πέραν των απαιτούμενων που δεν προβλέπεται και ως πλεονέκτημα στο Σχέδιο, αποτελεί πρόσθετο προσόν, και εφόσον σχετίζεται με τα καθήκοντα της θέσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (βλ. Λουκάς ν. ΑΗΚ (1996) 4 ΑΑΔ 1040) και εναπόκειται στην αρμόδια αρχή να το αξιολογήσει και να σταθμίσει την κατά περίπτωση σημασία του, χωρίς η βαρύτητα να φτάνει στο σημείο απόδοσης έκδηλης υπεροχής (βλ. Πούρος ν. Δημοκρατίας κ.ά., (2001) 3 ΑΑΔ 374). Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Διοικητικό Εφετείο στη Δημοσθένους (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία η Ε.Δ.Υ. ενεργεί ορθά όταν δεν αγνοεί τα μη απαιτούμενα προσόντα ως μη σχετικά ούτε τα αναγάγει σε πλεονέκτημα, αλλοιώνοντας το σχέδιο υπηρεσίας (βλ. Θεοφίλου ν. Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ. αρ.92/2021 ημερομηνίας 9.3.2026). Η Ε.Δ.Υ. κινήθηκε εντός των ορίων αυτών, εφόσον αφού εξέτασε και έκρινε την κατοχή των απαιτούμενων προσόντων, έλαβε υπόψη τα πρόσθετα προσόντα της επιλεγείσας και ορισμένων μη επιλεγέντων υποψηφίων και τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα στοιχεία και το DEA δεν αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα της επιλογής. Η επιλογή του Ε/Μ ήταν, επομένως, αποτέλεσμα συνολικής στάθμισης και εύλογα επιτρεπτή.

 

Ισχυρίζεται τέλος η Αιτήτρια ότι η αρχαιότητα αποκτά αποφασιστική σημασία μόνο όταν οι υποψήφιοι είναι ισοδύναμοι στα υπόλοιπα κριτήρια, προβάλλοντας εν προκειμένω την υπεροχή της σε αξία (33 εξαίρετα έναντι 25 για τα έτη 2005-2009). Πράγματι, κατά τη νομολογία, η αρχαιότητα αποκτά αποφασιστική σημασία όταν οι συγκρινόμενοι υποψήφιοι είναι ίσοι στο κριτήριο της αξίας (βλ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας μέσω Ε.Δ.Υ., Έφεση 179/19, ΑΣΔ 4.11.2024). Τούτο όμως δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια της Ε.Δ.Υ. να σταθμίσει τα τρία κριτήρια στο σύνολό τους, αφού ως νομολογήθηκε στην απόφαση Κουπεπίδου κ.ά. ν. Τσαγγαρίδου, Εφέσεις 39/2022 και 42/2022, 19.3.2026 «Τα ουσιώδη κριτήρια δεν προκαθορίζονται ως προς τη βαρύτητά τους ούτε κατά τον δικαστικό έλεγχο υπολογίζονται με μηχανιστικό τρόπο από τον οποίο ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας».

 

Στην παρούσα περίπτωση η Ε.Δ.Υ. δεν στηρίχθηκε στην αρχαιότητα του Ε/Μ και μόνο, αναγνώρισε ρητά ότι το Ε/Μ υστερεί σε αξία έναντι της Αιτήτριας και στάθμισε την υστέρηση αυτή με την υπεροχή του Ε/Μ σε αρχαιότητα κατά δύο έτη και δέκα μήνες, σύμφωνα με το δεδικασμένο, καθώς και με το πρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν του, όπως αυτό αναγνωρίστηκε και εξετάστηκε στη βάση και της επιστολής του ΚΥΣΑΤΣ, λαμβάνοντας υπόψη και τη σύσταση της Αν. Γενικής Διευθύντριας.

 

Κατά τη νομολογία, ο προσφεύγων έχει υποχρέωση να αποδείξει πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης ή έκδηλη υπεροχή (βλ. Δημοσθένους, ανωτέρω), και εν προκειμένω, η Αιτήτρια, όπως η ίδια επισημαίνει στην απαντητική της αγόρευση, δεν ισχυρίζεται έκδηλη υπεροχή, ούτε και έχει καταδείξει τέτοια έναντι του Ε/Μ. Το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση του αρμόδιου οργάνου, αφού δεν ανατρέπει τη διοικητική κρίση η οποία κείται εντός ευλόγων ορίων, ακόμα και αν το Δικαστήριο θα επέλεγε άλλον υποψήφιο. Η απόφαση της Ε.Δ.Υ. ήταν εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειάς της, εύλογα επιτρεπτή, αιτιολογημένη και στηριγμένη στα στοιχεία των φακέλων, στη δική της έρευνα και στο δεδικασμένο, και δεν υπάρχει, ως προς τα όσα προβάλλονται με τους λόγους ακύρωσης, οτιδήποτε μεμπτό για το οποίο να χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα και ο πέμπτος λόγος ακύρωσης να κρίνεται αβάσιμος.

 

Πέραν των λόγων ακύρωσης, με την απαντητική της αγόρευση η Αιτήτρια εγείρει νέο ζήτημα, ισχυριζόμενη ότι πάσχει η σύνθεση της Ε.Δ.Υ. και ότι δεν τηρήθηκαν άρτια πρακτικά, ζητήματα που, κατά την ίδια, είναι δημόσιας τάξης και εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. Κυπριανίδου ν. Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς (2009) 4 ΑΑΔ 721). Η Αιτήτρια επισημαίνει ότι, κατά τα πρακτικά της Ε.Δ.Υ. ημερομηνίας 4.3.2019, το μέλος Α. Παπαδόπουλος καταγράφηκε ως απών με άδεια ανάπαυσης, ενώ στην απόφαση καταγράφεται «κατά πλειοψηφία (Πρόεδρος, κ.κ. Α. Γιορδαμλής και Α. Παπαδόπουλος)», και ότι το πρακτικό δε διορθώνεται εκ των υστέρων.

 

Πράγματι, στο περιεχόμενο της απόφασης της Ε.Δ.Υ. καταγράφεται το όνομα του κ. Α. Παπαδόπουλου αντί του κ. Δ. Ηλιοδώρου. Πέραν της αναφοράς αυτής όμως, πουθενά στο επίδικο πρακτικό δεν καταγράφεται ότι ο κ. Α. Παπαδόπουλος παρευρέθηκε στη συνεδρία, συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο ή ψήφισε. Αντίθετα, το επίδικο πρακτικό  καταγράφει ως παρόντες τον Πρόεδρο και τους κ.κ. Α. Βασιλειάδη, Α. Γιορδαμλή και Δ. Ηλιοδώρου και ως απόντα με άδεια ανάπαυσης τον κ. Α. Παπαδόπουλο, δηλώνοντας έτσι ρητά το λόγο της απουσίας του. Η σύνθεση του οργάνου προκύπτει, επομένως, ρητά από το πρακτικό. Τούτο συνάγεται και από το σύνολο του πρακτικού και τον αριθμό των μελών που ήσαν παρόντα. Από τα τέσσερα παρόντα μέλη, ο κ. Α. Βασιλειάδης διαφώνησε και υποστήριξε την υποψήφια με α/α 1, και η πλειοψηφία των τριών δεν μπορεί να αποτελείται παρά από τα υπόλοιπα τρία παρόντα μέλη, δηλαδή τον Πρόεδρο, τον κ. Α. Γιορδαμλή και τον κ. Δ. Ηλιοδώρου. Το όνομα του κ. Α. Παπαδόπουλου, στη θέση που κατά το σύνολο του πρακτικού ανήκει στον κ. Δ. Ηλιοδώρου, είναι προφανής παραδρομή και όχι καταγραφή συμμετοχής μέλους το οποίο, κατά το ίδιο το πρακτικό, ήταν απόν.

 

Το τεκμήριο κανονικότητας της διοικητικής πράξης δεν έχει ανατραπεί και δεν δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου (βλ. Ανδρούλλας Κωνσταντινίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 3028, 27 Ιουνίου 2002). Το Δικαστήριο παραμερίζει το τεκμήριο μόνο όταν βρίσκεται σε πραγματική αμφιβολία (βλ. Boris Melikides ν. Γενικού Εισαγγελέα, Υπόθεση 4129/2013, 23.5.2016), κάτι το οποίο, εν προκειμένω, δεν ισχύει.  Ούτε συντρέχει ο λόγος για τον οποίο το τεκμήριο κρίθηκε ανεπαρκές στην Kούτσιου Ροζάννα - Αμφιτρίτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2001) 3 ΑΑΔ 987, δηλαδή η «απουσία έγγραφης καταχώρισης», εφόσον στην παρούσα το πρακτικό καταγράφει ρητά τη σύνθεση του οργάνου, την αιτιολογημένη απουσία ενός μέλους, ως αναγνωρίζεται και από τη νομολογία η άδεια ανάπαυσης (βλ. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ v. THOMAS SINCLAIR, Ε.Δ.Δ. Αρ. 24/2021, 17/6/2025), τη θέση του μειοψηφούντος μέλους και τα ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται τη λήψη της απόφασης (βλ. Dome Investments Ltd ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας κ.ά. (1989) 3(Β) ΑΑΔ 741, 743), κατά τρόπο που ικανοποιεί την απαίτηση του άρθρου 24 του Ν. 158(Ι)/99.

 

Στην επίδικη συνεδρία παρευρίσκονταν τέσσερα από τα πέντε μέλη της Ε.Δ.Υ., δηλαδή η πλειοψηφία του συνόλου των μελών, υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία (βλ. άρθρο 23(2) του Ν. 158(Ι)/99), η απόφαση λήφθηκε με πλειοψηφία τριών έναντι ενός (βλ. άρθρο 25 του Ν.158(Ι)/1999) και το σφάλμα στην αναφορά του ονόματος ενός μέλους της πλειοψηφίας δεν επηρεάζει ούτε τον αριθμό ούτε τη σύνθεση του οργάνου, ούτε βεβαίως μπορεί να συναχθεί η συμμετοχή του στη συνεδρία. Η πιο πάνω κρίση δε συνιστά εκ των υστέρων διόρθωση του πρακτικού, ως εισηγείται η Αιτήτρια, η οποία θα ίσχυε σε περίπτωση συμπλήρωσης του πρακτικού με εξωτερική μαρτυρία. Εδώ δεν τίθεται υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο εκτός πρακτικού και η κρίση στηρίζεται αποκλειστικά στο ίδιο το πρακτικό, το οποίο, αναγνωσμένο ως σύνολο, ομιλεί μόνο του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το πρακτικό διαβάζεται ως σύνολο και, όπου το σύνολο αποκαλύπτει το σφάλμα και την ορθή εκδοχή, το σφάλμα δεν επηρεάζει το κύρος της πράξης (βλ. Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση 46/2016, ημερομηνίας 6.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:C195 και Φραντζής Μιχάλης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2017) 3 ΑΑΔ 1).

 

Εν προκειμένω η καταγεγραμμένη σύνθεση της Ε.Δ.Υ., η αιτιολογημένη απουσία του κ. Α. Παπαδόπουλου, η καταγραφή της θέσης της μειοψηφίας, το πλαίσιο και οι συνθήκες λήψης της απόφασης προκύπτουν ευθέως από το πρακτικό και οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα.  Κατά συνέπεια δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας και ο ισχυρισμός περί πάσχουσας σύνθεσης και μη τήρησης άρτιου πρακτικού απορρίπτεται.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα €1800 εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση.

Δ. Καΐλης, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο