ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 959/2026 (Κ)
2 Οκτωβρίου, 2026
[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
EDIAGE MCMESUE
Αιτητής
v.
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω,
Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης
Καθ’ ων η αίτηση
Ανδρέας Δημητρίου μαζί με Μ. Αμπελόμο, για τον Αιτητή
Κατερίνα Μιχαηλίδου για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης Καθ’ ης η Αίτηση με την οποία κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 30/08/2026 (αιτούμενη θεραπεία υπό (Α) στην αίτηση ακύρωσης), καθώς και των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων απέλασης (αιτούμενη θεραπεία υπό (Β) στην αίτηση ακύρωσης) και κράτησης (αιτούμενη θεραπεία υπό (Γ) στην αίτηση ακύρωσης) ίδιας ημερομηνίας. Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη θεραπεία υπό (Δ) στην αίτηση ακύρωσης, ο αιτητής επιζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απέλασή του στη χώρα καταγωγής του είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν, ο οποίος εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, σε άγνωστο χρόνο. Στις 25/09/2019, υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απορρίφθηκε στις 04/10/2022, και, σύμφωνα με την έκθεση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λάρνακας ημερομηνίας 30/08/2026, στις 09/11/2022 του επιδόθηκε η απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη από απόφαση επιστροφής. Στις 30/11/2022, ο αιτητής καταχώρισε την Προσφυγή αρ. 7335/2022 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 26/09/2024 λόγω μη προώθησης. Έκτοτε, παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Σχετική αίτηση επαναφοράς της εν λόγω Προσφυγής του, που υποβλήθηκε στις 31/10/2024, απορρίφθηκε στις 05/03/2025.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, σύνηψε δεσμό με υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, με την οποία απέκτησε δύο ανήλικα τέκνα, τα οποία γεννήθηκαν στη Δημοκρατία στις 10/03/2022 και 17/09/2023, αντίστοιχα.
Η σύντροφος του αιτητή, προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο (ερ. 17 – 16 στο Τεκμήριο 1) ότι, συνελήφθη στις 12/05/2025 για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και, μετά από εισήγηση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Αμμοχώστου, στις 13/05/2025 εκδόθηκε σε βάρος της και των ανήλικων τέκνων της απόφαση επιστροφής στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό. Την ίδια ημέρα, 13/05/2025, εκδόθηκε και σε βάρος του αιτητή απόφαση επιστροφής στο Καμερούν, χωρίς να υπάρχει συμμόρφωση ούτε από τον αιτητή, ούτε από τη σύντροφο και τα ανήλικα τέκνα.
Στις 30/08/2026, ο αιτητής συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, αναφέροντας κατά τη σύλληψή του «I have family» (ερ. 35 στο Τεκμήριο 1) και, ακολούθως, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα από την Καθ’ ης η Αίτηση τα προσβαλλόμενα διατάγματα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή, βάσει της κήρυξης του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη λόγω της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία.
Η υπό εξέταση Προσφυγή καταχωρίστηκε στις 04/09/2026 και στις 07/09/2026 οι Καθ’ ων η Αίτηση, ως εκ των διατάξεων του άρθρου 11Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμος του 2015, ανέστειλαν το διάταγμα απέλασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης ακύρωσης.
Με τη γραπτή του αγόρευση, ο αιτητής εγείρει, μεταξύ άλλων, λόγους ακύρωσης σχετικά με το διάταγμα απέλασης, ισχυριζόμενος ότι παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης (πρώτος λόγος ακύρωσης) εστιάζοντας κυρίως στο ότι το άρθρο 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 («ο Νόμος»), προβλέπει ρητά ότι, κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, πρέπει να τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης και και να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ότι δεν έχει προηγηθεί η απαιτούμενη εξατομικευμένη εξέταση των περιστάσεων του αιτητή υπό το πρίσμα της αρχής της μη επαναπροώθησης και ότι, παρά το γεγονός ότι τα οικογενειακά δεδομένα του αιτητή ήταν ήδη γνωστά στους Καθ’ ων η αίτηση, εντούτοις, δεν ζητήθηκαν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ενημερώθηκε δεόντως ότι κηρύχθηκε ως απαγορευμένος μετανάστης σε οποιοδήποτε στάδιο και ότι η παράλειψη επίδοσης τέτοιας ειδοποίησης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου. Παραπονείται δε ότι δεν του παραχωρήθηκε το δικαίωμα για οικειοθελή αναχώρηση πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, ούτε το δικαίωμα ακρόασης.
Επιπλέον, ο αιτητής εγείρει τρίτο λόγο ακύρωσης και ισχυρίζεται ότι, κατά την έκδοση του διατάγματος απέλασης, υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας, πλάνη περί τα πράγματα και τον νόμο, παράλειψη ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας και ανεπαρκής αιτιολογία.
Τέλος, σε σχέση με το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης κράτησής του δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ του Νόμου και ότι δεν τεκμηριώνεται, κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, ο επικαλούμενος κίνδυνος διαφυγής.
Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε πλήρως τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά τις Διευκρινίσεις της υπόθεσης, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαίωσε ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο αιτητής είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων και δήλωσε ότι το βέλτιστο συμφέρον του πρώτου ανήλικου τέκνου εξετάστηκε κατά τη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής της μητέρας του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Σε σχέση με την ανάγκη για συνδρομή από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου, η πλευρά των Καθ’ ων αίτηση ανέφερε ότι δεν προκύπτει ότι ο αιτητής διαμένει με τα ανήλικα τέκνα του, λόγω του ότι προκύπτουν διαφορετικές διευθύνσεις μέσα από τα στοιχεία, ούτε ότι συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένεια, ούτε ότι είναι μέρος της καθημερινότητάς τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι «για να υπάρχει η έννοια της οικογενειακής ενότητας πρέπει να υπάρχει κοινή στέγαση και το βάρος απόδειξης είναι στον αιτητή να δείξει ότι συνεισφέρει οικονομικά και στηρίζει τα ανήλικα τέκνα του». Συνεπώς, ισχυρίζεται η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση δεν απαιτείτο η συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Σε σχέση με το δεύτερο παιδί, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν αιτητής ασύλου θεωρώντας ότι, λόγω αυτού, δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου.
Προτού εξεταστούν οι λόγοι ακύρωσης, επισημαίνεται ότι με την αιτούμενη θεραπεία υπό (Δ) στην αίτηση ακύρωσης, δεν προσβάλλεται διοικητική πράξη, ώστε να δύναται να περιληφθεί σε ξεχωριστό αιτητικό, αλλά επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου που ουσιαστικά αποτελεί λόγο ακύρωσης, ο οποίος άπτεται της νομιμότητας της ήδη προσβαλλόμενης υπό (Β) στην αίτηση ακύρωσης απόφασης για έκδοση του διατάγματος απέλασης. Συνεπώς, η αιτούμενη θεραπεία υπό παράγραφο (Δ) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται.
Επίσης, διαπιστώνεται ότι, παρόλο που η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται υπό το αιτητικό (Α) της αίτησης ακύρωσης, εντούτοις, δεν προωθείται εκ μέρους του αιτητή κανένας λόγος ακύρωσης της απόφασης αυτής.
Ως εκ τούτου, και η αιτούμενη θεραπεία υπό το αιτητικό (Α) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτεται και η απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται.
Ακολουθεί η εξέταση των λόγων ακύρωσης ως προς τις αιτούμενες θεραπείες υπό (Β) και (Γ) της αίτησης ακύρωσης.
Οι θέσεις των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που κατατέθηκε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων της υπόθεσης.
Οι λόγοι ακύρωσης εξετάζονται συνολικά καθότι είναι συναφείς μεταξύ τους και αλληλένδετοι.
Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας εκ μέρους του αιτητή αποτελεί η παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης κατ’ επίκληση της οικογενειακής του κατάστασης και των δύο ανήλικων τέκνων του.
Αρχικά, πρέπει να τονιστεί ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης δεν είναι ταυτόσημη με την αρχή της εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος ανηλίκου ούτε με το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και τον σεβασμό σε αυτή. Ειδικότερα, η αρχή της μη επαναπροώθησης είναι κυρίως αρχή προστασίας από σοβαρό κίνδυνο στη χώρα επιστροφής και εφαρμόζεται όταν προκύπτει κίνδυνος για τη ζωή του προσώπου στο οποίο αφορά η απόφαση επιστροφής ή κίνδυνο ότι ενδεχομένως να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (απόφαση ΔΕΕ στην Υπόθεση C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερομηνίας 06/07/2023). Η αρχή της εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος ανηλίκου έχει διαφορετική λειτουργία και επιβάλλει την αξιολόγηση των συνθηκών για την προστασία και την ευημερία του ανηλίκου σε κάθε απόφαση που το αφορά ακόμα κι αν δεν διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του, ενώ, παράλληλα, το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και τον σεβασμό σε αυτή επιβάλλει την αξιολόγηση των οικογενειακών συνθηκών ώστε να μην παρεμβαίνει αδικαιολόγητα το κράτος στη διατήρηση και προστασία υφιστάμενων οικογενειακών δεσμών. Οι τρεις αυτές αρχές δεν είναι εναλλακτικές μεταξύ τους ούτε οι δύο τελευταίες περιλαμβάνονται στην πρώτη. Συχνά, όμως, τυγχάνουν εφαρμογής ταυτόχρονα, συνεξετάζονται και αλληλοκαλύπτονται σε σημαντικό βαθμό, αλλά δεν ταυτίζονται. Επομένως, σε ένα πραγματικό περιστατικό είναι δυνατό να ενεργοποιούνται και οι τις τρεις αυτές αρχές, αλλά η καθεμία προσθέτει διαφορετική νομική διάσταση. Βεβαίως, το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου δεν υποκαθιστά την απαγόρευση της επαναπροώθησης. Αν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής, η προστασία από επαναπροώθηση λειτουργεί ως αυτοτελής υποχρέωση. Αντίστοιχα, η ύπαρξη οικογενειακών δεσμών δεν σημαίνει αυτομάτως ότι απαγορεύεται η επιστροφή, αλλά ότι απαιτείται ανάλογη στάθμιση και αξιολόγηση.
Στην προκειμένη, τόσο ο αιτητής όσο και οι Καθ’ ων η αίτηση συγχέουν τις τρεις αυτές αρχές, θεωρώντας εσφαλμένα ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης περιλαμβάνει και τις τρεις αυτές υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για αξιολόγηση, εκλαμβάνοντας ότι δεν περιλαμβάνει μόνο την περίπτωση ύπαρξης κινδύνου από απόφαση επιστροφής αλλά ότι περιλαμβάνει και τη διατήρηση υφιστάμενων οικογενειακών δεσμών και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, έστω και δεν διατρέχει κίνδυνο.
Οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για διακριτές έννοιες και υποχρεώσεις και, συγκεκριμένα, διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:
«18ΟΖ. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη -
(α) τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, και
(β) την οικογενειακή ζωή, με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, και
(γ) την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας, στη βάση έκθεσης του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.»
Ο νομοθέτης, ξεκάθαρα, απαιτεί όπως το αρμόδιο όργανο «τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη […]» τις άλλες δύο προαναφερόμενες αρχές καθώς και την κατάσταση υγείας του συγκεκριμένου προσώπου. Εάν η αρχή της μη επαναπροώθησης περιλάμβανε τις άλλες δύο αρχές, τότε ο νομοθέτης θα χρησιμοποιούσε το λεκτικό «λαμβάνοντας δεόντως υπόψη» ή άλλο παρόμοιο λεκτικό, έτσι ώστε να εμπερικλείει τις άλλες αναφερόμενες αρχές στην έννοια της αρχής της μη επαναπροώθησης, όμως δεν το πράττει.
Στη βάση των πιο πάνω, η επίκληση της αρχής της μη επαναπροώθησης στην προκειμένη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι ο αιτητής δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει οποιονδήποτε κίνδυνο είτε για τον εαυτό του είτε για τα ανήλικα τέκνα και την οικογένειά του, σε περίπτωση επιστροφής τους, και, ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε σχετικός με τη συγκεκριμένη αρχή ισχυρισμός, απορρίπτεται.
Προϋπόθεση για εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης, είναι να προκύπτουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι ότι ο αιτητής θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο για τη ζωή του ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (απόφαση ΔΕΕ στην Υπόθεση C-663/21 Bundesamt flir Fremdenwesen und Asyl v ΑΑ, ημερομηνίας 06/07/2023). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που προκύπτουν τέτοιοι λόγοι για την οικογένειά του. Ο δε προσφεύγων είναι αυτός που φέρει το βάρος να προσκομίσει στοιχεία ικανά που να αποδεικνύουν κίνδυνο στη χώρα προορισμού (απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 2/2026 (iJustice), B.M.F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 14/07/2026).
Στη βάση των πιο πάνω, η αρχή της μη επαναπροώθησης δεν ενεργοποιείται στην προκειμένη, εφόσον δεν υπάρχει καμία επίκληση κινδύνου.
Όμως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο και είναι παραδεκτό ότι ο αιτητής είναι πατέρας δύο ανηλίκων. Οι διατάξεις του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου επιβάλλουν τόσο την αξιολόγηση της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή όσο και την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων. Τούτο, ανεξαρτήτως του εάν τα ανήλικα τέκνα είναι αιτητές ασύλου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκ του Νόμου εξαίρεση στις περιπτώσεις αιτητών ασύλου (σχετικό με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18ΟΖ του Νόμου, είναι το άρθρο 18ΟΕ του Νόμου). Η συνδρομή, λοιπόν, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ήταν εκ του Νόμου απαραίτητη, εφόσον υφίσταντο ενώπιον των αρχών τα οικογενειακά δεδομένα του αιτητή. Σχετική είναι η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 15/2025, Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης Και Διεθνούς Προστασίας v. Karsang Dorje Lama, ημερομηνίας 04/12/2025, στην οποία παρέπεμψε η πλευρά του αιτητή. Πολύ περισσότερο στην προκειμένη που φαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε προηγούμενο χρόνο στην έκδοση αποφάσεων επιστροφής σε διαφορετικές χώρες και συγκεκριμένα, για τον αιτητή στο Καμερούν, ενώ, για τα ανήλικα τέκνα του και τη σύντροφό του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, σε αντίθεση με την προηγούμενη εισήγηση της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ημερομηνίας 13/05/2025 «[…] όπως εναντίον της οικογένειας των αλλοδαπών εκδοθούν αποφάσεις επιστροφής ούτως ώστε να αναχωρήσουν είτε για την Λαϊκή Δημοκρατίας του Κονγκό ή για το Καμερούν». (ερ. 17 – 16 στο Τεκμήριο 1).
Κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν εξέτασαν ούτε το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων, ούτε την οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, και ουσιαστικά θεωρούν ότι δεν απαιτείται τέτοια αξιολόγηση.
Ο δε ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση ότι έπρεπε να προκύπτει κοινή στέγαση όλων των μελών της οικογένειας και ότι ο αιτητής όφειλε να δείξει ότι συνεισφέρει και στηρίζει οικονομικά τα ανήλικα τέκνα του για να απαιτείται να αξιολογηθεί η οικογενειακή του κατάσταση με τη συνδρομή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμος. Η εισήγηση ότι απαιτείται κοινή στέγαση της οικογένειας ή οικονομική συνεισφορά για να θεωρηθεί ότι πρέπει να εξεταστεί η οικογενειακή κατάσταση του αιτητή, δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία νομοθετική διάταξη, ούτε νομολογιακά, αλλά ούτε και στη λογική.
Βάσει όλων των πιο πάνω, το προσβαλλόμενο διάταγμα απέλασης πρέπει να ακυρωθεί λόγω μη αναζήτησης της συνδρομής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, μη επαρκούς αξιολόγησης της οικογενειακής κατάστασης του αιτητή και μη δέουσας έρευνας και στάθμισης του βέλτιστου συμφέροντος των δύο ανήλικων τέκνων του.
Η ακύρωση δε του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης συμπαρασύρει σε ακύρωση και το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης, εφόσον η έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης αποτέλεσε τη βάση και το έρεισμα για την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης.
Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ακύρωσης που προωθήθηκαν εκ μέρους του αιτητή.
Για τους πιο πάνω λόγους, οι αιτούμενες θεραπείες υπό τις παραγράφους (Α) και (Δ) της αίτησης ακύρωσης απορρίπτονται και οι αιτούμενες θεραπείες υπό τις παραγράφους (Β) και (Γ) της αίτησης ακύρωσης επιτυγχάνουν με €1.900 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ του αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Η προσβαλλόμενη απόφαση για κήρυξη του αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος, και τα προσβαλλόμενα διατάγματα απέλασης και κράτησης ακυρώνονται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος.
Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο