ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 972/2026 (Κ)
23 Οκτωβρίου, 2026
[ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ELIZAMBETH CAASTRA AGBOR (ARC XXXXXX)
Αιτήτρια,
και
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω 1.Υφυπουργού Μετανάστευσης,
2Διευθύντριας Τμήματος Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
Μ. Μαυρονικόλας για LANΑ ALTACHER & ASSOCIATES LLC, δικηγόροι για την Αιτήτρια
Ι. Χαραλάμπους Ιωάννα (κα), Δικηγόρος για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση.
___________________
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ : Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 06.09.2026, με την οποία αυτή κηρύχθηκε ως απαγορευμένη μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(κ)(1) των περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105), καθώς και των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης της με ημερομηνία 06.09.2026 βάσει του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, ενέργειες της διοίκησης οι οποίες της κοινοποιήθηκαν ταυτόχρονα.
Ως καταγράφεται στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και προκύπτει από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου του Τμήματος Μετανάστευσης που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση γεγονότα έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια, υπήκοος του Καμερούν με ημερομηνία γέννησης 07.06.1984, αφίχθηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα μέσω του αεροδρομίου της Τύμπου σε άγνωστη ημερομηνία, ενώ επίσης σε άγνωστη ημερομηνία εισήλθε παράνομα στις ελεύθερες περιοχές. Στις 6.04.2019, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία η οποία, αφού εξετάστηκε, απορρίφθηκε πρωτοβάθμια από την Υπηρεσία Ασύλου στις 10.04.2022. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε τη προσφυγή αρ. 3068/2022 εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 26.03.2026. Έκτοτε παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία. Στις 06.09.2026, σε τυχαίο έλεγχο στη Λευκωσία, συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής. Εισήγηση της Αστυνομίας ήταν να εκδοθούν διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον της. Στις 06.09.2026 κηρύχθηκε απαγορευμένη μετανάστης και εναντίον της εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105) την ίδια ημέρα, καθότι παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 26.03.2026, όταν απορρίφθηκε η προσφυγή της με αρ. 3068/2022 στο Δ.Δ.Δ.Πρ. κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Μετά την απόρριψη της προσφυγής της αρ. 3068/2022, η αιτήτρια υπέβαλε μέσω του δικηγόρου της, στις 26.03.2026, την Έφεση αρ. 68/2026, η οποία ακόμη εκκρεμεί.
Ακολούθησε η καταχώρηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Με την εδώ υπό κρίση υπόθεση, η αιτήτρια στρέφεται εναντίον της απόφασης κήρυξης της ως απαγορευμένης μετανάστριας και, ως συνέπεια αυτής της απόφασης, εναντίον των προαναφερθέντων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του, προβάλλοντας την ύπαρξη της Έφεση της με αρ. 68/2026, η οποία ακόμη εκκρεμεί. Περαιτέρω, η ίδια ισχυρίζεται ότι μετά τη σύλληψή της προέβη σε ενέργειες επανανοίγματος του φακέλου της, οι οποίες ωστόσο δεν επιβεβαιώνονται από τον διοικητικό φάκελο.
Είναι η θέση της αιτήτριας ότι, τα εν λόγω διατάγματα αποτελούν προϊόν πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο και λήφθηκαν κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης και με κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης. Περαιτέρω, η Αιτήτρια προβάλλει ότι πάσχουν ως προς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας, αφού δεν λήφθηκαν δεόντως υπόψη η προηγούμενη διαδικασία διεθνούς προστασίας, η εκκρεμής Έφεση υπ' αριθμό 68/2026, η συμπεριφορά της έναντι των αρμόδιων Αρχών, καθώς και οι περιστάσεις που, κατά τη θέση της, επέβαλλαν την εξέταση λιγότερο περιοριστικών μέτρων αντί της διοικητικής κράτησης. Μέσω του δικηγόρου της παραθέτει διάφορα αποσπάσματα αποφάσεων, προβάλλοντας ότι αυτά στηρίζουν τη θέση της για ακύρωση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων.
Εξετάζοντας τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι μετά τη σύλληψή της προέβη σε ενέργειες επανανοίγματος του φακέλου της, αυτοί δεν φαίνονται να επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα του φακέλου του Τμήματος Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ο οποίος έχει κατατεθεί ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, η θέση αυτή δεν μπορεί να τύχει επίκλησης ώστε να ανασταλεί η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Σημειώνω ότι, ούτε και τυχόν μεταγενέστερη αίτηση, ζήτημα που με έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη σε σειρά αποφάσεων, δύναται να επαναφέρει την αιτήτρια στην κατηγορία αιτητή διεθνούς προστασίας, εφόσον η αίτησή της απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την Υπόθεση Αρ. 1145/2023(Κ), M.S.R. v. Κ.Δ. μέσω 1.ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, 2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, όπου στην απορριπτική απόφαση μου ημερ. 18/08/2023, έχω αναφέρει τα ακόλουθα:
«Με σχετική, δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει κριθεί ότι, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει κατά πόσο όφειλαν να διατηρηθούν ή μη ήδη εκδοθέντα διατάγματα κράτησης και απέλασης, μετά από καταχώρηση μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή για χορήγηση ασύλου (βλ. απόφαση ημερομηνίας 20.4.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 126/2021 M S A LIMON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ). Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο εδικαιούτο να ασκήσει τέτοιο έλεγχο, η νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων και/ή διαταγμάτων δεν αναιρείται απλά και μόνο λόγω της καταχώρησης νέου μεταγενέστερου αιτήματος επανανοίγματος του φακέλου του αιτητή για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, αφού αυτός δεν καθίσταται, με αυτό τον τρόπο, αιτητής ασύλου.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 59/2021, ημερομηνίας 5/7/2021 λέχθηκαν, χαρακτηριστικά και τα εξής:
«Δυνάμει του άρθρου 6Β(1)(β), ο όρος «αιτητής διεθνούς προστασίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «αιτητής», σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου ορίζει ότι «αιτητής» σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή. Στο ίδιο άρθρο δίδεται και η ερμηνεία της «τελικής απόφασης.
Στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής με βάση τα γεγονότα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν εμπίπτει στην κατηγορία αιτητή διεθνούς προστασίας, εφόσον η αίτησή του απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, όπως επίσης απορρίφθηκε και η προσφυγή που καταχώρησε εναντίον της εν λόγω απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Το γεγονός ότι εξετάζεται το αίτημα του για επανάνοιγμα του φακέλου του, δεν τον καθιστά αιτητή διεθνούς προστασίας, δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω Νόμου».
Περαιτέρω, παραπέμπω στο περιεχόμενο της γνωστής απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Sohel Madber v. Δημοκρατίας, Έφεση Κατά Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2022, ημερ. 17.11.2022. Στην εν λόγω περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη προσφυγή κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, ο οποίος είχε υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση, η οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη πριν από την έκδοση των διαταγμάτων. Έκρινε ότι, αυτά ήσαν έγκυρα και νόμιμα, εφόσον ο αιτητής, με την απόρριψη της αίτησής του ως απαράδεκτης, έστω και αν είχε ακολούθως καταχωρήσει κατ' αυτής της απόφασης προσφυγή στο ΔΔΔΠ, δεν διατηρούσε πλέον το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας και συνακόλουθα, η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε.»
Ούτε ακόμα και η καταχώρηση της Έφεσης υπ' αριθμό 68/2026 η οποία ακόμη εκκρεμεί, θέση την οποία προτάσσει η αιτήτρια, έχει οποιοδήποτε αυτοδίκαιο ανασταλτικό χαρακτήρα ως προς τη διαπίστωση του Δ.Δ.Δ.Π. αναφορικά με την νομιμότητα της απόρριψης της αίτησης της για Διεθνή Προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου και συνακόλουθα του καθεστώτος παραμονής της.
Όπως προβάλλουν, αναντίλεκτα, οι Καθ' ων η Αίτηση, η καταχώρισή της Έφεσης κατά απορριπτικής δικαστικής απόφασης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η θέση αυτή αποτυπώνεται και στην επίσημη ενημέρωση της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο, σύμφωνα με την οποία η καταχώριση έφεσης δεν αναστέλλει αυτομάτως τη διαδικασία απομάκρυνσης, αλλά απαιτείται η εξασφάλιση σχετικής δικαστικής προστασίας μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν έχει καταχωριστεί αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απορριπτικής απόφασης στο πλαίσιο της Έφεσης υπ' αριθμό 68/2026, ούτε προκύπτει η ύπαρξη οποιουδήποτε σχετικού δικαστικού διατάγματος αναστολής. Κατά συνέπεια, η εκκρεμότητα της Έφεσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως δικαίωμα παραμονής της Αιτήτριας στη Δημοκρατία ούτε συνιστά, αφ’ εαυτής, νομικό κώλυμα για την έκδοση ή εκτέλεση μέτρων επιστροφής και απομάκρυνσης, εφόσον πληρούνται οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις.
Συναφώς, το γεγονός ότι η Αιτήτρια προέβη, όπως ισχυρίζεται, μετά τη σύλληψη και κράτησή της, σε ενέργειες επανανοίγματος του φακέλου της και υπέβαλε αιτήματα εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων δεν συνεπάγεται αναδρομικά ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν κατόπιν πλημμελούς έρευνας. Οι μεταγενέστερες αυτές ενέργειες πρέπει να αξιολογούνται σε συνάρτηση με τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν σε γνώση της Διοίκησης και τη σημασία τους για τη συνέχιση της κράτησης, χωρίς να συγχέονται με τη νομιμότητα της αρχικής έκδοσης των Διαταγμάτων.
Η αρχή της δέουσας έρευνας επιβάλλει τη συλλογή και αξιολόγηση των ουσιωδών πραγματικών στοιχείων κάθε υπόθεσης, ώστε το αρμόδιο διοικητικό όργανο να είναι σε θέση να ασκήσει νόμιμα τη διακριτική του ευχέρεια. Η έκταση της απαιτούμενης έρευνας συναρτάται με τη φύση της υπόθεσης, το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο και τη σημασία των πραγματικών δεδομένων για τη λήψη της διοικητικής απόφασης. Ev προκειμένω, η εισήγηση της ΥΑΜ Λευκωσίας ημερομηνίας 06.09.2026, σε συνδυασμό με τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, καταδεικνύει ότι είχε προηγηθεί καταγραφή και εξέταση του ιστορικού της αιτήτριας μέσα στα πλαίσια διεξαγωγής της δέουσας έρευνας από τους Καθ’ ων η Αίτηση. Προκύπτει συνεπώς ότι, η έρευνα επί της παρούσας περίπτωσης, υπήρξε πλήρης και κάλυψε όλα τα σχετικά με την περίπτωση γεγονότα.
Η Αιτήτρια, μετά την πρώτη απόρριψη της προσφυγής της από το Δ.Δ.Δ.Π., συνεπεία της οποίας αυτή κατέστη παράνομη μετανάστρια, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία να διαφοροποιεί το καθεστώς της, μέχρι και την σύλληψη της και την έκδοση των διαταγμάτων. Η προηγηθείσα καταχώρηση της Έφεσης, χωρίς άλλα ανασταλτικά μέτρα, δεν θεωρώ ότι διαφοροποιεί το καθεστώς της ως παράνομου μετανάστη και ούτε επηρεάζει το υπόβαθρο έκδοσης των σχετικών διαταγμάτων.
Καταλήγοντας, με αναφορά πάντα στα γεγονότα που φαίνονται στην Ένσταση και περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο διαπιστώνω ότι, οι ισχυρισμοί του δικηγόρου της Αιτήτριας ως έχουν παρατεθεί στην γραπτή του αγόρευση, ουδόλως επηρεάζουν τη νομιμότητα των επίδικων διαταγμάτων. Τα παρόντα διατάγματα κρίνονται καθόλα ορθά και νόμιμα, ενώ δεν εντοπίζεται ούτε κενό αιτιολογίας στην έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων. Ούτε ακόμα οιαδήποτε κακοπιστία ή παραβίαση των αρχών της Χρηστής Διοίκησης εκ μέρους της διοίκησης εντοπίζω ως ισχυρίζεται η αιτήτρια. Συνεπώς, συμφωνώ πλήρως με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι η συμπεριφορά της διοίκησης είναι καθόλα νόμιμη και ορθή και τεκμηριώνεται πλήρως από τον διοικητικό φάκελο.
Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επιβεβαιώνονται. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα ύψους 1500 ευρώ υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Λ. Ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΔΔ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο