Τάσου Μιχαηλίδη, Προέδρου Κοινοτικού Συμβουλίου Παλαιχωρίου – Ορεινής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας., μέσω του Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1095/2026, 3/11/2026
print
Τίτλος:
Τάσου Μιχαηλίδη, Προέδρου Κοινοτικού Συμβουλίου Παλαιχωρίου – Ορεινής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας., μέσω του Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1095/2026, 3/11/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 1095/2026

 

3 Νοεμβρίου, 2026

 

[Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ/στής Δ.Δ.]

 

Αναφορικά με το άρθρο/τα άρθρα (α) 28, 30, 35 και 146 του Συντάγματος

 

Τάσου Μιχαηλίδη,

Προέδρου Κοινοτικού Συμβουλίου Παλαιχωρίου – Ορεινής

Αιτητής

v.

 

Κυπριακής Δημοκρατίας.,

μέσω του Υπουργού Εσωτερικών και/ή μέσω Επάρχου Λευκωσίας

 

Καθ’ ων η αίτηση

 

 


Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 09/10/2026

 

Κώστας Δ. Καμένος μαζί με Κωνσταντίνο Καμένο για τον αιτητή

Γιάννα Χατζηχάννα μαζί με Θεοδώρα Πιπερή και Σίμο Πλατή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η        Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Στ. ΜΑΞΟΥΤΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα υπόθεση, ο αιτητής αξιώνει ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε επιστολή του Επάρχου Λευκωσίας ημερομηνίας 30/09/2026 και η οποία κοινοποιήθηκε στον αιτητή στις 02/10/2026, με την οποία του γνωστοποιήθηκε ότι, κατόπιν εξέτασης δικαστικής απόφασης και σχετικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη σχετική γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, διαπιστώθηκε ότι το αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί εμπίπτει στην κατηγορία των αδικημάτων που ενέχουν έλλειψη τιμιότητας ή/και ηθική αισχρότητα και έντονη ηθική απαξία, και ότι, ενόψει τούτου, έχει επέλθει αυτοδικαίως η έκπτωση του αιτητή από το αξίωμα του Κοινοτάρχη Παλαιχωρίου – Ορεινής.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία σημειώνεται ότι δεν αμφισβητούνται, προκύπτουν μέσα από τα γεγονότα της αίτησης ακύρωσης, της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης και της ένστασης που καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Συγκεκριμένα, ο αιτητής, μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, κατείχε το αξίωμα του Κοινοτάρχη Παλαιχωρίου – Ορεινής. Στις 22/10/2021 και ενόσω κατείχε ο αιτητής την εν λόγω θέση, εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση, εναντίον του αιτητή και άλλων προσώπων, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση με αρ. 23400/2015 και στις 03/12/2021 εκδόθηκε αντίστοιχα η απόφαση επί της ποινής. Ειδικότερα, ο αιτητής κρίθηκε ένοχος στην 1η κατηγορία για είσοδο σε ξένη περιουσία, στην 2η κατηγορία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, στις κατηγορίες 3 και 4 για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και στην 5η κατηγορία για πρόκληση κακόβουλης ζημιάς σε εξοπλισμό εταιρείας και το Δικαστήριο τού επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 μηνών στην 1η κατηγορία, 6 μηνών στην 2η κατηγορία, 8 μηνών στην 3η κατηγορία, 4 μηνών στην 4η κατηγορία και 4 μηνών στην 5η κατηγορία, ποινές οι οποίες αναστάλθηκαν για τρία έτη.

 

Στις 06/06/2022 παραδόθηκαν στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, αντίγραφα των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων. Στη συνέχεια, αναζητήθηκε εκ μέρους του Επάρχου Λευκωσίας η εξασφάλιση σχετικής γνωμάτευσης από τη Νομική Υπηρεσία, η οποία δόθηκε εν τέλει με επιστολή ημερομηνίας 24/08/2026, και, μετά από ανταλλαγή αλληλογραφίας επί διευκρινιστικών ερωτημάτων, η οποία έληξε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 25/09/2026, εκδόθηκε στις 30/09/2026 η προσβαλλόμενη πράξη.

 

Στο μεταξύ διάστημα, ήτοι στις 30/04/2024, ο αιτητής ανακηρύχθηκε εκ νέου, χωρίς  ανθυποψήφιο, Κοινοτάρχης Παλαιχωρίου – Ορεινής κατά την επόμενη εκλογική διαδικασία τοπικής αυτοδιοίκησης και στις 02/05/2024 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η σχετική ανακήρυξη.

 

Στις 09/10/2026 καταχωρίστηκε εκ μέρους του αιτητή η παρούσα αίτηση ακύρωσης καθώς και η υπό εκδίκαση ενδιάμεση μονομερής αίτηση («η υπό εκδίκαση αίτηση»), η οποία τέθηκε αυθημερόν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και, διαπιστώνοντας ότι παρέχεται το χρονικό περιθώριο να ακουστεί έχοντας ενώπιόν του και τις θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση και όχι μονομερώς, δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθεί στους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Με την υπό εκδίκαση αίτηση, ο αιτητής εξαιτείται:

 

«Α.    Διάταγμα προστακτικού χαρακτήρα (mandatory) με το οποίο να διατάσσονται οι καθ΄ων η αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι υπηρέτες αυτών όπως ανασταλεί η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφασή των, γιά έκπτωση του αιτητή από τη θέση και/ή το αξίωμα του Κοινοτάρχη Παλαιχωρίου - Ορεινής, μέχρι εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό κρίση Προσφυγής ή εκδόσεως νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Β.      . Οιανδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως ορθή, δίκαια και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις.»

 

Ο αιτητής, μέσω της ένορκης δήλωσής του, η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση, ισχυρίζεται εν πολλοίς ότι προκύπτει έκδηλη παρανομία λόγω έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης από αναρμόδιο όργανο, ήτοι από τον Έπαρχο Λευκωσίας, «αλλά και για σειρά άλλων λόγων όπως είναι η παρερμηνεία του Νόμου καθώς και για άλλους αναφερόμενους στην Προσφυγή Νομικούς λόγους», καθώς και ότι θα προκύψει ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αναφέροντας ότι «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη ή διαφορετικά είναι ως να πετυχαίνει η συνέπεια της προσβαλλόμενης πράξης χωρίς να εκδικαστεί η Προσφυγή μου, την οποία έχω ήδη καταχωρίσει στο Διοικητικό Δικαστήριο».

 

Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επί της υπό εκδίκαση αίτησης, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί και να εγκρίνει την αιτούμενη θεραπεία υπό στοιχείο Α. της υπό εκδίκαση αίτησης, καθότι «επιζητείται η αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 30/09/2026, στην οποία επήλθε ήδη η εκτέλεσή της και/ή έχει ολοκληρωθεί εντελώς η εκτέλεση της και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν "σταματά" την πορεία της εκτέλεσης της απόφασης, καθότι αυτή έχει ολοκληρωθεί πλήρως την 30/09/2026, […]». Υποστηρίζεται, επιπλέον, ότι, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα συνιστά στην ουσία έκδοση διοικητικής πράξης από το Δικαστήριο, ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν δύναται να ανασταλεί και ότι σε περίπτωση αναστολής, το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε τη Διοίκηση καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του. Επίσης, οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς του αιτητή και ισχυρίζονται ότι δεν υφίσταται ούτε έκδηλη παρανομία ούτε ανεπανόρθωτη ζημία και ότι «Η εφαρμογή από τη διοίκηση ipso jure διατάξεων εξουδετερώνει, από τη φύση της, οποιαδήποτε επιχειρήματα περί έκδηλης παρανομίας της προσβαλλόμενης πράξης της διοίκησης, […].». Μεταξύ, δε, των θέσεων των Καθ’ ων η αίτηση είναι και η εισήγηση ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι είναι επιβεβλημένη η αποκατάσταση της νομιμότητας, καθώς και ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή άπτονται της ουσίας της κυρίως υπόθεσης και ότι ο αιτητής επιδιώκει παρέκκλιση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Κατά την ακρόαση της υπό εκδίκαση αίτησης, υποστηρίχθηκε εκ μέρους του αιτητή ότι η υπό εκδίκαση αίτηση προωθείται βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/1960, και ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί η παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης, ούτε καν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, αλλά ότι αρκεί να τεκμηριωθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας για την κυρίως υπόθεση. Επιπρόσθετα, αναπτύχθηκαν οι ισχυρισμοί του αιτητή που προβάλλονται μέσω της ένορκης δήλωσής του, η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση, και προβλήθηκε περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει έκδηλα τον περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμο του 1981, Ν. 70/1981, καθότι η ποινή του αιτητή είχε ήδη αποκατασταθεί από το 2024 αλλά και ότι η θητεία του αιτητή δεν θα μπορεί να αναπληρωθεί σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

 

Εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, κατά την ακρόαση της υπό εκδίκαση αίτησης, αναπτύχθηκαν οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επί της υπό εκδίκαση αίτησης, και, σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εκ μέρους του αιτητή κατά την ακρόαση, αναφέρθηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στην υπό εκδίκαση αίτηση και, συνεπώς, δεν μπορούν να εξεταστούν. Περαιτέρω, εγέρθηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση προδικαστικό ζήτημα ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι εκτελεστή πράξη αλλά ενημερωτικού χαρακτήρα καθότι η παύση του αιτητή διενεργήθηκε αυτοδίκαια από τον Νόμο και όχι με διοικητική πράξη.

 

Οι θέσεις εκ μέρους των διαδίκων μελετήθηκαν επισταμένως, όπως και το περιεχόμενο τής υπό εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, της ένστασης επί της υπό εκδίκαση αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, καθώς και των ισχυρισμών που αναπτύχθηκαν κατά την ακρόαση της υπό εκδίκαση αίτησης.

 

Κατά λογική προτεραιότητα, προέχει η εξέταση του προδικαστικού ζητήματος που τέθηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση κατά την ακρόαση της υπό εκδίκαση αίτησης ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.

 

Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίστηκε σχετικά ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ενημερωτικού περιεχομένου και ότι η παύση του αιτητή από τη θέση του Κοινοτάρχη επήλθε αυτοδικαίως από τον Νόμο, προβάλλοντας ότι δεν μπορεί να ανασταλεί η νομοθετική διάταξη που εφαρμόστηκε εν προκειμένω. Η πλευρά του αιτητή ισχυρίστηκε επί τούτου ότι απαιτείται η ενέργεια της Διοίκησης για να εφαρμοστεί η νομοθετική διάταξη, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Το ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί από τη Νομολογία. Στην απόφαση του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου Κυπριακή Δημοκρατία Μέσω Επάρχου Πάφου ν. Ιεζεκιήλ Α. Ιεζεκιήλ (2011) 3 ΑΑΔ 706 κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Με την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση, ο αδελφός Δικαστής απέρριψε τη θέση του εφεσείοντα ότι η προσφυγή ήταν απαράδεκτη ως στρεφόμενη εναντίον πράξης πληροφοριακού περιεχομένου στερούμενης εκτελεστότητας. Όπως έκρινε, στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνεται η ύπαρξη μιας σύνθετης διοικητικής ενέργειας η οποία συμπληρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Επάρχου Πάφου. Αυτή η απόφαση λήφθηκε μεν "δεσμίως", δηλαδή κατ' εφαρμογή των προνοιών του Νόμου, αλλά συνιστούσε διοικητική πράξη με την οποία συμπληρώθηκε μια σύνθετη διοικητική ενέργεια. […]

 

[…]

 

Σε σχέση με αυτό το θέμα, όπως είχε αναφερθεί στην πρωτόδικη απόφαση, στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνεται μια σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία συμπληρώθηκε με την απόφαση του εφεσείοντα Επάρχου να θεωρήσει ότι ο εφεσίβλητος έπαυσε να είναι Κοινοτάρχης, εφόσον έπαυσε να βρίσκεται στον εκλογικό κατάλογο του χωριού λόγω της διαγραφής του από τη Διευθύντρια του Τ.Α.Π.Μ.

 

Συμφωνούμε με την προσέγγιση και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το ότι είχε προηγηθεί η λήψη της απόφασης της Διευθύντριας για διαγραφή από τον εκλογικό κατάλογο, η οποία ήταν αφ' εαυτής προσβλητέα διοικητική πράξη, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χωρούσε προσφυγή κατά της ακολουθήσασας πράξης της παύσης του εφεσίβλητου από τη θέση του Κοινοτάρχη στην οποία είχε εκλεγεί.

 

Δεδομένου δε ότι κατά Νόμο, η πράξη της παύσης του εφεσίβλητου στηρίχτηκε αποκλειστικά στην πράξη της διαγραφής του από τον οικείο εκλογικό κατάλογο, ο έλεγχος της τελικής πράξης της παύσης του η οποία προσβάλλεται με την υπό εκδίκαση προσφυγή, εμπεριείχε και τον έλεγχο της νομιμότητας της προηγηθείσας πράξης της διαγραφής η οποία, εάν έπασχε, τότε θα συμπαρέσυρε σε ακύρωση και την πράξη της παύσης, αφού η δεύτερη στηρίχτηκε στην πρώτη. Όπως ορθά είχε αναφερθεί και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννης Αγαθαγγέλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1996) 4(Δ) Α.Α.Δ. 2873, την οποία επικαλέστηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

"Η καθ' ύλην αρμοδιότητα ενός διοικητικού οργάνου για έκδοση διοικητικών πράξεων για τη ρύθμιση των υπαγομένων σ' αυτή θεμάτων μπορεί να διακριθεί σε δύο είδη. Τη διακριτική ευχέρεια ή εξουσία και τη δέσμια αρμοδιότητα. Δέσμια αρμοδιότητα υπάρχει όταν το διοικητικό όργανο εφ' όσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το νόμο πραγματικές ή νομικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διοικητική πράξη που να περιέχει ορισμένη ατομική ρύθμιση προκαθοριζόμενη από τους κανόνες του νόμου (Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιον Διοικητικού Δικαίου, Έκδοση 1977, παραγρ. 148, σελ. 145)."

 

Περαιτέρω, χρήσιμη αναφορά στο υπό εξέταση εδώ θέμα μπορεί να γίνει και στην πρόσφατη απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Chrikar Trading Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 541.

 

Επομένως, αυτός ο λόγος έφεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει.»

 

Σχετική ενασχόληση της Νομολογίας με το εν λόγω ζήτημα εντοπίζεται και στην απόφαση του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση αρ. 104/2015, Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργού Οικονομικών και/ή Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης Και Προσωπικού v. Βασίλη Χριστοφίδη κ.ά., ημερομηνίας 04/07/2022.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, επιπρόσθετα των αντιστοίχως αναφερθέντων στην απόφαση Ιεζεκιήλ (ανωτέρω) και πέραν της διαπίστωσης της ύπαρξης συγκεκριμένων γεγονότων, μεσολάβησε και κρίση της Διοίκησης ως προς το κατά πόσον το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ο αιτητής εμπίπτει στην κατηγορία αδικημάτων «που ενέχουν έλλειψη τιμιότητας ή/και ηθική αισχρότητα» (σημείο 4 «Αξιολόγηση και διαπίστωση» στο Τεκμήριο 17 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επί της υπό εκδίκαση αίτησης), κρίση η οποία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί δέσμια αρμοδιότητα, και κατά πόσον θα ενεργοποιήσει τις διατάξεις του άρθρου 16 (3Α) του περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν. 86(Ι)/1999 ως έχει τροποποιηθεί. Τούτο, εφόσον η αυτοδίκαιη έκπτωση, η αυτόματη παύση δηλαδή, δεν επέρχεται ούτε είναι δυνατό να επέλθει, παρά μόνο αφού εξεταστεί και εκφραστεί κρίση της Διοίκησης περί του κατά πόσον το αδίκημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο Κοινοτάρχης, ενέχει τιμιότητας ή/και ηθική αισχρότητα. Εξάλλου, η ίδια η Νομική Υπηρεσία ανέφερε αρκετές φορές, ρητώς και γραπτώς, προς τον Έπαρχο ότι το ζήτημα εναπόκειται αποκλειστικά στην κρίση της Διοίκησης (τελευταία παράγραφο στη σελίδα 14 της γνωμάτευσης ημερομηνίας 24/08/2026 – Τεκμήριο 9, τελευταία παράγραφο στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/09/2026 – Τεκμήριο 14, καθώς και Τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επί της υπό εκδίκαση αίτησης). Θα μπορούσε, δε, να ειπωθεί ότι απολήγει να είναι αντινομικό και αντιφατικό το να υποστηρίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου από τη Νομική Υπηρεσία ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν εκδόθηκε κατόπιν κρίσης ή διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, εφόσον, κατά την εκπεφρασμένη θέση της προς τον Έπαρχο, «αποκλειστικά η διοίκηση ασκεί πρωτογενή κρίση επί των γεγονότων/στοιχείων και όχι οιοσδήποτε άλλος (ήτοι ούτε η Νομική Υπηρεσία, ούτε το Δικαστήριο)».

 

Επομένως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και η εγερθείσα προδικαστική ένσταση περί έλλειψης εκτελεστότητας απορρίπτεται ως αβάσιμη.

 

Προχωρώντας στην εξέταση της υπό εκδίκαση αίτησης, παρατηρείται ότι ο αιτητής δεν επιδιώκει την έκδοση δικαστικού διατάγματος αναστολής της προσβαλλόμενης πράξης αλλά επιζητά διάταγμα «προστακτικού χαρακτήρα (mandatory) με το οποίο να διατάσσονται οι καθ’ ων η αίτηση» να αναστείλουν την προσβαλλόμενη πράξη, αναφέροντας μάλιστα κατά την ακρόαση της υπό εκδίκαση αίτησης – ως αναφέρεται και πιο πάνω – ότι η υπό εκδίκαση αίτηση προωθείται βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/1960, και ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί η παρανομία της προσβαλλόμενης πράξης, ούτε καν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, αλλά ότι αρκεί να τεκμηριωθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας για την κυρίως υπόθεση.

 

Όπως, όμως, έχει επισημανθεί στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 14/2026, Φαίδωνας Φαίδωνος v. Υπουργού Εσωτερικών, ημερομηνίας 10/06/2026:

 

«[…] το προσωρινό διάταγμα αναστολής διοικητικής πράξης στο χώρο του διοικητικού δικαίου διαφέρει από το αντίστοιχο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, έχει κριθεί ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής (βλ. Moyo and Another v. The Republic (1988) 3 CLR 970, 984).

 

Το κανονιστικό δικονομικό/δικαιοδοτικό υπόβαθρο για αιτήσεις αναστολής προσβαλλόμενης - με προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος - διοικητικής πράξης ως η παρούσα, συνιστά ο Κανονισμός 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 (εφεξής «οι Κανονισμοί») (σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ. 1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015 (6/2015), ως τροποποιήθηκαν, [….].»

 

Επίσης, έχει παγίως νομολογηθεί ότι δεν χωρεί έκδοση διατάγματος το οποίο θα ισοδυναμεί με εξαναγκασμό της Διοίκησης σε έκδοση συγκεκριμένης πράξης.  Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος είναι αναθεωρητική – ακυρωτική.  Η αίτηση ακυρώσεως δεν είναι καταψηφιστική αγωγή. Με βάση την παράγραφο 4 του Άρθρου 146, το Δικαστήριο δεν δύναται να απαγγέλλει υποχρέωση της διοικητικής αρχής για έκδοση ορισμένης πράξης αλλά εκδίδει δηλωτική, ακυρωτική απόφαση, ή απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως (απόφαση του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Hellenic Petroleum Cyprus Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2007) 3 ΑΑΔ 602 και στην Υπόθεση αρ. 98/2014, Πρόδρομος Α. Σέργη ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ημερομηνίας 05/03/2014).

 

Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γεωργίου ν. Δημοκρατίας κ.ά (1991) 4 ΑΑΔ 3056:

 

«Ο προσφεύγων δεν μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο την καταδίκη της διοικητικής αρχής στην έκδοση ορισμένης πράξεως […]».

 

Συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος προστακτικού χαρακτήρα, ως επιζητείται με την υπό εκδίκαση αίτηση, ούτε έχει τη δυνατότητα να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η αίτηση να αναστείλουν την προσβαλλόμενη πράξη. Το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν δύναται να διατάξει τη Διοίκηση να αναστείλει μια πράξη παρά μόνο δύναται να εκδώσει διάταγμα αναστολής δυνάμει του Κανονισμού 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ. 1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015 (6/2015), ως τροποποιήθηκαν, αναστέλλοντας το ίδιο το Δικαστήριο την προσβαλλόμενη πράξη, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοσή του, οι οποίες διαφέρουν άρδην από τις προϋποθέσεις έκδοσης προστακτικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/1960.

 

Ως εκ τούτου, η υπό εκδίκαση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι, με το αιτητικό της, επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος προστακτικού χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/1960, χωρίς το ένδικο μέσο του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 να αποτελεί το ορθό δικονομικό υπόβαθρο για προσωρινή δικαστική προστασία σε αιτήσεις ακύρωσης δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος και να μην εμπίπτει στη δικαιοδοσία του ακυρωτικού Διοικητικού Δικαστηρίου. Το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία προς έκδοση μιας τέτοιας διαταγής, ήτοι ενός διατάγματος προστακτικού χαρακτήρα, ως επιζητείται, με αποτέλεσμα η υπό εκδίκαση αίτηση να εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος αναθεωρητικού Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων προς έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (Χρίστος Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου - ΡΙΚ (2003) 3 ΑΑΔ 213). Τούτο, διότι, σε περίπτωση έκδοσης από το παρόν Δικαστήριο του αιτούμενου διατάγματος προστακτικού χαρακτήρα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα ισοδυναμούσε με εξαναγκασμό της Διοίκησης σε έκδοση συγκεκριμένης πράξης. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να απαγγέλλει ή να εκδίδει διαταγή για υποχρέωση της διοικητικής αρχής προς έκδοση ορισμένης πράξης.

 

Παρόλο που τα πιο πάνω κρίνουν αναπόφευκτα και την έκβαση της υπό εκδίκαση αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί κατά πόσον θα ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος αναστολής δυνάμει του Κανονισμού 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, σε περίπτωση που ήθελε τυχόν θεωρηθεί ότι η υπό εκδίκαση αίτηση δύναται να εκληφθεί ότι περιλαμβάνει και αίτημα για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής και συνιστά ορθό ένδικο μέσο για να αιτηθεί ο αιτητής προσωρινή δικαστική προστασία ή ότι ασκήθηκε και στη βάση του εν λόγω Κανονισμού 13.

 

Οι αρχές που εφαρμόζονται κατά την εξέταση προσωρινού διατάγματος στον τομέα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας έχουν παγιωθεί μέσα από τη νομολογία. Σύμφωνα με αυτές, η δικαιοδοσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ασκείται με φειδώ και μόνον όταν στοιχειοθετηθεί ότι υπήρξε έκδηλη παρανομία κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης ή αποδειχθεί ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από τη μη έκδοση διατάγματος αναστολής (Δημοκρατία ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ. 3/2020, ημερ. 28.1.2022, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2007) 3 Α.Α.Δ. 32, Moyo & Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203).

 

Στην απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 31/2025, Ο.Κ.ΥΠ.Υ. v. Chateau Status Hotel Limited, ημερομηνίας 07/04/2026, όσο και στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 68/2019, Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ v. Ππασά, ημερομηνίας 24/05/2022, τονίστηκε ότι η αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης συνιστά εξαιρετική δικαιοδοσία, η οποία αναλαμβάνεται με φειδώ, ήτοι μόνο εφόσον καταδειχθεί πως η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη είναι έκδηλα παράνομη ή επίκειται εξαιτίας της, επαπειλούμενη ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος του προσφεύγοντα (Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρου Λτδ ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 71 και Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 3/2020, Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ημερομηνίας 28/01/2022).

 

Ως περιγράφεται στην πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 14/2026, Φαίδωνας Φαίδωνος v. Υπουργού Εσωτερικών, ημερομηνίας 10/06/2026 (ανωτέρω):

 

«Η αναστολή αποτελεί πάντοτε ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όχι ζήτημα δικαιώματος (Sofocleous ν Republic (1971) 3 Α.Α.Δ. 345).

 

[…]

 

H απλή ύπαρξη σοβαρών θεμάτων προς εκδίκαση δεν αποτελεί επαρκή λόγο έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. Frangos α.ο. v. The Minister of Interior a.o. (1982) 3 C.L.R. 53, Moyo a.o., ανωτέρω, Κροκίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας (1990) 3(Γ) Α.Α.Δ. 1857, Τούμπας κ.ά. ν Δημοκρατίας κ.ά. (2013) 3 Α.Α.Δ. 387). Στην απόφαση του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.3.2006 στην Προσφυγή Αρ. 518/2006 HELLENIC PETROLEUM CYPRUS LTD ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (μονομέλειας) υποδείχθηκε, συναφώς, ότι:

 

"Η χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης είναι αποσυνδεδεμένη από τις πιθανότητες επιτυχίας της κύριας αίτησης. Ο τυχόν παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης πράξης, καθώς και η πιθανολόγηση του βάσιμου της ακύρωσής της, δεν συνιστούν λόγους αναστολής (Sarkissian κ.α. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, και Σκουρής, Η Δικαστική Αναστολή Εκτελέσεως των Διοικητικών Πράξεων, τρίτη έκδοση, παραγρ. 100).

 

Ακόμα και όταν οι πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης του αιτητή είναι ολοφάνερες, αυτό δεν αποτελεί παρά απλώς ένα παράγοντα που συνηγορεί έντονα υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος (Georghiades (No.1) v. The Republic (1965) 3 C.L.R. 392, 395). Ακόμα, δηλαδή, και στις περιπτώσεις που η αξίωση του αιτητή φαίνεται ότι κατά πάσα πιθανότητα θα επιτύχει, το διάταγμα δεν χορηγείται ως θέμα ρουτίνας."

 

Η επίλυση νομικών ζητημάτων στο στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρονται για σκοπούς επίλυσης της ουσίας της διαφοράς και αποτελεί σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα τα οποία θα εξεταστούν από το δικάζοντα Δικαστή (βλ. ECONOMIDES, ανωτέρω). Στην υπόθεση Georghios Miltiadous v. The Republic (1972) 3 CLR 341, 352, αναφέρθηκε ότι ο Κανονισμός 13(1) των Κανονισμών, δεν ενθαρρύνει την έκφραση γνώμης επί των επιδίκων θεμάτων εκκρεμούσης της διαδικασίας (Βλ. επίσης Karram, ανωτέρω).»

 

Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι λόγοι δημόσιου συμφέροντος αποκλείουν την αναστολή διοικητικής πράξης. Σε περίπτωση που το δημόσιο συμφέρον ή η εύρυθμη λειτουργία της Διοίκησης επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, δεν διατάσσεται αναστολή (S. Dominion Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1989) 3 ΑΑΔ 189).

 

Εξετάζοντας στην προκειμένη το κατά πόσον στοιχειοθετείται έκδηλη παρανομία κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, ο αιτητής υποστηρίζει με την ένορκη δήλωσή του ότι το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ο Έπαρχος, ήταν έκδηλα αναρμόδιο και ισχυρίζεται ότι το αρμόδιο όργανο ήταν ο Υπουργός Εσωτερικών. Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε ότι, μέσα από το εδάφιο (4) του άρθρου 16 του Ν. 86(I)/1999, διαφαίνεται ότι αρμόδιο όργανο είναι ο Έπαρχος, εφόσον σε αυτόν γνωστοποιείται κάθε περίπτωση που παρουσιάζεται οποιοδήποτε κώλυμα ή ασυμβίβαστο.

 

Μελετώντας τις διατάξεις του Ν. 86(I)/1999, διαπιστώνεται ότι δεν καθορίζεται ρητώς το αρμόδιο όργανο, το οποίο εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 16 του εν λόγω Νόμου και αποφασίζει για την έκπτωση του Κοινοτάρχη σε περιπτώσεις ως η παρούσα. Συνεπώς, για να κριθεί ο ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του οργάνου στην παρούσα περίπτωση απαιτείται σχετική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του εν λόγω Νόμου, δικαστική στάθμιση και έκφραση γνώμης. Αποτελεί, δε, αμιγώς νομικό ζήτημα που, κατά κανόνα, ως επίδικο, εξετάζεται στην κυρίως υπόθεση και δεν είναι επιτρεπτή η έκφραση γνώμης ή κρίσης επ' αυτών στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης ως η υπό εκδίκαση. Εξάλλου, η έκδηλη παρανομία πρέπει να είναι αυταπόδεικτη και άμεσα αναγνωρίσιμη, χωρίς να είναι αναγκαία η στάθμιση εκ μέρους του Δικαστηρίου του ενώπιόν του υλικού και των νομοθετικών διατάξεων  προς έκφραση γνώμης, αλλά πρέπει η παραβίαση να είναι οφθαλμοφανής, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, η δε παρανομία πρέπει να αναδύεται αυτόματα ή, αν δε συμβαίνει τούτο, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη, χωρίς να είναι αναγκαία η διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων ή συγκρουόμενων ισχυρισμών (Τούμπας κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2013) 3 Α.Α.Δ. 387). Η επίλυση νομικών ζητημάτων στο στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος αναστολής δεν προσφέρεται για σκοπούς επίλυσης της ουσίας της διαφοράς και αποτελεί σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα, τα οποία θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της κυρίως υπόθεσης.

 

Κατά συνέπεια, στην προκειμένη δεν έχει αποδειχθεί έκδηλη παρανομία λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου, ως ήταν η εισήγηση εκ μέρους του αιτητή, εφόσον το κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο, είναι συζητήσιμο ζήτημα, κατ' ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του Ν. 86(I)/1999, για το οποίο πρέπει να προηγηθεί δικαστική γνώμη και καταληκτική κρίση.

 

Η δε έτερη εισήγηση περί έκδηλης παραβίασης του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμο του 1981, Ν. 70/1981, δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της υπό εκδίκαση αίτησης, καθότι δεν έχει περιληφθεί στους εγειρόμενους λόγους που υποστηρίζουν την προώθησή της ούτε υπάρχει οποιαδήποτε σχετική επί του θέματος αναφορά στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτητή.

 

Ως προς το ζήτημα της επικαλούμενης εκ μέρους του αιτητή ανεπανόρθωτης βλάβης, παρόμοιο ζήτημα έχει εξεταστεί από το Διοικητικό Εφετείο στην πρόσφατη απόφασή του στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 14/2026, Φαίδωνας Φαίδωνος v. Υπουργού Εσωτερικών, ημερομηνίας 10/06/2026 (ανωτέρω) ως ακολούθως:

 

«Κατά τα λοιπά και όσον το δυνατό επιγραμματικά, ο Εφεσείων επικαλέστηκε, με τις παραγράφους 50 έως και 54 της ένορκης δήλωσης του, ότι η μη αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης, οδηγεί σε καθημερινή παγίωση των δυσμενών συνεπειών εις βάρος του προσωπικά, επαγγελματικά και ως πολιτικού προσώπου, ισχυρίστηκε πολιτικό και επαγγελματικό του παροπλισμό για αόριστο χρονικό διάστημα και μη επανορθώσιμη απώλεια του κύρους του. Επικαλέστηκε, επίσης μη αποκαταστήσιμη ζημία από την αποστέρηση, λόγω της επίδικης απόφασης όπως τεθεί σε αργία, μη δυνατότητα άσκησης του πολιτικού του προγράμματος και εκπροσώπησης των δημοτών του, ανεπανόρθωτη βλάβη της δημόσιας εικόνας, φήμης και υπόληψης του, πτώση της δημοτικότητας του, ανεξίτηλο στιγματισμό του και, εν γένει, διατήρηση της εντύπωσης ενοχής του.

 

Κατά την κρίση μας, τα ανωτέρω δεν στοιχειοθετούν ανεπανόρθωτη ζημία, ως αυτή ορίζεται από τη νομολογία (βλ. Απόφαση Αρ. 118/2010 της ΕΑ, ανωτέρω), αλλά συνιστούν ηπιότερες μορφές ηθικής βλάβης (προσβολή επαγγελματικής φήμης ή πρόκληση αισθημάτων μειώσεως έναντι τρίτων, βλ. σύγγραμμα Γκέρτσου, Τσόγκα, ανωτέρω), οι οποίες, εκ πρώτοις, είναι σε περίπτωση επιτυχίας της Προσφυγής επανορθώσιμες.

 

Με δεδομένο ότι τέτοιες πράξεις όπως η προσβαλλόμενη (θέση σε αργία Δημάρχου) ταξινομούνται, καταρχήν, νομολογιακά ως μη δεκτικές αναστολής εκτέλεσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος [βλ. Απόφαση Αρ. 118/2010 της ΕΑ, ανωτέρω και τις εκεί παραπομπές στις ΕΑ 247/2008, 1058/2007, 503/2004, 476/2001, πρβλ. 869/2010, 1254, 247/2008, 441/2007 κ.ά), σημειώνουμε συναφώς, ότι, τα όσα σχετικά ανέφερε προς υποστήριξη της ζημίας του ο Εφεσείων στην ένορκη δήλωση του (50 έως και 54), κινούνται στο πεδίο μιας γενικής προσωπικής εκτίμησης του και ουδεμία άλλη υποστηρικτική μαρτυρία έχει προσφερθεί, σε σχέση πάντα με τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης ζημίας, η οποία να αποδεικνύει τέτοια εκτίμηση του ως ορθή και ως επαρκώς και πειστικά πιθανολογούμενη, ιδιαίτερα, της ζημίας που θα υποστεί σε τέτοια εμβέλεια που αυτή να καθίσταται - δια της εκτελέσεως της επίδικης πράξης- ανεπανόρθωτη, ως απαιτείται για την ευόδωση της αιτήσεως του για χορήγηση προσωρινού διατάγματος αναστολής. Υπενθυμίζεται η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και απόδειξης ανεπανόρθωτης ζημιάς κείται επί των ώμων του αιτούντος (βλ. Μαρκουλλίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (1989) 3(Ε) ΑΑΔ 3413, Colocassides & Associates and others v. The Republic (1985) 3 C.L.R. 1780 και Moyo, ανωτέρω).

 

[…]

 

Κατά τα λοιπά, υιοθετούμε κατ' αναλογία τα αναφερόμενα στην Απόφαση Αρ. 118/2010, ανωτέρω, κρίνοντας, εκ πρώτοις και υπό τους νομολογιακούς περιορισμούς επί του θέματος (βλ. ανωτέρω), ότι (και) οι πρόνοιες του Άρθρου 113 του Νόμου, που προσομοιάζουν στην τότε εφαρμοστέα ελληνική διάταξη που αφορούσε η Απόφαση Αρ. 118/2010, ανωτέρω σκοπούν (σε διαφοροποίηση με το πως προσδιόρισε τον σκοπό το πρωτόδικο Δικαστήριο) στο αδιάβλητο των ενεργειών και την εύρυθμη λειτουργία ενός Δήμου και γενικά στην εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης (βλ. και Α. Ράντου και Ε. Πρεβεδούρου «Η Αίτηση Ακυρώσεως») και, υπό αυτό το πρίσμα και εξειδικευμένα, του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο, σε συνάρτηση και στάθμιση με τα όσα προαναφέρθηκαν για τη ζημία που επικαλείται ο Εφεσείων (βλ. ανωτέρω), γέρνει την πλάστιγγα προς τη μη αποδοχή της επίδικης αίτησης επί του λόγου της ανεπανόρθωτης ζημίας, ακόμη και αν ήθελε χαρακτηρισθεί ως τέτοια. […].»

 

Τα πιο πάνω δεσμευτικώς κριθέντα τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην παρούσα περίπτωση, και, συνεπώς, καθίσταται αβάσιμος και ο ισχυρισμός του αιτητή περί ανεπανόρθωτης βλάβης του σε περίπτωση μη έκδοσης διατάγματος αναστολής.

 

Βάσει όλων των πιο πάνω, δεν παρέχεται οποιοδήποτε περιθώριο για την επιτυχία της υπό εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης ούτε για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να απασχολήσουν περαιτέρω το Δικαστήριο οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους των διαδίκων.

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 09/10/2026 απορρίπτεται με €500 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Η κυρίως υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 10 Νοεμβρίου 2026 και ώρα 8.30 πμ.

 

         Στ. Μαξούτη, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο