S.V.E. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 7637/21, 16/5/2023
print
Τίτλος:
S.V.E. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 7637/21, 16/5/2023
Παραπομπή:
ECLI:CY:DDDP:2023:905

ECLI:CY:DDDP:2023:905

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 7637/21

 

16 Μαΐου 2023

[Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

S.V.E.

Αιτητής

-και-

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

  ....................

 

 

Δ.Α. Παυλίδης (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Ά. Ρούσου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής  αιτείται: Δήλωση  του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 25/10/2021, η οποία γνωστοποιήθηκε  στον Αιτητή την 01/11/2021 με επιστολή ημερομηνίας 25/10/2021 και με την οποία το αίτημα του για διεθνή προστασία  απορρίφθηκε καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμο, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη, στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 07/10/2021, παραλαμβάνοντας τη σχετική βεβαίωση υποβολής αιτήματος την επομένη. Στις 21/102021, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (τέως EASO, νυν EUAA). Στις 25/10/2021, ο αρμόδιος Λειτουργός συνέταξε Έκθεση- Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη (interview) του Αιτητή. Την ίδια μέρα, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 25/10/2021, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή την 01/11/2021. Εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 30/11/2022, όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση διοικητικού φακέλου, πλην αυτούς που αφορούν το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι υπόλοιποι νομικοί ισχυρισμοί αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε από αρμόδιο όργανο, ότι είναι προϊόν δέουσας έρευνας και τήρησης της ορθής διαδικασίας και ότι η απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Οι Καθ’ ων υπεραμύνονται και της ορθότητας της επίδικης απόφασης υποστηρίζοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στον Νόμο, υποβάλλοντας ότι η αίτηση εξετάστηκε ενδελεχώς και, ορθά κατέληξαν ότι στο πρόσωπο του Αιτητή δεν συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που να δικαιολογούν φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και τα άρθρα 3(1) και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου (Ν 6(Ι) 2000).

Κατάληξη

Λαμβανομένης υπόψιν και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), προχωρώ να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης σε συνάρτηση με τον έστω γενικόλογο ισχυρισμό του Αιτητή περί μη δέουσας έρευνας.

Αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

Στη βάση όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, διαφαίνεται ότι, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος κατέγραψε στην αίτησή του, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του γιατί μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος ήταν αρχιερέας μιας ειδωλολατρικής θρησκείας, αρνήθηκε λόγω του ότι ο ίδιος είναι χριστιανός να αναλάβει τα καθήκοντα και τη θέση του, η οποία περνά κληρονομικά από γενιά σε γενιά. Γι’ αυτό το λόγο, απειλήθηκε από μέλη της κοινότητάς του που ακολουθούν αυτή τη θρησκεία ότι θα τον σκοτώσουν και θα προσφέρουν ως θυσία το αίμα του (βλ. ερυθρό 1 του δ.φ.).

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του (βλ. ερυθρά 29-22 του δ.φ.), ο Αιτητής επανέλαβε τους ανωτέρω ισχυρισμούς, αναφέροντας επιπλέον ότι η θρησκεία ονομάζεται Ogwygwu-nza, από το όνομα της θεότητας που λατρεύεται. Ερωτηθείς για τον ρόλο του πατέρα του, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι ήταν τοπικός γιατρός και αρχιερέας στη λατρεία της συγκεκριμένης θεότητας και δεχόταν επισκέψεις από πλούσιους ανθρώπους οι οποίοι αναζητούσαν δύναμη και του έδιναν δώρα σε αντάλλαγμα. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας του ήταν αρχικά χριστιανός, ωστόσο μετά τον θάνατο της μητέρας του, η οποία αποβίωσε κατά την γέννηση του Αιτητή, στράφηκε προς την λατρεία αυτής της θεότητας, ενώ έγινε αρχιερέας με κληρονομική διαδοχή, μετά τον θάνατο του πατέρα του και παππού του Αιτητή. Ο Αιτητής ανέφερε ότι μεγάλωσε στο χωριό Ozubulu της πολιτείας Anambra με την αδερφή της μητέρας του και όχι με τον πατέρα του, ενώ δεν είχε οποιαδήποτε προηγούμενη αλληλεπίδραση με άτομα της συγκεκριμένης θρησκείας. Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι γείτονάς του στο Lagos τον πληροφόρησε ότι ένοπλοι άνδρες τον αναζήτησαν στην οικία του. Ο Αιτητής αναζήτησε υποστήριξη στην Καθολική Αποστολή, όπου τον βοήθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα. Παρότι, ως δήλωσε, δεν ήταν παρών όταν πήγαν στο σπίτι του και απείλησαν, πιστεύει ότι θα τον σκοτώσουν επειδή στο παρελθόν, τέσσερις γενιές πριν τον ίδιο, είχαν σκοτώσει έναν προπάππου του που αρνήθηκε επίσης να αναλάβει καθήκοντα αρχιερέα.

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς του Αιτητή σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα και χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος και έγινε αποδεκτός. Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά την στοχοποίησή του από μέλη της κοινότητας επειδή αρνήθηκε να διαδεχθεί τον πατέρα του ως πνευματικός ιατρός και αρχιερέας, μετά τον θάνατό του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός λόγω του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική του αξιοπιστία, καθώς οι απαντήσεις του Αιτητή δεν ήταν συγκεκριμένες και λεπτομερείς. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τον ρόλο του πατέρα του ως αρχιερέα ούτε να περιγράψει λεπτομερώς τον φορέα της ισχυριζόμενης δίωξής του καθώς και τις πράξεις δίωξης, παρά αναφέρθηκε με γενικότητα στους πρεσβύτερους της κοινότητάς του και σε απειλές που έμαθε από γείτονά του (βλ. ερυθρά 41-40 του δ.φ.).

Ως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση που βρίσκεται εντός του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία ως προς τον αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό του, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πολιτεία Anambra, υπό το πρίσμα του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, καταλήγοντας ότι το επίπεδο αδιάκριτης βίας εκεί, δε φτάνει το επίπεδο που απαιτείται ώστε να θεωρείται ότι ένας άμαχος θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω της παρουσίας του και μόνο, αναφέροντας παράλληλα ότι δε λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην εν λόγω πολιτεία.  

Έχω εξετάσει με προσοχή τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σ΄ αυτόν, για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού (βλ. ερυθρά 44-36 του δ.φ.), η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης, κρίνω ότι ορθά η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε ότι, παρά τον ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του κρίθηκε αναξιόπιστος λόγω της αοριστίας και γενικότητάς τους και ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στον περί Προσφύγων Νόμο.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων»»).

Εναπόκειται στον αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας και υποχρεούται να λάβει θετικά μέτρα για να υποστηρίξει την αίτησή του με πληροφορίες[1]. Ωστόσο δεν συνεπάγεται υποχρέωση προσκόμισης εγγράφων ή άλλων αποδείξεων προς υποστήριξη κάθε συναφούς πραγματικού περιστατικού που επικαλείται ο αιτών, εντούτοις οφείλουν προσωπικά να συνεργάζονται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Εάν τα απαραίτητα στοιχεία της αίτησης δεν επιβεβαιωθούν κατά τη διαδικασία αξιολόγησης, το βάρος της τεκμηρίωσης της αίτησης το φέρει ο Αιτών.

Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου οι Καθ’ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία όμως δεν έγιναν αποδεκτά (αξιολόγηση της αξιοπιστίας) και βάση αυτών έκριναν στην συνέχεια ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση που συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη (εκτίμηση κινδύνου). Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτό το αίτημα του αιτητή περί δίωξης του ήταν το γεγονός της μη απόδειξης της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών του και του κλονισμού της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ελλείψεων και αδυναμιών οι οποίες εντοπίστηκαν στις συνεντεύξεις που έδωσε. Αυτό δε το εμπόδιο αναγνωρίζεται ρητά ως ένα από τα κωλύματα στην έγκριση αιτήματος ασύλου, από τις πρόνοιες του Εγχειριδίου (Βλ.  απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου EDWARD ESKANDAZ ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1673/2010, 4/7/2013).

Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκαν με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής[2]. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση ενός εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους προς διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Παράλληλα η Καθ’ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα έγραφα που παρέθεσε ο Αιτητής συνεκτιμώνται την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις. (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε ό Αιτητής εύλογα παρατηρούνται  ασυνέπειες και ανακολουθίες στα λεγόμενα του που  άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.

Ούτε και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ο Αιτητής ήταν σε θέση να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης στη βάση των ισχυρισμών του περί κινδύνου από τα άτομα της κοινότητάς του ανατρέποντας στην ουσία τα συμπεράσματα των Καθ’ων η Αίτηση, έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για έναν από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010).

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το βάρος απόδειξης περί πλάνης περί του ουσιώδους της πλάνης και περί της έλλειψης δέουσας έρευνας βαρύνει τον αιτητή (βλ. Παπαδόπουλος ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1990) 3 Α.Α.Δ. 262). Δεν φαίνεται να υπάρχει οτιδήποτε στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης που να στηρίζει τη θέση του Αιτητή ότι υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας, και επιπλέον δεν έχει εξειδικεύσει τον ισχυρισμό του αυτό με συγκεκριμένες θέσεις.  Πέραν τούτου, δεν επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ούτε έχει προσκομίσει με την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής νέα στοιχεία ώστε να εξεταστούν από το Δικαστήριο.

Υπενθυμίζω  ότι σύμφωνα με το αρ.3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000) (στο εξής ο Νόμος) και αρ.2 (δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (στο εξής η Οδηγία), ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται «[.] πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]». Σύμφωνα δε με το αρ.3Γ του Νόμου και αντίστοιχα αρ. 9 της Οδηγίας, η πράξη δίωξης η οποία προκαλεί βάσιμο φόβο καταδίωξης θα πρέπει να «είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών· ή να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο».

Η δίωξη ή η σοβαρή βλάβη που ανωτέρω αναφέρονται πρέπει να προέρχεται από τους φορείς δίωξης που αναφέρονται στα αρ.3Α και 6 του Νόμου και της Οδηγίας αντίστοιχα και να αποδειχθεί περαιτέρω ότι οι φορείς προστασίας που αναφέρονται στα αρ.3Β και 7 του Νόμου και της Οδηγίας αντίστοιχα δεν επιθυμούν ή δεν δύνανται να παρέχουν την απαιτούμενη προστασία κατά αυτών των πράξεων, αλλά και, στην περίπτωση ειδικά του πρόσφυγα, θα πρέπει να αποδειχθεί [βλ. αρ.4Γ(3) και 9(3) του Νόμου και της Οδηγίας αντίστοιχα] ότι υπάρχει συσχετισμός των λόγων που αναφέρονται στο αρ.3Δ και 10 του Νόμου και της Οδηγίας αντίστοιχα με τις πράξεις δίωξης, ήτοι αυτές να προκύπτουν για τους εκεί αναφερόμενους λόγους.

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37,38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). 

Εξετάζοντας την συνέντευξη που διεξήχθη, την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, όλο το υλικό που περιέχεται στον φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου και γενικότερα όλο το υλικό το οποίο είναι ενώπιον μου, κρίνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε επαρκή έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων. Ο Αιτητής προέβαλε αόριστους ισχυρισμούς χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει τον ρόλο του πατέρα του ως αρχιερέα, που είναι ο ρόλος που ο ίδιος κλήθηκε να αναλάβει και συναρτάται προς τον πυρήνα του αιτήματός του, ενώ ισχυρίσθηκε πως απειλείται από τα μέλη της κοινότητάς του, χωρίς να έχει λάβει ο ίδιος απευθείας τέτοιες απειλές, παρά πληροφορήθηκε για αυτές μία φορά από έναν γείτονά του. Δεν προκύπτει οποιοδήποτε βιωματικό στοιχείο από τους ισχυρισμούς που έχει προβάλει ο Αιτητής και, πολύ περισσότερο, δεν κρίνεται ευλογοφανής η απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του στη βάση των εξ ακοής απειλών που φέρεται να δέχθηκε. Περαιτέρω, δεδομένου ότι πρόκειται για τοπική θεότητα που λατρεύεται στην κοινότητα του Αιτητή και οι φερόμενοι ως φορείς δίωξής του είναι μέλη της κοινότητας αυτής, ο Αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητικές και επαρκείς εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και όχι να μεταβεί σε άλλη περιοχή της.

Από το περιεχόμενο του Διοικητικού φακέλου και τα ως άνω αναφερθέντα δεν συντρέχει καμία από τις ως άνω βασικές προϋποθέσεις του Περί Προσφύγων Νόμου ώστε να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του Αιτητή το καθεστώς του Πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του ιδίου Νόμου. Από τα όσα επικαλείται ο Αιτητής δεν πιθανολογείται ευλόγως ότι θα στοχοποιηθεί σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και θα κινδυνεύσει με δίωξη, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 1 Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης και 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση). Ούτε η πιθανολογούμενη δίωξης που επικαλείται  εμπίπτει σε κάποια από την έννοια όπως ορίζεται στα άρθρα 1 Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Περαιτέρω, οι πιθανολογούμενες βλάβες από τις οποίες θα κινδυνεύσει ο Αιτητής δεν αφορούν στη διακινδύνευση της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της προσωπικής ελευθερίας και της αξιοπρέπειάς του, δηλαδή δεν συνιστούν πράξεις «δίωξης», κατά την έννοια του νόμου. Τέλος δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη υπευθύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης

Για λόγους πληρότητας, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, λαμβανομένου ότι το παρών δικαστήριο έχει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες  από διάφορες πηγές σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής και διέλευσης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής του [βλ. άρθρο 10 παράγραφος 4 της Οδηγία 2013/32/ΕΕ  (αναδιατύπωση)], με τα ακόλουθα ευρήματα [υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου]:

Σε έκθεση της EUAA του 2017 αναφέρεται ότι πριν το Ισλάμ και τον Χριστιανισμό οι λαοί της Νιγηρίας είχαν δικές τους παραδοσιακές θρησκείες, οι οποίες ναι μεν ήταν διαφορετικές από κοινότητα σε κοινότητα αλλά είχαν και κάποια κοινά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα ότι λάτρευαν περισσότερους από έναν θεούς και πίστευαν σε υπερφυσικές δυνάμεις που επιδίδονταν σε καλές πράξεις αλλά και τιμωρούσαν όταν παραβιάζονταν έθιμα και ταμπού. Οι πνευματικοί αρχηγοί αυτών των παραδοσιακών θρησκειών θεωρούνται μεσολαβητές με τον αθέατο κόσμο και παρέχουν θεραπείες τόσο με την έννοια της θεραπείας από ασθένειες όσο και με την μορφή τελετουργιών και φυλαχτών για προστασία από επιζήμιες επιθέσεις από υπερφυσικές δυνάμεις. Η πνευματική δύναμη συνδέεται συχνά με άτομα που κληρονόμησαν αυτές τις δυνάμεις από τους προγόνους τους ή με συγκεκριμένα επαγγέλματα (σιδηρουργοί) ή άτομα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως οι αλφικοί (albino) ή οι δίδυμοι. Πνευματικοί ηγέτες και άτομα με εξουσία οργανώνονται σε μυστικές κοινωνίες (με την έννοια ότι το να μιλάει κανείς ανοιχτά σχετικά με το τί συμβαίνει σε αυτές τις κοινωνίες είναι ταμπού για άλλους εκτός από τους εμπλεκόμενους) αλλά η ύπαρξή τους είναι κοινώς γνωστή.[3] 

Στην ίδια έκθεση της EUAA σε σχέση με τις θέσεις ισχύος σε παραδοσιακές θρησκείες, αναφέρεται ότι πρόκειται για ιερείς, άτομα με καθήκοντα για διενέργεια τελετουργιών, άτομα με θρησκευτικές γνώσεις και εμπειρία στην κατασκευή φυλαχτών ενώ κάποιος μπορεί να αποκτήσει τέτοιου είδους ρόλο μετά από μακρά περίοδο μάθησης. Το αξίωμα του αρχιερέα δεν μεταβιβάζεται απαραίτητα στον μεγαλύτερο γιο και δεν θεωρείται προσβολή των θείων αν αρνηθεί κάποιος τον ρόλο του αρχιερέα. Συνήθως, το άτομο που διαδέχεται την θέση του αρχιερέα, το προετοιμάζουν από νεαρή ηλικία. Επικίνδυνο είναι να φύγει κάποιος που είναι ήδη αρχιερέας ή κατέχει άλλο σημαντικό θρησκευτικό ρόλο αλλά δεν υπάρχουν αναφορές ότι τέτοιοι ρόλοι επιβλήθηκαν σε κάποιον καθώς ο διάδοχος πρέπει να ενδιαφέρεται και να είναι ικανός για τον ρόλο. Δεν έχουν γίνει αναφορές σε περιστατικά βίας ή απειλών σε περιπτώσεις άρνησης διαδοχής τέτοιων ρόλων για θρησκευτικούς λόγους.[4]

Ως εκ τούτου, στη βάση των ισχυρισμών του Αιτητή δεν προκύπτει οποιοσδήποτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον. Η Υπηρεσία Ασύλου στην έκθεση/εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή της, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι αυτός δεν θα υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του.  

Ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας μπορούσε να χορηγηθεί στον Αιτητή. Συμπληρωματική προστασία, δίδεται όταν ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειας του.

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, παραβίασης ανθρωπίνου δικαιώματος, τόσο κατάφωρης ώστε να ενεργοποιούνται οι διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας ή να υπάρχει απειλή κατά της ζωής, της ασφάλειας ή της ελευθερίας ως αποτέλεσμα άσκησης αδιάκριτης βίας λόγω συνθηκών ένοπλής σύγκρουσης  ή συστηματικών και γενικευμένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CFDN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki ElgafajiNoor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα ασφαλείας του τελευταίου τόπου διαμονής του Αιτητή, όπως προκύπτουν από επικαιροποιημένες διεθνείς πηγές, κατά το διάστημα 24/04/2022-24/04/2023, η ACLED κατέγραψε συνολικά 158 περιστατικά ασφαλείας (57 μάχες, 84 περιπτώσεις βίας κατά πολιτών, 17 εξεγέρσεις, και 28 διαδηλώσεις) στην πολιτεία Anambra με αποτέλεσμα 223 θανάτους.[5] Τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε πτωτική τάση σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Κατά την απογραφή πληθυσμού του 2006, ο πληθυσμός της πολιτείας Anambra ανερχόταν στα 4.177.828, βάσει του οποίου υπολογίζεται ότι το 2016, ο πληθυσμός ανερχόταν σε 5.527.809,[6] ενώ βάσει υπολογισμών για το έτος 2022, ο πληθυσμός ανέρχεται σε 5.953.500 κατοίκους.[7] Καθίσταται συνεπώς κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (223 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως γενικευμένη κατάσταση αδιάκριτης βίας.

Δια ταύτα, δεν προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43].

Τέλος, φρονώ ότι στην προκείμενη περίπτωση, από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει επαρκώς, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [Βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], δεν προκύπτει ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β) περί Προσφύγων Νόμου].

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί που προβάλλει, δεν δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Επίσης δεν τεκμηρίωσε οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και συνεπώς ορθώς κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται ούτε και η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 (1) του περί Προσφύγων Νόμου περί Συμπληρωματικής προστασίας άρθρου 15 της Οδηγίας της 2011/95/ΕΕ. Ούτε και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ο Αιτητής εξειδικεύει ούτε και τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του περί δίωξης.

Αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, κρίνω ότι ορθά η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε ότι, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δεν πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο, ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση.

                  Δ. Κατσαρίδης , Δ.Δ.Δ.Δ.Π



[1] Judgment of the Court (First Chamber), 22 November 2012 M. M. v Minister for Justice, Equality and Law υποσημείωση 82, σκέψη 65.

 

[2] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.

[3] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Nigeria - Country Focus, June 2017, σελ.52, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/1400411/90_1496729214_easo-country-focus-nigeria-june2017.pdf 

[4] Ό.π. σελ. 61

[5] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, 2023, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard  (βλ. πλατφόρμα Dashboard, με στοιχεία ανάλυσης ως εξής: ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ - 24.04.2022 - 24.04.2023, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ - Battles / Violence against civilians / / Protests και ΠΕΡΙΟΧΗ - Western Africa – Nigeria - Anambra)  

[6] Nigeria, National Bureau of Statistics, National Population Estimates, όπως παραβάλλεται στο EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Nigeria - Security situation, June 2021, σελ. 188, διαθέσιμο σε:
https://www.ecoi.net/en/file/local/2053722/2021_06_EASO_COI_Report_Nigeria_Security_situation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/05/2023)

[7] City Population, NIGERIA: States & Agglomerations, διαθέσιμο σε: https://citypopulation.de/en/nigeria/cities/?cityid=13438 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 09/05/2023)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο